# Ποιήματα και Πεζά τινα

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31852/index.md

Τότε οι Μπακάκοι βλέποντας σε τάξι του πολέμου Ν' αραδιαστούν οι Ποντικοί, και σε ροπήν ανέμου, Το φοβερό τους στάσιμο, και την ετοιμασία, Σε απορία βρέθησαν και σε απελπισία. Πηδάν με βια από τα νερά και σ' ένα μέρος τρέχουν· 285 Και του κακού την αφορμή να ρωτηθούν προσέχουν. Και εκεί που διαλογίζουνται βαθιά συλλογισμένοι, Από μιαν άκρα ο Κήρυκας των Ποντικών εβγαίνει. Μηνόντας διαλαλίζοντας τη μάχη φανερόνει· Και τη φωνή για ν' ακουστή με δύναμι σηκόνει. 290 » Ω Μπακακάδες, πόλεμον, οι Ποντικοί με στέλλουν, » Να σας κηρύξω σήμερα· και αυτόν με δίκιο θέλουν. » Γιατί ο Φουσκομάγουλος με πονηριά και δόλο, » Καθώς εγίνηκε γνωστό κοινά στον κόσμον όλον, » Στη λίμνη μέσα εφόνεψε τον άκακο Τριμμούδη, 295 » Του θρόνου μας το διάδοχο, της νιότης το λουλούδι. » Και ανίσως έχετε καρδιά, και παλληκάρια αν ήστε, » Σα σας βαστάει, εδώ είμεστε, ελάτε, πολεμήστε.

Αυτά ν' ακούσουν, τα 'χασαν με μιας οι Μπακακάδες, Κι' αλλαλαγμός αντήχησεν απ' όλαις της αράδαις. 300 Βοαίς μεγάλαις έβγαλαν, και δυνατά χουγιάζουν, Και προς το Φουσκομάγουλον ωνειδισμούς σωριάζουν. Αυτός πηδόντας πάραυτα στη μέση από το πλήθος Δημηγοράει με πλαστό προσποιημένο ήθος. » Άδικα, φίλοι και εδικοί, μη με κατηγοράτε· 305 » Και αυτά που λεν οι Ποντικοί, καθόλου μη γρηκάτε. » Εγώ δεν τον θανάτοσα· πιος είναι, δεν τον ξέρω. » Μηδέ τον ίδα πουθενά, μηδέ στο νου τον φέρω. » Και ανίσως είναι αληθινό, πως εδώ μέσα εχάθη, » Του χαλασμού του το κακό ατός του το 'χει πάθη. 310 » Θαρρώ να του σκαρφίστηκε την εδική μας φύση « Να μιμηθή μες τα νερά, ναρθή να κολυμπήση. » Και δίχως πράξι και άμαθος ελάθεψε και επνίγη, » Και γίνηκε της τρέλας του ανέλπιστο κυνήγι. » Κιαπέ σ' εμέ του φόνου του το βάρος απορρίχνουν. 315 » Με δίχως κρίσιν μαρτυριαίς, για φταίχτη μ' αποδείχνουν. » Βεβαιοθήτε, αδέρφια μου, αυτά δεν είναι δίκια » Οπού προβάνουν τολμηρά τα πονηρά Ποντίκια. » Με πλάνον εσοφίστηκαν παρόμοια να μηνύσουν, » Και είν' αφορμαίς και πρόφασες για να μας πολεμή- 320 » (σουν » Τι καρτεράμε τό το λοιπόν μαζί να βουλευτούμε, » Με κέρδος μας και διάφορο να τους εναντιοθούμε; » Εγώ σας λέω τη γνώμη μου σ' εκείνο που απεικάζω· » Οπού μετρώ ως ωφέλιμο, ως δίκιο λογαριάζω. » Να τραβιχτούμε απ' όλα μας, κοινό να γένη σκόλι· 325 » Και δίχως άλλα μέριμνα ν' αρματωθούμεν όλοι, » Από μεριά αποσκεπαστή να πάμε δίχως κόπο, » Ο, που είναι ορθός κατήφορος να πιάκομε τον τόπο. » Κατασειρά μες τους γκρεμούς ανάμερα βαλμένοι, » Ετοιμασμένοι, πρόθυμοι, προειδοποιημένοι, 330 » Καθώς ερθούν οι Ποντικοί και προς εμάς κινήσουν· » Ή ταχτικά, ή άταχτα απάνω μας ωρμήσουν· » Εμείς στον τόπο, ασάλευτοι, τον πλιο σιμοτινό μας » Ν' αδράξωμε, όπως δυνηθή καθένας, τον οχτρό μας, » Και σέροντάς τον βιαστικά απ' όποιο μέρος τύχη 335 » Εκεί το συντομώτερο την άκρα να πιτύχη, » Μαζί μ' αυτούς να πέσωμε μες του νερού το βάθος, » Κι' ολόβολους τους πνίγομε χωρίς κανένα λάθος. » Γιατί να φύγουν δεν μπορούν, κολύμπαις δεν ηξέρουν. » Του ανασασμού την έλλειψι αυτοί δεν υποφέρουν. 340

Τζωπαίνει ο Φουσκομάγουλος αφού γνωμοδοτάει· Και των Μπακάκων ο λαός με κρότο αχολογάει. Η συμβουλή τους άρεσε, τον πόλεμο όλοι κράζουν. Τη μάχη στρέγουν όλοι τους, και τ' άρματα συντάζουν. Από τα μολοχόφυλλα της άντζαις τους ποδαίνουν· 345 Και από πλατιά πεντάνευρα τ' αστήθια τους σκεπαίνουν· Τα καμπρολαχανόφυλλα γυροστρογγυλεμένα Για ασπίδες εχρησίμεψαν σ' εκείνων τον καθένα. Και από Μπομπόλων καύκαλα στολίζουν τα κεφάλια Δεμένα οχ το πηγούνι τους για πλιότερην ασφάλια. 350 Από τα βούρλα τα στεγνά, αυτά τα παλληκάρια, Βεργιά μακριά και σουβλερά δανείζουνται κοντάρια, Και σαν απαρματόθηκαν σιμαζωχτοί πηγαίνουν· Της όχταις πιάνουν της ψηλαίς· το μάλωμ' αναμένουν. Καλνάν αγνάντια τον οχτρό με θυμομένο μάτι· 355 Σιούν τα κοντάρια φοβεροί, και από καρδιά γιομάτοι.

Ο Δίας οχ τον ουρανό τον αστροστολισμένον, Και οχ της αχτίνες του ηλιού αιώνια φωτισμένον, Τους άλλους κράζει τους θεούς να ιδούν μια τέτια μάχη Που δεύτερή της άλλοτε αδύνατο να λάχη. 360 Τα δυνατά στρατέματα τους δείχνει, που σαν άλλοι Κενταύροι παραλλόκοτοι, και Γίγαντες μεγάλοι, Ατάραγοι στον πόλεμο τελείως δε δειλιάζουν, Μον το σημάδη καρτεράν· να χτυπηθούν κυττάζουν. Και προς εκείνους στρέφοντας, με τρόπον ερωτόντας, 365 Τη γνώμη τους ερεύναγε γλυκά χαμογελόντας. Να μάθη πιοι τους Ποντικούς βουλιόντας να βοηθήσουν· Και τα Μπακάκια μοναχά πιοι ήθελαν ν' αφήσουν. Γυρίζει και στην Αθηνά, της λέγει, θυγατέρα, Σε τούτη την περίστασι και 'ς τούτην την ημέρα, 370 Για να συντρέξης καν εσύ δεν έχεις στο σκοπό σου Τους Ποντικούς, που αδιάκοπα πηδάν μες το ναό του. Και τόσο ορέγουνται πολύ την τζίκνα οχ της θυσίας, Που σου προσφέρουν στους βωμούς του κόσμου η λατρείαις; Στα λόγια τότε του Διός η Αθηνά αποκρίθη· 375 Ανοίγοντας το στόμα της παρόμια απηλογήθη. Να μη βρεθή, πατέρα μου, το βοηθό μου χέρι Ν' απλόσω εγώ στους Ποντικούς σε ό,τι τους συμφέρει· Γιατί πολλά είναι τα κακά που ολημερής μου κάνουν. Κι' απάνω κάτω του ναού το στολισμόν μου βάνουν· 380 Χαλνόντας τα στεφάνια μου, συντρίβοντας καντήλια Για ολίγο λάδι οπού ρουφάν, ή λαιμαργάν τα φτίλια. Μον κείνο που μου πίκρανε παράνω την καρδιά μου, Είν το χρυσόυφαντο πανί, το πλούσιο φόρεμά μου. Το φόρεμα μου το καλό, το πολυζηλεμένο, 385 Που το είχα με τα χέρια μου στον αργαλιό υφασμένο. Κι' ως να το σόσω υπόφερα και σκάνιασαις και λύπαις. Και αυτοί μου το παράχοσαν μπαλώματα στης τρύπαις. Μον τα Ποντίκια αν δε βοηθώ, μηδέ και τα Μπακάκια Ακόμα τα συχώρεσα οχ την παλιά μου κάκια. 390 Τι μια φορά οχ τον πόλεμο περίσια αποσταμένη, Γυρίζοντας ν' αναπαυτώ σε στρώμα πλαγιομένη, Ολονυκτής δεν μ' άφηκαν μιαν ώρα να σιγήσω, Οχ της μεγάλαις τους φωναίς το μάτι μου να κλείσω. Κι' απέρασα όσο πώφεξε οχ τα γουρλιάσματά τους 395 Με πονοκέφαλον βαρύ για την αδιακρισιά τους, Και κάλλια να καθήσωμε εδώ σε ησυχία, Να τους τηράμε από μακριά με τέλια αδιαφορία Γιατί παράξιους τους θωρώ, κι παραπελπισμένους Πολεμιστάδες δυνατούς, στρατιόταις αντριομένους. 400 Κι' αν μας ανταίσουν, βολετό ενάντια να θυμώσουν, Με τα βαριά κοντάρια τους κακά να μας λαβώσουν. Για αυτό λοιπόν ας μείνομεν στον υψηλό ουρανό μας. Τη μάχη ν' αγναντεύωμε με δίχως κίνδυνό μας. Όλοι οι Θεοί αφηκράστηκαν της Αθηνάς τα λόγια, 405 Και κυκλικά καθούμενοι 'ς των ουρανών τ' ανώγια Με περιέργιας προσοχή, και με σκυφτό κεφάλι, Στη γη τα βλέμμα εκάρφωσαν σε σιωπή μεγάλη.

Ζευγάρι τότε Κουνουπιών ηκούστη στον αέρα, Οπού βοάν με ταραχή ψηλά στην ατμοσφαίρα, 410 Με της μακριαίς τους σάλπιγκαις για να παρακινήσουν, Με το σημάδι της φωνής τη μάχη ν' αρχινήσουν. Ο Δίας προς βεβαίωσι των σαλπιστών βροντάει, Που τα ουράνια ετρόμαξε, τη γη καταφοβάει. Εδώ του Φουσκομάγουλου αντίς ν' ακολουθήσουν 415 Το εξαίρετο στρατήγημα, και να μη πολεμήσουν. Μον να δεχθούν τους Ποντικούς στα βάθη να τους ρίξουν, Και σέροντάς τους στα νερά με θρίαμβο να πνίξουν, Πρώτος ο μέγας Χουγιατάς το άρμα του ξαμόνει, Και τον αξιότερον οχτρό χτυπάει και πληγώνει· 420 Το Λαδορρούφη πώστεκε στη μπροστινήν αράδα, Στρατιότη μεγαλόκαρδον με σπάνια αντριά κι' αξιάδα, Αυτόν αγνάντια του έχοντας ματιάζει με την πρώτη, Μες το πλευρό τον πίτυχε, και του τρυπάει το σκότι. Έπεσ' ευτύς τ' ανάσκελα εκείνος λαβομένος, 425 Στον κουρνιαχτό ο ταλαίπωρος αιματοκυλημένος. Αλλά δε χάνει τη ζωή· για τότες δεν πεθνήσκει· Στους πρώτους πάλι βρίσκεται· στον τόπον απομνήσκει. Μ' αντριά μεγάλη δεύτερα, ο Τρυποφράχτης δίνει Μες του Βαλτίσιου την καρδιά του χάρου την οδύνη. 430 Τα ίσια σαν του τράβησε 'ς αστήθια τον καρφόνει· Νεκρό κουφάρι ακίνητο και κρύο τον ξαπλόνει. Βλητρούδης ο αγέλαστος σ' ένα άλλο μέρος πάλι Στο Λυχνοπήδαν ήφερε φριχτού θανάτου ζάλη· Στο ψυχικό η κονταριά ορμητικά τον παίρει, 435 Κι' ως αστραπή τον έρριξε το φονικό του χέρι· Ο Κοροφάγος τρομερός με πείσμα του κινάει, Στο Φωναράν εχύμησε στη μέση τον χτυπάει. Στη γη σωρόν τον άφηκε, και κείθε σ' άλλα μέρη Διαβαίνει, κι' αποπίσω του σφαγή και φόνο φέρει· 440 Το σκοτωμό του Φωναρά να ιδή ο Νοτιάρης φρίζει, Έτζι γοργόν παράστρατα· κι' από θυμόν αφρίζει· Ατόφια κι' ολοστρόγγυλη μια πέτρα ευτύς αρπάζει, Μ' οργή πολλή και μάνητα καλά σαν τη χουφτιάζει, Στον Τρυπαφράχτη απανωθιό, οπού τον αντικρύζει, 445 Με γληγοράδα απίστευτη τα ίσια σφεντονίζει· Τον παίρει στο αντικέφαλο, κι' αιώνιο σκοτάδι Εθάμπωσε τα μάτια του· τον προβοδάει στον άδη. Ο Λαδορρούφης αποκεί που λαβομένος στέκει, Δεν ησυχάζει ζωντανός να μένη αργός παρέκει· 450 Στη δυνατή παλάμη του ζυγιάζει το κοντάρι· Το ρίχνει θανατόνοντας στον τόπο το Νοτιάρη. Σαν το δοκήθη ο Λαχανάς λιγόστεψε η ψυχή του, Και μες τη λίμνη απήδησε να γλύση τη ζωή του. Αλλά κι' εκεί που πάντεχε μ' ασφάλια να γλυτρώση, 455 Ο μαύρος χάρος κι' άλαλος δεν έλειψε να σώση· Τι ο Λαδορρούφης νιόθοντας τον άναντρο σκοπό του, Κι' από μακριά τον πρόφτακε απάνω στο φυγιό του. Μια κονταριά σαν τώσυρε στα δρόμο τον γκρεμίζει, Κι' από το αίμα της πληγής η λίμνη κοκκινίζει· 460 Τα μέλη του ακίνητα κι' αλίγυγα τεντόνουν, Και το κορμί του το ψυχρό τα κύματα τ' αμπόνουν. Τον Τυρογλύφη σε γκρεμόν εγκύλησε ο Λιμνιότης. Και σ' άλλον τ' όμιο θέλησε να κάμη ο Καλαμιότης· Μον στη στιμή που βάνεται, να δείξη αντριά βουλιέται, 465 Τον Ασκοτρύπα τον τρανόν απάντεχα δοκέται. Που φόνευε αλεημόνητα καθέναν που απαντούσε, Σαν να ώριζε το θάνατο, στο χέρι τον κρατούσε. Επάγωσε οχ το φόβο του, και τώπεσε η ασπίδα, Και μες τη λίμνη απόθεσε την παντοχή και ελπίδα, 470 Του Καλαμιότη οι Ποντικοί το κάμωμα θωρόντας, Στους Μπακακάδες ώρμησαν περσότερο θαρρόντας. Και τους μαζόνουν ομπροστά μ' αλλαλαγμό και κρότο, Κατόπι κυνηγόντας τους 'χτόν ύστερ ως τον πρώτο. Μον 'ς των στρατιότων τ' άγνωστο δειλό ανακατωμά τους 475 Ο Νερορρούφας έφτακε τρεχάτα από κοντά τους. Και τους φωνάζει να σταθούν μ' ασάλευτο ποδάρι· Και σκύφτει αδράζει από τη γη χοντρό βαρύ λιθάρι. Εκοντοστάθη· ετείναξε την παχουλή παλάμη, Κι' ανάγγασεν αλάθευτα την πέτρα ευθύς να δράμη 480 Με βογγυτό και σιουρισμό τα ίσια στο σημάδι, Που μάτιασε ο σκληρόκαρδος τον άξιον Παστρουμάδι, Μεγάλο αφεντόπουλο και νιο από τα χρόνια, Που των Μπακάκων έφερνε ζημιά και καταφρόνια. Στον καταπιόνα του λαιμού τον βάρεσεν η πέτρα, 485 Και της ζωής του εχάλασε σε μια στιμή τα μέτρα. Βουβός, ταμπηχτοκέφαλα, και καταματομένος, Χωρίς ανάσα και πνοή διπλώθηκε σφασμένος. Αυτός ο θάνατος με μιας τους Ποντικούς μουδιάζει, Κι' από την πρώτη τους ορμή ν' αποκοπούν τους βιάζει· 490 Κι' οι Μπακακάδες θάρρεψαν και χαμοξανασαίνουν, Και με καινούργιαις δύναμες τη μάχη πάλι σταίνουν. Εδώ το πείσμα κι' ο θυμός, κι' η λύσσα ανακατεύει Τα φοβερά στρατέματα, κι' ο φόνος κυριεύει. Πλιο δεν ψηφάν το θάνατο· διψάν το αίμα ακράτο· 495

Και του οχτρού το χαλασμό επιθυμάν μονάτο. Αυτού χτυπάει ο Πινακάς το φόβιο Πηλοπάτη, Και τον σουβλάει η κονταριά κατάμεσα στο μάτι. Οπίσω οχ τ' αντικέφαλο το άρμα διαπερνάει: Στην κατοικά του Πλούτωνα γοργά τον προβοδάει· 500 Ο Κολοκύθας πιάνοντας σφιχτά του Τζικνογλύφη Οχ το ποδάρι το δεξί διο τρεις φοραίς το στρίφει· Τον κολοσέρει, φεύγοντας όσο μπορεί, μαζί του, Μες το νερό κρατόντας τον, ως να σβυστή η πνοή του. Συντρόφους τόσους καταγής ο Κομματάς να βλέπη, 505 Καθόλου δεν αργοποράει να εκδικηθή, ως πρέπει· Τον παινεμένον Πλεμονά εχώρισε στη μέση, Και παγομένον παρευτύς τον έκαμε να πέση. Βογγούσης πάλι ο ακράτητος με τ' αγριομένο βλέμμα Τον Κομματά εφοβέρισε χουγιάζοντάς του· τρέμα. 510 Τρέμα ανάξιε, ουτιδανέ και πριν να τ' αποσώση, Απόκοτις δοκίμασε κοντά να τον τυφλώση, Με χούφτα λάσπης νερουλής που αδραχτηκά σηκόνει Του χρει τη μούρη ολάκαιρη, τα μάτια του θαμπόνει, Κακίζει τότε ο Κομματάς και στη στιμήν εκείνη 515 Χεριάζει πέτραν έβελη, και δίχως ν' αναμείνη, Προς τον οχτρό του απανωθιό πεισματικά απολνάει, Και το μηρί του το δεξί συντρίμματα σκορπάει· Μον ο Σκουζιάρης πάραυτα τον φίλο ξεδικέται·

Στον Κομματά με μάνιομα ακράτιγο απολνιέται· 520 Το μυτερό κοντάρι του στον οφαλό του χόνει· Και με βρισιαίς και χλευασμούς ακόμα τον μαλόνει· Πλατιά πληγή του άνοιξε στην απαλή κοιλιά του, Και έρρεψαν αμπουριαστά στο χώμα τ' άντερά του. Βλέπει ο Προσφάης, να σέρνεται με τα κουτζά του σκέλη 525

Βογγούση τον περήφανο, που βιάζεται, και θέλει Να πάρη τον κατήφορο μ' ελπίδα να βουτήση, Και τη γλυκή του τη ζωή ο δόλιος ν' απαντήση. Μον κείνος καταπάνω του τρεχάτος τον πλακόνει, Με το κοντάρι τον βαρεί και τον αποτελιόνει· 530

Ο Ψωμοφάγος Βασιλιάς, οπού σε πάσα τάξη Μικρούς, μεγάλους έκαμε καθένας να τρομάξη, Το Φουσκομάγουλο απαντάει· ανάφτει οχ το θυμό του, Και το κοντάρι εζύγιασε ενάντια στον οχτρό του. Μον έσφαλε το ρίξιμο και δεν τον ευτυχάει· 535 Και στην πατούσα ξώδερμα τον χαμογρατζουνάει· Ξεφεύγει ο Φουσκομάγουλος του χάρου το δρεπάνι, Και προς τη λίμνη ογλήγορος τη στράτα τότε πιάνει· Ο Ψωμοφάγος άσειστος στο ό,τι μελετάει, Με βιαστικά πατήματα κατόπι του ακλουθάει· 540 Μηδέ η καρδιά του το' στρεγε να τον απαρατήση Χωρίς νεκρόν να τον ιδή· το αίμα να του χύση. Τότε ο Πρασσάτος άξαφνα οχ το πλευρό τους βγαίνει, Στον Ψωμοφάγο ρίχνοντας, μον δεν τον πιτυχαίνει· Τι ο Βασιλιάς επρόφτακε, και τ' άρμα οπίσω αμπόχνει 545 Κρυμμένος στην ασπίδα του· και το κακό αποδιόχνει· Σε τούτο ο Φουσκομάγουλος απέκει σκαπετάει· Στης λίμνης τα κατάβαθα γλυτρόνοντας πηδάει·

Στων Ποντίκων το στράτεμα εκείνο τ' ακουσμένο Ήταν κι' έν' άξιο ασύγκριτα, παιδί καμαρομένο, 550 Του Κομματά μονάκριβο, κι αλήθια παλληκάρι, Οπού τους άλλους διάβαινε σε νιάτα και σε χάρι, Ο Ροκανούλης κράζονταν στο έντιμο όνομά του· Κι' ο ίδιος Άρης φαίνονταν οχ την πολλήν αντριά του. Σε όχτη απάνω στέκοντας γυρτός κι' ακουμπημένος, 555 Στο τρομερό κοντάρι του, κι' από θυμό αναμμένος, Αυτός ατός του υπόσχονταν, αβοήθητος, μονάτος Των Μπακακάδων τη φυλή να σβύση κατακράτος. Κι' ως τόσο άγριος γένεται, κι' ως τόσο φοβερίζει, Που του οχτρού το στράτεμα ολόκληρο απελπίζει· 560 Και δίχως άλλο ημπόρηγε το λόγο να τελιόση· Τι είχε καρδιά και δύναμι να τ' αποκατορθώση· Αν ο πατέρας των θεών και των θνητών ανθρώπων Του Κρόνου ο υγιός δεν πρόφταινε, δεν έκανε τον τρόπον Τους Μπακακάδες τους φτωχούς για τότε να 'λεήση· 565 Στους αποδέλοιπους Θεούς παρόμια να μιλήση· Διό τρεις φοραίς ταράζοντας το θεϊκό κεφάλι, Τα βλέμματα γυρίζοντας σε μια μεριά και σ' άλλη.

Ω τι μεγάλη συφορά, προβλέπω, θελά γένη Στους Μστακακάδες σήμερα· Ω, τι κακό συμβαίνει. 570 Του Ροκανούλη η δύναμη παραπολύ με σκιάζει· Ξεπατωμό αθεράπευτο θωρώ να τους τοιμάζη.

Έτζι είπε ο Δίας· και σ' αυτά τα θεϊκά του λόγια, Για τους Μπακάκους θλιβερά και μαύρα μοιριολόγια, Ο Άρης αποκρίθηκε, και λέγει προς τον Δία, 575 Δεν είν' δουλιά της Αθηνάς, μήτ' εδική μου αντρεία, Στο χαλασμό των Μπακακών να βάλωμεν εμπόδιο. Μον αν το κρίνης εύλογο, το στοχαστής αρμόδιο, Καταπώς είμαστε μαζί να τρέξωμε όλοι αντάμα, Βοήθια να τους δώκομε με λόγο και με πράμμα· 580 Ή το φριχτό και φλογερό δικό σου αστροπελέκι, Που 'ς των ποδιών σου το θρονί πάντ' αναμμένο στέκει· Οπού Γιγάντους φλόγισε, Τιτάνες έχει κάψη, Αυτό να ρίξης μια βροντή, αυτό σ' αυτούς ν' αστράψη· Σ' αυτούς να πέση ανάμεσα, να νιόσουν την οργή σου. 585 Να χωριστούν, να δοκηθούν, πως είναι προσταγή σου.

Ο Δίας τότε με θυμό αστράφτει και βροντάει, Που ο Ουρανός εσείστηκε, η γη βαθιά αντηχάει· Μες τα στρατέματα η φωτιά οχ τα Ουράνια πέφτει, Αλλ' η ορμή των Ποντικών τελείως δεν ξεπέφτει. 590 Κυττάζει ο Δίας φοβερός την τόση αποκοτιά τους, Και στους Μπακάκους έστειλε βοηθούς από κοντά τους. Αιφνίδια βγαίνουν οχ τη γη ανάποδα στο σχήμα· Απ' όσα ζιούν εις τη στεριά, ή κολυμπάν στο κύμα, Πλατζιουκωτά, αστηθόστομα, με κοκκαλένια ράχη, 595 Με διο ψαλίδες ομπροστά, με μάτια οχ το στομάχι. Μ' οχτώ ποδάρια σκλεπωτά, που στο πλευρό βαδίζουν· Κι' αυτά τα τερατόμορφα Καβούρια ονοματίζουν· Η δυναταίς κοπίδες τους το μέρος που δαγκάσουν, Θενά το κόψουν άφευχτα· θελά το κομματιάσουν. 600 Νοραίς λοιπόν των Ποντικών ποδάρια τους λιανίζουν. Κι' οχ τ' αποδέλοιπο κορμί με πόνους τα χωρίζουν·. Χτυπάν μ' αγώνα οι Ποντικοί και με τα δυνατά τους· Δεν κατορθόνον τίποτες σ' εκείνους τ' άρματά τους. Ας προσπαθάν όσο ημπορούν· του κάκου τυραγνιούνται· 605 Των Καβουριών τα καύκαλα καθόλου δεν τρυπιούνται. Οχτρούς παρόμιους να ιδούν ελπίδα δεν τους μένει· Μηδέ βαστάν στον πόλεμο· και φεύγουν τρομασμένοι. Κοντά βασίλεμα ηλιού το πράμμα αυτό ακλουθάει· Και σε μιας μέρας διάστημα η μάχη αυτή σκολνάει· 610

Ο Ν Ο Μ Α Τ Α Τ Ω Ν Μ Π Α Κ Α Κ Ω Ν.

Φ ο υ σ κ ο μ ά γ ο υ λ ο ς· οπού φουσκόνει τα μάγουλα Λ α σ π ά ς· οπού περπατάει στης λάσπαις· Ν ε ρ ο θ ρ ό ν α· οπού έχει το θρονί της στα νερά. Χ ο υ γ ι α τ ά ς· οπού χουγιάζει δυνατά. Β α λ τ ί σ ι ο ς· οπού κατοικάει στους βάλτους. Β λ η τ ρ ο ύ δ η ς· οπού έχει χρώμα Βλίτρου. Φ ω ν α ρ ά ς· οπού φωνάζει· Ν ο τ ι ά ρ η ς· οπού χαίρεται στη νοτιά. Λ α χ α ν ά ς· οπού έχει χρώμα λαχανί. Λ ι μ ν ι ό τ η ς· οπού κατοικάει στης λίμναις. Κ α λ α μ ι ό τ η ς· οπού κάθεται στα καλάμια. Ν ε ρ ο ρ ρ ο ύ φ η ς· οπού ρουφάει το νερό. Π η λ ο π ά τ η ς· οπού περπατάει στον πηλό. Κ ο λ ο κ ύ θ α ς· οπού έχει χρώμα κολοκυθίου. Π λ ε μ ο ν ά ς· οπού έχει γερά πλεμόνια και σκούζει. Β ο γ γ ο ύ σ η ς· οπού φωνάζει βογγόντας. Σ κ ο υ ζ ι ά ρ η ς· οπού όλο σκούζει. Π ρ α σ σ ά τ ο ς· οπού έχει χρώμα του πράσου.

Ο Ν Ο Μ Α Τ Α Τ Ω Ν Π Ο Ν Τ I Κ Ω Ν.

Τ ρ ι μ ο ύ δη ς· οπού μαζόνει τα τρίματα. Ψ ω μ ο φ ά γ ο ς· οπού του αρέγει το ψωμί. Α μ π α ρ ο ύ λ α· οπού τρυπάει και μπαίνει στα αμπάρια. Ξ υ γ γ ο μ ά σ η ς· οπού τρώγει το ξύγγι. Π ι ν α κ ά ς· οπού μπαίνει στα πινάκια. Λ α δ ο ρ ρ ο ύ φ η ς· οπού ρουφάει το λάδι. Τ ρ υ π ο φ ρ ά χ τ η ς· οπού μπαίνει στης τρύπαις. Λ υ χ ν ο π ή δ α ς· οπού πηδάει στα λυχνάρια. Κ ο ρ ο φ ά γ ο ς· οπού τρώγει της κόραις. Τ υ ρ ο γ λ ύ φ η ς· οπού νοστιμεύεται το τυρί. Α σ κ ο τ ρ ύ π α ς· οπού τρυπάει τ' ασκιά. Π α σ τ ρ ο υ μ ά δ η ς· οπού κυνηγάει τους παστρουμάδες Τ ζ ι κ ν ο γ λ ύ φ η ς· οπού τρώγει της τζίκναις. Κ ο μ μ α τ ά ς· οπού γυρεύει κομμάτια κάθε λογής. Π ρ ο σ φ ά η ς· οπού του αρέγει κάθε προσφάγι. Ρ ο κ α ν ο ύ λ η ς· οπού ροκανάει ό,τι να βρη.

Μ Υ Θ Ο Λ Ο Γ Ι Κ Α Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α Τ Α ΜΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Δ ί α ς

Ο μεγαλήτερος από τους δώδεκα θεούς και Βασιλιάς των θεών. υγιός του Κρόνου και της Ρέας. άρπαξε το θρόνο του πατέρα του. επήρε για γυναίκα του την αδερφή του Ήρα. απόχτησε πολλά τέκνα και με ταύτη, και μ' άλλαις πολλαίς. εγέννησε από το κεφάλι του την Αθηνά, εκατοίκαγε στον Όλυμπο· επολέμησε με τους Τιτάνες, και τους εκατατρόπωσε, και αποκαταστάθηκε Κύριος του Κόσμου·

Α θ η ν ά

Θεά της σοφίας και της φρονιμάδας, και έφορη στα πολεμικά· επιτηδιότατη σε πολλά έργα, και ξεχωριστά στη υφαντική. Θυγατέρα του Δία γεννημένη από το κεφάλι του τελεία κόρη, και αρματομένη. έμεινε πάντοταις παρθένο·

Ά ρ η ς

Θεός του πολέμου. υγιός του Δία και της Ήρας· εχαίρονταν στους φόνους και στο αίμα. φοβερός στον πόλεμο.

Ή φ α ι στ ο ς

Θεός της χαλκευτικής· υγιός του Δία και της Ήρας. άσκημος και κοντζός, ένας από τη δοδεκάρα των θεών.

Π λ ο ύ τ ω ν α ς

Υγιός του Κρόνου και της Ρέας. Θεός του Άδη. αδερφός του Δία. επήρε για γυναίκα του την Περσεφόνη θυγατέρα της Δήμητρας.

Έ ρ ω ς

Θεός της αγάπης δυνατώτατος· υγιός τον Άρη και της Αφροδίτης θεάς της ωμορφιάς. επαρασταίνονταν σα γυμνό παιδί με τα μάτια δεμένα, με φτερούδες, και αματομένο με δοξάρι και σαγίταις.

Κ ρ ό ν ο ς

Υγιός του Ουρανού και της Γης· άρπαξε το θρόνο του πατέρα του και τον έδιοξε κόφτοντάς του τα αιδοία με το δρεπάνι. έπαθεν ύστερα τα ίδια από τον υγιό του Δία. Είχε για γυναίκα του την αδερφή του Ρέα.

Γ ί γ α ν τ ε ς

Μεγαλόκορμοι, δυνατώτατοι, και αλλόκοτοι στο σχήμα, εγεννήθηκαν από τη γη και από της σταξιές των κομμένον αιδίων του Ουρανού· επολέμησαν εναντίον τον Δία έχοντες αρχηγόν τους τον τρομερώτατων Γίγαντα Τυφώνα. Μόνα ο Δίας τους εκατατρόπωσε με τους κεραυνούς του.

Τ ι τ ά ν ε ς

Υγοί του Ουρανού και της Γης. επολέμησαν εναντίον του Δία, οπού εθριάμβεψε και σε ταύτη τη μάχη, και τους εξώρισε στα τάρταρα. _

Μ ο ύ σ α ι ς

Ήταν εννιά θυγατέραις του Δία και της Μνημοσύνης, εκατοικούσαν στον Ελικώνα όρος της Βοιωτίας, τα ονόματά τους και 'επιστασίαις τους' ήταν. η Κλειώ ηύρε την Ιστορία. η Θαλεία επιστατούσε στη φυτουργία. η Ευτέρπη τα λαλούμενα. η Μελπομένη την Ωδή. η Τερψιχόρη στο Χορό. η Ερατώ στους γάμους, η Πολύμνια στη Γεωργική. η Ουρανία στην αστρολογία. και η Καλλιόπη στην ποίησι.

Κ Ε Ν Τ Α Υ Ρ Ο I

Τερατόμορφοι κάτοικοι της Θεσσαλίας. μισοί άλογα και μισοί αθρώποι. επολέμησαν με τους Λαπίθους σ' ένα συμμπόσιο.

Μ Υ Θ Ο I

Τα παραμύθια ιστορώ, τους μύθους ξεδιαλέφω. Στολνώ το ψέμα όσο μπορώ, Και την αλήθεια λέγω.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Βουλή μου ήρθε, κι' όρεξι στη λύρα μου ν' αρχίσω, Του Αίσωπου τους ήρωες να γλυκοτραγουδήσω. Με λόγους ζώων άλογων, άψυχων παρομοίαις, Σ' αυτό το λογικώτατο να δώκω νουθεσίαις·

Ω φαντασία ζωντανή, που στα μυαλά φωλιάζεις· 5 Κι οπού με χέρι δυνατό κρατάς και τα υποτάζεις. Οπού σοφών και παλαυών εσύ το νουν ορίζεις, Τους στοχασμούς τους, κυβερνάς. τα έργα τους διορίζεις. Οπού το παν εξιστοράς σ' ενού μυαλού τον τόπο, Ήτε κοιμάται ή αγρυπνάει, χωρίς κανέναν κόπο. 10 Οπού τεχνών κι' επιστημών και συστυμάτων βρύσι, Ζωγράφος είσαι λογιαστός στη λογιαστή τη φύσι. Εσένα κράζω βοηθόν στης συγγραφής τη ύλη. Λάμψε σ' εμένα φωτεινή, κι' οδήγα το κοντύλι, Να δυνηθώ με των Μουσών τη γλώσσα και τον τρόπον 15 Να ιστορήσω, όσα ειπώ, ν' αρέσου των ανθρώπων.

