# Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31808/index.md

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, καθ' εαυτόν. Φοβούμαι ολομόναχος ‘ς τους τάφους· πλην θα μείνω.

(Απομακρύνεται).

ΠΑΡΙΣ Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, ‘ς την νυμφικήν σου κλίνην, αλλοίμονον, με χώματα στρωμένην και με πέτραις! Ταις νύκταις με ροδόσταγμα εγώ θα την ραντίζω, κι' αν λείψη το ροδόσταγμα, με δάκρυα πικρά μου. Το μοιρολόγι μου αυτό θα έχης κάθε νύκτα, να έρχωμαι ς' τον τάφον σου, να ραίνω και να κλαίω.

(Σφυρίζει ο ακόλουθος).

Α! το παιδί μ' ειδοποιεί· θα πλησιάζη κάποιος. Ποιος είν' αυτός που έρχεται μ' ανόσιον ποδάρι, και μου χαλνά την νεκρικήν πομπήν του Έρωτός μου; Κρατεί ‘ς το χέρι του δαυλόν. Ω νύκτα, σκέπασέ με!

(Εξέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ κρατών δαυλόν, μοχλόν και αξίνην).

ΡΩΜΑΙΟΣ Δος μου, Βαλτάσσαρ, τον μοχλόν και την αξίνην δος μου. Το γράμμα τούτο δόσε το ‘ς τα χέρια του πατρός μου πρωί πρωί. Δος μου το φως. Αν θέλης την ζωήν σου, ό,τι κι' αν τύχη να ιδής και ό,τι κι' αν ακούσης, μη πλησίασης κύτταξε και μη με διακόψης! Έχω σκοπόν να καταιβώ ‘ς την κλίνην του θανάτου, διότι και το πρόσωπον της γυναικός μου θέλω να το ιδώ, κι' απ' το νεκρόν το χέρι της να πάρω το δακτυλίδι που φορεί· πολύτιμόν μου είναι και έχω λόγον ακριβόν που θέλω να το έχω. Πλην αν γυρίσης και βαλθής να με παραμονεύσης, μα τον Θεόν, τα μέλη σου κομμάτια θα τα κάμω, να τα σκορπίσω εις αυτούς τους πεινασμένους τάφους! Είν' οι σκοποί μου άγριοι, όσον κ' η ώρα τούτη· ακόμη πλέον τρομεροί και εξαγριωμένοι απ' ωργισμένην θάλασσαν, ή τίγριν πεινασμένην!

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ θα τραβηχθώ, αυθέντα μου, και δεν θα σε ταράξω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Με τούτο την αγάπην σου θα μου την αποδείξης. Πάρε αυτά,

(Τω δίδει το βαλάντιόν του)

και πήγαινε, και ο Θεός μαζή σου! Ώρα καλή σου, φίλε μου.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ας λέγη ό,τι θέλει, εδώ τριγύρω θα κρυφθώ· δεν φεύγω· με τρομάζει το 'μάτι του· κάτι κακόν έχει ‘ς τον νουν φοβούμαι.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω στόμα μαύρον και φρικτόν! ω σπλάγχνον του θανάτου, με τ’ ακριβώτερον κορμί του κόσμου χορτασμένον! Ιδού, πώς τα σαγόνια σου τα σάπια θα τ’ ανοίξω, κι' άλλην τροφήν ‘ς τα δόντια σου να χώσω στανικώς σου!

(Ανοίγει την θύραν του μνημείου).

ΠΑΡΗΣ Αυτός είν' ο εξόριστος Μοντέκης, ο αυθάδης, εκείνος οπού έχυσε το αίμα του Τυβάλτη, και ν' αποθάνη έκαμε τ’ ωραίον τούτο πλάσμα από την λύπην. Κ' έρχεται ακόμη να υβρίση και τα θαμμένα των κορμιά! Να τον συλλάβω πρέπει. — Σταμάτησε το έργον σου, ανόσιε Μοντέκη! Και πέραν απ' τον θάνατον εκδίκησιν γυρεύεις; Κατάδικε τρισάθλιε, σε συλλαμβάνω. Έλα, υπάκουσέ με· πήγαινε μαζή μου. Θ' αποθάνης!

ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· ο σκοπός μου είν' αυτός αλήθεια! Ν' αποθάνω! — Απελπισμένον άνθρωπον μη ερεθίζης, νέε· φύγε· ω! φύγε απ' εδώ και άφες με. Φοβήσου αυτούς εδώ που κείτονται. Παρακαλώ σε νέε, μη μ' αγριεύης, μη ζητής και άλλην αμαρτίαν επάνω ‘ς το κεφάλι μου να μου επισωρεύσης. Φύγε, σου λέγω· σ' αγαπώ καλλίτερ' απ' εμένα. Κακόν δεν θέλω κανενός παρά του εαυτού μου. Μη μένης· φύγε γρήγορα. Ζήσε να λέγης, ότι ένας τρελλός ευσπλαγχνικός σ' εβίασε να φύγης.

ΠΑΡΗΣ Δεν τα ψηφώ τα λόγια σου και τους εξορκισμούς σου, κι' ως άνθρωπον παράνομον εδώ σε συλλαμβάνω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Πόλεμον θέλεις και καλά; Ιδού λοιπόν!

(Μάχονται).

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Θεέ μου! Σπαθιαίς! Τους νυχτοφύλακας ας τρέξω να φωνάξω.

(Απέρχεται).

ΠΑΡΗΣ Μ' εσκότωσες! 'σπλαγχνίσου με, και άνοιξε το μνήμα, κ' εξάπλωσέ με νεκρικά κοντά ‘ς την Ιουλιέταν.

(Αποθνήσκει).

ΡΩΜΑΙΟΣ Καλά· σου το υπόσχομαι. Να σε ιδώ, ποιος είσαι; Του Μερκουτίου ο καλός ο συγγενής, ο Πάρης! Τι μ' έλεγεν ο δούλος μου ‘ς τον δρόμον; και τα λόγια δεν τα επρόσεχα εγώ ‘ς την ταραχήν μου μέσα; Ο Πάρης να στεφανωθή την Ιουλιέταν ήτον; Αυτό μου είπε; ή εγώ το είδα στ’ όνειρόν μου; Ή επειδή επρόφερεν ο Πάρης τ’ όνομά της, τα εφαντάσθηκεν αυτά ο σαλευμένος νους μου; — Δος μου το χέρι. Είμεθα κ' εγώ και συ, καϋμένε, μαζή γραμμένοι ‘ς το πικρόν της συμφοράς βιβλίον! Δος μου το χέρι σου. Εγώ εσένα θα σε θάψω εις μνήμα θριαμβευτικόν... εις μνήμα; όχι! Φάρον! διότι αναπαύεται εδώ η Ιουλιέτα, κ' η ευμορφιά της χύνει φως στου τάφου ταις καμάραις! Εδώ 'ξαπλώσου, ω νεκρέ! ένας νεκρός σε θάπτει.

(Καταθέτει τον Πάρην εντός του τάφου).

Πολύ συχνά ο άνθρωπος ‘ς το ψυχομαχητόν του αισθάνεται χαρούμενος, και οι τριγυρινοί του το ονομάζουν αστραπήν προ του θανάτου τούτο. Ιδού, κ' εμένα είν' αυτό η αστραπή μου τώρα! Αγάπη μου, γυναίκα μου! Ω! της αναπνοής σου το μέλι το ερρούφησεν ο Θάνατος· αλλ' όμως ακόμη δεν εκάλυψε την ωραιότητά σου, ακόμη δεν σ' ενίκησε. Το κόκκινόν της χρώμα ακόμη αξεδίπλωτον το έχ' η ωραιότης επάνω εις τα χείλη σου και εις τα μάγουλά σου· του Χάρου δεν τα 'σκέπασεν η κίτρινη σημαία! Εις το αιματωμένον σου το σάβανον, Τυβάλτη, εδώ κοιμάσαι· τι ζητείς; τι άλλην χάριν θέλεις από το χέρι πώκοψε τα νειάτα σου ‘ς την μέσην, παρά να κόψη την ζωήν αυτήν, που εμισούσες; Συγχώρησέ με εξάδελφε! — Αχ, Ιουλιέτα, φως μου, πως είσαι τόσον εύμορφη ακόμη; Μη αλήθεια ο Θάνατος ο άυλος ερωτευμένος είναι; Μήπως το αποτρόπαιον, το άσαρκον το τέρας εδώ ‘ς το σκότος σε κρατεί, να σ' έχη ερωμένην; Από τον φόβον μου εδώ, μαζή σου θ' απομείνω. Ποτέ δεν φεύγω απ' αυτό του Σκότους το παλάτι. Εδώ θα μένω πάντοτε μαζή με τα σκουλήκια, που έχεις συνοδείαν σου. Εδώ, εδώ θα εύρω αιώνιον ανάπαυσιν. Εδώ θ' αποτινάξω απ' το τυραννισμένον μου κι' απηυδισμένον σώμα, τον βαρυτράχηλον ζυγόν του άστρου του κακού μου! Ιδέτε ύστερην φοράν, ω 'μάτια μου! Χαρήτε το ύστερον αγκάλιασμα, ω χέρια μου! Ω χείλη, εσείς, ω θύραις της πνοής, μ' ένα σεμνόν φιλί σας σφραγίσετε το πάκτωμα, που κάμνω με τον Χάρον! Έλα, πικρέ μου οδηγέ, τον δρόμον να μ' ανοίξης. Απελπισμένε ναύκληρε, ω! έλα να συντρίψης ‘ς τους βράχους το καράβι μου το θαλασσοδαρμένον! Καλώς σε ηύρα αγάπη μου!

(Πίνει το δηλητήριον)

Πιστέ φαρμακοπώλη, το ιατρικόν σου δεν αργεί. — Μ' ένα φιλί ‘πεθαίνω.

(Αποθνήσκει). (Εισέρχεται εκ της ετέρας πλευράς του κοιμητηρίου ο ΠΑΤΕΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, φέρων λύχνον, μοχλόν και αξίνην).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Βοήθειά μου ο Θεός! πόσαις φοραίς απόψε εσκόνταψαν τα πόδια μου εις τάφους. — Ποίος είσαι;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Πάτερ Λαυρέντιε, εγώ, φίλος και γνώριμός σου.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ευλογητός! Δεν μ' εξηγείς, τι φως εκεί του κάκου φωτίζει μαυροσκούληκα κι' αόμματα κρανία; Του Καπουλέτου είν' εκεί ο τάφος, αν δεν σφάλλω.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ο κύριός μου είν' εκεί, ω άγιέ μου πάτερ, ο νέος οπού αγαπάς.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ποιος είναι;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ο Ρωμαίος.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Προ πόσης ώρας είν' εκεί;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ θα ήναι 'μισή ώρα.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ 'Σ τον τάφον ακολούθει με.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Φοβούμαι να σ' ακούσω Ο κύριός μου αγνοεί πως είμ' εδώ ακόμη, και μ' εφοβέρισε φρικτά πως αν παραμονεύσω θα με σκοτώση.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Μείν' εδώ· εγώ πηγαίνω μόνος. Ω! τρέμω μήπως έγεινε καμμία δυστυχία.

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Απεκοιμήθηκα εκεί ‘ς τα έλατ’ αποκάτω, και μέσα εις τον ύπνον μου 'σαν όνειρον τον είδα μ' ένα εδώ να πολεμά, και να τον θανατόνη.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, προχωρών. Ρωμαίε! — Ω, αλλοίμονον! Τι αίμα κηλιδόνει τα μαρμαρένια πρόθυρα αυτού εδώ του τάφου; Εδώ τι θέλουν τα σπαθιά τα αιματοβαμμένα, γυμνά ριχμένα καταγής ‘ς τον τόπον της Ειρήνης;

(Ακούεται θόρυβος έξωθεν).

Α! ο Ρωμαίος! τι ωχρός! Ποιος άλλος; και ο Πάρης! και βουτημένος στ’ αίματα! Τι ώρα ωργισμένη, τι θρήνος!... Ω! εσάλευσεν η Ιουλιέτα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πάτερ, ω πάτερ μου παρήγορε, ο άνδρας μου πώς είναι; Το ενθυμούμαι καθαρά πού έπρεπε να ήμαι· ηξεύρω πού ευρίσκομαι. Πού είναι ο Ρωμαίος;

(Ακούεται θόρυβος έξωθεν).

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ακούω κρότον. — Κόρη μου, να φύγης και φωληάζει εδώ αρρώστια, θάνατος, και ύπνος χωρίς τέλος. Μια Δύναμις, που δεν 'μπορεί κανείς να την νικήση, ανέτρεψε τα σχέδια και τους σκοπούς μας. Έλα! Νεκρός o άνδρας σου εδώ ‘ς την αγκαλιάν σου είναι· νεκρός κι' ο Πάρης. Φεύγωμεν. Θα σε τοποθετήσω εις μοναστήρι άγιον καλογρηών. Μη στέκης· μη μ' ερωτάς. — Eπλάκωσαν οι φύλακες! ω! έλα, γρήγορα, φύγε!

(Θόρυβος έξωθεν).

Δεν τολμώ πλειότερον να μείνω.

(Εξέρχεται).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πήγαινε, φύγε απ' εδώ· αλλά εγώ δεν φεύγω. Τι έχεις, άνδρα μου γλυκέ, ‘ς το χέρι σου σφιγμένον; Ποτήρι; Σ' εθανάτωσε παράκαιρα φαρμάκι! Όλον το 'πήρες, ω κακέ; δεν άφησες κ' εμένα σταλαγματιάν, κατόπιν σου να έλθω; θα φιλήσω τα χείλη σου. Επάνω των ίσως φαρμάκι μένει, και με το βάλσαμον αυτό 'μπορέσω ν' αποθάνω.

(Τον ασπάζεται).

Είναι τα χείλη σου ζεστά!

ΦΥΛΑΞ, έξωθεν. Οδήγει μας. Πού είναι;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Έρχοντ’ εδώ. Να μην αργώ.

(Αρπάζει το εγχειρίδιον του Ρωμαίου)

Καλότυχον μαχαίρι, χώσου εδώ και σκούριαζε, και δος μου ν' αποθάνω!

(Αυτοχειριάζεται και πίπτει επί του πτώματος του Ρωμαίου). (Εισέρχονται οι νυκτοφύλακες και ο ακόλουθος του Πάρη).

Ο ΑΚΟΛΟΥθΟΣ Ιδού το μέρος. Κάτω 'κεί· κοντά ‘ς το φως εκείνο.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Γεμάτη αίματα η γη! — ‘ς τα μνήματα ιδέτε, και οποίον τύχη κ' εύρετε κρυμμένον, πιάσετέ τον.

(Εξέρχονται ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινες).

Τι θέαμα ελεεινόν! Ο Πάρης σκοτωμένος, κ' αιματωμένη και ζεστή ακόμ' η Ιουλιέτα, ενώ προ δύο ημερών ετάφηκ' εδώ κάτω! — Τρέξε στου πρίγκηπος εσύ, και συ στου Καπουλέτου, συ κράξε τους Μοντέκιδες. 'Σ τους τάφους ας σκαλίζουν οι άλλοι.

(Εξέρχονται έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ).

Εδώ έγινεν όλος αυτός ο θρήνος, και έχομεν να μάθωμεν το διατί να γίνη.

(Επιστρέφουσι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινές μετά του ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ).

Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Τον ηύρα εις τα μνήματα· ο δούλος του Ρωμαίου.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Φυλάγετέ τον. Να φανή ο Πρίγκηψ δεν θ' αργήση.

(Επιστρέφουσι έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ μετά του ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ).

Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Ένας καλόγηρος ιδού, οπού θρηνεί, και τρέμει, κι' αναστενάζει. Έφευγε απ' το νεκροταφείον και εκρατούσε τον μοχλόν και την αξίνην τούτην.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Το πράγμα είναι ύποπτον. Κι αυτόν κρατήσετέ τον.

Εισέρχεται ο ΠΡΙΓΚΗΨ μετά της συνοδείας του).

ΠΡΙΓΚΗΨ Τι έγινε; τι συμφορά τόσον πρωί συνέβη, κ' ετάραξε τον ύπνον μας και την ανάπαυσίν μας;

(Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και έτεροι).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι είν' η τόση ταραχή και το κακόν;

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ 'Σ τους δρόμους τρέχει ο κόσμος· μερικοί φωνάζουν ο Ρωμαίος, του Πάρη άλλοι τ’ όνομα, και άλλοι Ιουλιέτα! Και όλοι τρέχουν με φωναίς προς το 'δικόν μας μνήμα.

ΠΡΙΓΚΗΨ Τι είν' αυτό το άκουσμα το φοβερόν;

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Αυθέντα, μαχαιρωμένος είν' εδώ ο Πάρης, κι' ο Ρωμαίος αποθαμμένος, και ζεστή και νεοσκοτωμένη η Ιουλιέτα, που προχθές ετάφηκ' εδώ κάτω.

ΠΡΙΓΚΗΨ Κυττάξετε να εύρετε πώς έγιναν οι φόνοι.

Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Ένας καλόγηρος ιδού, κι' ο δούλος του Ρωμαίου. Είχαν ‘ς τα χέρια σίδερα, κατάλληλα ν' ανοίξουν τους τάφους τούτους των νεκρών.

ΚΑΠΟΥΛΕΤ0Σ Ω ουρανέ! — Γυναίκα, ιδέ την κόρην μας εδώ, το αίμα της πώς τρέχει! Ω! το μαχαίρι έσφαλε. Να η σωστή του θήκη. Αντί εδώ εις το πλευρόν να έμβη του Μοντέκη, στης θυγατρός μας άδικα εχώθηκε το στήθος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αχ! Είν' αυτό το θέαμα νεκρώσιμη καμπάνα, που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί ‘ς τον τάφον!

(Εισέρχεται ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ και Έτεροι).

ΠΡΙΓΚΗΨ Έλα, Μοντέκη· πρόωρα σ' εξύπνησαν, καϋμένε, εδώ να εύρης πρόωρα τον υιόν σου κοιμισμένον.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Ω άρχον, η γυναίκα μου πέθανεν απόψε· του εξορίστου της παιδιού την έφαγεν η λύπη. Ποία καινούρια συμφορά με κατατρέχει πάλιν;

ΠΡΙΓΚΗΨ Κύτταξ' εδώ να την ιδής.

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Κακοαναθρεμμένε, απ' τον πατέρα σου εμπρός ‘ς τον τάφον καταιβαίνεις;

ΠΡΙΓΚΗΨ Ησύχασε, και πρόσμεινε να καθαρίσω πρώτα το σκότος τούτο το πυκνόν, να μάθω την αιτίαν, την κεφαλήν, και την πηγήν αυτής της παραζάλης. Τότε θα γίνω αρχηγός πρώτος εγώ των θρήνων, κι' ανοίγω εις την λύπην σας τον δρόμον του θανάτου· αλλ' έως τότ’ υπομονή. — Οι ένοχοι πού είναι;

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο πλέον ύποπτος ιδού, κι' άν ένοχος δεν ήμαι. Αλλά μου καταμαρτυρούν η ώρα και ο τόπος, κ' επάνω μου του φονικού την υποψίαν στρέφουν. Εγώ, αθώος κ' ένοχος, ιδού εμπρός σου στέκω, να 'πώ την καταδίκην μου και την αθώωσίν μου.

ΠΡΙΓΚΗΨ Ειπέ μου γρήγορα λοιπόν εκείνο που γνωρίζεις.

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ολίγα λόγια θα ειπώ· 'λίγη ζωή μου μένει, κι' ούτ’ ημπορώ (κι αν ήθελα) να τα μακρολογήσω. Η Ιουλιέτα σύζυγον τον είχε τον Ρωμαίον, αυτόν που βλέπετε νεκρόν. Και την νεκράν εκείνην πιστήν γυναίκα κι' ακριβήν την είχεν ο Ρωμαίος. Εγώ τους εστεφάνωσα, εγώ. Και την ημέραν του γάμου των του μυστικού απέθαν' ο Τυβάλτης. Ο άκαιρός του θάνατος εστάθηκεν αιτία εξωρισμένος ο γαμβρός από εδώ να φύγη. Αυτόν η νέα έκλαιε και όχι τον Τυβάλτην

(Προς τον Καπουλέτον).

και με σκοπόν την λύπην της εσύ να ξερριζώσης, την ηρραβώνισες ευθύς, και να την στεφανώσης διά της βίας ήθελες αμέσως με τον Πάρην. Απελπισμένη έτρεξεν εκείνη και με ηύρε, κ' εγύρευε βοήθειαν, και τρόπον να γλυττώση από τον δεύτερον αυτόν τον γάμον, ή αλλέως εις το κελλί μου ήθελε να σκοτωθή εμπρός μου. Τότε κ' εγώ, που των φυτών τα μυστικά γνωρίζω, της έδωσα ναρκωτικόν. Το αποτέλεσμά του επέτυχε ‘ς το σώμα της, καθώς της το προείπα, και του θανάτου την μορφήν την έκαμε να λάβη. Εν τούτοις τον εμήνυσα να έλθη τον Ρωμαίον αυτήν την νύκτα την φρικτήν, και να την περιλάβη από τον τάφον της εδώ τον δανεικόν, την ώραν που έμελλεν η δύναμις του ιατρικού να παύση. Πλην έτυχεν εμπόδιον, κι' αντί αυτός να λάβη τα γράμματά μου, χθες αργά ο πάτερ Ιωάννης οπίσω μου τα έφερε. Και τότε μοναχός μου, την ώραν που επρόσμενα η νέα να ξυπνήση, ήλθα απ' τον τάφον μυστικά να την ελευθερώσω, κ' εις το κελλί εσκόπευα να την κρατώ κρυμμένην, έως να στείλω μήνυμα και πάλιν ‘ς τον Ρωμαίον. Αλλ' όταν έφθασα εδώ, λεπτά ολίγα μόλις πριν να την εύρω ξυπνητήν, τους ηύρα και τους δύο, τον Πάρην τον ενάρετον και τον πιστόν Ρωμαίον, αποθαμμένους καταγής. Εξύπνησε κ' εκείνη, κ' ενώ να φύγη απ' εδώ την επαρακαλούσα, κ' εις του Θεού τους ορισμούς υποταγήν να δείξη, μ' εξίππασεν ο θόρυβος κ' εβγήκ' από το μνήμα. Εκείνη δεν ηθέλησε να με ακολουθήση, κι' απελπισμένη, φαίνεται, 'σκοτώθηκε μονάχη. Αυτά γνωρίζω. — Ήξευρε τα στεφανώματά της η παραμάνα της. — Εάν εις όλα τούτα πταίω, ας παιδευθώ. Ο Νόμος σου ο αυστηρός ας κόψη ολίγον πριν της ώρας των τα γέρικά μου χρόνια.

ΠΡΙΓΚΗΨ Δι' άνθρωπον ενάρετον και άγιον σε είχα. Τι άλλο έχει να ειπή ο δούλος του Ρωμαίου;

ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Εις τον αυθέντην μου εγώ της Ιουλιέτας είπα τον θάνατον. Την Μάντουαν παραίτησεν αμέσως κ' ήλθεν εδώ βιαστικός, 'ς αυτόν εδώ τον τάφον. Το γράμμα τούτο μ' έδωσε να δώσω του πατρός του· να τραβηχθώ μ' επρόσταξε, να τον αφήσω μόνον αλλέως μ' φοβέρισε να κόψη την ζωήν μου.

ΠΡΙΓΚΗΨ Δος μου το γράμμα. Θα ιδώ τι γράφει του πατρός του. Πού είναι και ο άνθρωπος του Πάρη; Φέρετέ τον. — Ειπέ μου συ· τι έκαμεν εδώ ο κύριος σου;

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Έφερε άνθη στης νεκράς το μνήμα να σκορπίση, κ' επρόσταξε παράμερα εγώ να περιμένω. Εκεί που επερίμενα, είδα και ήλθεν ένας· φως εκρατούσε, κ' ήθελε το μνήμα να τ’ ανοίξη· κι ο κύριος μου ώρμησε με το σπαθί ‘ς το χέρι. Αμέσως έτρεξα κ' εγώ τους φύλακας να κράξω.

ΠΡΙΓΚΗΨ Το γράμμα του του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει. Τον γάμον, την αγάπην του, τον θάνατον της γράφει, και λέγει πως ηγόρασε ‘ς την Μάντουαν φαρμάκι, και ήλθεν, εις τον τάφον της επάνω ν' αποθάνη, κ' εδώ κι' αυτός ν' αναπαυθή κοντά ‘ς την Ιουλιέταν. Αυτοί που είναι, οι εχθροί; — Μοντέκη, Καπουλέτε! Ιδέτε πώς την έχθραν σας ο Ουρανός παιδεύει· εξολοθρεύει ο Θεός μ' αγάπην την χαράν σας! Κ' εγώ, εγώ που έκλεισα ‘ς την έχθραν σας τα 'μάτια έχασα δύο συγγενείς. Οι πάντες τιμωρούνται!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δος μου το χέρι σου εδώ, ω αδελφέ Μοντέκη. Ιδού το προικοσύμφωνον της κόρης μου. Τι άλλο να σου ζητήσω ημπορώ;

ΜΟΝΤΕΚΗΣ Εγώ θα δώσω κι' άλλο. Από χρυσάφι καθαρόν θα στήσω τ’ άγαλμα της, ώστε ενόσω εις την γην Βερώνα θα υπάρχη, της Ιουλιέτας της πιστής να σώζεται η μνήμη, και τ’ όνομά της ακριβόν κι' αγαπητόν να μένη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Χρυσόν κοντά της τ’ άγαλμα θα στήσω του Ρωμαίου. Άδικα θύματα κ' οι δυο της παλαιάς μας έχθρας!

ΠΡΙΓΚΗΨ Αυτά τα 'ξημερώματα ειρήνην μαύρην φέρνουν. Ο ήλιος απ' την λύπην του το πρόσωπόν του κρύπτει. Πηγαίνωμεν. Θα έχωμεν πολύ συχνά αιτίαν να ομιλούμεν δι αυτά τα θλιβερά συμβάντα. Θα συγχωρήσω μερικούς· θα παιδευθούν οι άλλοι(54). Δεν εξανέγεινε ποτέ τόσος καϋμός και θρήνος, 'σαν τον 'δικόν σας τον καϋμόν, Ρωμαίε, Ιουλιέτα!

(Εξέρχονται).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

1) Η τραγωδία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας εδημοσιεύθη το πρώτον κατά το 1597 μ. Χ. Αλλά κατά συγχρόνους μαρτυρίας φαίνεται γραφείσα κατά το 1595· τινές δε των κριτικών θεωρούσιν αυτήν κατά δύο ή τρία έτη αρχαιοτέραν. Τω 1599 εξεδόθη εκ δευτέρου μετά προσθηκών και διορθώσεων· επί ταύτης δε βασίζονται αι μεταγενέστεραι της τραγωδίας εκδόσεις. Όπως δήποτε αύτη είναι εκ των πρώτων του Σαικσπείρου έργων, ή μάλλον ειπείν, το αριστούργημα της νεαράς αυτού ηλικίας. Διά τούτο, κατά το λέγειν του Mezières (Shakespeare ses Œuvres et ses critiques, σελ 259) «δεν είναι μεν η τελειοτέρα των τραγωδιών αυτού, αλλά προξενεί εντύπωσιν ζωηροτέραν ίσως πάσης άλλης, καθ' ο έχουσα εν εαυτή την έμπνευσιν και την έκφρασιν της νεότητος.»

«Το ποίημα τούτο, λέγει ο Schlegel, αποπνέει την ευωδίαν του έαρος, ανακαλεί την ηδυπάθειαν του άσματος της αηδόνος, και είναι τρυφηλόν ως ρόδον νεωστί διεπτυγμένον. Αλλ' από της πρώτης εν αυτώ περιεσταλμένης εκδηλώσεως και ανταλλαγής σεμνού έρωτος μεταφερόμεθα, — ταχύτερον ή όσον η άνθησις της νεότητος και του κάλλους διέρχεται, — εις πάθος άμετρον, εις ένωσιν αμετάκλητον· δι' αλλεπαλλήλων δε εκρήξεων ευδαιμονίας και απελπισίας, απολήγομεν εις το οικτρόν των δύο εραστών τέλος. Αλλά και αποθνήσκοντες φαίνονται ούτοι αξιόζηλοι, ωσεί θριαμβεύοντες διά του θανάτου αυτών κατά παντός του δυναμένου να τους αποχωρίση! Τα γλυκύτερα και τα πικρότερα, έρως και μίση, εορταί και θρήνοι, εναγκαλισμοί και ενταφιασμοί, η ζωή εν πάση αυτή τη ακμή, και αυτοκτονίαι, τα πάντα ενταύθα κατεπείγουσιν αλλεπάλληλα. Πάσαι δε αύται αι αντιθέσεις τοσούτον εναρμονίως συνέχονται, αποτελούσαι ενιαίαν εντύπωσιν, ώστε το σύνολον αντηχεί εν τη ψυχή ημών ωσεί διαρκής τις στεναγμός.»

Την υπόθεσιν του δράματος ηρύσθη ο Άγγλος ποιητής εξ ιταλικής πηγής, εκ της ιστορίας των δύο εραστών της Βερώνας, ήτις κατά παράδοσιν εγχώριον διεδραματίσθη τω έτει 1303 μ. Χ. Από του 1470 μέχρι του 1535 μ.. Χ. τρία ιταλικά διηγήματα εδημοσιεύθησαν πραγματευόμενα την υπόθεσιν ταύτην. Το τελευταίον τούτων, το του Bandello, μετεφράσθη γαλλιστί υπό του Pierre Boisteau· εκ της μεταφράσεως δε ταύτης επήγασεν αγγλικόν ποίημα, δημοσιευθέν τω 1562 μ. Χ.· ώστε η υπόθεσις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας ήτο ήδη γνωστή εν Αγγλία, ότε ο Σαικσπείρος συνέλαβε την ιδέαν του δράματος, δι ου απηθανάτισε τους εραστάς της Βερώνης. Αλλά και εκτός της Αγγλίας η αυτή υπόθεσις ενέπνευσεν ετέρους συγχρόνους ποιητάς. Ούτως ο Ισπανός Lope de Vega έλαβεν αυτήν ως θέμα μιας των τραγωδιών του. Και ο ημέτερος δε Βικέντιος ο Κορνάρος φαίνεται μέχρι τινός επηρεασθείς υπό της αναγνώσεως των ιταλικών διηγημάτων, των πραγματευομένων περί του ατυχούς έρωτος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ναι μεν, ο μύθος του Ερωτοκρίτου πολλαχώς διαφέρει της ιταλικής εκείνης παραδόσεως, αλλ' υπάρχουσιν εν αυτώ ικανά σημεία υποδεικνύοντα την επίδρασιν της ιταλικής πηγής. Ο έρως του Ερωτοκρίτου και της Αρετής (ει και διάφορος κατά την αρχήν και τας περιπετείας του έρωτος του Βερωναίου ζεύγους,) αι συναντήσεις των εραστών εις το παράθυρον, η εξορία του τε Ερωτοκρίτου και του Ρωμαίου (ει και εκ διαφόρου αιτίας προκαλούμεναι), ο μυστικός αμφοτέρων αρραβών ή γάμος, ο επιβαλλόμενος υπό των πατέρων δεύτερος γάμος, και η άρνησις της τε Ιουλιέτας και της Αρετής, και η οργή των πατέρων και τα κατόπιν δεινά, και οι χαρακτήρες της Νένας εξ ενός και της παραμάνας αφ' ετέρου, ταύτα πάντα δεν φαίνονται τυχαίαι απλώς συμπτώσεις. Άλλως τε η επίδρασις της ιταλικής αγωγής και της ιταλικής φιλολογίας ήτο γενική καθ' άπασαν την τότε Ευρώπην. Εκεί ανεζήτουν υπογραμμόν και ηρύοντο έμπνευσιν ο Σαικσπείρος εν Αγγλία, ως ο Κορνάρος εν Σιτία της Κρήτης. Διά τούτο και μόνον, ανεξαρτήτως πάσης άλλης σχέσεως μεταξύ Ρωμαίου και Ιουλιέτας αφ' ενός και Ερωτοκρίτου αφ' ετέρου, !! εθεώρησα ως ουχί όλως αδιάφορον προς τον Έλληνα αναγνώστην την εν ταις επομέναις σημειώσεσι παραβολήν χωρίων τινών των δύο τούτων ποιημάτων. Ούτε θα σκανδαλίση τινά, φρονώ, η τοιαύτη παραβολή, ένεκα της ανισότητος των δύο ποιητών. Ο Σαικσπείρος ίσταται ως γίγας χρυσοστεφής εν μέσω απάντων των ποιητών της νεωτέρας εποχής, ενώ ο πτωχός Κορνάρος ούτε τον ταπεινόν στέφανον ελαίας, όστις τω προσήκει, ηυτύχησε εισέτι να περιβληθή. Αλλά δεν δικαιούμεθα διά τούτο να λησμονήσωμεν, ότι ο Ερωτόκριτός του, καίτοι φέρων τα ελαττώματα της εποχής καθ' ην εγράφη, έχει όμως τας αρετάς αληθούς ποιητικής εμπνεύσεως, και ότι δεν έσφαλεν ο ελληνικός λαός, ο επί τοσαύτας γενεάς αγαπήσας το ποίημα τούτο.

2) Εθεώρησα προτιμητέαν την βάρβαρον ταύτην γραφήν Μπεμβόλιος, ή την κακοφωνίαν και την διαστροφήν της διά του Β γραφής του ονόματος του Benvolio.

3) Τα δράματα του Σαικσπείρου, ότε το πρώτον εξεδόθησαν, δεν ήσαν διηρημένα εις πράξεις και σκηνάς. Οι μεταγενέστεροι εκδόται εθεώρησαν σκόπιμον τον εις πέντε πράξεις διαμερισμόν αυτών· τούτο δε εξηγεί την ανισότητα, ήτις ως επί το πολύ επικρατεί εις την πενταμερή ταύτην διαίρεσιν.

4) Προς τους προτιθεμένους να παραβάλωσι την μετάφρασίν μου προς το αγγλικόν κείμενον, οφείλω απολογητικήν τινα επεξήγησιν διά την μετρίασιν, έστιν ότε δε και την παράλειψιν εκφράσεών τινων του πρωτοτύπου. Απέναντι της δυσκολίας του να μεταφράσω, ή και της συστολής του να δημοσιεύσω τας τοιαύτας εκφράσεις εν πάση αυτών τη γυμνότητι, εθεώρησα προκριτωτέραν την συγκάλυψιν, ή την αποσιώπησιν ολιγίστων τινών χωρίων. Άλλως τε εις πολλάς των προς χρήσιν σχολείων ή οικογενειών αγγλικάς του ποιητού εκδόσεις πλείσται τοιαύται εκφράσεις παραλείπονται, ενώ ο μεταφραστής αντί της αποκοπής έχει το πλεονέκτημα να προσφεύγη εις την μετρίασιν αυτών. Και κατά τας θεατρικάς δε παραστάσεις πολλά επίσης αποσιωπώνται. Περί τούτου ιδίως η αγγλική εφημερίς Daily News, καταχωρίσασα την 28ην Ιανουαρίου 1875 επιστολήν ανταποκριτού αυτής, επραγματεύθη την επιούσαν δι άρθρου, ούτινος ιδού το συμπέρασμα. «Τινές των βαναυσολογιών, αίτινες παρεισβαίνουσιν εις τους διάλογους των Σαικσπειρείων δραμάτων δύνανται άνευ ζημίας τινός να παραλειφθώσιν. Αλλ' ενίοτε αι τοιαύται εκφράσεις χαρακτηρίζουσι δι' ανεξίτηλου τρόπου πρόσωπόν τι του δράματος, οίος λόγου χάριν ο Ιάγος, ούτινος η αισχρά καρδία διαστρέφει παν ό,τι αγνόν και όσιον. Αι τοιαύται βαναυσολογίαι δεν δύνανται να απαλειφθώσιν. Ο ποιητής εθεώρησεν αναγκαίον να χαρακτηρίση δι' αυτών τα ιδανικά πλάσματα, άτινα διά της φαντασίας αυτού ενεσάρκωσε». Ταύτα ας χρησιμεύσωσιν ως απολογία μου δι' όσα εν τη παρούση μεταφράσει ενδέχεται να θεωρηθώσιν ως μη αρκούντως σεμνοπρεπή. Εξ άλλου, καθ' α ο αυτός Άγγλος αρθρογράφος ορθώς επιλέγει, η γυμνότης πολλών εκφράσεων, αίτινες επετρέποντο κατά την εποχήν του Σαικσπείρου, δεν είναι τοσούτον επιλήψιμος, όσον τα υποκρυπτόμενα συχνάκις υπό την κατ’ επιφάνειαν ευπρέπειαν ή την κομψότητα της σημερινής δραματολογίας. Αλλά, ούτως ή άλλως, αναγκάζομαι να ομολογήσω, ότι η μετάφρασις των τοιούτων χωρίων και των υβριστικών εν γένει λέξεων του αγγλικού κειμένου, δεν ήτο η ελαχίστη των δυσχερειών του έργου μου, ως μεταφραστού.

5) Οι οπαδοί του Μοντέκη φέρουσιν επί του πίλου σημείον, δι' ου διακρίνονται από των του Καπουλέτου, αναγνωρίζονται δε ούτω επί της σκηνής και μακρόθεν.

6) Σημείον περιφρονήσεως. Κατά τους σχολιαστάς, σύρεται μετά βίας ο όνυξ του αντίχειρος επί των άνω οδόντων· ο εστίν, οίον το παρ' ημίν ισοδυναμούν τω γρυ σχήμα.

7) Ο πρίγκηψ προσκαλεί τους δύο γέροντας να έλθωσι

Το old Free-town, our common judgement pace.

Ο Γάλλος μεταφραστής (Fr. Hugo) μεθερμηνεύει το Free-town εις vieux Chateau de Villa-franca, ο δε Γερμανός zür alten Burg. Κατά σχολιαστήν Άγγλον old Free-town ήτο το φρούριον των Καπουλετών.

