# Σαικσπείρου Τραγωδίαι : Μέρος Α'. Ρωμαίος και Ιουλιέτα

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31808/index.md

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τώρα καταλαμβάνω! Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22). Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα, ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ' εκείναις οπού οι δημογέροντες φορούν 'ς το δάχτυλόν των και ζεύγει 'ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια, και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων. Είναι τ' αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια, κι απ' των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος· απ' αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι· τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης· η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της. Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι, μικρός μικρός, 'σαν το 'μισόν απ' ένα σκουληκάκι οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας. Τ' αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον, ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου· και της το κατεσκεύασεν απ' άδειον λεπτοκάρυ. Κ' έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ' όνειρόν των αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ' υποκλίσεις· 'ς των δικηγόρων απ' εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει, κ' εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν· 'ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,. εάν τα εύρη μ' αλοιφαίς και χρώματ' αλειμμένα. Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην, και εύνοια βασιλική 'ς τον ύπνον του μυρίζει. Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει, και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ' εκείνος(23). Και κάποτε τ' αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην κι απ' το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ' όνειρόν του καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ' εχθρών λαιμούς πως [κόπτει, φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια, κ' εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ' αυτιά του, και τρομάζει, κ' εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του, ξανατραβά το 'πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν. Η Μάβω είν' η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων, και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ- [δεύει, π' αλλοίμονον, κι' αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24) Αυτ' είν' η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα 'ς την κλίνην, και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος· αυτ' είν' εκείνη....

ΡΩΜΑΙΟΣ Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα, και διά τίποτε λαλείς.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ

Λαλώ περί ονείρων και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια, γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας· κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν 'σαν τον αέρα, και άστατον 'σαν την πνοήν τ' ανέμου, οπού πότε 'ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην, και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μας 'βγάζει απ' τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις. Το δείπνον θα' τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας.

ΡΩΜΑΙΟΣ Κ' εγώ φοβούμαι πρόωρα! 'Σαν να μου λέγη κάτι, ότι μεγάλη συμφορά, 'ς το άστρον μου κρυμμένη, απ' το νυκτοξεφάντωμα τ' αποψινόν θ' αρχίση, κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας! Αλλά Εκείνος π' οδηγεί το σκάφος της ζωής μου ας του πρυμνίζη τ' άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Βαρέσατε τα τύμπανα!

(Εξέρχονται πάντες).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ.

Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου. (μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ).

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω- μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που να καθαρίση πινάκι!

Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ- ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Πάρε τα σκαμνιά απ' εδώ. — Σπρώξε εκεί τ' αρμά- ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ' αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν' αφήση την Σουσάναν την Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. — Αντώνη! Τηγανά!

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Παρών!

Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε- ζαρίαν.

Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Δεν ημπορώ να είμαι κ' εδώ κ' εκεί. — Εμπρός παι- διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος, χάρισμά του ό,τι απομείνη.

(Αποσύρονται).

(Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων, και προσωπιδοφόροι).

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Καλώς ωρίσατ' άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν. Α, α! Ποια τώρ' απ' όλαις σας θα 'πή πως δεν χορεύει; Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη, παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι. Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου! Ήτον καιρός οπού κ' εγώ 'φορούσα προσωπίδα, και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν αλλά επέρασ' ο καιρός, επέρασε και 'πάγει. — Καλώς ωρίσατ' άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε! Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε!

(Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός).

Και άλλα φώτα γρήγορα· — 'ς τον τοίχον τα τραπέζια· κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25). Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ' εδώ κοντά μου· εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας. Αφ' ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι! Ολιγώτερον καλέ, 'λιγώτερον σου λέγω. Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε κ' οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι;

ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Έχεις λάθος. Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων είναι ο υιός του σήμερον.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι κάθεσαι και λέγεις! Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι.

(Αποσύρονται).

ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην· Ποια είν' αυτή που 'πέρασε, κ' επλούτιζε το χέρι του νέου οπού την κρατεί, εκεί;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Δεν την γνωρίζω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες! Μου φαίνεται 'ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη, ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ' αυτί ενός Αράπη! Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι, τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει! Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ' ταις συντρόφισσαίς της, 'σαν περιστέρα κάτασπρη 'ς τα μαυροπούλια μέσα! Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση, να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ' αδρύ μου χέρι να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ' η καρδιά μου ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν. Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του.

(Προς τον ακόλουθόν του)

Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα, και 'ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση! Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου, κρίμα δεν τόχω αν εδώ 'ς τον τόπον τον αφήσω!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι, ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι; ο Ρωμαίος είν' αυτός;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Εκείνος, ο αχρείος!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου· αρχοντικόν κ' ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι, κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της όλ' η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον. Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη, δεν το 'καμνα 'ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω. Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης. Το θέλημά μου είν' αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω, πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης, και δεν ταιριάζουν 'ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ' ένας αχρείος μέσα! Δεν υποφέρεται αυτό!

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πλην θα το υποφέρης! Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι; Ο νοικοκύρης είμ' εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις! Ποιος σ' ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με, θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω; να γείν' ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης το παλλικάρι;

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Θειε μου, είν' εντροπή μας.

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Σώπα! Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ' ακούσω; Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο. Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν....

(προς νέαν τινά).

Πολύ καλά, ψυχούλα μου.

(Προς τον Τυβάλτην)

Πού έχεις τα μυαλά σου; Να που το λέγω, 'σύχασε, ή...

(Προς τους υπηρέτας).

Κι άλλα φώτα! φώτα!

(Προς τους υπηρέτας).

Εμπρός να ζήτε.

(Προς τον Τυβάλτην)

Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω!

ΤΥΒΑΛΤΗΣ Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει, κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος. Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του, και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση.

(Αποσύρεται.).

ΡΩΜΑΙΟΣ Αν τύχη κ' εβεβήλωσε τ' ανάξιόν μου χέρι το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη, και το τραχύ μου έγγιγμα μ' ένα φιλί ας σβύσουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου· δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη. Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων, κι ασπάζονται μ' ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26).

ΡΩΜΑΙΟΣ Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν ας κάμουν και τα χείλη μου· 'ς την δέησίν των κλίνε! Μην τ' αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις.

ΡΩΜΑΙΟΣ Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω εκείνο που σου δέομαι.

(Την ασπάζεται).

Μ' αυτό την αμαρτίαν Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα 'δικά σου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μένει 'ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν.

ΡΩΜΑΙΟΣ Το κρίμ' από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ' ευφραίνει. Δος μου το 'πίσω το λοιπόν.

(Την ασπάζεται εκ νέου).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Φιλείς 'σαν κομπολόγι(27).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κυρία, η μητέρα σου να σου 'μιλήση θέλει.

(Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της).

ΡΩΜΑΙΟΣ Ποια είναι η μητέρα της;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλόν μου παλλικάρι, είν' η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία, και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη. Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες. Χαρά ς' εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα 'ς το χέρι, διότι παίρνει θησαυρόν.

ΡΩΜΑΙΟΣ Του Καπουλέτου κόρη! Ω! τι γλυκός λογαριασμός! 'ς την κόρην του εχθρού μου την ύπαρξίν μου χρεωστώ.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καιρός ν' αναχωρούμεν Τελειόν' η διασκέδασις.

ΡΩΜΑΙΟΣ Κ' εγώ αυτό φοβούμαι. Τελειόν' η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει.

ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη. Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι. Τ' απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι, υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα! Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ' ημείς να κοιμηθούμεν. Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας. Πηγαίνω 'ς το κρεββάτι μου.

(Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αι παραμάνα, έλα 'δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κι' ο άλλος απ' οπίσω του; Αυτός που 'βγαίνει τώρα;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κ' εκείνος κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση;

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν τον γνωρίζω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πήγαινε να μάθης τ' όνομα του. — Εάν δεν είν' ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι το νυμφικόν κρεββάτι μου.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα. Μοντέκης είναι τούτος· είν' ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη! Ω! πάρωρα τον 'γνώρισα, και πρόωρα τον είδα! Εις την καρδιάν μου 'φύτρωσε παράδοξος αγάπη, και τώρα έχω ν' αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου!

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι είν' αυτό; τι είν' αυτό;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Είν' ένα τραγουδάκι, που μ' έμαθ' ένας χορευτής.

(Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν).

ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αμέσως! Ναι, αμέσως! Έλα πηγαίνωμεν κ' ημείς; Έφυγ' ο κόσμος όλος.

(Απέρχονται)

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ.

Πλατεία παρά τον κήπον του Καπουλέτου.

ΡΩΜΑΙΟΣ, εισερχόμενος. Ω! η καρδιά μου είν' εδώ. Κ' εγώ εδώ θα μείνω. Κυλήσου, ζύμη γήινη, το κέντρον σου να εύρης (28).

(Πηδά τον τοίχον του κήπου).

(Εισέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ).

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ρωμαίε μου! Εξάδελφε! Ρωμαίε!

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Έχει γνώσιν ο νέος, και θα έφυγε να 'πάγη να πλαγιάση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟ Τον είδα· έτρεξ’ απ' εδώ κ' επήδησε τον τοίχον. Μερκούτιέ μου, κράξε τον.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και να τον εξορκίσω· — Ρωμαίε! παλαβέ, τρελλέ, ερωτοπληγωμένε! Το σχήμα λάβε στεναγμού κ' εμπρός μας εμφανίσου ή δίστιχον ερωτικόν ειπέ μου, και μου φθάνει· φώναξε, Αχ! και ταίριαξε με περιστέρι, ταίρι ή κάμε το εγκώμιον της άμιας Αφροδίτης, ή δος ένα παράνομα εις το τυφλόν παιδί της(29). Δεν με ακούει, δεν κουνεί, δεν ομιλεί. — Ρωμαίε! — Εψόφησεν ο πίθηκος. — Εξορκισμόν θα κάμω. Ρωμαίε, μα τα εύμορφα της Ροζαλίνας μάτια, μα το λευκόν της μέτωπον, τα κόκκινά της χείλη, μα το μικρόν ποδάρι της, την άντζαν της την ίσιαν, μα το παχοτρεμουλιαστόν μηρί της, σ' εξορκίζω, 'ς την φυσικήν σου την μορφήν εμπρός μας εμφανίσου

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εάν σ' ακούση, βέβαια μαζή σου θα θυμώση.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πώς θα θυμώση; Δίκαιον θα είχε να θυμώση, εάν με τον εξορκισμόν της αγαπητικής του του έστηνα δαιμόνιον τεράστιον εμπρός του, και τ' άφηνα να στέκεται, ως που να καταφέρη εκείνη με τα μάγια της να το κατακαθίση. Αυτό θα τον επείραζεν ενώ τα όσα είπα είναι καλά κι’ απείρακτα- διότι στ' όνομά της εξώρκισα τον ίδιον εμπρός μας να φυτρώση.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Πηγαίνομεν. Εκρύφθηκεν ανάμεσα 'ς τα δένδρα· θέλει να έχη συντροφιάν την νοτισμένην νύκτα. Είν' η αγάπη του τυφλή και αγαπά το σκότος.

ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αν η αγάπ' ήναι τυφλή δεν βλέπει πού πηγαίνει. Τώρ' από κάτω από εληάν θα ήναι 'ξαπλωμένος, να λογαριάζη ταις εληαίς της αγαπητικής του(30). Ρωμαίε, καλήν νύκτα σου! — 'ς το στρώμα μου πηγαίνω· δεν μου αρέσει να στρωθώ εις λίθινον κρεββάτι. Έλα πηγαίνομεν.

ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εμπρός! Του κάκου τον ζητούμεν, ανίσως δεν επιθυμή να ευρεθή εκείνος.

( Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ.

Ο κήπος του Καπουλέτου. (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ).

ΡΩΜΑΙΟΣ Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον!

(Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της).

Αγάλια! 'ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει; Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος! Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην. Ιδέ την απ' την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει, διότι συ την ξεπερνάς 'ς την δόξαν και 'ς τα κάλλη. Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη· πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει, και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την! Είν' η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι. Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω. Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα. Δύο αστέρια τ' ουρανού, τα ωραιότερα του, θέλουν 'ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν παρακαλούν τα μάτια της 'ς τους ουρανούς να λάμπουν. Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν; Και τι, εάν κατέβαιναν ς' την κεφαλήν της τ' άστρα; — Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ' αστέρια, καθώς θαμπόνει λύχνου φως 'ς την λάμψιν της ημέρας, και θα' χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα, που τα πουλιά να κελαδούν 'σαν να μην ήτο νύκτα! Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι. Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω το μάγουλόν της το γλυκόν!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αχ

ΡΩΜΑΙΟΣ Ομιλεί. — Ομίλει, ομίλει, άγγελε λαμπρέ! — Μου έλαμψες ‘ς το σκότος, καθώς οπόταν ο θεός εις τους ανθρώπους στέλνει τον πτερωτόν του μυνητήν απ' του ουρανού τα ύψη, κι αναστηλόνουν έκθαμβα οι άνθρωποι τα μάτια, και γέρνουν τα κεφάλια των οπίσω, να τον βλέπουν, που κάθεται ‘ς τα σύννεφα τα αργοκινημένα και αρμενίζει υψηλά ‘ς τους κόλπους του αιθέρος!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε, ω Ρωμαίε! Αχ! τι λέγεσαι Ρωμαίος; Αρνήσου τον πατέρα σου, παραίτα τ' όνομά σου, ή αν δεν θέλης, μοναχά πως μ' αγαπάς ορκίσου και έπαυσα να λέγομαι του Καπουλέτου κόρη (33)

ΡΩΜΑΙΟΣ Ν' ακούσω κι’ άλλα; ή αυτά με φθάνουν;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τ' όνομά σου είναι ο μόνος μου εχθρός. Μοντέκης αν δεν ήσουν, μη άλλος θα εγίνεσο; τι θα ειπή Μοντέκης; Μη τύχη κ' είναι πρόσωπον, ή χέρι, ή ποδάρι, ή άλλο μέρος του κορμιού; Ω! τ' όνομα ν' αλλάξης! Και τι σημαίνει τ’ όνομα; τ' άνθος που λέγουν ρόδον, με οποίαν λέξιν κι’ αν το 'πουν, το ίδιον θα μυρίζη. Και ο Ρωμαίος, τ' όνομα Ρωμαίος αν δεν είχε, την χάριν δεν θα έχανε που έχει φυσικήν του. Λοιπόν παραίτησε και συ, Ρωμαίε, τ' όνομά σου, και δι’ αυτό σου τ’ όνομα, που μέλος σου δεν είναι, εμένα όλην πάρε με.

ΡΩΜΑΙΟΣ 'Σ τον λόγον σου σε παίρνω· 'πέ με αγάπην σου, κ' ευθύς μ' εβάπτισες εκ νέου· από εδώ κ' εμπρός εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ποιος είσαι συ, που έρχεσαι κρυμμένος ‘ς το σκοτάδι, και χώνεσαι ‘ς τα μυστικά κρυφομιλήματά μου;

ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν' ξεύρω με τι όνομα να σου ειπώ ποιος είμαι· το όνομα μου το μισώ, ω δέσποινα γλυκειά μου, διότι το εχθρεύεσαι. Γραμμένον αν το είχα, θα το εξέσχιζα εδώ.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τ' αυτιά μου μόλις ήπιαν ως τώρα λέξεις εκατόν από αυτό το στόμα, αλλά γνωρίζω την φωνήν. — Δεν είσαι ο Ρωμαίος; Δεν είσαι του Μοντέκη υιός;

ΡΩΜΑΙΟΣ Κανέν από τα δύο, αφού εσύ δεν τ' αγαπάς, ω κόρη γλυκυτάτη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εδώ πώς ήλθες; λέγε μου· και διατί να έλθης; Ο τοίχος είναι υψηλός και δύσκολα πηδάται, και δι’ εσένα θάνατος αυτός ο κήπος είναι, αν σ' εύρη έξαφνα εδώ κανένας συγγενής μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ Με τα πτερά του Έρωτος επήδησα τον τοίχον. Με λίθινα εμπόδια δεν κλείεται ο Έρως, κι ό,τι του είναι δυνατόν τολμά και να το κάμη· κι ούτε μου ήλθεν εις τον νουν των συγγενών σου φόβος.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εάν σ' ιδούν σ' εσκότωσαν!

ΡΩΜΑΙΟΣ Αλλοίμονον 'ς εμένα! Φοβούμαι περισσότερον το ιδικόν σου μάτι, παρά σπαθιά των είκοσι. — Με γλύκαν κύτταξέ με, και ούτε συλλογίζομαι την ιδικήν των έχθραν.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν ήθελα να σε ιδούν διά τον κόσμον όλον.

ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν έχει φόβον της νυκτός το ράσον με σκεπάζει, φθάνει εσύ να μ' αγαπάς, κι’ ας μ' εύρουν δεν με μέλει! Καλλίτερα η έχθρα των να κόψη την ζωήν μου, παρά να μη με αγαπάς, κι’ ο θάνατος ν' αργήση.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και ποιος σ' ωδήγησεν εδώ τον δρόμον σου να εύρης;

ΡΩΜΑΙΟΣ Ο Έρως, που μου έδειξε τον τρόπον να τον μάθω· εκείνος έβαλε τον νουν, κ' έβαλα 'γώ τα μάτια. Δεν είμ' εγώ θαλασσινός, αλλά και εις την άκρην του κόσμου αν ευρίσκεσο, — και έως τ' ακρογιάλι που βρέχει του ωκεανού το τελευταίον κύμα δι’ ένα τέτοιον θησαυρόν τολμούσα ν' αρμενίσω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ξεύρεις, το σκότος της νυκτός το έχω προσωπίδα, ειδέ θα μ' εκοκκίνιζε παρθενική σεμνότης δι’ όσα λόγια ήκουσες απόψε να προφέρω. Εταίριαζε να έμενα έως εκεί που πρέπει, και όλ' αυτά να τ' αρνηθώ· αλλά, το καθώς πρέπει ας 'πάγη τώρα 'ς το καλόν. — Με αγαπάς; — Το ξεύρω θα μου ειπής πως μ' αγαπάς, κ' εγώ θα σε πιστεύσω αλλά και αν με τ' ορκισθής 'μπορείς να με γελάσης εις απιστίας εραστών ο Ζευς γελά, μας λέγουν. Αν μ' αγαπάς, ειπέ μου το αληθινά, Ρωμαίε. Ή αν θαρρής πως εύκολα μ' εκέρδισες, ειπέ το, ώστε να κάμνω την κακιάν, τα φρύδια να σουφρόνω και όχι ν' αποκρίνωμαι, και να σε βασανίζω πριν με κερδίσης· — ειδεμή, αλλέως δεν το κάμνω· Αληθινά, αισθάνομαι πολύ ερωτευμένη, κ' ίσως ευρίσκης ελαφρύ πολύ το φέρσιμόν μου· αλλ' όμως εμπιστεύσου με, Ρωμαίε, και θα μ' εύρης πλέον πιστήν από αυτάς, που ξεύρουν να κρατούνται. Τ' ομολογώ, να κρατηθώ κ' εγώ εχρεωστούσα, πλην άθελά μου ήκουσες τον μυστικόν μου πόθον, και πριν το πάρω είδησιν· λοιπόν συμπάθησέ με, κ' εις ελαφράδα της καρδιάς μη τύχη κι’ αποδώσης τα όσα εξεσκέπασεν η σιωπή του σκότους.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι, που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει....

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι, που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει, μη τύχη κ' η αγάπη σου αλλάζη 'σαν εκείνο.

ΡΩΜΑΙΟΣ Εις τι λοιπόν να ορκισθώ;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μην ορκισθής διόλου. Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου, 'ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω, και σε πιστεύω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Αν ποτέ η καρδιακή αγάπη...

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μην ορκισθής καλλίτερα. — Αν κ' ήσαι η χαρά μου, απόψε δεν την χαίρομαι την ένωσιν αυτήν μας. Ορμητικά, κ' εξαφνικά κι’ ανέλπιστα μου ήλθε· — ήτον ωσάν την αστραπήν, οπού περνά και φεύγει πριν ‘πή κανένας: άστραψε! — Γλυκέ μου, καλήν νύκτα! Ίσως αυτό το σφαλιστόν το άνθος της Αγάπης ‘ς την αύραν του καλοκαιριού τα φύλλα του ανοίξη, κι ανθίζει και μοσχοβολά ως που να ξαναέλθης. Καλή σου νύκτα κι’ αγαθή! Το στήθος σου να είναι αναπαυμένον κ' ήσυχον καθώς το ιδικόν μου.

ΡΩΜΑΙΟΣ Μ' αφίνεις; κ' ευχαρίστησιν δεν θέλεις να μου δώσης;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και ποίαν ευχαρίστησιν απόψε περιμένεις;

ΡΩΜΑΙΟΣ Το τάγμα της αγάπης σου αντί της ιδικής μου.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και μη δεν σου την έταξα και πριν μου την ζητήσης; Και όμως θα μου ήρεζε να μη την είχα δώσει.

ΡΩΜΑΙΟΣ Και διατί, αγάπη μου, να μου την πάρης πίσω;

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Διά να έχω μοναχά να σου την ξαναδώσω. Αλλά γυρεύω του κακού το πράγμα οπού έχω. Είν' η αγάπη μου βαθειά 'σαν πέλαγος, κ' εξ ίσου και η φιλοδωρία μου 'σαν πέλαγος μεγάλη, και όσον περισσότερον σου δίδω, τόσον μένει, διότι ανεξάντλητα τα έχω και τα δύο.

(Η παραμάνα κράζει έσωθεν),

Ακούω μέσα θόρυβον. Αγάπη μου σ' αφίνω. — Αμέσως, παραμάνα μου. — Έσο πιστός, Μοντέκη. Πρόσμειν' εδώ μίαν στιγμήν κι’ αμέσως επιστρέφω.

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ Ευλογημέν' η νύκτ' αυτή και τρις ευλογημένη! Φοβούμαι μήπως όνειρον ήτον αυτό που είδα· τόσον μου φαίνεται γλυκόν, που μόλις το πιστεύω.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ, επιστρέφουσα εις το παράθυρον. Δυο λόγια μόνον να σου ‘πώ, κι’ αλήθεια καλήν νύκτα. Εάν τω όντι μ' αγαπάς, Ρωμαίε, τιμημένα, κ' είν' ο σκοπός σου στέφανα και γάμος, μήνυσέ μου με κάποιον, οπού αύριον εγώ θα σου τον στείλω, το πού και πότ' επιθυμείς η τελετή να γίνη, κ' είμ' έτοιμη την τύχην μου ‘ς τα χέρια σου να βάλω και εις τα πέρατα της γης να σε ακολουθήσω.

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. Κυρία!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Έφθασα. — Αλλά εάν κακόν ‘ς τον νουν σου επέρασε, παρακαλώ...

ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. Κυρία μου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αμέσως! — τότε να μη με ξαναϊδής, και άφες με να κλαίω. Θα σε μηνύσω αύριον.

ΡΩΜΑΙΟΣ Να μη σωθή η ψυχή μου εάν ποτέ...

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα!

(Αποσύρεται).

ΡΩΜΑΙΟΣ Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις. Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει καθώς το μαθητόπουλον π' αφίνει το βιβλίον και όταν έλθη χωρισμός, 'σαν το παιδί γυρίζει όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει 'ς το σχολείον.

(Αποσύρεται βραδέως).

(Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον).

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα, το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω. Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη. Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση κ' εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ' το σκότος.

ΡΩΜΑΙΟΣ Είν' η ψυχή μου που λαλεί και τ' όνομά μου κράζει. Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος μιας φωνής ερωτικής ‘ς τα σκοτεινά, την νύκτα, 'σαν μουσική αρμονική στ' αυτιά προσηλωμένα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε μου!

ΡΩΜΑΙΟΣ Αγάπη μου!

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι ώραν να σου στείλω το μήνυμά μου αύριον;

ΡΩΜΑΙΟΣ Κοντά εις τας εννέα.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια. Εξέχασα τι σ' ήθελα και σ' έκραξα οπίσω.

ΡΩΜΑΙΟΣ Εδώ να μένω άφησε ως που ‘ς τον νουν να σ' έλθη.

ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης, και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω.

