# Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31802/index.md

157. Κι' ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον αρ- χηγό, και τόνε ρώτησε ο αρχηγός και λέει «Εσύ » 'σαι ο βασιλέας των Ιουδαίων;» Κι' ο Ιησούς του είπε «Εσύ το λες». Κι' όταν τον κατηγορούσαν οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι, δεν απάντησε τί- ποτα. Τότες ο Πειλάτος του λέει «Δεν ακούς πόσα » σε κατηγορούν;» Και δεν τ' απάντησε μήτε σ' ένα του λόγο, τόσο π' απορούσε ο αρχηγός υπερβολικά.

158. Και κάθε σκόλη ο αρχηγός συνείθιζε ναν του λευτερώνει ένα φυλακισμένο του λαού, όπιον ήθε- λαν. Κι' είχαν τότες φυλακισμένο σημαντικό που λέγουνταν Βαραββάς. Ενώ 'τανε λοιπόν συναγμένοι, τους είπε ο Πειλάτος «Πιόνε θέτε να σας λευτερώσω, » το Βαραββά, ή τον Ιησού, αυτόν που λέγεται Χρι- » στός;» Γιατί ήξερε πως από μίσος τον παράδωκαν. Κι' ενώ καθότανε στην έδρα, έστειλε η γυναίκα του και τούπε «Μην έχεις τίποτα μ' εκείνον τον αθώο, γιατί » έπαθα πολλά, γι' αυτόν απόψε στ' όνειρό μου». Όμως οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουνε το Βαραββά, και τον Ιησού ναν τόνε ξολοθρέψουν. Κι' αποκρίθη ο αρχηγός και τους είπε «Πιόνε θέτε από τους διο τους να σας λευ- » τερώσω;» Κι' αυτοί είπανε «Το Βαραββά». Τους λέει ο Πειλάτος «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού που » λέγεται Χριστός;» Του λένε όλοι τους «Να σταυ- » ρωθεί». Κι' ο αρχηγός είπε «Γιατί τι κακό έκα- » νε;» Κι' εκείνοι πιο πολύ φωνάζανε και λέγανε « Να σταυρωθεί». 159. Κι' ο Πειλάτος βλέποντας πως τίποτα καλό δεν κάνει παρά μεγαλώνει ο θό- ρυβος, πήρε νερό κι’ ένιψε τα χέρια ομπρός στο πλήθος κι’ είπε «Αθώος είμαι από το αίμα αυτό• » εσείς συλλογιστήτε το». Κι' όλος ο λαός αποκρί- θη κι’ είπε «Το αίμα του απάνου μας κι’ απάνου » στα παιδιά μας». Τότες τους λευτέρωσε το Βα- ραββά, και τον Ιησού τόνε βουρδούλισε και τον πα- ράδωκε να σταυρωθεί.

160. Τότες οι στρατιώτες τ' αρχηγού πήρανε στ' αρχηγείο τον Ιησού και μάζεψαν τριγύρω του όλη τη φρουρά. Και ντύνοντάς τον κόκκινη στολή του τη φορέσανε, κι’ έπλεξαν ένα στεφάνι απ' αγκάθια και του τόβαλαν τριγύρω στο κεφάλι, και καλάμι στο δεξύ του χέρι• και γονατιστοί μπροστά του τον περίπαιξαν και λέγανε «Σε χαιρετούμε, βασιλέα των » Ιουδαίων»• και φτύσαντές τον πήραν το καλάμι και τόνε χτυπούσανε στην κεφαλή. Κι' όταν τον περίπαιξαν, βγάζοντάς του τη στολή τον έντυσαν τα φορέματά του, και τον πήρανε ναν τόνε σταυρώ- σουν. Και σα βγαίνανε, ηύραν έναν άνθρωπο από την Κυρήνη πούταν τ' όνομά του Σίμωνας• αυτόν αγγάρεψαν για να σηκώσει το σταυρό του. Κι' άμα φτάσανε στο μέρος που το λένε Γολγοθά, που ση- μαίνει _ κάρας μέρος _ που το λεν, τούδωκαν να πιει κρασί με χολή ανακατωμένο• κι’ όταν το δοκίμασε, δε θέλησε να πιεί. Κι' αφού τόνε σταυρώσανε, μοι- ράστηκαν τα ρούχα του βάζοντας λαχνό. Και κά- θησαν και τόνε φύλαγαν εκεί. Κι' έβαλαν απάνου από το κεφάλι του γραφτό το φταίξιμό του _ Αυτός είναι ο Ιησούς ο βασιλέας των Ιουδαίων _ .

161. Τότες σταυρώνουνται μαζί του διο κα- κούργοι, ένας από τα δεξιά κι’ ο άλλος από τ' αρι- στερά. Κι' οι διαβάτες τόνε βλαστημούσαν και κου- νώντας το κεφάλι έλεγαν «Εσύ που γκρεμίζεις το » ναό και σε τρεις μέρες μέσα τόνε χτίζεις, σώσου ο » ίδιος• αν είσαι γιος του Θεού, κατέβα από το σταυ- » ρό». Έτσι κι’ οι πρωτοπαπάδες με τους διαβασμέ- νους και δημογερόντους τον περίπαιζαν και λέγανε « Άλλους έσωσε, ο ίδιος να σωθεί δε μπορεί. Βασιλέας » του Ισραήλ είναι• ας κατεβεί τώρα από το σταυρό » και θαν τον πιστέψουμε. Στο Θεό στηρίζεται• ας » τόνε γλυτώσει τώρα α θέλει• γιατί είπε πως του » Θεού είμαι γιος». Και το ίδιο, κι’ οι κακούργοι οι σταυρωμένοι μαζί του τόνε βρίζανε.

162. Κι' από τις έξη η ώρα έγινε σ' όλη τη γη σκοτάδι ως στις εννιά η ώρα. Και κατά τις εννιά η ώρα φώναξε ο Ιησούς φωνή μεγάλη κι’ είπε _ Ελωεί » ελωεί, λεμά σαβακτανεί _ , που σημαίνει «Θε μου Θε » μου, γιατί με παραίτησες;» Και τ' άκουσαν μερι- κοί παρόντες κι’ έλεγαν πως «Τον Ηλία αυτός φω- » νάζει». Κι' έτρεξε αμέσως ένας τους και πήρε 'να σφουγγάρι, και γιομίζοντας το ξύδι τόβαλε σε κα- λάμι απάνου και τον πότιζε• κι’ οι άλλοι έλεγαν « Ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας ναν τον σώσει». Κι' ένας άλλος πήρε 'να κοντάρι και του τρύπησε το πλευρό, και βγήκε νερό κι’ αίμα. Κι' ο Ιησούς έκρα- ξε πάλι με φωνή μεγάλη και ξεψύχησε.

163. Και να τ' άπλωμα του ναού σκίστηκε σε διο από πάνου ως κάτου, κι’ η γη σείστηκε, κι’ οι βράχοι σκίστηκαν, και τα μνήματα άνοιξαν, και πολλά λείψανα των κοιμισμένων άγιων αναστήθη- καν, και βγαίνοντας από τα μνήματα ύστερ' από την ανάστασή του πήγανε στην άγια χώρα και φα- νερωθήκανε σε πολλούς. Κι' ο εκατόνταρχος κι’ όσοι φυλάγανε μαζί του τον Ιησού, σαν είδαν το σεισμό και τα όσα γίνουνταν, φοβήθηκαν υπερβολικά και λέγανε «Αλήθια γιος Θεού είταν αυτός».

164. Κι' είταν εκεί γυναίκες πολλές θωρώντας από πέρα, π' ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλι- λαία και τον υπερετούσαν• που μεταξύ τους είταν η Μαρία η Μαγδαληνή, κι’ η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και των γιων του Ζεβε- δαίου η μητέρα.

165. Και σα βράδιασε, ήρθε ένας άνθρωπος πλούσιος από την Αριμαθαία που τον έλεγαν Ιω- σήφ, πούχε κι’ αυτός υπάρξει μαθητής του Ιησού• αυτός πήγε στον Πειλάτο και ζήτησε το λείψανο του Ιησού. Τότες πρόσταξε ο Πειλάτος να δοθεί. Κι' ο Ιωσήφ πήρε το λείψανο και το τύλιξε σ' ένα σάβανο καθάριο, και τόβαλε μέσ' στον καινούργιο του τά- φο πούχε κόψει μέσα στο βράχο• κι’ αφού κύλισε πέ- τρα μεγάλη κοντά στο στόμα του τάφου, έφυγε. Κι' είταν εκεί η Μαριάμ η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η Μαρία, καθισμένες αντικρύ στον τάφο.

166. Και την άλλη μέρα, την κατόπι της πα- ρασκευής, συναχτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι Φα- ρισαίοι στου Πειλάτου κι’ είπαν «Αφέντη, θυμηθή- » καμε πως εκείνος ο πλάνος είπε ότα ζούσε ακόμα » Σε τρεις μέρες ανασταίνουμαι. Πρόσταζε λοιπόν ν' » ασφαλιστεί ο τάφος ως στην τρίτη μέρα, μήπως » παν οι μαθητάδες και τον κλέψουνε, και πούνε του » λαού Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και θάναι το » στερνό το λάθος πιο χειρότερο απ το πρώτο». Τους είπε ο Πειλάτος «Έχετε φρουρά• πηγαίνετε, » ασφαλίστε όπως ξέρετε». Κι' εκείνοι πήγανε κι ασφάλισαν τον τάφο, βουλώνοντας την πέτρα μαζί με τη φρουρά.

[28] 167. Και περασμένη η νύχτα το σαββάτο ό,τι είταν να χαράξουνε τα πρωτοβδόμαδα, ήρθε η Μα- ρία η Μαγδαληνή κι’ η άλλη η Μαρία για να δουν τον τάφο. Και να έγινε σεισμός μεγάλος, γιατί άγ- γελος Κυρίου κατέβη από τον ουρανό, κι’ ήρθε και κύ- λισε την πέτρα και κάθουνταν απάνου. Κι' η θωριά του είτανε σαν αστραπή και το φόρεμά του άσπρο σαν το χιόνι. Κι' έπιασε απ' το φόβο του τους φρουρούς τρεμούλα, κι’ έγιναν καθώς νεκροί. Κι' αποκρίθη ο άγγελος κι’ είπε στις γυναίκες «Εσείς μη φοβάστε• » γιατί ξέρω πως τον Ιησού γυρεύετε το σταυρω- » μένο. Δεν είναι εδώ• γιατί αναστήθηκε όπως είπε. » Ελάτε εδώ, κοιτάξτε το μέρος πούτανε βαλμένος. » Και γλήγορα πηγαίνετε και πέστε στους μαθη- » τάδες του πως Αναστήθηκε από τους νεκρούς, και » να πηγαίνει μπροστά σας στη Γαλιλαία. Εκεί » θαν τόνε δείτε. Νά, σας είπα».

168. Κι' έφυγαν από τον τάφο γλήγορα με φόβο και χαρά μεγάλη, και παν τρεχάτες ναν το πουν στους μαθητάδες του. Και να απαντήσανε τον Ιη- σού και τους είπε «Καλή σας ώρα». Κι' εκείνες πήγαν και του αγκάλιασαν τα πόδια και τον προσ- κυνήσανε. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Μη φοβάστε• » πηγαίνετε πληροφορήστε τους αδερφούς μου να » πάνε στη Γαλιλαία, κι’ εκεί θα με δουν».

169. Κι' εκεί που πήγαιναν, να μερικοί της φρουράς πήγανε στη χώρα κι’ είπανε στους πρωτο- παπάδες όλα όσα έγιναν. Και μαζευτήκανε με τους δημογερόντους, και συφωνήσανε και δώκανε στους στρατιώτες χρήματα αρκετά και λεν «Να πείτε πως » Ήρθανε νύχτα οι μαθητάδες του και τον έκλεψαν » ενώ εμείς κοιμώμαστε. Κι' αν τ' ακούσει ο αρχη- » γός, εμείς τον πείθουμε και συλλογή δε θάχετε». Κι' εκείνοι πήρανε τα χρήματα και κάνανε όπως δα- σκαλεύτηκαν. Και διαλαλήθη αυτός ο λόγος με τους Ιουδαίους ως τα σήμερα.

170. Κι' οι έντεκα οι μαθητάδες πήγανε στη Γαλιλαία, στο βουνό που τους όρισε ο Ιησούς, και τον είδαν και προσκύνησαν• άλλοι όμως δίσταζαν. Κι' ο Ιησούς πήγε και τους μίλησε κι’ είπε «Μου » δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη. Λοι- » πόν πηγαίνετε κάθε έθνος να φωτίστε, βαφτίζον- » τάς τους στ' όνομα του πατέρα και του γιου και » τ' άγιου πνέματος και διδάσκοντάς τους να φυλάν » τα πάντα όσα σας παράγγειλα. Και να εγώ μαζί » σας είμαι πάντα ως στον τελιωμό του κόσμου». ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΘΘΑΙΟ

ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΑΡΚΟ

Αρχίζει το καλό το μήνημα του Ιησού Χριστού, γιου του Θεού.

Όπως είναι γραμένο μέσα στον Ησαΐα τον προ- φήτη _ Νά, στέλνω τον άγγελό μου προτύτερά σου, που θα φτιάσει τη στράτα σου. Φωνή που κάπιος κράζει στην έρημο Ετοιμάστε το δρόμο τον Κυρίου, ίσια κάντε τα μονοπάτια του _ , βγήκε ο Ιωάνης ο βαφτιστής στην έρημο και κήρυχνε μετανιωμού βά- πτισμα που να συχωρεθούν οι αμαρτίες. Και πή- γαινε όξω στον Ιωάνη όλος ο τόπος της Ιουδαίας κι’ οι Ιεροσολυμείτες όλοι, και τους βάφτιζε μέσα στον Ιορδάνη τον ποταμό αφού ξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Κι' είχε ο Ιωάνης φόρεμα από γκα- μήλας τρίχα και ζουνάρι δερμάτινο γύρω στη μέση του, κι’ έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο. Και κήρυχνε λέγοντας «Έρχεται ο δυνατώτερός μου πίσω, που δεν » είμαι άξιος να σκύψω και να λύσω το λουρί των » σανταλιών του. Εγώ σας βάφτισα με νερό• όμως » αυτός θα σας βαφτίσει με πνέμα άγιο».

2. Συνέβηκε τις τότε μέρες, ήρθε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και βαφτίστηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάνη. Κι' ευτύς σαν έβγαινε από τα νερά, είδε που σκίζουνταν τα ουράνια και το Πνέ- μα σαν περιστέρι που κατέβαινε απάνου του• και φωνή βγήκε από τα ουράνια «Εσύ 'σαι ο γιος μου ο » αγαπητός• εσένα καλογνώμησα».

3. Κι' ευτύς το πνέμα τόνε βγάζει στην έρημο. Κι' έμενε στην έρημο μέρες σαράντα και τον πείραζε ο Σατανάς. Κι' έμενε με τα θεριά, κι’ οι άγγελοι τον υπερετούσαν.

4. Κι' αφού παράδωκαν τον Ιωάνη, ήρθε ο Ιη- σούς στη Γαλιλαία κηρύχνοντας το καλό το μήνημα του Θεού και λέγοντας πως «Τέλιωσε ο καιρός και » σίμωσε η βασιλεία του Θεού. Μετανιώνετε και » πιστεύετε το καλό το μήνημα».

Και περνώντας κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε το Σίμωνα και τον Αντρέα τον αδερφό του Σί- μωνα που με τα δίχτια τους ψαρεύανε μέσα στη λίμνη, γιατί είτανε ψαράδες. Και τους είπε ο Ιη- σούς «Ελάτε πίσω μου, και θα σας κάνω να γί- » νετε ψαράδες ανθρώπων». Κι' αμέσως άφισαν τα δίχτια και τον ακολουθούσαν. Και προχωρώντας λίγο είδε τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάνη τον αδερφό του, που κι’ αυτοί διόρθωναν τα δίχτια μέσα στο καράβι, κι’ αμέσως τους φώναξε. Κι' αφίσανε με τους εργάτες τον πατέρα τους το Ζεβε- δαίο μέσα στο καράβι και πήγαν πίσω του.

5. Και πηγαίνουνε στην Καφαρναούμ. Κι' αμέ- σως το σαββάτο μπήκε μέσα στο συναγώγι και δί- δασκε. Κι' απορούσανε με τη διδαχή του, γιατί τους δίδασκε σα νάχε εξουσία, κι’ όχι καθώς οι δια- βασμένοι. Κι' αμέσως είτανε στο συναγώγι τους άν- θρωπος με πνέμα ακάθαρτο, και φώναξε λέγοντας «Τι » θέλεις από μας, Ιησού Ναζαρηνέ; ήρθες να μας » καταστρέψεις; Σε ξέρω πιος είσαι, ο άγιος του » Θεού». Και το μάλωσε ο Ιησούς κι’ είπε «Σώπα κι’ » έβγα από μέσα του». Και τ' ακάθαρτο αφού τόνε σπάραξε και φώναξε με φωνή μεγάλη, βγήκε από μέσα του. Και τρομάξανε όλοι, τόσο που συζητού- σαν κι’ έλεγαν «Τι 'ναι τούτο; Διδαχή καινούρια » μ' εξουσία• και τα πνέματα τ' ακάθαρτα προστά- » ζει και τον ακούν». Και βγήκε η φήμη του ευτύς παντού σ' όλα τα περίχωρα της Γαλιλαίας.

6. Κι' ευτύς σα βγήκε από το συναγώγι, πήγε στο σπίτι του Σίμωνα κι’ Αντρέα μαζί με τον Ιάκωβο και με τον Ιωάνη. Κι' η πεθερά του Σίμωνα είτανε κατάκοιτη με θέρμη, κι’ αμέσως του λένε γι' αυτή. Και πήγε και τη σήκωσε πιάνοντάς της το χέρι, και την αφήκε η θέρμη και τους υπερετούσε. Κι' άμα βράδιασε, σα βασίλεψε ο ήλιος, του φέρανε όλους τους αρρώστους και τους δαιμονισμένους• κι’ είταν όλη η χώρα μαζεμένη στη μπασιά μπροστά. Και γιάτρεψε πολλούς παθιασμένους με λογής λογής αρρώστιες, κι’ έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφινε τα δαιμόνια να μιλούνε γιατί τον ήξεραν πως είναι ο Χριστός.

7. Και το πρωί σηκώθη κατασκότεινα και βγήκε σε μέρος έρημο, κι’ έκανε εκεί την προσευκή του. Κι' έτρεξε κατόπι του ο Σίμωνας κι’ οι συντρόφοι του και τον ηύραν και του λεν πως «Όλοι σε ζητούν».

8. Και τους λέει «Ας πάμε εμείς αλλού στα γειτο- » νικά χωριά, για να κηρύξω κι’ εκεί• επειδή για » τούτο βγήκα». Και πήγε σ' όλη τη Γαλιλαία κη- ρύχνοντας μέσα στα συναγώγια τους και βγάζοντας τα δαιμόνια.

Και πηγαίνει στον Ιησού λωβιασμένος που τον παρακαλούσε λέγοντας του «Κύριε» πως «α θέλεις, » μπορείς να με καθαρίσεις». Και τόνε σπλαχνίστηκε, κι’ απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και του λέει « Θέλω, καθαρίσου». Κι' αμέσως τον αφήκε η λώβα και καθαρίστηκε. Κι' αφού τόνε φοβέρισε, ευτύς τον έβγαλε όξω και του λέει «Κοίταξε μην πεις τίποτα » κανενός• μόνε σήρε δείξου στον παπά, και πρόσφερε » για τον καθαρισμό σου όσα πρόσταξε ο Μωυσής, έτσι » για να φωτιστούν». Όμως εκείνος βγήκε κι’ άρ- χισε να κηρύχνει πολλά και να διαλαλεί το λόγο, τόσο που δε μπορούσε πια [ο Ιησούς] φανερά να μπει σε πολιτεία, μόνε όξω σ' έρημους τόπους, και πή- γαιναν από παντού και τον έβρισκαν.

[2] 9. Και με καιρό, σα μπήκε πάλι στην Καφαρ- ναούμ, ακούστηκε πως είναι σπίτι, και μαζεύτηκαν πολλοί — τόσο που πια δε χωρούσε μήτε [το μέρος] το κοντά στην πόρτα — και τους λαλούσε το λόγο. Κι' έρχουνται και του φέρνουν παραλυτικό που τον κουβαλούσαν τέσσερεις. Και σα δε μπορούσαν από το πλήθος ναν του τον παν κοντά, ξεσκέπασαν τη σκεπή εκεί που είταν, και τρυπώντας την αμολούνε το κλι- νάρι πούταν πλαγιασμένος ο παραλυτικός. Κι' όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει του παραλυτι- κού «Παιδί μου, συχωρεμένες οι αμαρτίες σου». Κι' είτανε μερικοί διαβασμένοι, που κάθουνταν εκεί και συλλογιούντανε μέσα στην καρδιά τους πως «Αυ- » τός έτσι μιλώντας ασεβεί. Πιος μπορεί να συχωρ- » νά αμαρτίες εξόν ένας, ο Θεός;» Κι' αμέσως ένιω- σε ο Ιησούς με το πνέμα του το τι συλλογιούνται μέσα τους και λέει «Τι τα συλλογιέστε αυτά μέσα » στην καρδιά σας; Τι 'ναι ευκολώτερο, να πεις του » παραλυτικού Συχωρεμένες οι αμαρτίες σου, ή να » πεις Σήκω πάρε το κλινάρι σου και περπάτα; Ό- » μως για να μάθετε πως έχει εξουσία ο γιος τ' αν- » θρώπου να συχωρνά στη γη αμαρτίες» — λέει του παραλυτικού — «Εσένα λέω, σήκω πάρε το κλινάρι » σου και σήρε σπίτι σου». Και σηκώθηκε, κι’ αμέ- σως παίρνοντας το κλινάρι βγήκε μπροστά σ' όλους, τόσο που σαστίζανε όλοι και δόξαζαν το Θεό [λέ- γοντας] πως «Ποτές έτσι δεν είδαμε».

10. Και βγήκε πάλι στην ακρολιμνιά. Κι' όλο το πλήθος πήγαινε στον Ιησού και τους δίδασκε. Και περνώντας είδε το Λευείν, το γιο τ' Αλφαίου, καθισμένο στο τελώνιο, και του λέει «Ακολούθα με». Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε. 11. Και τυχαίνει να κάθεται [και τρώει] στο σπίτι του, και πολλοί τε- λώνες κι’ αμαρτωλοί κάθουνταν μαζί με τον Ιησού και με τους μαθητάδες του• τι είταν πολλοί και τον ακολουθούσαν. Και των Φαρισαίων οι διαβασμένοι όταν τον είδανε που τρώει με τους αμαρτωλούς και τους τελώνες, λέγανε στους μαθητάδες του πως « Με τους τελώνες τρώει και τους αμαρτωλούς». Και σαν τ' άκουσε ο Ιησούς, τους λέει πως «Για- » τρό δε θέλουν οι γεροί, μόνε οι αρρωστημένοι. Δεν » ήρθα να κράξω ενάρετους, μόνε αμαρτωλούς».

12. Κι' οι μαθητάδες του Ιωάνη κι’ οι Φαρι- σαίοι νήστευαν. Κι' έρχουνται και του λένε «Γιατί » του Ιωάνη οι μαθητάδες κι’ οι μαθητάδες των Φα- » ρισαίων νηστεύουν, κι’ οι δικοί σου δε νηστεύ- » ουν;» Κι' ο Ιησούς τους είπε «Μήπως μπορούν » οι γιοι της αίθουσας του γάμου, όσο είναι ο γαμπρός » μαζί τους, να νηστεύουν; Όσον καιρό έχουνε μαζί » τους το γαμπρό δε μπορούνε να νηστεύουν. Θα » φτάσουν όμως μέρες που θαν τους πάρουν το γαμ- » πρό, και τότες θα νηστέψουν εκείνη την ημέρα. » Κανείς κουρέλλι καινούριο δεν το ράβει μπάλλωμα » σε ρούχο παλιό• ειδεμή, παίρνει το γιόμισμα από » κείνο, το καινούριο από το παλιό, και χειροτερεύει » η τρύπα. Και κανείς δε βάζει καινούριο κρασί σ' » ασκιά παλιά — ειδεμή, θαν τα σπάσει το κρασί τ' » ασκιά, και χάνουνται κρασί κι’ ασκιά — παρά και- » νούριο κρασί σ' ασκιά καινούρια».

13. Κι' έτυχε ο Ιησούς σαββάτο να περνά μέσα από τα σπαρτά, κι’ άρχισαν οι μαθητάδες του να περπατούνε μαδώντας τα στάχια. Κι' οι Φαρισαίοι τούλεγαν «Κοίτα τι κάνουνε μέρα σαββάτο, που δεν » πρέπει». Και τους έλεγε «Ποτές δε διαβάσατε τι » έκανε ο Δαυείδ όταν αναγκάστη και πείνασε, αυτός » κι’ οι συντρόφοι του; Μπήκε στον οίκο του Θεού » στον καιρό του Αβιάθαρ του αρχιπαππά, κι’ έφαγε » τους άρτους της προσφοράς — που δεν πρέπει να φαν » [άλλοι] εξόν οι παπάδες — κι’ έδωκε και στους συν- » τρόφους του;» Και τους έλεγε «Το σαββάτο για » τον άνθρωπο έγινε, κι’ όχι ο άνθρωπος για το σαβ- » βάτο• έτσι οριστής είναι και του σαββάτου ο γιος » τ' ανθρώπου».

[3] 14. Και μπήκε πάλι σε συναγώγι, κι’ εκεί 'ταν άνθρωπος με ξερό το χέρι, και τον παρατηρούσαν α θαν τόνε γιατρέψει σαββάτο, για ναν τον κατηγορή- σουν. Και λέει τ' ανθρώπου με το ξερό το χέρι «Σή- » κω στη μέση». Και τους λέει «Μπορεί κανείς σαβ- » βάτο να ωφελήσει ή να βλάψει; ζωή να σώσει ή να » σκοτώσει;» Κι' εκείνοι σωπούσαν. Και κοιτάζοντάς τους γύρω με θυμό, λυπημένος για της καρδιάς τους το πέτρωμα, λέει τ' ανθρώπου «Άπλωσε το χέρι». Και τ' άπλωσε, και ξανάγινε το χέρι του γερό. Και βγήκαν οι Φαρισαίοι όξω, κι’ ευτύς με τους Ηρωδια- νούς τα συφωνούσανε πώς ναν τον καταστρέψουν.

15. Κι' ο Ιησούς μαζί με τους μαθητάδες του έφυγε κατά τη λίμνη. Και πολύ πλήθος από τη Γαλι- λαία τον ακολούθησε, κι’ από την Ιουδαία κι’ από τα Ιεροσόλυμα κι’ από την Ιδουμαία κι’ αντίκρυ από τον Ιορδάνη• κι’ από τα περίχωρα της Τύρος και Σιδώνας πλήθος πολύ, ακούοντας όσα κάνει, ήρθανε στον Ιησού. Κι' είπε στους μαθητάδες του να καρτε- ρούν κοντά του καραβάκια, από το πλήθος, για να μην τόνε στενοχωρούν• γιατί γιάτρεψε πολλούς, τόσο που πέφτανε απάνου του για ναν τον αγγίξουν όσοι είχαν πάθη• και τα πνέματα τ' ακάθαρτα, όταν τόνε θωρούσαν, πέφτανε μπροστά του κι’ έκραζαν λέγοντας πως «Εσύ 'σαι ο γιος του Θεού». Και πολύ τα μά- λωνε να μην τόνε φανερώσουν.

Κι' ανεβαίνει στο βουνό, και προσκαλεί όσους ο ίδιος ήθελε, και πήγαν. 16. Κι' έκανε δώδεκα, που και τους έκραζε αποστόλους, για ναν τους έχει μαζί του και για ναν τους στέλνει να κηρύχνουν έχοντας εξου- σία να βγάζουν τα δαιμόνια. Κι' έκανε τους δώδεκα, και το Σίμωνα τον έβγαλε _ Πέτρο• _ και τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάνη τον αδερφό του Ιακώβου, και τους έβγαλε _ Βοανηργές _ , που θα πει _ γιοι Βροντής _ , και τον Αντρέα, και το Φίλιππο, και το Βαρθολομαίο, και το Μαθθαίο, και το Θωμά, και τον Ιάκωβο το γιο τ' Αλφαίου, και το Θαδδαίο, και το Σίμωνα τον Κανανιώτη, και τον Ιούδα τον Ισκα- ριώθ που και τον παράδωκε.

Κι' έρχεται σπίτι, και μαζεύεται πάλι πλήθος, τό- σο που δε μπορούσανε μήτε ψωμί να φαν.

Και σαν τ' άκουσαν οι δικοί του, βγήκανε ναν τον πιάσουν, γιατί έλεγαν πως «Έχασε το νου του». Κι' οι διαβασμένοι όσοι κατέβηκαν από την Ιερουσα- λήμ, έλεγαν πως «Το Βεεζεβούλ έχει» και πως «Με » τον αρχιδαίμονα βγάζει τα δαιμόνια». Και κρά- ζοντάς τους τούς έλεγε με παραβολές «Πώς μπορεί » σατανάς να βγάζει σατανά; Κι' α βασιλεία διαιρε- » θεί, δε δύνεται εκείνη η βασιλεία να σταθεί• κι’ α » νοικοκυριό διαιρεθεί, δε θα μπορέσει το νοικοκυριό » εκείνο να σταθεί• κι’ αν ο σατανάς σηκώθηκε να » χτυπηθεί και διαιρέθηκε, δε μπορεί να σταθεί παρά » τελιώνει. Μα δε μπορεί κανείς να μπει στου δυνατού » το σπίτι και ν' αρπάξει τα συγύρια του αν το δυνατό » δεν τόνε δέσει πρώτα, και τότες θ' αρπάξει το σπίτι » του. Αληθινά σας λέω, πως όλα θα συχωρεθούνε » στους γιους των ανθρώπων, τα κρίματα κι’ οι ασέ- » βειες όσες ασεβήσουν• μα όπιος ασεβήσει στο Πνέμα » τ' άγιο, συχώριο δεν έχει στον αιώνα, μόνε εγκληματεί » παντοτινά». Γιατί λέγανε «Έχει πνέμα ακάθαρτο».

Κι' έρχουνται η μητέρα του και τ' αδέρφια του, και στέκοντας όξω στείλανε και τόνε φώναζαν. Κι' εί- ταν πλήθος καθισμένο γύρω του και του λένε «Νά η » μητέρα σου και τ' αδέρφια σου όξω σε ζητούν». Κι' αποκρίθηκε και τους είπε «Πια 'ναι η μητέρα μου » και τ' αδέρφια μου;» Και ρήχνοντας ολόγυρα τα μάτια στους κύκλω καθισμένους γύρω του, λέει «Κοί- » τα η μητέρα μου και τ' αδέρφια μου. Όπιος κάνει » τα θελήματα του Θεού, αυτός αδερφός μου κι’ αδερ- » φή 'ναι και μητέρα».

17. Κι' άρχισε πάλι να διδάσκει κοντά στην ακρο- [4] λιμνιά. Και μαζεύτηκε κοντά του πλήθος πάρα πολύ, τόσο που μπήκε σε καράβι και καθότανε στη λίμνη• κι’ όλο το πλήθος έμενε στην ξηρά, κοντά στη λίμνη. Και τους δίδασκε με παραβολές πολλά, και τους έλε- γε στη διδαχή του «Ακούτε. Νά, βγήκε ο σπάρτης » να σπείρει. Και συνέβη, καθώς έσπαιρνε, άλλο έπεσε » σιμά στο δρόμο, κι’ ήρθαν τα πουλιά και τόφαγαν. » Κι άλλο έπεσε σε πετρότοπους κι’ όπου δεν είχε » χώμα πολύ, κι’ αμέσως βγήκε με το να μην είχε » βάθος γης, και σα βγήκε ο ήλιος κάηκαν, κι’ όντας » δίχως ρίζα ξεράθηκαν. Κι' άλλο έπεσε στ' αγκά- » θια, και μεγάλωσαν τ' αγκάθια και το συνεπνίξανε » και δεν έδωκε καρπό. Κι' άλλα πέσανε στο χώμα » το καλό, κι’ έδιναν καρπό βγαίνοντας και μεγα- » λώνοντας, κι’ έβγαζαν τριάντα κι’ εξήντα κι’ εκα- » τό». Κι' έλεγε «Όπιος έχει αυτιά ν' ακούει, ας » ακούει».

18. Κι' όταν έμεινε μονάχος, τόνε ρωτούσαν οι γύρω του με τους δώδεκα τις παραβολές. Και τους έλεγε «Εσάς σας δόθηκε το μυστήριο της βασιλείας » του Θεού, μα σ' εκείνους τους όξω όλα με παραβο- » λές τους γίνουνται, [έτσι] που βλέποντας να βλέπουν » και να μη δουν, κι’ ακούοντας ν' ακούν και να μη » νιώθουν, μήπως γυρίσουν και τους συχωρεθούν». Και τους λέει «Δεν τη νιώσατε αυτή την παραβολή, και » πώς θα νιώστε όλες τις παραβολές; Ο σπάρτης το » λόγο σπαίρνει. Κι' αυτοί 'ναι οι σιμά στο δρόμο » όπου σπαίρνεται ο λόγος, [αυτοί] που σαν ακούσουν, » φτάνει ο Σατανάς αμέσως κι’ αφαιρεί το λόγο το » σπαρμένο τους. Και το ίδιο, αυτοί 'ναι οι σπαρμέ- » νοι στους πετρότοπους, που σαν ακούσουνε το λόγο, » ευτύς μετά χαράς τόνε δέχουνται, και δεν έχουνε » ρίζα μέσα τους μόνε είναι πρόσκαιροι• κατόπι α γί- » νει για το λόγο συφορά ή καταδρομή, ευτύς σκουν- » τάφτουν. Κι' άλλοι είναι όσοι σπαίρνουνται στ' αγ- » κάθια• αυτοί 'ναι π' άκουσαν το λόγο, κι’ οι συλλο- » γές του κόσμου κι’ η απάτη του πλούτου κι’ οι πό- » θοι γύρω στ' άλλα μπαίνουνε μέσα και συνεπνίγουνε » το λόγο και γίνεται άκαρπος. Κι εκείνοι 'ναι οι » σπαρμένοι στο καλό το χώμα, [αυτοί] π' ακούν το » λόγο και τόνε δέχουνται, και καρποφορούν τριάντα » κι’ εξήντα κι’ εκατό».

Και τους έλεγε πως «Μήπως έρχεται ο λύχνος για » να βαλθεί κάτου από το κοιλό ή από το κλινάρι, » [κι’] όχι να βαλθεί στο λυχνοστάτη απάνου; Γιατί » κρυμένο δεν υπάρχει παρά θα φανερωθεί, μηδ' έγινε » κρυφό μόνε για να φανερωθεί. Αν έχει αυτιά κανείς » ν' ακούει, ας ακούει».

Και τους έλεγε «Προσέχετε τι ακούτε. Μ' ό,τι » μέτρο μετράτε θα σας μετρηθεί, και παραπάνου » ακόμα. Γιατί όπιος έχει θαν του δοθεί• κι’ όπιος δεν » έχει θαν του πάρουν κι’ ό,τι έχει».

Κι' έλεγε «Έτσι 'ναι η βασιλεία του Θεού, σα να » ρήξει άνθρωπος στη γη το σπόρο και κοιμάται και » σηκώνεται νύχτα και μέρα, κι’ ο σπόρος βλασταί- » νει κι’ αψηλώνει, πώς, δεν ξέρει ο ίδιος. Αυτόθελα » η γη καρποφορεί πρώτα χόρτο, κατόπι αστάχι, » έπειτα μεστό το στάρι μέσα στ' αστάχι• κι’ όταν » ο καρπός παραχωρήσει, αμέσως στέλνει το δρεπάνι, » γιατί έφτασε ο θέρος».

