# Η Νέα Διαθήκη : κατά το Βατικανό Χειρόγραφο

## Part 16

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31802/index.md

Για τούτο λοιπόν πιο πολύ ζητούσανε ναν τόνε θα- νατώσουν οι Ιουδαίοι, γιατί όχι μοναχά χαλνούσε το σαββάτο, παρά και πατέρα του έλεγε το Θεό κάνον- τας τον εαυτό του ίσο του Θεού. Αποκρίθη λοιπόν και τους έλεγε «Αλήθια αλήθια σας λέω, τίποτα δε μπο- » ρεί να κάνει μοναχός του ο γιος, εξόν α βλέπει τον » πατέρα που [το] κάνει• γιατί όσα κάνει εκείνος, αυτά » το ίδιο κάνει κι’ ο γιος. Γιατί ο πατέρας αγαπά το » γιο κι’ όλα του τα δείχνει όσα κάνει ο ίδιος, και » μεγαλύτερά τους θαν του δείξει έργα, που ν' απο- » ρείτε εσείς• γιατί όπως ο πατέρας ανασταίνει τους » νεκρούς και ζωντανεύει, έτσι κι’ ο γιος όσους θέ- » λει ζωντανεύει. Γιατί και δεν καταδικάζει ο πατέ- » μας κανένα, μόνε κάθε καταδίκη την έδωκε του γιου, » π' όλοι να τιμούν το γιο καθώς τιμούνε τον πατέρα. » Όπιος δεν τιμά το γιο, δεν τιμά τον πατέρα που » τον έστειλε. Αλήθια αλήθια σας λέω, πως όπιος α- » κούει το λόγο μου και πιστεύει το στάλτη μου, έχει » ζωή παντοτινή και δεν πάει σε καταδίκη, μονάχα » πέρασε από το θάνατο στη ζωή. Αλήθια αλήθια σας » λέω, πως φτάνει ώρα κι’ ήρθε τώρα όταν οι νεκροί » θ' ακούσουν τη φωνή του γιου του Θεού, κι’ όσοι α- » κούσουνε θα ζήσουν. Γιατί όπως ο πατέρας έχει μέσα » του ζωή, έτσι και του γιου τούδωκε κι’ έχει μέσα » του ζωή και τούδωκε εξουσία να καταδικάζει, γιατί » είναι γιος ανθρώπου. Μην απορείτε αυτό, το πως » φτάνει ώρα όταν όλοι μέσ' στα μνήματα θ' ακούσουν » τη φωνή του, και θα βγούνε οι εργάτες του καλού » σ' ανάσταση ζωής κι’ οι εργάτες του κακού σ' ανά- » σταση καταδίκης. Δε μπορώ από μένα εγώ να κάνω » τίποτα• καθώς ακούω καταδικάζω, κι’ η καταδίκη » μου είναι δίκια, γιατί δε γυρεύω το δικό μου θέλημα » παρά το θέλημα του στάλτη μου. Αν εγώ κηρύ- » χνουμαι ο ίδιος, δεν είναι αληθινό το κήρυγμά μου• » άλλος με κηρύχνει, και ξέρω πως είναι αληθινό το » κήρυγμά του που κηρύχνει για μένα. Εσείς στείλατε » στον Ιωάνη και κήρυξε την αλήθια• εγώ όμως δε » γυρεύω ανθρώπου κήρυγμα, παρά σας λέω αυτά για » να σωθείτε εσείς. Εκείνος είταν το λυχνάρι πούταν » αναμένο κι’ έφεγγε, κι’ εσείς θελήσατε στο φως του » να χαρείτε μια στιγμή. Εγώ όμως έχω κήρυγμα » μεγαλύτερο από του Ιωάνη• γιατί τα έργα που μού- » δωκε ο πατέρας να βγάλω πέρα, τα έργα αυτά που » κάνω είναι κηρυχτής μου πως ο πατέρας μ' έστειλε. » Κι' ο πατέρας που μ' έστειλε, εκείνος με κήρυξε. » Μήτε ποτές φωνή του ακόμα δεν ακούσατε μήτε εί- » δατε μορφή του, και το λόγο του δεν τον κρατάτε » μέσα σας, γιατί τον αποσταλμένο του, αυτόν εσείς » δεν τον πιστεύετε. Τις Γραφές τις ψάχνετε γιατί » θαρρείτε πως μ' αυτές λαβαίνετε ζωή παντοτινή• κι’ » εκείνες είναι κηρυχτής μου, και δε θέλετε σ' εμένα » νάρθετε για νάχετε ζωή. Δόξα απ' ανθρώπους δε » ζητώ, παρά [σας τα λέω γιατί] σας ξέρω πως μέσα » σας δεν έχετε την αγάπη του Θεού. Εγώ ήρθα στ' » όνομα του πατέρα μου, και δε με δέχεστε• αν άλ- » λος έρθει σ' όνομα δικό του, εκείνον θα δεχτείτε. » Πώς μπορείτε εσείς να πιστέψτε, που γυρεύετε ένας » δόξα από τον άλλον, και τη δόξα που δίνει ο μόνος » δε γυρεύετε; Μη νομίζετε πως θα σας κατηγορήσω » εγώ στον πατέρα• υπάρχει ο κατήγορος σας στον » πατέρα, ο Μωυσής που εσείς στηρίζεστε. Γιατί αν » πιστεύατε το Μωυσή, θα με πιστεύατε [κι’] εμένα• » γιατί εκείνος έγραψε για μένα. Αν όμως τα γραμένα » εκείνου δεν πιστεύετε, πώς πιστεύετε τα λόγια μου;»

[6] 16. Κατόπι πήγε ο Ιησούς αντίπερα της λίμνης της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδας• και τον ακολουθούσε λαός πολύς, γιατί θωρούσαν τα σημάδια πούκανε με τους αρρώστους. Κι' ανέβη το βουνό ο Ιησούς και κά- θουνταν εκεί με τους μαθητάδες του. Και κόντευε το πάσκα, η σκόλη των Ιουδαίων. Σήκωσε λοιπόν τα μάτια ο Ιησούς, και θωρώντας πως έρχεται πολύς λαός ναν τόνε βρει, λέει του Φιλίππου «Πού θ' αγο- » ράσουμε ψωμιά για να φάνε αυτοί;» Κι' αυτό τό- λεγε δοκιμάζοντάς τον γιατί ο ίδιος ήξερε τι θα κάνει. Τ' αποκρίθη ο Φίλιππος «Διακόσα δηνάρια ψωμί δεν » τους φτάνει για να πάρουν όλοι λίγο». Του λέει ένας μαθητής του, ο Αντρέας ο αδερφός του Σίμωνα του Πέτρου «Είναι ένα παιδί εδώ κι’ έχει πέντε κριθαρό- » ψομα και διο ψάρια• μα τι είναι αυτά για τόσους;» Είπε ο Ιησούς «Βάλτε τους ανθρώπους να καθήσουν». Κι' είχε εκεί χορτάρια πολλά. Καθήσανε λοιπόν οι αν- θρώποι, αριθμός ως πέντε χιλιάδες. Πήρε λοιπόν τα ψωμιά ο Ιησούς, κι’ αφού δοξολόγησε μοίρασε στους καθισμένους• το ίδιο κι’ από τα ψάρια όσο ήθελαν. Κι' αφού χορτάσανε, λέει στους μαθητάδες του «Μα- » ζέψτε τα κομάτια που περίσσεψαν, για να μη χαθεί » τίποτα». Μαζέψανε λοιπόν, και γιομίσανε δώδεκα καλάθια με κομάτια από τα πέντε κριθαρόψωμα που περίσσευαν απ' όσους έφαγαν. Οι ανθρώποι λοιπόν σαν είδαν τι σημάδια έκανε, έλεγαν πως «Αυτός είναι » αληθινά ο Προφήτης πούρχεται στον κόσμο».

17. Ο Ιησούς λοιπόν όταν ένιωσε πως σκοπεύουνε ναρθούν και ναν τον αρπάξουν για ναν τον κάνουνε βασιλέα, έφυγε πάλι στο βουνό καταμόναχος. Και σα βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητάδες του στη λίμνη, και μπήκανε σε καράβι και πήγαιναν αντίπερα της λίμνης στην Καφαρναούμ. Κι' είχε σκοτεινιάσει πια κι’ ο Ιη- σούς δεν είχε φτάσει ακόμα, κι’ η λίμνη φυσώντας ά- νεμος μεγάλος φούσκωνε. Σαν τραβήξανε λοιπόν ως εικοσιπέντε στάδια ή τριάντα, βλέπουν τον Ιησού που περπατούσε στη λίμνη απάνου και σίμωνε στο καράβι, και φοβήθηκαν. Κι' εκείνος τους λέει «Εγώ είμαι, μη » φοβάστε». Θέλανε λοιπόν ναν τον πάρουνε στο κα- ράβι, κι’ αμέσως βρέθηκε το καράβι στην ξηρά [εκεί] που πήγαιναν.

18. Την κατόπι μέρα το πλήθος πούστεκε στ' αν- τικρυνά της λίμνης είδαν πως άλλη βάρκα εκεί δεν είταν εξόνε μια και πως δε μπήκε μαζί με τους μα- θητάδες του ο Ιησούς στο καράβι, παρά [πως] έφυγαν οι μαθητάδες μοναχοί (άλλα καράβια ήρθαν από την Τιβεριάδα κοντά στο μέρος πούφαγαν το ψωμί σα δο- ξολόγησε ο Κύριος)• ότα λοιπόν είδε ο λαός πως ο Ιη- σούς δεν είναι εκεί, μήτε οι μαθητάδες του, μπήκανε αυτοί στις βάρκες κι’ ήρθανε στην Καφαρναούμ ζη- τώντας τον Ιησού, κι’ όταν τον ηύρανε στ' αντικρυνά της λίμνης, τούπανε «Ραββεί, πότε έφτασες εδώ;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς κι’ είπε «Αλήθια αλήθια » σας λέω, με ζητάτε όχι γιατί είδατε σημάδια, μόνε » γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε. Εργά- » ζεστε όχι για τη θροφή που χάνεται, παρά για τη » θροφή που μένει ως σε ζωή παντοτινή, που θα σας » δώσει, ο γιος τ' ανθρώπου• γιατί εκείνον όρισε με τη » σφραγίδα του ο πατέρας, ο Θεός». Τούπανε λοιπόν « Τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα του » Θεού; » Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Αυτό » 'ναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε τον απόστολό » του». Τούπανε λοιπόν «Λοιπόν τι σημάδι κάνεις » εσύ που να δούμε και να σε πιστέψουμε; τι [έργο] » εργάζεσαι; Οι πατέρες μας φάγανε στην έρημο το » μάννα, καθώς είναι γραμένο _ Ψωμί τους έδωκε από » τον ουρανό να φάνε _ ». Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς « Αλήθια αλήθια σας λέω, δε σας έδωκε ο Μωυσής το » ψωμί από τον ουρανό, μόνε ο πατέρας μου σας δίνει » από τον ουρανό το ψωμί τ' αληθινό• γιατί το ψωμί » του Θεού είναι όπιο κατεβαίνει από τον ουρανό δί- » νοντας ζωή του κόσμου». Τούπανε λοιπόν «Κύριε, » πάντα δίνε μας αυτό το ψωμί». Τους είπε ο Ιησούς « Εγώ είμαι το ψωμί της ζωής. Όπιος έρχεται σ' εμέ- » να δε θα πεινάσει, κι’ όπιος με πιστεύει δε θα διψά- » σει ποτές. Όμως σας είπα πώς Και μ' είδατε και δεν » πιστεύετε. Ό,τι δίνει μου ο πατέρας σ' εμένα θάρθει, » κι’ όπιος έρχεται σ' εμένα δε θαν τόνε βγάλω όξω, » γιατί κατέβηκα από τον ουρανό όχι για να κάνω το » θέλημα το δικό μου παρά το θέλημα του στάλτη » μου. Και το θέλημα του στάλτη μου είναι αυτό, » απ' ό,τι μούδωκε να μη χάσω τίποτα, μόνε ναν τ' α- » ναστήσω τη στερνή τη μέρα. Γιατί ετούτο 'ναι το » θέλημα του πατέρα μου, το όπιος θωρά το γιο και » τον πιστεύει νάχει ζωή παντοτινή και ναν τον ανα- » στήσω εγώ τη στερνή τη μέρα».

19. Αγαναχτούσανε λοιπόν μαζί του οι Ιουδαίοι γιατί είπε «Εγώ 'μαι το ψωμί που κατέβηκε από τον » ουρανό», και λέγανε «Δεν είναι αυτός ο Ιησούς, ο » γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα » του και τη μητέρα; Πώς τώρα λέει πως Κατέβηκα » από τον ουρανό;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Μην αγαναχτείτε μεταξύ σας. Κανείς δε μπορεί » νάρθει σ' εμένα εξόν αν τόνε σήρει ο πατέρας που » μ' έστειλε, κι’ εγώ θαν τον αναστήσω τη στερνή τη » μέρα. Είναι γραμένο μέσα στους Προφήτες _ Και θα » γίνουν όλοι διδαχτοί του Θεού _ . Όπιος ακούσει από » τον πατέρα και μάθει, έρχεται σ' εμένα. Όχι πως » είδε κανείς τον πατέρα, εξόν όπιος έρχεται από το » Θεό• αυτός είδε τον πατέρα. Αλήθια αλήθια σας » λέω, όπιος πιστεύει έχει ζωή παντοτινή. Εγώ είμαι » το ψωμί της ζωής. Οι πατέρες σας φάγανε στην έ- » ρημο το μάννα και πέθαναν& αυτό 'ναι το ψωμί που » κατεβαίνει από τον ουρανό, το ναν το φάει κανείς » και να μην πεθαίνει. Εγώ είμαι το ψωμί το ζωντανό » που κατέβη από τον ουρανό• όπιος φάει αυτό το ψω- » μί θα ζήσει στον αιώνα. Και το ψωμί που δώσω » εγώ η σάρκα μου είναι για τη ζωή του κόσμου».

20. Λογομαχούσανε λοιπόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν « Πώς αυτός μπορεί να μας δώσει να φάμε τη σάρκα » του;» Τους είπε λοιπόν ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια » σας λέω, α δε φάτε τη σάρκα του γιου τ' ανθρώπου » και δεν πιείτε το αίμα του, μέσα σας ζωή δεν έχετε. » Όπιος μου τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αί- » μα, έχει ζωή παντοτινή και θαν τον αναστήσω εγώ » τη στερνή τη μέρα• γιατί η σάρκα μου είναι αληθι- » νή θροφή, και το αίμα μου αληθινό 'ναι πιόσιμο. » Όπιος τρώει τη σάρκα μου και μου πίνει το αίμα, » μένει μέσα μου, κι’ εγώ μέσα του. Όπως μ' έστειλε » ο ζωντανός πατέρας κι’ εγώ ζω από τον πατέρα, [έ- » τσι] κι’ όπιος με τρώει θα ζήσει κι’ εκείνος από μένα. » Αυτό 'ναι το ψωμί που κατέβη από τον ουρανό, όχι » καθώς φάγανε οι πατέρες [σας] και πέθαναν• όπιος » τρώει αυτό το ψωμί θα ζήσει στον αιώνα».

Αυτά είπε μέσα σε συναγώγι διδάσκοντας στην Κα- φαρναούμ. Πολλοί λοιπόν άκουσαν μαθητάδες του κι’ είπανε «Τραχύς είναι αυτός ο λόγος' πιος μπορεί ναν » τον ακούει;» Και σαν ένιωσε μέσα του ο Ιησούς πως έκανε αυτό τους μαθητάδες του κι’ αγαναχτούσαν, τους είπε «Αυτό σας πειράζει; Α βλέπετε λοιπόν το γιο » τ' ανθρώπου κι’ ανεβαίνει όπου 'ταν πριν; Η πνοή » ζωντανεύει, η σάρκα τίποτα δεν ωφελεί• τα λόγια » που εγώ σας είπα, πνοή 'ναι και ζωή. Όμως μερικοί » σας δεν πιστεύουν». Γιατί ήξερε από την αρχή ο Ιησούς πιοι δεν πιστεύουν και πιος θαν τον παραδώ- σει. Κι' έλεγε «Για τούτο σας είπα πως δε μπορεί κα- » νείς νάρθει σ' εμένα α δεν του δόθηκε από τον πατέ- » ρα». Για τούτο πολλοί μαθητάδες του έφυγαν πίσω και δεν πήγαιναν πια μαζί του. Είπε λοιπόν ο Ιησούς στους δώδεκα «Μήπως θέλετε κι’ εσείς να πάτε;» Τ' αποκρίθηκε ο Σίμωνας ο Πέτρος «Κύριε, σε πιόνε » να πάμε; Ζωής παντοτινής έχεις λόγια, κι’ εμείς πι- » στέψαμε και ξέρουμε πως εσύ 'σαι ο Άγιος του Θεού». Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Δε σας διάλεξα εγώ εσάς » τους δώδεκα; Κι' ένας σας είναι διάβολος». Κι' έ- λεγε τον Ιούδα του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί εί- ταν αυτός ναν τον παραδώσει, ένας από τους δώδεκα.

21. Και κατόπι γύριζε ο Ιησούς μέσα στη Γαλι- [7] λαία, γιατί δεν ήθελε να γυρνά μέσα στην Ιουδαία επειδή ζητούσαν οι Ιουδαίοι ναν τόνε θανατώσουν. Και κόντευε η σκόλη των Ιουδαίων, το καλυβοστή- σιμο. Τούπανε λοιπόν οι αδερφοί του «Μη μένεις εδώ, » μον πήγαινε στην Ιουδαία, για να δουν κι’ οι μαθη- » τάδες τα έργα [σου] που κάνεις. Γιατί κανείς δεν » κάνει τίποτα κρυφά π' απαιτεί να γνωρίζεται. Αν » αυτά τα κάνεις, φανερώσου στον κόσμο». Γιατί μήτε οι αδερφοί του δεν τον πίστευαν. Τους λέει λοι- πόν ο Ιησούς «Η δική μου η ώρα ακόμα δεν έφτασε• » όμως η δική σας ώρα πάντα εδώ 'ναι έτοιμη. Εσάς » δεν μπορεί να σας μισεί ο κόσμος, μα εμένα με μισεί » γιατί εγώ κηρύχνω πως είναι τα έργα του κακά. » Πηγαίνετε εσείς απάνου στη σκόλη• σ' αυτή τη σκόλη » δεν πηγαίνω ακόμα εγώ, γιατί η ώρα μου ακόμα » δεν έφτασε». Κι' αφού τους τάπε αυτά, έμεινε στη Γαλιλαία.

22. Κι' όταν ανέβηκαν τ' αδέρφια του στη σκόλη, τότε ανέβηκε κι’ αυτός, όχι φανερά, μόνε [έτσι] σαν κρυφά. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τόνε ζητούσανε στη σκόλη κι’ έλεγαν «Πού 'ναι τος εκείνος;» Κι' είταν κρυφομί- λημα πολύ για τον Ιησού μέσα στα πλήθη• άλλοι λέ- γανε πως είναι καλός, κι’ άλλοι λέγανε «Όχι, μόνε » παρασύρει το λαό». Κανείς όμως φανερά, δεν τόνε μελετούσε από το φόβο των Ιουδαίων.

23. Κι' όταν είχε πια μισοπεράσει η σκόλη, ανέ- βηκε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε. Απορούσανε λοι- πόν οι Ιουδαίοι κι’ έλεγαν «Πώς αυτός γνωρίζει γράμ- » ματα χωρίς να μάθει;» Ο Ιησούς λοιπόν τους α- ποκρίθη κι’ είπε «Η δική μου η διδαχή δική μου δεν » είναι, παρά του στάλτη μου. Όπιος θέλει το θέλημά » του να κάνει, θα καταλάβει τη διδαχή πια είναι, » : από το Θεό ή εγώ δικά μου λαλώ. Όπιος δικά του » λαλεί, τη δόξα τη δική του ζητά• όπιος όμως ζητά » τη δόξα του στάλτη του, αυτός είναι αληθινός και » μέσα του δεν έχει κακοσύνη. Δε σας έδωκε ο Μωυ- » σής το Νόμο; και το Νόμο κανείς σας δεν τον κά- » νει. Τι ζητάτε να με θανατώστε;» Αποκρίθηκε το πλήθος «Δαιμονισμένος είσαι• πιος γυρεύει να σε θα- » νατώσει;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε «Ένα » έργο έκανα κι’ όλοι απορείτε. Ο Μωυσής σας έδωκε » την περιτομή (όχι πως είναι από το Μωυσή, μόνε » από τους προπατόρους), και περιτομίζετε άνθρωπο » σαββάτο. Αν ο άνθρωπος περιτομίζεται σαββάτο » για να μη χαλαστεί ο νόμος του Μωυσή, θυμώνετε » μαζί μου γιατί γιάτρεψα ολόκληρο άνθρωπο σαββά- » το; Μη δικάζετε απ' ό,τι φαίνεται, παρά τη σωστή » τη δίκη να δικάζετε». Μερικοί λοιπόν Ιεροσολυμεί- τες λέγανε «Δεν είναι αυτός που ζητούνε να σκοτώ- » σουν; Και νά λαλεί ανοιχτά και δεν του λένε τίπο- » τα. Μήπως αλήθια οι προεστοί γνωρίζουν πως αυτός » είναι ο Χριστός; Ως τόσο αυτόν τον ξέρουμε από » πού είναι• όμως ο Χριστός σαν είναι νάρθει, κανείς » δεν ξέρει από πού είναι». Έκραξε λοιπόν μέσα στο ναό ο Ιησούς διδάσκοντας και λέγοντας «Κι' εμένα » με ξέρετε, και ξέρετε από πού είμαι. Και μόνος μου » δεν ήρθα, μόνε είναι αληθινός ο στάλτης μου, που » εσείς δεν τον ξέρετε• εγώ τον ξέρω, γιατί από κείνον » είμαι κι’ εκείνος μ' έστειλε». Ζητούσανε λοιπόν ναν τον πιάσουν, και κανείς δεν έβαλε χέρι απάνου του γιατί δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα του.

24. Κι' από το λαό πολλοί τον πίστευαν κι’ έλεγαν « Ο Χριστός σαν έρθει, μήπως θα κάνει περισσότερα » σημάδια απ' ό,τι έκανε αυτός;» Άκουσαν οι Φαρι- σαίοι το λαό που κρυφομιλούσε αυτά για τον Ιησού, και στείλανε οι αρχιπαπάδες κι’ οι Φαρισαίοι κλητή- ρες ναν τον πιάσουν. Είπε λοιπόν ο Ιησούς «Ακόμα » λίγο μένω μαζί σας και πηγαίνω στο στάλτη μου. » Θα με ζητάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι » εγώ εσείς να πάτε δε μπορείτε». Είπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι μεταξύ τους «Πού 'ναι αυτός να πάει που » εμείς δε θαν τον βρούμε; Μήπως στο σκόρπισμα των » Ελλήνων σκοπεύει να πάει και να διδάσκει τους » Έλληνες; Τι 'ναι αυτός ο λόγος πούπε θα με ζη- » τάτε και δε θα με βρίσκετε, κι’ όπου 'μαι εγώ, εσείς » να πάτε δε μπορείτε;»

25. Και την τελευταία μέρα τη μεγάλη της σκό- λης έστεκε ο Ιησούς κι’ έκραξε λέγοντας «Αν κανείς » διψά, σ' εμένα ας έρχεται κι’ ας πίνει. Όπιος με πι- » στεύει, καθώς είπε η Γραφή, _ ποτάμια ζωντανό νερό » θα τρέξουν από την κοιλιά του»_. Κι' αυτό τόπε για το πνέμα που θα λάβαιναν όσοι τον πιστέψανε• γιατί δεν είχε ακόμα δοθεί πνέμα άγιο, επειδής δεν είχε α- κόμα δοξαστεί ο Ιησούς. Από το λαό λοιπόν άκουσαν αυτά τα λόγια κι’ έλεγαν πως «Αυτός είναι αληθινά ο » Προφήτης» • άλλοι έλεγαν «Αυτός είναι ο Χριστός»• κι’ άλλοι έλεγαν «Τάχα από τη Γαλιλαία έρχεται ο » Χριστός; Η Γραφή δεν είπε πως από το σπέρμα » του Δαυείδ έρχεται ο Χριστός κι’ από τη Βηθλεέμ το » χωριό όπου γεννήθηκε ο Δαυείδ;» Διχόνια λοιπόν έγινε απ' αφορμή του στο λαό, και μερικοί τους θέλανε ναν τον πιάσουν, μα δεν έβαλε χέρι απάνου του κανείς.

26. Πήγανε λοιπόν οι κλητήρες στους πρωτοπαπά- δες και τους Φαρισαίους, κι’ αυτοί τους είπανε «Γιατί » δεν τόνε φέρατε;» Αποκριθήκανε οι κλητήρες «Πο- » τές άνθρωπος δε μίλησε έτσι». Απάντησαν λοιπόν » Φαρισαίοι «Μήπως κι’ εσείς παρασυρθήκατε; Μή- πως τον πίστεψε κανένας προεστός ή Φαρισαίος; » Μόνε αυτός ο όχλος που δεν κατέχει το Νόμο κατα- » ραμένοι είναι». Τους λέει ο Νικόδημος, που πήγε πριν στον Ιησού, όντας ένας τους «Μήπως ο Νόμος » μας καταδικάζει τον άνθρωπο α δεν τον ακούσει » πρώτα και μάθει το τι κάνει;» Αποκρίθηκαν και τούπανε «Μήπως κι’ εσύ 'σαι από τη Γαλιλαία; Ξέ- » τασε και μάθε πως δε βγαίνει από τη Γαλιλαία προ- » φήτης».

[8] [Και πήγαν ο καθένας σπίτι του, κι’ ο Ιησούς πήγε στο Ελιοβούνι. Και το πρωί ήρθε πάλι στο ναό, κι’ όλος ο λαός πήγαινε ναν τόνε βρει, και κάθησε και τους δίδασκε. Και φέρνουν οι διαβασμένοι κι’ οι Φαρισαίοι γυναίκα πιασμένη σ' ατιμία, και στήνοντάς τη στη μέση του λένε «Δάσκαλε, αυτή η γυναίκα πιάστηκε » την ώρα π' ατιμάζουνταν, κι’ ο Μωυσής μέσα στο » Νόμο μας προστάζει αυτές ναν τις πετροβολούμε• » εσύ λοιπόν τι λες;» Και τόλεγαν αυτό δοκιμάζον- τάς τον, για νάχουνε ναν τον κατηγορούν. Κι' έσκυψε κάτου ο Ιησούς κι’ έγραφε με το δάχτυλο στο χώμα χάμου. Και σαν επίμεναν και τόνε ρωτούσαν, σήκωσε το κεφάλι κι’ είπε «Ο αναμάρτητός σας πρώτος ας » την πετροβολήσει». Κι' έσκυψε πάλι κάτου κι’ έγραφε στο χώμα. Κι' όταν τ' άκουσαν εκείνοι, βγαί- νανε ένας ένας αρχινώντας από τους δημογερόντους, κι’ έμεινε μονάχος, κι’ η γυναίκα εκεί στη μέση. Κι' ο Ιησούς σηκώνοντας την κεφαλή της είπε «Γυναίκα, » πoύ 'ναι τους; Κανένας δε σε καταδίκασε;» Κι' αυτή είπε «Κανένας, Κύριε». Κι' ο Ιησούς είπε «Μήτ' » εγώ δε σε καταδικάζω• πήγαινε, από τώρα μην κά- » νεις πια αμαρτία».]

27. Πάλι λοιπόν τους μίλησε ο Ιησούς κι’ είπε « Εγώ είμαι το φως του κόσμου• όπιος μ' ακολουθά, » δε θα περπατήσει μέσα στο σκοτάδι, παρά θα λάβει » το φως της ζωής». Τούπανε λοιπόν οι Φαρισαίοι « Εσύ κηρύχνεσαι μονάχος σου• το κήρυγμά σου δεν » είναι αληθινό». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε « Κι' αν εγώ κηρύχνουμαι μονάχος μου, το κήρυγμά » μου είναι αληθινό, τι ξέρω από πού ήρθα και πού » πηγαίνω, μα εσείς δεν ξέρετε από πού έρχουμαι και » πού πηγαίνω. Εσείς κατά τη σάρκα καταδικάζετε, » εγώ δεν καταδικάζω κανέναν κι’ αν κι’ εγώ καταδι- » κάζω, η καταδίκη μου είναι αληθινή, τι δεν είμαι » μόνος παρά εγώ κι’ ο πατέρας που μ' έστειλε. Κι' » είναι και μέσα στο Νόμο σας γραμένο πως η μαρτυ- » ρία διο ανθρώπων είναι αληθινή• εγώ 'μαι μάρτυράς » μου και μάρτυράς μου ο πατέρας που μ' έστειλε». Του λέγανε λοιπόν «Πού 'ναι ο πατέρας σου;» Απο- κρίθηκε ο Ιησούς «Μήτ' εμένα ξέρετε μήτε τον πα- » τέρα μου• αν εμένα ξέρατε, και τον πατέρα μου θα » ξέρατε». Αυτά τα μίλησε ο Ιησούς κοντά στο τα- μείο [του ναού] διδάσκοντας μέσα στο ναό, και κανείς δεν τον έπιασε γιατί δεν είχε ακόμα φτάσει η ώρα του.

28. Τους είπε λοιπόν πάλι «Εγώ πηγαίνω και θα » με ζητήστε, κι’ από την αμαρτία σας θα θανατω- » θείτε. Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε δε μπορεί- » τε». Λέγανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Μήπως θα σκο- » τωθεί; Γιατί λέει Όπου εγώ πηγαίνω, εσείς να πάτε » δε μπορείτε». Και τους έλεγε «Εσείς από τα κά- » του είστε, εγώ 'μαι από τα πάνου• εσείς είστε απ' » αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυ- » τόν. Σας είπα λοιπόν πως θα θανατωθείτε από τις » αμαρτίες σας, γιατί α δεν πιστέψτε πως είμαι εγώ, » θα θανατωθείτε από τις αμαρτίες σας». Του λέγανε λοιπόν «Πιος είσαι εσύ;» Τους είπε ο Ιησούς «Γιατί » πρώτα σας μιλώ; Πολλά έχω για σας να πω και να » καταδικάσω• όμως ο στάλτης μου είναι αληθινός, » κι’ εγώ όσα άκουσα από κείνον, αυτά λέω [εδώ] στον » κόσμο». Δεν ένιωσαν πως τον πατέρα τους έλεγε. Είπε λοιπόν ο Ιησούς πως «Όταν ανεβάστε το γιο » τ' ανθρώπου, τότες θα μάθετε πως εγώ είμαι και » δικό μου τίποτα δεν κάνω, παρά καθώς με δίδαξε » ο πατέρας μου, αυτά μιλώ. Κι' είναι μαζί μου ο » στάλτης μου• μονάχο δε μ' αφήκε, τι εγώ τους ορι- » σμούς του κάνω πάντα». Και λέγοντας αυτά ο Ιη- σούς, πολλοί τον πίστεψαν.

29. Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς στους Ιουδαίους που τον πίστεψαν «Αν εσείς μείνετε στο λόγο μου, αλη- » θινά 'στε μαθητάδες μου και θα μάθετε την αλήθια » κι’ η αλήθια θα σας λευτερώσει». Τ' αποκρίθηκαν « Του Αβραάμ είμαστε σπέρμα και κανενός ποτές δε » γίναμε ακόμα σκλάβοι• πως εσύ λες πως θα λευτε- » ρωθείτε;» Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς «Αλήθια α- » λήθια σας λέω, πως όπιος κάνει την αμαρτία, σκλά- » βος είναι της αμαρτίας• κι’ ο σκλάβος δε μένει στο » σπίτι αιώνια, ο γιος μένει αιώνια. Α λοιπόν ο γιος » σας λευτερώσει, αληθινά θα λευτερωθείτε. Ξέρω πως » είστε σπέρμα του Αβραάμ• όμως ζητάτε να με θα- » νατώστε, γιατί ο λόγος μου δε χωρεί μέσα σας. Όσα » εγώ είδα στου πατέρα, αυτά μιλώ• κι’ εσείς λοι- » πόν όσα ακούσατε από τον πατέρα [σας], [αυτά] κά- » νετε». Αποκρίθηκαν και τούπαν «Πατέρας μας είναι » ο Αβραάμ». Τους λέει ο Ιησούς «Αν είστε παιδιά » του Αβραάμ τα έργα του Αβραάμ θα κάνατε• τώ- » ρα όμως θέτε να με θανατώστε, άνθρωπο που σας » είπα την αλήθια π' άκουσα από το Θεό. Αυτό δεν » τόκανε ο Αβραάμ• εσείς τα έργα του πατέρα σας » κάνετε». Τούπαν «Εμείς απ' ατιμιά δε γεννηθήκα- » με• έναν πατέρα έχουμε, το Θεό». Τους είπε ο Ιησούς « Αν ο Θεός είταν ο πατέρας σας, εμένα θα μ' α- » γαπούσατε, τι εγώ από το Θεό βγήκα κι’ έρχουμαι• » γιατί και μόνος μου δεν ήρθα, μόνε εκείνος μ' έστει- » λε. Γιατί δε νιώθετε ό,τι σας μιλώ; Επειδή δε μπο- » ρείτε ν' ακούστε τα λόγια μου. Εσείς είστε από πα- » τέρα το Διάβολο, και τους ορισμούς του πατέρα σας » θέλετε να κάντε• εκείνος φονιάς ανθρώπων είταν από » την αρχή, και με την αλήθια δεν πηγαίνει γιατί » μέσα του δεν έχει αλήθια. Όταν ψέματα λαλεί, δικά » του λαλεί, γιατί ψεύτης είναι [καθώς] κι’ ο πατέρας » του. Εγώ όμως γιατί λέω την αλήθια, δε με πιστεύ- » ετε. Πιος σας με βγάζει αμαρτωλό; Α λέω αλήθια, » εσείς γιατί δε με πιστεύετε; Όπιος είναι από το Θεό, » τα λόγια του Θεού τ' άκουες• για τούτο εσείς δεν » τ' ακούτε, γιατί από το Θεό δεν είστε». Απάντησαν οι Ιουδαίοι και τούπαν «Καλά εμείς δε λέμε πως εσύ » είσαι Σαμαρείτης κι’ έχεις δαιμόνιο;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Εγώ δαιμόνιο δεν έχω παρά τιμώ τον πα- » τέρα μου, κι’ εσείς δε με τιμάτε. Κι' εγώ δε ζητώ τη » δόξα μου• υπάρχει αυτός που τη ζητά κι’ αποφασί- » ζει. Αλήθια αλήθια σας λέω, όπιος φυλάξει τα λό- » για μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα». Τούπαν οι Ιουδαίοι «Τώρα ξέρουμε πως έχεις δαιμόνιο. Ο Α- » βραάμ πέθανε κι’ οι προφήτες, κι’ εσύ λες Όπιος φυ- » λάξει τα λόγια μου, θάνατο δε θα δει στον αιώνα; » Εσύ 'σαι τάχα μεγαλύτερος του πατέρα μας του Α- » βραάμ που πέθανε κι’ οι προφήτες πέθαναν; Τι λέει » πως είσαι;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς «Α μόνος μου » εγώ δοξαστώ, η δόξα μου δεν είναι τίποτα. Υπάρ- » χει ο πατέρας μου που με δοξάζει, που λέτε εσείς » πως είναι Θεός σας, και δεν τόνε γνωρίζετε, μα εγώ » τον ξέρω• κι’ αν πω πως δεν τον ξέρω, θα γενώ ό- » μιος σας, ψεύτης. Όμως τον ξέρω και φυλάω τα λό- » για του. Ο Αβραάμ ο πατέρας σας αναγάλλιασε με » το να δει τη μέρα μου, και την είδε και χάρηκε». Τούπανε λοιπόν οι Ιουδαίοι «Πενήντα χρονών δεν εί- » σαι ακόμα και τον Αβραάμ είδες;» Τους είπε ο Ιησούς «Αλήθια αλήθια σας λέω, πρι γεννηθεί ο Α- » βραάμ υπάρχω εγώ». Πήρανε λοιπόν πέτρες ναν του ρήξουν• ο Ιησούς κρύφτηκε και βγήκε από το ναό.

