# Το Ταξείδι μου

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31562/index.md

Φτάξαμε βράδυ στη Χιο κ' έπεσα να πλαγιάσω. Στις τέσσερεις το πρωί ξύπνησα άξαφνα. Με φάνηκε που κανένα ζώο τρομερό, κανένα θεριό μεγάλο πολεμούσε να σηκώση το σπίτι, για να περάση• η ράχη του έμοιαζε σαν τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτη. Είτανε σεισμός. Ξαπλωμένος στο κρεββάτι μου, που σαν την κούνια πήγαινε κ' έρχουνταν, πρόσμενα να διώ τι θα γίνη. Έλεγα μέσα μου• — «Θα πέση το σπίτι; Σώθηκαν οι μέρες μας ή κι άβριο πάλε θα διούμε τον ήλιο;» Το κρεββάτι στάθηκε και δεν πάθαμε τίποτις. Μα να πω την αλήθεια, όταν άρχισε ο σεισμός, πολύ ήσυχος δεν είμουν• είχα κάποια σταναχώρια. Το πρώτο κούνημα του κρεββατιού μ' ήρθε κάτι δυσάρεστο• το δέφτερο με φάνηκε σαν πιο ποφερτό• στο τρίτο, κόντεβα να συνηθίσω. Μάλιστα, όταν τέλειωσε, πήγα να λυπηθώ. Αφτός ο σεισμός έχει τη φιλοσοφία του. Κάθε Γραικός έπρεπε νάρθη μια νύχτα να πλαγιάση στη Χιο. Τότες θα καταλάβη καλά ποια είναι η τύχη του Γραικού όχι μόνο στη Χιο, αλλά στην Ελλάδα και στην Εβρώπη. Δε στερεώθηκε ακόμη κι όλο κουνιέται. Δεν ξέρει σήμερα τι μπορεί να γίνη άβριο και λέει μέσα του• — « Θα γκρεμήσουν άξαφνα όλα ή θα χαρώ πάλε και το πρωί τον ήλιο της ζωής;»

ΙΖ'.

Το Πυργί.

Καλήτερα παίρνει κανείς την αναπνοή του στα βουνά. Στη Χώρα είναι πάρα πολλοί Τούρκοι και μ' έρχεται πλήξη να τους βλέπω. Σηκώθηκα το λοιπό να πάω να σεργιανίσω τη Χιο. Ένα πρωί, με το Σιορ Κωστή, κάτσαμε ο καθένας στο μουλάρι μας και σείραμε για τα μαστιχόχωρα. Ανεβαίναμε ψηλά ψηλά με τα ζα• κάποτες πάλε, κατεβαίναμε κάτω κάτω και πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό. Κάθε φορά που πηγαίναμε κοντά κοντά στο γιαλό, μ' έλεγε ο Σιορ Κωστής• — «Συχνά θα τραβούσε με το μουλάρι του στο γιαλό, συχνά θάρχουνταν ο Όμηρος νακκουμπήση σ' αφτό το βράχο που βλέπεις τώρα μπροστά σου. Εδώ θάγραψε την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας και κοιτάζοντας τη θάλασσα, θάλεγε μέσα του• «παρά θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης». Αφτά τα κύματα, που ακούμε και σήμερα να δέρνουν το περιγιάλι, θα τόδερναν και τότες. Τάκουγε ο Όμηρος και στιχουργούσε.»

Του αποκρίνουμουν εγώ πάλε• — «Σιορ Κωστή, ο Όμηρος δεν έγραφε, γιατί δεν ήξερε να γράφη. Στον καιρό του αρφάβητο δεν είταν ακόμη. Δεν μπορούσε λοιπό να δώση αριθμούς στις ραψωδίες και να πη άρφα τη μια, βήτα την άλλη. Ο Όμηρος είταν αγράμματος άθρωπος• να τόχης για βέβαιο, Σιορ Κωστή, οι δασκάλοι μας σήμερα ξέρουν πολλά πιώτερα. Σιορ Κωστή, ένας Όμηρος δεν είταν• είταν πολλοί. Η Ελλάδα μας στάθηκε πλούσιος τόπος• ένας μόνος ποιητής δεν της έφτανε• έβγαζε πολλούς μαζί. Όλοι τους αφτοί οι ποιητάδες πήγαιναν από δω κι από κει σ' όλη την Ελλάδα• ο καθένας είχε να πη το δικό του• άλλος έλεγε για τα καράβια που μαζώχτηκαν τότες στην Τρωάδα• άλλος για τη βρισιά που πάτησε ο Αχιλλές του Αγαμέμνωνα• άλλος για το Διομήδη που είχε όλο μαζί δύναμη και μαργιολιά• άλλος πάλε τραγουδούσε για τον Πρίαμο το γέρο, που μοναχός του πρόβαλε τη νύχτα ίσια με την τέντα του Αχιλλέα, για να πάρη με κλάματα και με πόνους του γιούκα του το κορμί• άλλος ήξερε άλλα να πη για την Ελένη, που με μάτι ουράνιες χάρες γεμάτο, κοίταζε από πάνω από τα κάστρα το κακό που γίνουνταν κάτω• θάμπωνε τους γέρους η ομορφιά της. Αφτούς τους φτωχούς, τους πεινασμένους που περπατούσαν και τραγουδούσαν και ζητούσαν ένα κομμάτι κρέας για ανταμοιβή τους, τους λέμε ραψωδούς. Ποίηση και φαντασία δεν είχε τότες ένας άθρωπος μόνος• είχε όλος ο λαός κ' είταν πράμα μεγάλο, σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με μιας να βρεθούν τόσα και τέτοια κεφάλια. Να σε πω μάλιστα κ' ένα άλλο, Σιορ Κωστή, γιατί έχω και γω την ιδέα μου. Όχι μόνο δεν έκαμε ένας ποιητής την Ιλιάδα, αλλά μήτε έγινε στον ίδιο τόπο• βγήκε μέσα από πολλά χωριά. Ένα χωριό μάθαινε μια ραψωδία, κι από το πρώτο το χωριό την έπαιρνε κ' ένα άλλο. Το καθένα την έσιαζε, την ξανάφτειανε, έβαζε μέσα και τη γλώσσα του. Για τούτο βρίσκεις τόσους αντίθετους, τόσους αλλοιώτικους τύπους στην Ιλιάδα• είναι χαμός καιρού να κάθεται κανείς να γυρέβη την πρωτότυπη γλώσσα της Ιλιάδας και να νομίζη που αφτή η γλώσσα είτανε μια και μόνη, ή που είχε ποτές ενώτητα και γραμματική απλή. Μην τα πιστέβης αφτά. Οι ραψωδίες, Σιορ Κωστή, άλλο τίποτις δεν είταν παρά δημοτικά τραγούδια, σαν τα δικά μας, απ’ αφτά που συνάζεις η εβγενεία σου και που σημειώνω κάποτες και γω. Και στα τραγούδια μας μέσα θα βρης τύπους αντίθετους, αλλοιώτικα γραμματικά συστήματα. Σ' ένα παραμύθι που θα σε πούνε σ' ένα χιώτικο χωριό, ακούς άξαφνα έναν τύπο που τον έχουνε μόνο στη Μακεδονία ή στο Μωριά! Μαζί με τους αθρώπους τρέχουν και τα παραμύθια. Αποφάσισε αν μπορείς σε τι γλώσσα έγινε πρώτα το παραμύθι. Απ' αφτά τα διάφορα τα τραγούδια ίσως βγη πάλε, Κωστάκη μου, καμιά μέρα και κει που δεν το προσμένει κανείς, μια καινούρια Ιλιάδα. Μη νομίσης που θα την παινέσουν οι δασκάλοι• θα πουν πρόστυχους τους στίχους, καθώς θάλεγαν και τον Όμηρο πρόστυχο, αν και σε κείνα τα χρόνια ζούσαν οι δασκάλοι, γιατί κι ο Όμηρος, σαν που λες, είταν αγράμματος ποιητής του λαού. Κι αν ο Όμηρος δε μιλούσε τη γλώσσα του λαού, πώς θα μάθαινε απ’ όξω τον Όμηρο ο λαός; Για βάλε το λαό μας, Σιορ Κωστή, να μάθη απ' όξω τη Θεοδώρα και τον Ηράκλειο. Να διούμε θα μπορέση;»

Ο Σιορ Κωστής τσίτωνε ταφτιά του κι άκουγε με προσοχή. Ο Σιορ Κωστής είναι σπάνιος Γραικός και δε μοιάζει τους άλλους• έχει περιέργεια ο νους του κι όλο θέλει να μάθη• δε νομίζει πως τα ξέρει όλα. Όταν του μιλείς για τον Όμηρο, δε θαρρεί που του τα λες για να τον πειράξης και τάχατις για να τον προσβάλης. Βλέπει που αφτά τα ζητήματα έχουν ένα σκοπό μόνο, την επιστημονική αλήθεια. Με τέτοιο σύντροφο μ' αρέσει το ταξίδι. Κεντήσαμε τα μουλάρια και πήγαμε μπρος. Ο σκοπός μας είταν καμιά δεκαπενταριά μέρες να μείνουμε στο Πυργί. Ας παν άλλοι να σεργιανίσουν την Εβρώπη• ας πα να διούν όσοι θέλουν, την Ασία με ταπέραντά της τα κράτη, την Αφρική με τα λιοντάρια, με τους άμμους και τα νερά της. Εμένα μ' αρέσει το Πυργί• τρελλαίνουμαι για τους Πυργούσους• στο Πυργί ξανοίγει η καρδιά μου.

Χάρηκα, άμα που το είδα το Πυργί. Στο Πυργί κ' οι πέτρες γελούν. Ο Πυργούσης δε σκύφτει το κεφάλι• λεφτεριά και καλοσύνη βλέπεις στο πρόσωπό του. Αχάριστος δεν είναι κι όλο θυμάται το καλό. Είναι έξυπνος κι ό τι πης, αμέσως το καταλαβαίνει. Ο Πυργούσης σέβεται τα παλιά του τα έθιμα• μάλιστα περηφανέβεται που τα βαστά. Έχει δίκιο ο Πυργούσης• ποτές σου δεν πρέπει ναρνηθής μήτε τόνομα, μήτε τη θρησκεία μήτε τη γλώσσα του πατέρα σου.

Όταν μπήκα στο Πυργί, ήρθαν όλοι τους να μ' ανταμώσουν. Κόντεβε να βραδυάση και σα λουλούδι στον ουρανό λίγο λίγο ξάνοιγε το φεγγάρι κι άρχιζε να χρησίζη. Νόμισα πως έβλεπα μπροστά μου παραμύθι ζωντανό και που ζούσα και γω μέσα, όταν τους είδα μαζωμένους δεξιά και ζερβιά στους στενούτσικους δρόμους, ανάμεσα στα πέτρινα σπίτια, τον καθένα με το δαδί στο χέρι, κάτασπρα ντυμένους να με χαιρετούν. Κάθουμουν απάνω στο μουλάρι και προχωρούσα σιγά κ' έδινα χεριές από δω, χεριές από κει και τα πρόσωπα γελούσαν και σα να δάκριζαν τα μάτια μου.

Σαν μπέης, μπέης έρχεσαι, σαν μπέης κατεβαίνεις Σαν κυπαρίσσιν αψηλό μεσ' στο χωριό μας μπαίνεις.

Όχι, Πυργουσάκια μου, δεν είμαι μπέης κι ο Μαχμούτης το ξέρει• δεν είμαι κυπαρίσσι και μεγαλεία δε γυρέβω. Είμαι χωριατόπουλο σαν και σας και τα χωριάτικα μ’ αρέσουν. Η προφορά σας με γλυκοχαδέβει ταφτιά κι απορώ με τις φορεσιές σας. Ο Πυργούσης άλλο δεν ξέρει παρά την παλιά του τη φορεσιά. Άσπρα ρούχα φορούν οι άντροι, άσπρα ρούχα οι γυναίκες, άσπρα τα παιδιά. Πρέπει μάλιστα τις Πυργούσαινες να τις διής, τι χάρη που την έχουν, όταν αγάλια αγάλια, με χρόνο και με ρυθμό, σαν καράβι που κουνιέται και πάει, περνούν από κάτω από τις καμάρες, βγαίνουν από τις στενάδες μέσα, κι άξαφνα προβάλλουν όξω στη στράτα, για να πάνε στην πηγή, με το σταμνί στην πλάτη, με το μπράτσο ξεστρογγυλωμένο που βαστά το σταμνί, — όλες ασπροντυμένες, σα ζωντανές μαρμαροκολώνες που περπατούν, και φέγγουν απάνω στο γαλανό χρώμα τουρανού.

Παιδιά, σας έβαλα στην καρδιά μου! Ένα μάλιστα μ’ άρεσε στο Πυργί• ποτές δεν πάτησε Πυργούσης στο σκολειό. Για τούτο τους αγάπησα τόσο. Ένας Πυργούσης με μίλησε με πολλή γνώση• — « Τα γράμματα, λέει, τι θα τα κάμουμε; Αν είταν τουλάχιστο γράμματα που να μπορούσαν κάτι να μας χρησιμέψουνε, δε θάλεγα τίποτις• μα τα γράμματα που μαθαίνουμε, δεν έχουν κανένα νόημα για μας. Παίρνεις ένα χωριατόπουλο που μέρα νύχτα λέει τον πατέρα του _Φέντη_, που κλίνει ο _φέντης μου και του φέντη μου_• έρχεσαι του λόγου σου, καθίζεις το χωριατόπουλο στο σκολειό και του μαθαίνεις που πρέπει να κλίνη _ο πατήρ, τω πατρί, ω πατερ_. Το κάμνεις κι όλας να διαβάζη κάτι _πατράσι_, και _πατέρε_, που ποτές δε θα τα χρειαστή, στη ζωή του. Τον Ξενοφώντα με την αττική του δεν τον έχουμε ανάγκη• μας φτάνει να ξέρουμε τη γλώσσα μας. Αν έβαζαν τουλάχιστο το παιδί να κλίνη ο _πατέρας, του πατέρα, τον πατέρα_, μπορούσε κάτι να φεληθή το παιδί• έτσι θα μάθαινε να μιλή και μ' όλους τους άλλους Ρωμιούς, με τους _ομογενείς_ σαν που τους λεν και θα καταλάβαινε που όλοι μας μαζί, μια γλώσσα έχουμε που μας ενώνει.

Εγώ, τσελεμπή μου, είμαι αγράμματος κι όσα σε λέω στα λέω με τα μικρά μου τα μυαλά. Έτσι με φαίνεται πιο σωστό. Έπειτα να σε πω την αλήθεια; Μας έπνιξαν τα γράμματα. Τα γράμματα είναι λούσσο. Έχει κανείς άλλα να συλλογιστή. Δε με λες, εσύ που γύρισες την Εβρώπη, τι χρειάζεται ένα έθνος για να γίνη μεγάλο και ξακουστό; Να στο πω σαν που το ξέρω και βλέπουμε α συφωνούμε. Ένα έθνος θέλει δυο πράματα για να μεγαλώση• θέλει μάθηση και στρατό. Τώρα σε παρακαλώ να με πης με τι τρόπο μπορεί ναποχτήση μάθηση και στρατό; Με τι παράδες θα πλερώση και το δασκάλο και το στρατιώτη; Με τους παράδες τους δικούς μου. Με του έμπορου τους παράδες, που μέρα νύχτα δουλέβει, με τους παράδες του χωριανού που ιδρώνει και σκάφτει τη γις. Είναι φρόνιμο λοιπό να κοιτάξουμε πρώτα να κερδίσουμε τους παράδες. Ο έμπορος κι ο χωριανός είναι τα πρώτα σου θεμέλια, κι αν έχεις στο νου σου να χτίσης παλάτι, απάνω στη πλάτη τους θα το χτίσης. Να μη σταβρώνουμε τα χέρια, νομίζοντας πως δεν ταιριάζει να κοπιάζουμε, πως τάχατις ξεπέφτουμε. Ξέρω που κάποτες μας περιφρονούν εμάς ή που βωλοσηκώνουμε ή που κάμνουμε τον έμπορο• κοντέβουν όλοι οι Γραικοί να γίνουνε δικηγόροι και γιατροί. Ως τόσο, το γιατρό και το δικηγόρο, εγώ είμαι πάλε που τους σπουδάζω.»

Να είχα χρήματα, Πυργούση μου, που τα λες τόσο καλά, με χρυσά γράμματα θα τύπωνα τα λόγια σου να τα μοιράσω στην Ελλάδα. Ας τα χαράξουμε στο νου μας, που δεν κοστίζει και παρά. Όλοι στο Πυργί τέτοιες ιδέες έχουν. Ένας μοναχά με χάλασε το κέφι• είταν ένα παιδί καμιά δεκαπενταριά χρονώ, φορούσε φράγκικα και πολεμούσε να μιλήση παστρικά. Μια μέρα περνούσα από το σπίτι του μπροστά• είταν ίσια η ώρα που έρχουνταν από το μάθημα το παιδί. Τάκουγα και φώναζε μέσα του πατέρα του• — «Δεν ντρέπεσαι για τη βάρβαρή σου τη γλώσσα• Βαρέθηκα το σπίτι που μιλούν τόσο πρόστυχα. Με κάμνει ντροπή να σ' ακούω. Δεν μπορώ πια να ζήσω στο χωριό. Έμαθα καλήτερα και θα γίνω δασκάλος.»

Ο πατέρας του ο καημένος δεν τολμούσε να πη λέξη κ' έμοιαζε σα ζεματισμένος. Τι να πη; ο γιος του ήξερε γράμματα και κείνος ο δύστυχος δεν ήξερε. Δε με φάνηκε παράξενο να μιλήση έτσι το παιδί• έπρεπε να τακούσουμε κι αφτό. Κάθε ασέβεια μάθαμε. Αφού μας έδειξαν που πρέπει να καταφρονούμε του πατέρα μας τη γλώσσα, είτανε συνέπεια να καταφρονήσουμε και τον πατέρα τον ίδιο που τη μιλεί. Είπα να με φέρουν το παιδί. Ήρθε χαρούμενο, κολακεμένο που το ζητούσε ένας καθηγητής. Όλα του τα ελληνικά με τάβγαλε στη μέση με μιας. Άμα τον είδα• — « Παιδί μου, του είπα, δε με λες, του πατέρα σου πώς του φωνάζεις, όταν είναι να του μιλήσης;»

— Πετιέται το παιδί και με κάμνει• — « Πάτερ!»

— « Μπα! και γιατί τάχατις δεν του λες πατέρα;»

— « Γιατί είναι _λάθος_.» — «Μπράβο, παιδί μου! Βλέπω που ξέρεις γράμματα. Θέλω και γω τώρα κάτι να με μάθης. Πώς κάμνει η γενική του ενικού και του πληθυντικού;» — «_Πατρός, πατέρων._» — « Καλά! Δόσε με τώρα να καταλάβω γιατί έχει ένα _η_ η ονομαστική, και γιατί δεν έχει _η_ η γενική μήτε του ενικού μήτε του πληθυντικού; Για ποιο λόγο η γενική _πατέρων_ τονίζει το _ε_, κι από πού βγήκε αφτό το _ε_ και γιατί δεν τόχει η γενική _πατρός_; Ξέρεις να με το ξηγήσης;» — «;;» (Το καημένο το παιδί δεν έβρισκε να πη γρυ). — « Πες με τώρα κι άλλο. Σαν ανώμαλο με φαίνεται αφτό το _πατήρ_• φοβούμαι μήπως είναι _λάθος_. Από που ξετρύπωσε το άρφα της δοτικής πληθυντικής _πατράσι_; Γιατί με μιας χάνεται το _ε_ και πότε βλέπεις _η_, πότε _α_, πότε τονίζεται το _ε_ και πότε δεν τονίζεται; Έχει το λόγο της η ονομαστική — αιτιατική του δυικού ή δεν έχει;» — Έχασκε το παιδί, σα να τα είχε χαμένα. — « Δεν το ξέρεις; Ας είναι! Θα ξέρης τουλάχιστο να με ξηγήσης την κλητική _πατέρα_. Πώς έγινε η ονομαστική _πατέρας_; Γιατί έχει το _σ_ και το _α_; Για ποιο λόγο βαστιέται το _α_ της ονομαστικής στην κλητική, στη γενική, στην αιτιατική; Είναι νόμος γενικός στη γλώσσα μας, ταρσενικά να κρατούν το _α_ της ονομαστικής σ' όλο τον ενικό, ή είναι λάθος; Μ' άλλα λόγια, πρέπει να λέμε του _πατέρα_ ή μπορούμε άξαφνα να το κάμουμε _του πατέρε, του πατέρου, ή και του πατέρη_, όπως τύχη; Μια κλητική _πατέρο_, νομίζω, θα είναι _λάθος_• η κλητική _πατέρα_ πρέπει λοιπό να είναι νόμος γενικός• αν είναι νόμος γενικός, λάθος δεν είναι, γιατί το λάθος κανόνα δε γνωρίζει• κι όπως το θέλεις το κάμνεις. — Άλλο τώρα• στον πληθυντικό γιατί δεν έχουμε _α;_ γιατί στέκεται παντού ο τόνος στο _ε_; γιατί μοιάζει η ονομαστική με την αιτιατική; Ποιος είναι ο λόγος; Είναι με τάξη το πράμα ή δεν είναι;» — « Μα δε με τάμαθαν αφτά, με φωνάζει το παιδί απελπισμένο.» — « Δε στάμαθαν; Τότες να σωπαίνης. Για να λες ποιο είναι _λάθος_ και ποιο δεν είναι, πρέπει πρώτα να ξέρης για τι μιλείς. Όποιος δεν είναι άξιος να σε πη μήτε πώς μορφώθηκε η ονομαστική _πατήρ_, μήτε πώς έγινε η ονομαστική _πατέρας_, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα ναποφασίζη, ποιος είναι και ποιος δεν είναι ο κανονικός τύπος, γιατί πρώτα πρώτα δε νοιώθει ακόμη τι θα πη _κανονικός_ τύπος. Δεν ταιριάζει και πολύ να μας διδάσκη τι γλώσσα _πρέπει_ να γράφουμε. Όσα λες είναι κούφια λόγια. Δεν είσαι σε θέση να κρίνης τι είναι λάθος και τι δεν είναι. Καλά θα κάμης ναφήσης τα πάιδιακήσια και πρώτος εσύ να μην τα συνορίζεσαι.»

Ας μη συνοριστούμε και μεις τα δασκαλεμένα τα παιδιά κι ας πάμε στη δουλειά μας! Για θυμηθήτε, Πυργουσάκια, Πυργούσοι και Πυργούσες, τι χρυσές κουβέντες που τις κάμναμε μαζί! Δεν έβγαζε λέξη το στόμα σας που να μην τη γράψω•

Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, Βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.

Έτσι τόπαθα και γω, παιδιά. Πάντα με το χαρτί στο χέρι, κι όταν περπατούσα στους δρόμους κι όταν είχαμε βεγγέρα το βράδυ. Έρχουμουν από την Καισαρεία και γω, μακριά μακριά σαν τον Άη Βασίλη. Κ' έπρεπε νάρθω τόντις από μακριά μακριά για να σπουδάξω τη γλώσσα σας. Οι δασκάλοι μιλούν όλο για παιδεία, για επιστήμη κι ως τόσο ποιος δάσκαλος κατάλαβε που τέτοιες μελέτες θέλει σήμερα η επιστήμη κ' η γλωσσολογία, δηλαδής να κάμουμε ξεχωριστά μονογραφίες για τα χωριάτικα κάθε χωριού. Ένα μόνο καταλάβαμε για την ώρα, ετυμολογίες• « η χανούμισσα θα πη χάνω το νου μου κι από το orecchio έγινε το _γροικώ_.» Τέτοια πάμε και λέμε. Μας έπιασε κι άλλη μανία• συνάζουμε λέξες. Μα δεν ξέρουμε που για να συνάξουμε λέξες, για να κάμουμε μια και μόνη ετυμολογία, πρέπει πρώτα να μάθουμε ποιοι είναι οι φωνολογικοί, ποιοι οι μορφολογικοί κανόνες της γλώσσας που ετυμολογούμε στα στραβά. Να τεντώνουμε ταφτιά μας και νακούμε πώς προφέρνουν τις πιο συνηθισμένες λέξες, να προσέχουμε πώς λεν εγώ και εσύ, καλημέρα και καλησπέρα. Έτσι θα μας φανερώση η γλώσσα τους θησαβρούς της.

Αχ! να μπορούσα! να είχα δύναμη, νου και ζωή! να είχα την τέχνη και τον τρόπο! Θάτρεχα παντού στην Ελλάδα• θα πήγαινα σ' όλα, σ' όλα τα χωριά ένα ένα. Με το σάκκο στον ώμο, με το χαρτί στο χέρι, θα μάζωνα, θα μάζωνα• θάρριχτα μέσα στο σάκκο κόλλες χαρτί• θάβαζα μέσα κάθε λέξη, κάθε τύπο, κάθε προφορά. Να είχα δέκα ποδάρια να περπατώ, δέκα αφτιά νακούω! Σαν κρασάκι να πιω τα λόγια του χωρικού• να διώ πώς μιλούνε σε κάθε τόπο, ποια γλώσσα μοιάζει με την άλλη, τι ξεχωρίζει το ένα ιδίωμα από τάλλο, πόσα γλωσσικά κέντρα βρίσκουνται στην Ελλάδα, πώς λίγο λίγο μορφώνεται μια γλώσσα, πώς καταντά μια γλώσσα χωριανή να γίνη κοινή σ' όλους, πώς ξαπλώνεται και διαδίδεται, πώς αλλάζει λίγο λίγο στην ψυχή μέσα και στο στόμα η αθρώπινη λαλιά. Χάνουνται τα χωριάτικα, πριν καταλάβη ο κόσμος τι αξίζουν και πόσο η σπουδή τους θα τιμήση την Ελλάδα. Αχ! να μπορούσα! Τόσα ζητήματα που σήμερα βασανίζουν τους σοφούς, εθνολογικά, ιστορικά, φιλοσοφικά ζητήματα, φτάνει να καταδεχτής νακούσης το χωρικό που σε μιλεί και βλέπεις την αλήθεια, και σ' έρχεται φως!

Οι λόγιοι σπουδάζουν τις γλώσσες, όσο τις βλέπουν τυπωμένες στο χαρτί και νομίζουν πως οι γλώσσες δεν έχουνε ύπαρξη παρά στο χαρτί. Αν άκουγαν τον Όμηρο να μιλή, δε θα πρόσεχαν τι λέει Τον έχουν τυπωμένο και μελετούν τους στίχους του. Πόσους άκουσα να με λεν — « Πώς θα γράφουμε τη δημοτική, αφού γραμματική δεν έχει;» Θαρρούν τάχατις πως είχε η αρχαία και που ο Πλάτωνας, κάθε φορά που πήγαινε να γράψη μια φράση, σκάλιζε στη γραμματική του να μάθη πώς έπρεπε να το γυρίση και ποιο τύπο να βάλη. Γραμματική νομίζουν πως είναι μόνο η γραμματική που τυπώνεται• όσο δεν είναι τυπωμένη, όσο δεν έγινε η γραμματική βιβλίο, σε λεν πως δεν υπάρχει. Φαντάζουνται με τα σωστά τους πως μπορεί να φανή μια γλώσσα στον κόσμο και που μπορεί να μιλιέται χωρίς νάχη τη γραμματική της, κι ας μην είναι η γραμματική τυπωμένη. Είναι το ίδιο σα να φαντάζουνταν πως μπορεί ένα σπίτι να στέκεται ίσιο δίχως θεμέλια. Βλέπεις πού κατάντησε το ζήτημα της γλώσσας• με τέτοιες παιδιακήσιες ιδέες έχεις να πολεμήσης. Τέτοια πρέπει να _κοπανίζης_, και θέλεις καλή πομονή για να μη βαρεθής και ταφήσης όλα στη μέση. Ο σκοπός της γραμματικής δεν είναι να φτειάνη γλώσσες μήτε να τις κανονίζη• είναι να βρη τον κρυφό τους κανονισμό, τους φυσικούς τους νόμους, νακούση πώς τις μιλεί ο λαός και να καταλάβη πώς τις έκαμε.

Ζωντανή γλώσσα είταν η αρχαία κι όχι ψώφια σαν την καθαρέβουσα. Σ' όλη την Ελλάδα, τότες καθώς και σήμερα, είταν ένα πλήθος χωριά και το καθένα μιλούσε τα χωριάτικα του καιρού του. Το ένα χωριό συγκοινωνούσε με τάλλο κ' έτσι μορφώθηκε λίγο λίγο και βγήκε μια δωρική, μια ιωνική, μια αττική γλώσσα. Η αττική που ξέρουμε σήμερα δεν είταν ενός μόνου χωριού γλώσσα• είταν ανακατωμένη, κοινή γλώσσα, καμωμένη από τις διάφορες λέξες, από τους χίλιους τύπους που συνήθιζαν οι χωρικοί όλης της Αττικής. Στην αρχή κι αφτή η δωρική άλλο τίποτις δεν είταν παρά χωριανή γλώσσα, πρόστυχη, χυδαία, και στα χωριά τη μιλούσαν. Ελάτε δασκαλάκια στο Πυργί να το διήτε. Ελάτε να μάθουμε γλώσσα τι θα πη, να καταλάβουμε και πράματα πολλά της αρχαίας που δεν τα χωρεί ο νους μας, όσο τα βλέπουμε τυπωμένα. Κάθε μέρα πιάνουμε τη γραμματική και διαβάζουμε μέσα τον τύπο _τιμάω—τιμώ, φιλέω—φιλώ_. Τα λέμε _συνηρημένα_ ρήματα, γιατί μας έμαθαν έτσι να τα λέμε. Δεν απορείτε όμως πώς μπόρεσε το _φιλέω_ να καταντήση στο _φιλώ_; Δε σας φαίνεται παράξενο ένα τέτοιο πήδημα; Δε ρωτάτε τι έγινε ο τόνος, που πήγε το _ε_ που τον είχε, και πώς είναι δυνατό να χαθή ένα φωνήεντο με τόνο; Η συναίρεση στο χαρτί έφκολα γίνεται• δεν έχει κανείς παρά να βάλη το _φιλώ_ κοντά στο _φιλέω_, και να τραβήξη μια γραμμή για να ξεχωρίση τα γράμματα και για να το κάμη φιλέ—ω, ώ. Μα οι Έλληνες που είπαν αντίς _φιλέω φιλώ_, δεν τράβηξαν καμιά γραμμή• δεν έκαμαν τη συναίρεση απάνω στο χαρτί• έτσι τόφερνε η ζωντανή προφορά κ' η ζωντανή προφορά δεν έχει μήτε τυπογραφεία μήτε βιβλία. Πόσα έπρεπε πρώτα να πάθη το _φιλέω_ για να γίνη _φιλώ_! Έπρεπε να χάση τον τόνο του το _ε_, να πάη ο τόνος στο _ω_, να καταντήση το _ε_ πιο ψιλό, μόλις νακούγεται, κ' έτσι λίγο λίγο νακουστή μόνο το _ω_. Όσο βλέπουμε το _φιλώ_ στα βιβλία, ένας τέτοιος τύπος δεν μπορεί παρά να μας φανή λάθος τρομαχτικό. Και τι αθρώποι είταν οι Έλληνες για να μιλούν έτσι, να χάφτουν τόνους και φωνήεντα; Ίσως, αν πάτε στο Πυργί, — και σ' άλλα χωριά, — θα διήτε πώς έγινε το πράμα. Ταρχαίο το φιλέω—ώ δε θα τακούσετε πια, μα θα βρήτε άλλα πολλά που του μοιάζουν και θα καταλάβετε με τι τρόπο αλλάζουν οι γλώσσες. Πηγαίνοντας από ένα χωριό σ' ένα άλλο, θαπαντήσετε στο καθένα την ίδια λέξη με μια άλλη προφορά• θα πάρη ταφτί σας τις πιο μικρές διαφορές που έχουν αναμεταξύ τους όλα αφτά τα χωριά, θακουλουθήσετε τάπειρα φωνολογικά στάδια ενός τύπου και θα βλέπετε την κάθε αλλαγή και τη σειρά αλάκαιρη. Σ' ένα χωριό θα λεν η ψυχή, σ' ένα άλλο ψυ'ή με δασεία αντίς χ, σ' ένα τρίτο ψυή χωρίς τη δασεία, σ' ένα τέταρτο ψυή με μισό άτονο υ, πάει να πη που μόλις θακούσετε το υ, και τότες μόνο βγαίνει ο γνωστός τύπος η ψή, που δε σε φέρνει πια καμιά δυσκολία. Με τον ίδιο τρόπο και σταρχαία τα χωριά, αν είχαμε ζήσει σε κείνα τα χρόνια, θακούγαμε κάπου _φιλέω_, κάπου φιλέώ, κάπου φιλεώ με μισά _ε_ κ' έπειτα _φιλώ_. Σπουδάζουμε τη γραμματική, μα το νόημά της μας ξεφέβγει• προσέχουμε στα στοιχεία κι αμελούμε την αλήθεια• ανοίγουμε τα μάτια και στουμπώνουμε ταφτιά μας. Πια καλά θα καταλάβης και τη γραμματική της αρχαίας και τη γενική γραμματική αν ακούσης πώς μιλούν, παρά αν πιάσης βιβλίο να μελετήσης. Μια μέρα τα χωριάτικα θα γίνουν η πρώτη βάση της γλωσσολογικής επιστήμης. Φτάνει να τα συγκρίνης με ταρχαία κι αμέσως ζωντανέβει το βιβλίο που διαβάζεις μόνο με τα μάτια• θα σε φαίνεται τώρα που τακούς και σε μιλεί.

Δάσκαλε, δασκάλε, μην καταφρονήσης στη ζωή σου τη γλώσσα του χωριού• είναι η αρχή της σοφίας. Άκουσε κ' ένα άλλο, ναπορήσης• όσο κι αν κοπιάσης, όσο κι αν πάρης να διαβάσης Πλάτωνα και Ξενοφώντα, όσο κι αν καθαρίσης τη γλώσσα σου, να το ξέρης• ποτές δε θα το καταφέρης να μιλήσης αφτή τη γλώσσα που θέλεις, τόσο καθαρά, τόσο νόστιμα και τόσο κανονικά, όσο μιλεί την γλώσσα του ο χωριανός

Ελάτε δασκαλάκια στο χωριό. Στο χωριό, με τον καθαρό τον αγέρα, με την ωραία τη φύση, θα ξανοίξη κι ο νους κ' η καρδιά σας. Όλα καλά στο χωριό. Χαίρεσαι διπλά τη ζωή, αν και κάπου κάπου κανένας κρυφός, κανένας γλυκός πόθος γεννιέται μέσα στην ψυχή σου. Νοιώθει κανείς μ' όλα του τα δυνατά ποίηση και φύση. Έκαμα και γω δυο πυργούσικους στίχους της Μαρούς του Γιαννίρη•

Γράμματα είν' τα λόια σου τσαι το Πυργκί σχολειό μου, Τσ εώ Πυργκούη θα εννώ, α το κάω ωργκιό μου.

ΙΗ'.

Αγάπη.

Έλα μαζί μου στο βουνό• μην κάθεσαι κάτω στη Χώρα. Εσένα διψώ, εσένα παντού τα μάτια μου σε γυρέβουν. Την αγάπη σου θέλω και για τίποτις άλλο στον κόσμο δε με μέλει. Γιατί μ' αφίνεις μοναχό; Δε θυμάσαι στην πατρίδα σου κάτω, στη λατρεμένη μας την πατρίδα, δε θυμάσαι τη θάλασσα, που κάθε μέρα σηκώνεται και τραβιέται, όπως τη σείρη το φεγγάρι; Όταν τραβιέται, πάει μίλια μίλια μακριά και το περιγιάλι απομνίσκει ολόξερο, γυμνό, σαν ορφανεμένο. Όταν πάλε σηκωθή, περεχύνει στα γεμάτα τον έρημο τον άμμο• χαίρεται το διψασμένο το χώμα και τα παράλια ζωντανέβουν. Η καρδιά μου μοιάζει με το γιαλό• όσο δε σ' έχω, είμαι σαν το ξενιτεμένο το περιγιάλι κι όλο προσμένω να δροσιστώ με της αγάπης σου την πλημμύρα.

Εσύ μόνη στον κόσμο ξέρεις να θρέφης στην καρδιά σου μεγάλες ελπίδες, στο νου σου ψηλούς λογισμούς. Το καλό, το σωστό και τωραίο, τα νοιώθεις δίχως να στα πουν. Παντού προσπαθείς την αλήθεια να βρης, στην τέχνη, στην επιστήμη, στη θρησκεία. Την αλήθεια γυρέβεις στον ουρανό και στη γις• αφτός είναι ο πόθος της ψυχής σου. Κανενός όμως δεν το λες, κανενός δεν το φανερώνεις και μήτε ξέρεις η ίδια τι αξίζεις. Έχεις όλη τη χάρη τη γυναικήσια, έχεις την αφέλεια του παιδιού που δε γνωρίζει την ομορφιά του. Όλη σου η ζωή είναι μελέτη του καλού, είναι απλότητα και νοστιμάδα, είναι χαμογέλοιο και χαρά ταπεινή. Τα λόγια σου είναι γεμάτα γλύκα, φρόνηση και γνώση• με τον καλό σου, με το χαδεμένο σου τον τρόπο ξέρεις να πης του καθενός ένα λόγο. Όλο θέλεις αψηλά νάχουμε το νου μας, κ' η σοφία που κυβερνά τη ζωή σου μοιάζει σα λαμπάδα κρυμμένη που από μέσα φωτίζει σιγά κανένα άγαλμα χαριτωμένο.

