# Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31802/index.md

« Κι' αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, » υποκριτάδες, γιατί κλείνετε τη βασιλεία των ουρα- » νών στην όψη των ανθρώπων γιατί εσείς δε μπαί- » νετε, μα κι’ όσους μπαίνουν δεν αφίνετε να μπουν. » 131. Αλίμονο σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, » υποκριτάδες, τι γυρίζετε θάλασσα και στεριά να » κάντε ένα νιοφώτιστο, και σα γενεί τον κάντε γιο » της γέεννας χειρότερό σας. Αλίμονο σας, οδηγοί » τυφλοί, που λέτε _ Όπιος αμώσει στο ναό, δεν είναι » τίποτα• _ μα όπιος αμώσει στο χρυσάφι του ναού, » χρωστά _ . Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι 'ναι μεγαλύ- » τερο, το χρυσάφι ή ο ναός π' αγιάζει το χρυσάφι; » κι’ όπιος αμώσει στο θυσιαστήρι, δεν είναι τίποτα• » μα όπιος αμώσει στο χάρισμα τ' απάνου του, » χρωστά. Λωλοί και τυφλοί, γιατί τι 'ναι μεγαλύ- » τερο, το χάρισμα ή το θυσιαστήρι π' αγιάζει το » χάρισμα; Όπιος λοιπόν αμώσει στο θυσιαστήρι, » ορκίζεται σ' αυτό και σ' όλα απάνου του• κι’ όπιος » αμώσει στο ναό, ορκίζεται σ' αυτόν και στον κα- » τοικό του κι’ όπιος αμώσει στον ουρανό, ορκίζεται » στο θρόνο του Θεού και στον καθισμένο απάνου.

» 132. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι υ- » ποκριτάδες, γιατί δίνετε το δέκατο από το διόσμο » κι άνηθο και κύμινο, κι’ αφήκατε τα πιο βαριά του » Νόμου, τη δικιοσύνη και σπλαχνιά και πίστη. Μα » αυτά να κάνετε έπρεπε κι’ εκείνα να μην αφίστε. » Οδηγοί τυφλοί, που το κουνούπι το στραγγίζετε » και καταπίνετε την γκαμήλα. 133. Αλίμονό σας, » διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκριτάδες, γιατί πα- » στρεύετε απ' όξω το ποτήρι και σκουτέλλι, και μέσα » 'ναι αρπαγή γιομάτα και παραλυσία. Φαρισαίε τυ- » φλέ, πάστρεψε πρώτα μέσα το ποτήρι και σκουτέλλι, » για να γενεί του και τ' απ' όξω παστρικό. 134. » Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρισαίοι, υποκρι- » τάδες, γιατί μιάζετε σαν τάφους ασπρισμένους, π' » απ' όξω ναι μεν φαίνουνται όμορφοι, μα μέσα 'ναι » γιομάτοι κόκκαλα νεκρά και κάθε λέρα. Έτσι κι’ » εσείς ναι μεν απ' όξω φαίνεστε άγιοι στους ανθρώ- » πους, μα μέσα είστε γιομάτοι υποκρισία κι’ ανο- » μιά. 135. Αλίμονό σας, διαβασμένοι και Φαρι- » σαίοι, υποκριτάδες, γιατί χτίζετε των προφητών » τους τάφους και στολίζετε τα μνήματα των άγιων, » και λέτε Α ζούσαμε στα χρόνια των πατέρων » μας, μαζί τους δε θα συντροφιάζαμε στων προφη- » τών το αίμα. Έτσι μόνοι σας κατηγοριέστε το » πως είστε γιοι τους — εκείνων που σκοτώσαν τους » προφήτες — κι εσείς θα συμπληρώστε των πατέρων » σας το μέτρος. Φείδια, οχιάς γεννήματα, πώς θα » γλυτώστε από της γέεννας την καταδίκη; Για » τούτο εγώ νά στέλνω σας προφήτες και σοφούς και » διαβασμένους• μερικούς τους θα σκοτώστε και σταυ- » ρώστε, και μερικούς θα βουρδουλίστε μέσ' στα » συναγώγια σας και θενά διώξτε από μια χώρα » σ' άλλη, έτσι για να πέσει απάνου σας κάθ' αίμα » ενάρετο που χύνεται στη γη, από το αίμα τ' Άβελ » του ενάρετου ως στο αίμα Ζαχαρία, γιου του Βαρα- » χία, που τον σφάξατε ανάμεσα από το ναό και το » θυσιαστήρι. Αληθινά σας λέω, θα πέσουν όλα αυτά » σ' αυτή τη γενεά. Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ εσύ » που θανατώνεις τους προφήτες και πετροβολάς τους » αποστόλους σου, πόσες φορές δε θέλησα να πε- » ριμάσω τα παιδιά σου, έτσι όπως περιμαζεύει η » όρνιθα τα ορνίθια της κάτου από τις φτερούγες, » και δε θελήσατε! Νά, σας παραιτούν το σπίτι » σας. Γιατί σας λέω, δε θα με δείτε τώρα πια ως να » πείτε _ Βλογητός αυτός που φτάνει στ' όνομα του » Κυρίου _ ».

136. Και βγήκε ο Ιησούς από τα ναό και περ-[24] » πατούσε, κι’ ήρθαν οι μαθητάδες του ναν του δεί- » ξουνε τα χτίρια του ναού. Κι' ο Ιησούς αποκρίθη » και τους είπε «Δε βλέπετε όλα αυτά; Αληθινά σας » λέω, πέτρα απάνου σε πέτρα εδώ δε θ' αφεθεί που » να μην γκρεμιστεί».

137. Κι' ενώ καθότανε στο Ελιοβούνι απάνου, πήγαν κοντά του οι μαθητάδες χωριστά και λεν « Πες μας, πότε αυτά θα γίνουν; και πιο το σημάδι » της παρουσίας σου και του τελιωμού του κόσμου;» Κι' ο Ιησούς αποκρίθη και τους είπε «Κοιτάξτε μη » σας πλανέσει κανείς. Γιατί πολλοί θαρθούνε στ' » όνομά μου λέγοντας Εγώ 'μαι ο Χριστός, και πολ- » λούς θα πλανέσουν. Και σας μέλλεται ν' ακούστε » πολέμους και φήμες πολέμων. Τηράτε, μην τα- » ράττεστε• γιατί πρέπει να γίνουνε, μα δεν είναι » ακόμα το τέλος. Τι θα σηκωθεί έθνος να χτυπήσει » έθνος και βασιλεία να χτυπήσει βασιλεία, και θα » γίνουν πείνες και σεισμοί εδώ κι’ εκεί. Όμως όλα » αυτά πόνων αρχή. Τότες θα σας παραδώσουνε σε » δεινά και θα σας θανατώσουν, κι’ όλα τα έθνη θα » σας μισούνε για τ' όνομά μου. Και τότες θα πέ- » σουνε σε πειρασμό πολλοί, και θα παραδοθούν ανά- » μεσά τους και θα μισηθούν. Και πολλοί ψευτοπρο- » φήτες θα φανούν και θα πλανέσουνε πολλούς. Και » με το να πληθήνει η αμαρτία θα κρυώσει των » πολλών η αγάπη. Μα όπιος κάνει απομονή ως στο » τέλος, αυτός θα σωθεί. Και θα κηρυχτεί τούτο το » καλό το μήνημα της βασιλείας μέσ' στην οικου- » μένη όλη για να φωτιστούν όλα τα έθνη. Και τό- » τες θα φτάσει το τέλος.

» Ότα λοιπόν του ρημαγμού το σίχαμα το ειπω- » μένο μέσο του Δανιήλ του προφήτη το δείτε και » στέκει μέσα σ' αγιασμένον τόπο (όπιος διαβάζει ας » εννοεί), τότες οι μέσα στην Ιουδαία ας φεύγουνε » στα όρη, ο στο δώμα απάνου ας μην κατέβει να » πάρει από το σπίτι του τα πράματά [του], κι’ ο » μέσα στο χωράφι ας μη γυρίσει πίσω να πάρει το » ρούχο του. Κι' αλίμονο στις έγκυες κι’ όσες βυζαί- » νουν τότες. Και προσεύκεστε να μη γενεί η φυγή » σας χειμώνα μήτε σαββάτο• γιατί θα γίνει τότες » συφορά μεγάλη, τέτια που δεν έγινε από την αρ- » χή του κόσμου ως τα τώρα, κι’ ούτε θα γίνει. Και » να μη ήθελε κολοβωθούν αυτές οι μέρες, σάρκα δε » θα γλύτωνε• μόνε για τους εκλεχτούς θενά κολοβω- » θούν αυτές οι μέρες. Τότες α σας πει κανείς Νά εδώ » ο Χριστός ή εδώ, μην πιστεύετε. Τι θα φανούν ψευ- » τόχριστοι και ψευτοπροφήτες, και θα δείξουνε ση- » μάδια μεγάλα και τέρατα, τόσο που να πλανέ- » σουν, α γίνεται, και τους εκλεχτούς. Νά, από » πριν σας τόπα. Α λοιπόν σας πούνε Νά στην ερη- » μιά 'ναι, μη βγείτε• Νά μέσα στα κελλιά, να μην » πιστέψτε. Γιατί όπως από την ανατολή προβάλλει » η αστραπή και φαίνεται ως στη δύση, έτσι θα γίνει » η παρουσία του γιου τ' ανθρώπου. Όπου 'ναι το ψο- » φίμι, εκεί θα μαζευτούν τα όρνια.

» Κι' ευτύς κατόπι από τη συφορά των ημερών » εκείνων θενά σκοτεινιάσει ο ήλιος, και το φως της » δε θα δώσει η σελήνη, και θα πέσουν τ' άστρα από » τον ουρανό, και στα ουράνια κάθε δύναμη θα κλονι- » στεί. Και τότες το σημάδι θα φανεί του γιου τ' αν- » θρώπου μέσ' στον ουρανό. Και τότες θα στηθοκοπή- » σουν όλες οι φυλές της γης, και θενά δουν το γιο τ' » ανθρώπου που θα φτάνει απάνου στ' ουρανού τα σύν- » νεφα με δύναμη και δόξα πολλή. Και θα στείλει » τους αγγέλους του με σάλπιγγας μεγάλο λάλημα, » και θα συνάξουνε μαζί τους εκλεχτούς του από » τους τέσσερεις άνεμους, απ' άκρες ουρανών ως ά- » κρες τους. Μόνε από τη συκιά μάθετε την παρα- « βολή. Όταν πια απαλήνει το κλαδί της και τα » φύλλα βγουν, ξέρουν πως κοντά το καλοκαίρι• » έτσι κι’ εσείς όταν τα δείτε όλα αυτά, να ξέρτε » πως κοντά 'ναι, στη μπασιά μπροστά. Αληθινά » σας λέω, αυτή δε θα περάσει η γενεά πρι γίνουν όλα » αυτά. Ο ουρανός κι η γη θενά περάσει, όμως τα » λόγια μου δε θα περάσουν.

138.» Κι' όσο για κείνη την ημέρα κι’ ώρα, δεν » την ξέρει κανείς, μήτ' οι αγγέλοι τ' ουρανού μήτε » ο γιος εξόν ο πατέρας μόνος. Κι' όπως του Νώε οι » μέρες, έτσι θενά γίνει η παρουσία του γιου τ' αν- » θρώπου. Γιατί όπως τότες ζούσανε τις πριν τις » μέρες του κατακλυσμού τρώγοντας και πίνοντας, » παίρνοντας και δίνοντας γυναίκες, ως στην ημέρα » που ο Νώε μπήκε μέσ' στην κιβωτό, κι’ είδηση » δεν είχαν όσο πούφτασε ο κατακλυσμός και συνε- » πήρε όλους, έτσι θα γίνει η παρουσία του γιου τ' αν- » θρώπου. Τότες διο θάναι στο χωράφι, ένας παίρ- » νεται μαζί κι’ ο άλλος [τους] αφίνεται• διο π' αλέ- » θουν με το μύλο, μια τους παίρνεται μαζί κι’ η » άλλη αφίνεται. Ξαγρυπνάτε το λοιπόν, τι δεν ξέ- » ρετε πια μέρα έρχεται ο αφέντης σας. Μα μάθετε » το αυτό, πως αν ο νοικοκύρης ήξερε σε πια [νυχτο]- » φρουρά θα φτάσει ο κλέφτης, θ' αγρύπναε και δεν » άφινε ναν του τρυπήσουνε το σπίτι. Για τούτο » ετοιμάζεστε κι’ εσείς, γιατί την ώρα που δεν καρ- » τεράτε φτάνει ο γιος τ' ανθρώπου.

139. » Πιος άραγε είναι ο σκλάβος ο πιστός και » φρόνιμος, που τόνε διόρισε ο αφέντης κεφαλή των » δούλων του για ναν τους δίνει και να τρων στην » ώρα [τους]; Χαρά στο σκλάβο εκείνο, που σαν έρθει » ο αφέντης του θα βρει τον πως το κάνει. Αληθινά » σας λέω, πως σ' όλα τα υπάρχοντά του θαν τόνε » διορίσει κεφαλή. Αν όμως πει μέσ' στην καρδιά » του εκείνος ο κακός ο σκλάβος Ο αφεντικός μου » αργεί, κι’ αρχίσει τους συντρόφους του και τους » χτυπά, κι’ αν τρώει και πίνει με τους μεθυσμένους, » θα φτάσει αυτού του σκλάβου ο αφέντης την ημέρα » που δεν καρτερά και την ώρα που δεν ξέρει, και » διο κομάτια θαν τον κόψει και θα βάλει στων υπο- » κριτάδων τη σειρά• εκεί θα 'ναι το κλάψε και το » τρίξε των δοντιών.

140.» Τότε θα μιάσει η βασιλεία των ουρανών με [25] » δέκα κόρες που πήραν τα λυχνάρια τους και βγή- » κανε για ν' απαντήσουν το γαμπρό, κι’ είταν οι » πέντε τους ασυλλόγιστες κι’ οι πέντε γνωστικές. Τι » οι ασυλλόγιστες σαν πήραν τα λυχνάρια τους, δεν » πήρανε μαζί τους λάδι• οι γνωστικές ως τόσο πή- » ρανε μέσα στους λαδολόγους λάδι με τους λύχ- » νους τους μαζί. Κι' αργώντας ο γαμπρός, νυστά- » ξανε όλες και κοιμούνταν. Κι' ακούστη τα με- » σάνυχτα φωνή Νά ο γαμπρός• βγάτε ναν τον » απαντήστε. Τότες αυτές οι κόρες σηκωθήκανε όλες » και διορθώσανε τους λύχνους τους. Κι' είπαν οι » ασυλλόγιστες στις γνωστικές Δώστε μας απ' το » λάδι σας, τι οι λύχνοι μας σβύνουν. Κι' απάντη- » σαν οι γνωστικές και λεν Ίσως δε σώσει για τις » διο• πηγαίνετε καλύτερα στους πουλητάδες κι’ » αγοράστε για τα σας. Κι' ενώ πηγαίνανε για ν' » αγοράσουν, έφτασε ο γαμπρός, και μπήκανε μαζί » του στις χαρές οι έτοιμες και κλείστη η πόρτα. Κι' » έρχουνται ύστερα κι’ οι άλλες κόρες κι’ έλεγαν » Αφέντη, αφέντη, άνοιξέ μας. Κι' εκείνος αποκρίθη » κι’ είπε Αληθινά σας λέω, δε σας ξέρω. Ξαγρυ- » πνάτε το λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε τη μέρα μήτε » την ώρα.

» Γιατί όπιος άνθρωπος που πήγαινε στην ξενιτιά » φώναξε τους σκλάβους του και τους παράδωκε το » βιο του, κι’ έδωκε σ' άλλον πέντε τάλαντα, και σ' » άλλονε διο, και σ' άλλον ένα, στον καθένα κατά » την αξία του, και ξενιτεύτηκε• αμέσως πήγε εκεί- » νος πούλαβε τα πέντε τάλαντα και δούλεψε μ' » αυτά και κέρδισε άλλα πέντε. Έτσι κι’ ο άλλος » με τα διο κέρδισε άλλα διο. Όμως ο άλλος πού- » λαβε το ένα πήγε κι’ έσκαψε τη γη κι’ έθαψε » τ' αφέντη του το χρήμα. Και πολύν καιρό κατόπι » φτάνει αυτών των σκλάβων ο αφεντικός και λο- » γαριάζεται μαζί τους. Κι' εκείνος πούλαβε τα πέν- » τε τάλαντα ήρθε κι’ έφερε άλλα πέντε τάλαντα, » και λέει Αφέντη, πέντε τάλαντα μου παράδωκες• » κοίτα, κέρδισα άλλα πέντε. Τούπε ο αφέντης » του Λαμπρά, καλέ [μου] σκλάβε και πιστέ• σε » λίγα είσουνα πιστός, σε πολλά θα σε διορίσω. » Έμπα στ' αφεντικού σου το ξεφάντωμα. Κι' ήρθε » με τα διο τα τάλαντα κι’ ο άλλος κι’ είπε Αφέντη, » μου παράδωκες διο τάλαντα• κοίτα, κέρδισα άλλα » διο. Τούπε ο αφέντης του Λαμπρά, καλέ [μου] » σκλάβε και πιστέ• σε λίγα είσουνα πιστός, σε πολ- » λά θα σε διορίσω. Έμπα στ' αφεντικού σου το ξε- » φάντωμα. Μα κι’ αυτός σαν πήγε πούχε λάβει το » 'να τάλαντο, είπε Αφέντη, σ' ήξερα πως είσαι » άνθρωπος σκληρός, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες και » μαζεύοντας όπου δε σκόρπισες, κι’ από το φόβο » πήγα κι’ έθαψα το τάλαντό σου μέσ' στη γη• δες, » έχεις το δικό σου. Κι' απάντησε ο αφέντης του και » τούπε Κακέ σκλάβε κι’ ακαμάτη, ήξερες το πως θερί- » ζω όπου δεν έσπειρα και μαζεύω όπου δε σκόρπισα• » έπρεπε λοιπόν το χρήμα μου να καταθέσεις με τους » τραπεζίτες, κι’ εγώ στο γυρισμό μου θάπαιρνα με » τόκο το δικό μου. Πάρτε του λοιπόν τα τάλαντο » και δώστε το σ' εκείνον με τα δέκα τάλαντα. Τι » σ' όπιον έχει θα δοθεί και περισσέψει• κι’ όπιος δεν » έχει, θαν του πάρουν κι’ ό,τι έχει. Και τον άχρη- » στο το σκλάβο βγάλτε τόνε στο σκοτάδι το πιο » εξώτερο• εκεί θα 'ναι το κλάψε και τα τρίξε των δον- » τιών.

141.» Κι' όταν έρθει ο γιος τ' ανθρώπου μέσα » στη δόξα του κι’ όλοι οι άγγελοι μαζί του, τό- » τες θα καθήσει σε λαμπρό του θρόνο και θα συνα- » χτούν τα έθνη όλα ομπρός του, και θαν τους χω- » ρίσει κατά πως χωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα » απ' τα γίδια, και τα πρόβατα θα στήσει δεξιά » του και τα γίδια αριστερά. Τότε ο βασιλιάς θα » πει στους δεξιά του Ελάτε, οι βλογημένοι του » πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας » ετοιμάστηκε από το θεμέλιωμα του κόσμου. Για- » τί πείνασα και μου δώκατε να φάω• δίψασα και » με ποτίσατε• ξένος είμουν και με περιμαζέψα- » τε• γυμνός και με ντύσατε• αρρώστησα και με » κοιτάξατε• φυλακή είμουν κι’ ήρθατε να με δεί- » τε. Τότες θαν τ' αποκριθούν οι άγιοι και θα πουν » Κύριε, πότε σ' είδαμε πεινασμένο και σε θρέψαμε; » ή διψασμένο και σε ποτίσαμε; και πότε σ' είδαμε » ξένο και σε περιμαζέψαμε; ή γυμνό και σε ντύ- » σαμε; και πότε σ' είδαμε άρρωστο ή σε φυλακή » κι’ ήρθαμε να σε δούμε; Κι' ο βασιλέας θ' απαν- » τήσει και θαν τους πει Αληθινά σας λέω, όσο τα » κάνατε σ' ένανε από τους αδερφούς μου τούτους » τους ελάχιστους, [τόσο και] σ' εμένα το κάνατε. » 142. Τότες θα πει και στους αριστερά Πηγαίνετε » από μένα, κατάρατοι, στη φωτιά την αιώνια την » ετοιμασμένη του Διαβόλου και των αγγέλων του. » Γιατί πείνασα και δε μου δώκατε να φάω• δίψασα » και δε με ποτίσατε• ξένος είμουν και δε με περι- » μαζέψατε• γυμνός και δε με ντύσατε• άρρωστος » και σε φυλακή και δε με κοιτάξατε. Τότες θ' από- » κριθούν κι’ αυτοί και θα πουν Κύριε, πότε σ' εί- » δαμε πεινασμένο ή διψασμένο ή ξένο ή γυμνό ή » άρρωστο ή σε φυλακή, και δε σε φροντίσαμε; Τό- » τες θαν τους απαντήσει και θα πει Αληθινά σας » λέω, όσο δεν το κάνατε σ' ένανε από τούτους τους » ελάχιστους, [τόσο] μήτ' εμένα δε μου τα κάνατε. » Και θα πάνε αυτοί σε κόλαση παντοτινή, μα οι » άγιοι σε ζωή παντοτινή».

[26] 143. Και συνέβηκε, όταν τέλιωσε ο Ιησούς όλα αυτά τα λόγια, είπε στους μαθητάδες του «Ξέρετε » πως σε διο μέρες γίνεται τα πάσκα, και παραδί- » νουνε να σταυρωθεί το γιο τ' ανθρώπου».

Τότες μαζευτήκανε οι πρωτοπαπάδες κι’ οι δημο- γερόντοι στο παλάτι του αρχιπαπά που λέγουνταν Καϊάφας, και συφωνήσανε να πιάσουνε με πονηριά και να σκοτώσουν τον Ιησού. Κι' έλεγαν «Όχι τη » σκόλη, να μη γίνει ταραχή του λαού».

144. Και σαν έφτασε ο Ιησούς στη Βηθανία, στου Σίμωνα του λωβιασμένου, ήρθε γυναίκα κρα- τώντας αλαβάστρινο λαγήνι με μυρουδικό πολύ- τιμο, και του περεχούσε το κεφάλι ενώ καθόταν [κι’ έτρωγε]. Και βλέποντάς το οι μαθητάδες του αγανάχτησαν και λένε «Γιατί αυτός ο χαμός; » Γιατί μπορούσε αυτό ν' ακριβοπουληθεί και να δο- » θεί σε φτωχούς». Και τόνιωσε ο Ιησούς και τους είπε «Τι πειράζετε τη γυναίκα; Γιατί δούλεψη κα- » λή μούκανε εμένα. Τι πάντα τους φτωχούς τους » έχετε μαζί σας, μα εμένα πάντα δε μ' έχετε. Τι » βάζοντας αυτή τούτο το μυρουδικό στο κορμί μου » απάνου, για το θάψιμό μου τόκανε. Κι' αληθινά » σας λέω, όπου κι’ αν κηρυχτεί παντού στον κόσμο » τούτο το καλό το μήνημα, θα διαλαληθεί κι’ αυ- » τή το τι έκανε, ναν τη μνημονεύουν».

145. Τότες πήγε ένας από τους δώδεκα, αυτός που λέγουνταν Ιούδας Ισκαριώτης, στους πρωτοπα- πάδες κι’ είπε «Τι θα μου δώστε, κι’ εγώ θα σας τον » παραδώσω». Κι' εκείνοι τούζιασαν τριάντα αργυρά. Κι' από τότες γύρευε ευκαιρία ναν τον παραδώσει.

146. Και την πρώτη μέρα των άζυμων πήγανε στον Ιησού οι μαθητάδες και του λεν «Πού θέ- » λεις να σου ετοιμάσουμε να φας τα πάσκα;» Κι εκείνος είπε «Πηγαίνετε στη χώρα στου τάδε και » πέστε του Ο δάσκαλος λέει Ο καιρός μου σιμώνει• » μαζί σου κάνω πάσκα με τους μαθητάδες μου». Κι' έκαναν οι μαθητάδες όπως τους πρόσταξε ο Ιη- Σούς, κι’ ετοίμασαν το πάσκα.

147. Και σα βράδιασε, καθότανε μαζί με τους δώδεκα, κι’ ενώ τρώγανε είπε «Αληθινά σας λέω » πως ένας σας θα με παραδώσει». Και καταλυ- πημένοι αρχίνησαν και τούλεγε ένας ένας «Μην εί- » μαι εγώ, Κύριε;» Κι' εκείνος αποκρίθη κι’ είπε » Όπιος βουτήσει μαζί μου το χέρι στο τρυβλί, αυ- » τός θα με παραδώσει. Και ναι μεν πηγαίνει ο γιος » τ' ανθρώπου όπως γράφτηκε γι' αυτόν• όμως αλί- » μονο σ' εκείνον τον άνθρωπο που κάνει κι’ ο γιος » τ' ανθρώπου παραδίνεται• καλύτερά του να μην » είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος». Κι' απάντησε ο Ιούδας ο παραδότης του κι’ είπε «Μην είμαι » εγώ, Ραββεί;» Του λέει «Εσύ το λες».

148. Κι' ενώ τρώγανε, πήρε ο Ιησούς ψωμί, και βλόγησε και τόκοψε κομάτια, και δίνονται στους μαθητάδες είπε «Λάβετε, φάτε• αυτό 'ναι » το κορμί μου». Και παίρνοντας ποτήρι, δοξολό- γησε και τους έδωκε λέγοντας «Πιέτε από τούτο » όλοι• τι αυτό 'ναι το αίμα μου, της διαθήκης, » που χύνεται για το καλό πολλών, για να συχω- » ρεθούν οι αμαρτίες. Και σας λέω, πως από τώρα » δε θα πιώ από τούτο τ' αμπελόθρεμμα, ως στην » ημέρα που μ' εσάς καινούργιο θαν το πίνω μέσ' στη » βασιλεία του πατέρα μου». Κι' αφού ψάλανε, βγή- κανε στο Ελιοβούνι.

149. Τότες τους λέει ο Ιησούς «Όλοι σας θα » πέστε σε πειρασμό για μένα αυτή τη νύχτα. Γιατί » 'ναι γραμένο _ Θα χτυπήσω το βοσκό και θα σκορ- » πήσουνε του κοπαδιού τα πρόβατα. _ Κι' όταν » αναστηθώ, θα πάω μπροστά σας στη Γαλιλαία». Κι' ο Πέτρος απάντησε και τούπε «Όλοι αν πέσουνε » σε πειρασμό για σένα, εγώ ποτές δε θα πέσω». Κι' ο Ιησούς του είπε «Αληθινά σου λέω, πως αυτή » τη νύχτα, πρι λαλήσει πετεινός, τρεις φορές θα μ' » αρνηθείς». Του λέει ο Πέτρος «Κι' αν ανάγκη μαζί » σου να πεθάνω, δε θα σ' αρνηθώ». Έτσι είπαν κι’ όλοι οι μαθητάδες.

Τότες πηγαίνει μαζί τους ο Ιησούς σε μέρος που το λέγανε Γεθσημανεί, και λέει στους μαθητάδες « Καθήστε αυτού ως που να πάω εκεί και να προ- » σευκηθώ». Και παίρνοντας μαζί τον Πέτρο και τους διο τους γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπά- ται και να βαριοκαρδεί. Τότες τους λέει «Καταλυπη- » μένη 'ναι η ψυχή μου ως στο θάνατο• μείνατε εδώ » και ξαγρυπνάτε μαζί μου». Και προχωρώντας λίγο, έπεσε τα πίστομα και περικαλιούνταν κι’ έλεγε «Πατέρα μου, α γίνεται, ας περάσει πέρα » μου το ποτήρι αυτό• όχι όμως όπως θέλω εγώ, » μόνε όπως εσύ». Κι' έρχεται στους μαθητάδες• και τους βρίσκει κοιμισμένους, και λέει του Πέτρου « Έτσι δεν κατορθώσατε μιαν ώρα ν' αγρυπνήστε » μαζί μου; Αγρυπνάτε και προσεύκεστε για να » μην πέστε σε πειρασμό. Το πνέμα ναι πρόθυμο, » μα η σάρκα αδύναμη». 150. Πάλι πήγε δεύτερη φορά και προσευκήθηκε «Πατέρα μου, α δε γίνε- » ται να περάσει αυτό δίχως ναν το πιω, ας γίνει το » θέλημά σου». Και πήγε πάλι και τους ηύρε κοι- μισμένους, γιατί είτανε βαριά τα μάτια τους. Κι' αφίνοντάς τους πάλι πήγε και προσευκήθηκε τρίτη φορά, λέγοντας ξανά τα ίδια λόγια. Τότ' έρχεται στους μαθητάδες και τους λέει «Κοιμάστε λοιπόν » και ξεκουράζεστε• γιατί νά σίμωσε η ώρα κι’ ο » γιος τ' ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτω- » λών. Σηκωθείτε, ας πάμε• να σίμωσε ο παραδότης » μου».

151. Κι' ενώ μιλούσε ακόμα, να ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε, και μαζί του πλήθος πο- λύ με σπαθιά και ξύλα από τους πρωτοπαπάδες και δημογερόντους. Κι' ο παραδότης του τους έ- δωκε σημάδι κι’ είπε «Όπιονε φιλήσω, αυτός εί- » ναι• πιάστε τον». Κι' αμέσως πήγε στον Ιησού κι’ είπε «Σε χαιρετώ, Ραββεί», και τόνε φίλησε. Κι' ο Ιησούς του είπε «Φίλε, τι θέλεις κι’ ήρθες;» Τότ' ήρθαν και βάλανε χέρι απάνου στον Ιησού και τον έπιασαν. Και να ένας από τους συντρό- φους του άπλωσε το χέρι κι’ έσηρε το σπαθί του, και χτύπησε τα σκλάβο του πρωτοπαπά και τού- κοψε τ' αυτί. Τότες του λέει ο Ιησούς «Γύρισε το » σπαθί σου στον τόπο του• γιατί όπιος έπιασε » σπαθί, με σπαθί θα πάει. Ή θαρρείς πως δε μπορώ » να κράξω του πατέρα μου, και θα μου παρατά- » ξει τώρα πιο πολλούς αγγέλους παρά δώδεκα λε- » γιώνες; Λοιπόν πως θ' αληθέψουν οι Γραφές, πως » έτσι πρέπει να γενεί;» 152. Εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στα πλήθη «Λες για κακούργο βγήκατε με » σπαθιά και ξύλα να με πιάστε. Καθεμέρα μέσα στο » ναό κάθουμουν και δίδασκα, και δε με πιάσατε. » Όμως αυτό όλο έγινε για ν' αληθέψουν οι Γραφές » των προφητών». Τότες οι μαθητάδες του τον αφή- καν όλοι κι’ έφυγαν.

Κι' εκείνοι που σύλλαβαν τον Ιησού τον πήγανε στου Καϊάφα του αρχιπαπά, όπου μαζεύτηκαν οι διαβασμένοι κι’ οι δημογερόντοι. Κι' ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως στο παλάτι του αρχι- παπά, και μπήκε μέσα και καθότανε μαζί με τους κλητήρες για να δει το τέλος. 153. Κι' οι αρχιπα- πάδες κι’ όλη η σύνοδο ζητούσαν ψευτομαρτυριά για να σκοτώσουν τον Ιησού, και δεν ηύρανε, κι’ ας πήγανε πολλοί ψευτομαρτύροι. Μα πήγανε διο κατόπι κι’ είπαν «Αυτός είπε Μπορώ να χαλάσω το » ναό του Θεού και σε τρεις μέρες ναν τον χτίσω». Κι' ο αρχιπαπάς σηκώθηκε και τούπε «Δεν απαντάς » τι σε κατηγορούν αυτοί;» Κι' ο Ιησούς σωπούσε. Κι' ο αρχιπαπάς του είπε «Σε ξορκίζω στο θεό που » ζει, πες μας αν εσύ 'σαι ο Χριστός, ο γιος του » Θεού». Του λέει ο Ιησούς «Εσύ το λες. Όμως » σας λέω, σε λίγο θα δείτε τα γιο τ' ανθρώπου που » καθισμένος δεξιά απ' τη Δύναμη θα φτάνει απάνου » στ' ουρανού τα σύννεφα». Τότες ξέσκισε ο αρχιπαπάς τα φορέματά του κι’ είπε «Ασέβησε• τι θέλουμε πια » μαρτύρους; Νά, τώρα ακούσατε την ασέβεια• τι » λέτε;» Κι' απάντησαν κι’ είπαν «Του πρέπει θά- » νατος». Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τόνε μπάτσισαν, κι’ άλλοι τόνε ραβδίσανε λέγοντας «Προ- » φήτεψέ μας, Χριστέ, πιος σε χτύπησε».

154. Κι' ο Πέτρος είταν καθισμένος όξω στην αυλή, κι’ ήρθε κοντά του μια κοπέλλα κι’ είπε « Κι' εσύ είσουνα με τον Ιησού το Γαλιλαίο». Κι' αυτός αρνήθη μπροστά σ' όλους κι’ είπε «Δεν ξέρω » τι λες». Και σα βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει στους εκεί «Αυτός είτανε με τον » Ιησού το Ναζωραίο». Και πάλι αρνήθη μ' όρκο πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Και σε λίγο πή- γαν οι παρόντες κι’ είπανε του Πέτρου «Αληθινά » από κείνους είσαι κι’ εσύ• γιατί η λαλιά σου σε » μαρτυρά». Τότ' άρχισε να καταριέται και να ορ- κίζεται πως «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι' αμέ- σως λάλησε πετεινός, και θυμήθη ο Πέτρος το λόγο του Ιησού πούχε πει, πως «Πρι λαλήσει πετεινός, » τρεις φορές θα μ' αρνηθείς». Και βγήκε όξω κι’ έ- κλαψε πικρά.

[27] 155. Και σαν ξημέρωσε, συφώνησαν όλοι οι πρω- τοπαπάδες κι’ οι δημογερόντοι το να θανατώσουν τον Ιησού• κι’ αφού τον έδεσαν, τον πήραν και τον παραδώκανε στον Πειλάτο, τον αρχηγό.

156. Τότες όταν είδε ο Ιούδας ο παραδότης του πως καταδικάστηκε, μετάνιωσε και γύρισε τα τρι- άντα τ' αργυρά στους πρωτοπαπάδες και δημογε- ρόντους λέγοντας «Αμάρτησα παραδίνοντας αίμα » αθώο». Κι' εκείνοι είπαν «Και τι μ' εμάς; Εσύ » συλλογίσου το». Και πετώντας τ' αργυρά μέσα στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. Και πήραν τ' αργυρά οι πρωτοπαπάδες κι’ είπανε «Δεν πρέπει ναν » τα βάλουμε στον Κορβανά, επειδή 'ναι πλερωμή » για αίμα». Και συφωνήσανε απ' αυτά κι’ αγό- ρασαν το χωράφι του κεραμιδά για νεκροταφείο των ξένων γι' αυτό ονομάστη το χωράφι εκείνο _ αιμα- τοχώραφο _ ως στα σήμερα. Τότες αλήθεψε το ειπω- μένο μέσο του Ιερεμία του προφήτη, που λέει _ Και πήραν τα τριάντα τ' αργυρά, τ' αντίτιμο του τιμη- μένου, που τίμησαν από τους γιους του Ισραήλ, και τάδωκαν για το χωράφι του κεραμιδά καθώς ο Κύ- ριος με πρόσταξε _ .

