# Το Ταξείδι μου

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31562/index.md

Στην ίδια γραμμή έβλεπα δυο ψηφιά και πάντοτες τα γαλλικά ξεπερνούσαν τα γραικικά, με τρόπο που φαίνουνταν και καλήτερα. Κάμποσες φράσες διάβασα έτσι, φράγκικα όλο μαζί και γραικικά• σας τις σημειώνω κοντά κοντά τη μια στην άλλη•

Αι δυνάμεις προτίθενται να ακο- Les puissances se proposent λουθήσωσιν το επόμενον πρόγραμ- de suivre le programme sui- μα προς λύσιν του βουλγαρικού vant pour la solution de la ζητήματος. question bulgare. Αι διακοπείσαι σχέσεις θα επα- Les relations interrompues ναληφθώσι. vont être reprises. Συγκέντρωσεν εις εαυτόν άπα- Il a concerte sur lui l’atten- σαν την προσοχήν των ευρωπαϊ- tion de tous les gouverne- κών κυβερνήσεων. ments de l’Europe. Εν δεδομένη τινί στιγμή. Dans un moment donne. Την ιδίαν αυτών ατομικότητα. Leur propre individualité. Επιλόγησαν επί της διαφοράς του Ils ont compte sur la diffé- χαρακτήρος. rence de caractère. Αναλόγως των περιστάσεων. Suivant les circonstances. Τάσις της εθνικότητος. Tendance de la nationalité. Παρασκευάζει υπόμνημα. Il prépare un mémoire. Αι πανταχόθεν διαδιδαζόμεναι Les nouvelles qu’on nous ειδήσεις. transmet de toutes parts. Η λύσις εγγίζει. La solution approche. Σπουδαίον διάβημα προς λύσιν On fit un pad décisif vers la των περιπλοκών. solution des difficultés. Η συνεννόησις των δυνάμεων. L’ entente des puissances. Δεν έχουσιν διάθεσιν. Ils ne sont pas disposés. Να αποθέση το καταπληκτικόν (Δε μεταφράζεται σε καμιά γλώσ- ηθικόν κύρος της ροπαλοφορικής σα — μήτε στην καθαρέβουσα) ετυμηγορίας. Άλλοι εισέρχονται εις αναλυτι- D’autres entrent dans de plus κωτέρας πληροφορίας. amples détails. Εξανίσταται κατά των τοιούτων il s' élève contre ces inju- προσβλητικών μομφών. rieuses accusations. Ελάμβανε τον κόπον. Il prenait la peine. Ενσάρκωσις της ιδέας οριστι- Incarnation de l'idée d'une κής λύσεως του βουλγαρικού ζη- solution définitive de la que- τήματος. stion bulgare. Πολιτική ατμόσφαιρα πεπληρω- Atmosphère politique char- μένη ηλεκτρισμού. gée d'électricité. Αποτέλεσμα του συντάγματος. Résultat de la constitution. Αληθές στήριγμα του νέου ηγε- Véritable appui du nouveau μόνος. souverain. Μη μεμολυσμένος υπό φιλελευ- Point corrompu par les théo- θέρων θεωριών. ries du libéralisme. Υπό συνταγματικήν σχολήν δια- Élevé dans l'école du insti- παιδαγωγηθείς. tutionnalisme. Δύνανται να παρουσιασθώσι γε- Il peut se présenter des faits γονότα υποχρεούντα... nous obligeant a... Ρήξις διπλωματικών σχέσεων. Rupture de relations diplo- matiques. Αι απειλαί βαίνουσιν έτι περαι- Les menaces vont encore plus τέρω. loin. Δύναται να υπολογήση τας συν- Il peut supputer les consé- επείας. quences. Επαρκώς απέδειξεν. Il a suffisamment démontré. Θίγει χορδήν ευαίσθητον. Il touche a une corde sensible. Να παράσχη διασαφήσεις. Fournir des explications. ...όπερ δέν θα ήτο ιπποτικόν. ...ce qui ne serait pas che- valeresque.

Αντίς γαλλικά και γραικικά, με φαίνουνταν πάλε κάποτες πως διάβαζα ελληνικά και γερμανικά, σαν που το βάζω τώρα•

Θεωρούμεν όχι ανάξιον του κό- Wir betrachten es nicht der που να ερευνήσωμεν εις τι έγ- Muhe unwerth zu untersu- κεινται αυταί αι δικαιολογίαι. chen, worin diese Rechtfer- tigungen liegen. Να ασκή σοβαρόν έλεγχον. Ernsten Tadel zu üben.

Κάποτες πάλε δεν έφταναν τα γερμανικά ή τα γαλλικά, ξεχωριστά τό καθένα• τάβλεπα μισό γερμανικά μισά γαλλικά, μέσα στα ελληνικά, σα να είχε στο νου του ο συντάκτης, όταν έγραφε, και τις δυο γλώσσες•

Αρμονίαν θελήσεως παρ' αυταίς Übereinstimmung des Wil- ταις μεγάλαις δυνάμεσιν. lens selbst bei den grandes puissances. Κέκτηται όλην την μόρφωσιν και Il possède toute la Bildung την παίδευσιν ευ ηγμένου Ευρω- et toute l'instruction d'un παίου. wohl erzogenen Européen.

Κρίμας που δεν έμαθα παιδί ταγγλικά! Είχα πάρει για τη δυστυχία μου μια δασκάλισσα, όταν είμουν πια παλληκάρι, κι αντίς να με σπουδάξη, μ' έμαθε... κάλλια να μη σας το πω. Τώρα το μετάνιωνα. Θα με ξέφυγαν πολλά απ' όσα διάβαζα, που μόνο ταγγλικά θα με τα ξηγούσαν. Τι καλά είταν τουλάχιστο που ήξερα γαλλικά και γερμανικά! Α δεν τα ήξερα, δε θα μπορούσα να καταλάβω λέξη απ' όσα έγραφαν οι φημερίδες. Νόημα δε θα μπορούσα να βγάλω και του κάκου θάσπαγα το κεφάλι μου. Άμα τάβαζα στο γαλλικό, αμέσως έβλεπα τι θα πη. Είχα διαβάσει τη φράση• — «Δεν ηδύνατο να αρθρώση λέξιν.» Τι μπορούσε να σημαίνη τέτοιο πράμα; Γύρεβα, σκάλιζα στην αρχαία• αδύνατο νά βρω τίποτις που να μοιάζη. Βέβαια που ο Ξενοφώντας, αν είταν ποτές να « αρθρώση λέξιν», θάμνισκε βουβός όλη του τη ζωή. Την ίδια δυσκολία είχα και με κάτι άλλες φράσες• — « Εν δεδομένη τινί στιγμή». Ποιος, έλεγα μέσα μου, να δώση τούτη τη στιγμή και ποιος να την πάρη; Ή και• — « Η λύσις εγγίζει». Άγγιξε, συλλογιούμουν, κανέναν και τον πείραξε; Του κάκου θυμούμουν τους αρχαίους πεζογράφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Θουκυδίδη! Δεν έβγαινε τίποτις. Αφτό το «εγγίζει» με βασάνιζε, και δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήθελε να πη «πλησιάζω». Αν έγραφε την αρχαία, έλεγα, θα τόβαζε « εγγύς» ή « πέλας ημίν εστί», κι αν τόγραφε στη γλώσσα μας, έπρεπε να πη « κοντέβει•». Άμα ξεχνούσα την αρχαία και τη νέα, με τη γαλλική μετάφραση καταντούσε το νόημα πολύ έφκολο• «Il ne pouvait articuler une parole». — «Dans un moment donné». — «La solution approche». — Είναι κάτι συνηθισμένα και κακορίζικα γαλλικά, που ακούω στο Παρίσι κάθε μέρα. Τα λέει κανείς, άμα δεν ξέρει τι να πη.

Κατάλαβα τότες που έπρεπε να διαβάζω ανάποδα• αντίς πρώτα να τα διαβάζω γραικικά, είταν πολύ πιο σωστό να τα λέω μέσα μου γαλλικά κ' έπειτα να κοιτάζω τα τυπωμένα γράμματα. Και χωρίς να το θέλω, τόντις έτσι τόπαθα. Τώρα τάβλεπα πρώτα πρώτα όλα φράγκικα, σα να είταν τα φράγκικα πρωτότυπα•

N' est soumis à aucune res- Εις ουδένα υπόκειται περιορι- triction. σμόν. A première vue. Εκ πρώτης απόψεως. Il s' est vu forcé. Είδεν εαυτόν ηναγκασμένον. L' usage éclaire et opportun Η πεφωτισμένη και επίκαιρος de ce droit. χρήσις του δικαιώματος τούτου. L'opinion publique s'est éle- Η κοινή γνώμη δια διαδηλώσεων vée contre ce vote par ses εξηγέρθη κατά της ψηφοφορίας manifestations. ταύτης. Il se trouvait dans son droit. Ευρίσκετο εν τω δικαίω αυτού. L'opinion publique qui se Η κοινή γνώμη ήτις μορφούται forme d'après la pleine cons- εκ της πλήρους συναισθήσεως της cience de la force, des be- δυνάμεως, των αναγκών και της soins et de la situation géné- εν γένει καταστάσεως του λαού rale du peuple et de la nation. και του έθνους. Il a soulevé l'indignation u- Εξήγειρε την γενικήν αγανάκτη- niverselle. σιν. Cette question touche sérieu- Το ζήτημα τούτο σπουδαίως θί- sement aux intérêts généraux γει τά τε εθνικά και ιδιωτικά συμ- et privés de la nation. φέροντα του λαού. L'opinion publique qui s'est Η ζωηρώς εκδηλωθείσα κοινή vivement manifestée. γνώμη. Ces mesures devaient être Τα μέτρα ταύτα έδει να λη- prises. φθώσι. Cela dépasse vraiment toutes Υπερβαίνει αληθώς του επιτρε- les bornes! πομένου τα όρια! Le phénomène caractéristi- Το φαινόμενον το οποίον χαρα- que. κτηρίζει. Il les a tous surpassés par son Υπερέβη πάντας κατά την αθλι- ignominie! ότητα! Elle a donné la dernière im- Η δούσα την τελευταίαν γεν- pulsion généreuse. ναίαν ώθησιν. Le 16 Mai. Η 7η Απριλίου. La nuit des temps et la pous- Ο ζόφος των αιώνων και ο κο- sière des bibliothèques. νιορτός τών βιβλιοθηκών. Il a eu le courage d'exposer. Έσχε το θάρρος να εκθέση. Il est en situation. Είνε εις θέσιν. Vous arriverez à la même Θα φθάσητε εις το αυτό συμπέ- conclusion. ρασμα. De ceux qui ont la meilleure Την βελτίστην προς μάθησιν θέ- volonté d'apprendre. λησιν εχόντων.

Στο τέλος είταν κι αφτός ο λόγος που με φάνηκε πολύ σωστός•

Nous apprécions la connais- Εκτιμώμεν και την γνώσιν της sance de la langue grecque ελληνίδoς φωνής εν η και ως ποι- où il excella comme poète: ητής διέπρεψε• θεωρούμεν δε τού- c'est là une qualité des plus το σπουδαιότατον προσόν, διότι sérieuses, car on peut com- εν δακτύλοις μετρούνται οι παρ' pter sur les doigts dans notre ημίν τοιούτοι. pays les personnes qui sa- vent le grec. ................................

Εκείνος ο κρότος που είχα ακούσει στην αρχή, όταν πήρα να διαβάσω τις φημερίδες, να που μεγάλωνε τώρα και γίνουνταν πιο δυνατός. Τρόμαξα μια στιγμή, γιατί στη μοναξιά αγριέβεται κανείς νακούη ταραχή και να μην ξέρη από πού είναι. Όμως και πάλε δεν πολυπρόσεξα. Είταν ο νους μου σε κείνα που είχα διαβασμένα. Χαίρουμουν που τα καταλάβαινα• μάλιστα κολακέβουμουν που είχα βρει με τι τρόπο έπρεπε να τα καταλάβω. Όταν κανείς μελετήση χρόνια κανένα φιλοσοφικό σύστημα, κ' ύστερα από πολλούς κόπους και κάμποση σπουδή, τέλος μπη στο νόημα, ξανοίγει ο νους του. Έτσι και γω περηφανέβουμουν που μοναχός μου είχα σταθή άξιος να μαντέψω τη μεγάλη σοφία που φώτιζε τα γραικικά μας φύλλα. Ναι! τώρα για πρώτη φορά, έννοιωσα τι σύστημα έχουν οι φημεριδογράφοι μας και με φάνηκε το σύστημά τους χρήσιμο κι απλό. «Ξέχασε τα ελληνικά σου, ταρχαία και τα νέα• κοίταξε μόνο να προσέχης το τυπικό ταρχαίο. Άμα έμαθες που η ονομαστική _μούσα_ έχει γενική _μούσης_ κι όχι _μούσας_, που ο ενεστώτας _ακούω_ κάμνει αόριστο _ήκουσα_ και παρακείμενο _ακήκοα_, παίρνεις αμέσως ξένες φημερίδες• τις μεταφράζεις μάνη μάνη. Έτσι ξεβγενίζεις τη γλώσσα. Δεν πειράζει να γράφης φράγκικα, φτάνει να τα τυπώνης γραικικά. Με τέτοιο τρόπο, οι λέξες σου φαντάζουν ελληνικές• μέσα είσαι όλος φράγκος. Το τυπικό, μην ταμελήσης στη ζωή σου. Τα χάλασες όλα, α δεν πρόσεξες το τυπικό!»

Και μη νομίζετε που στα μπόσικα τόπιασαν οι δικοί μας μ' αφτό τον τρόπο. Οι φημεριδογράφοι μας κουτοί δεν είναι• είναι μάλιστα φοβεροί διπλωμάτες. Γράφοντας γερμανικά, γαλλικά κι αγγλικά καλοπιάνουν την Εβρώπη• άμα διή η Εβρώπη που ξέρουμε και γράφουμε τη γλώσσα της, δεν μπορεί παρά να μας αγαπήση. Έτσι καμιά μέρα θα μας δώση και την Πόλη. Για να μην κακοφανή τάχατις την Εβρώπη, που μας βλέπει ναποφέβγουμε σαν την ψώρα τις ξένες λέξες και να λέμε που η γλώσσα μας και το έθνος μαζί ξεπέφτουν άμα πούμε _πόρτα_ αντίς _θύρα_, κατωρθώσαμε τουλάχιστο, οι λέξες να μοιάζουν ελληνικές, το ύφος και το νόημα να είναι φράγκικα.

Έτσι, μιλώντας φράγκικα, μιλούμε την αρχαία. Και τι θέλει, τι γυρέβει όλο το έθνος; Ο καθένας «βαθμηδόν» να μοιάξη τον Περικλή. Θα το κατορθώσουμε λαμπρά με τις φημερίδες. Θαναγκαστή μάλιστα καμιά μέρα η Εβρώπη να το πιστέψη. Χαίρουμουν πολύ για την ιδέα. Μ' άρεζαν κι όλας όσα διάβαζα• τι φρονήματα γενναία, τι μεγάλοι λογισμοί! Κάπου κάπου έγραφαν και για τους Βουργάρους που είναι παιδιά, για τους Σλάβους που είναι σωρό βάρβαροι, για τους Έλληνες που είναι Έλληνες, για τη γλώσσα την αρχαία, που έρχουνται πίτηδες ξένοι σε μας να τη μάθουν. Κάπου μάλιστα χτύπησε το μάτι μου κι αφτή τη φράση που με κολάκεψε πολύ• «Αι από των ευκλεών προγόνων μας κληρονομηθείσαι πολιτικαί αρεταί.»...

Όσο καλά, φρόνιμα, σωστά κι αν είταν τα λόγια που διάβαζα, πρέπει να το μολογήσω, είχα λίγη ζάλη• είμουν κουρασμένος από τη ζέστη και το πολύ διάβασμα. Να το πούμε παστρικά, με πήρε ο ύπνος. Σαν ψιλό ψιλό συννεφάκι, σα λεφτούτσικη καταχνιά ξαπλώνουνταν ο ύπνος σιγά σιγά απάνω στα ματόφυλλά μου. Εκεί που πήγαινα να πιάσω άλλη μια φημερίδα, στάθηκε το χέρι μου κ' έγυρα το κεφάλι. Κοιμούμουν. Άμα που σφάληξα τα μάτια, τρόμαξα στον ύπνο μου μέσα. Άρχισα να τρέμω κι όμως όλο κοιμούμουν. Ο κρότος εκείνος ο προτινός μεγάλωνε μεγάλωνε κι ακούγουνταν πια τώρα σαν τη θάλασσα, όταν πάει φουρτούνα να ξεσπάση. Είδα τι έτρεχε. Κατάλαβα την ταραχή, από πού και γιατί είταν. Τόντις παράξενο πράμα θωρούσα!

Μπροστά μου έβλεπα ξαπλωμένο το χάρτη της Εβρώπης. Δεν είταν κανένας μικρός χάρτης, σαν τους γεωγραφικούς πίνακες που κρέμουνται στους τοίχους, μέσα στα σκολειά. Με φάνηκε μεγάλος σαν την Εβρώπη την ίδια. Είταν και κείνος χρωματισμένος σαν τους συνηθισμένους χάρτηδες. Ο κάθε τόπος είχε ξεχωριστό χρώμα και μπορούσες να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Είταν ο καθένας ζουγραφισμένος πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μαβιά, άσπρα, μουντά ή ανοιχτά. Απάνω στο χάρτη στέκουνταν οι Εβρωπαίοι, όλοι με την αράδα, ο Γάλλος στη Γαλλία, στη Γερμανία ο Γερμανός, ο Ιταλός στην Ιταλία• ο καθένας χωριστά στον τόπο του, κι ο κάθε λαός φορούσε ρούχα ή πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα, με το χρώμα που είχε στο χάρτη η κάθε χώρα. Όλο μαζί είταν παράξενο κ' έμοιαζε σαν αποκριάτικο.

Το περίεργο είταν που δεν έβλεπες μήτε σπίτι, μήτε δρόμο, μήτε τίποτις• φαίνουνταν οι αθρώποι μοναχά — κι ο χάρτης. Όλοι τους εμάς κοίταζαν• και τα δυο μάτια στην Ελλάδα! Δεν είταν όμως όρθιοι• μα δεν μπορούσα να πω που κάθουνταν κι όλας. Στέκουνταν εκεί σαν καμπούρηδες, με σκυφτή ράχη, με το κεφάλι ψηλά• κάθε άθρωπος — και τους ξεχώριζες έναν έναν — είχε τα δύο χέρια ακκουμπισμένα στα γόνατα, σα να βαστιούντανε για να μην πέση κατακέφαλα και κάμη κουτρουβάλα. Το πηγούνι του καθενός πήγαινε ναγγίξη τα ποδάρια του κ' η ράχη τους γίνουνταν καμάρα. Το στόμα τους είταν ανοιχτό, ολωνών, κ' έχασκε φοβερά — σαν τρύπα μάβρη. Έφερναν αηδία. Και γιατί, παρακαλώ, στέκουνταν έτσι; γιατί ξεκαρδίζουνταν από τα γέλοια. Κ' είταν ένα γέλοιο δυνατό, άνοστο, χάχικο, πληχτικό γέλοιο, ένα γέλοιο συχαμένο, που σ' έπιαναν τα νέβρα και σ' έρχουνταν απελπισία να τακούς. Έκοφτε σαν ξουράφι. Μιλλιούνια και μιλλιούνια αθρώποι γελούσαν κι' όλο γελούσαν και τελειωμό τογέλοιο τους δεν είχε. Αχ! αναθεματισμένοι Εβρωπαίοι, μούγγριζα μέσα μου, τι έχετε και γελάτε με τέτοιο τρόπο; Γιατί με ξεσκίζετε ταφτιά και με τρυπάτε την καρδιά σα με μια σούβλα; Κόντεβα να κλάψω από τη σκάση. Όλοι τους με κοίταζαν και κοίταζαν το τραπέζι που κάθουμουν και τις φημερίδες που διάβαζα. Είταν η Εβρώπη μαζωμένη• φαντάζεσαι λοιπό τι βοή, τι κρότο που τον έκαμνε το γέλοιο τόσων αθρώπων. Άξαφνα στάθηκαν και καθαρά καθαρά — σα να τους άκουγα και τώρα —, είπαν όλοι τους μαζί με μια φωνή που έμοιαζε να σφυρίζη.

« Απόγονοι του Περικλή, τούτα είναι τα γραικικά σας;! Μ' αφτά είναι που θα μας πιάσετε; Με την ψεφτοκαθαρέβουσα που μιλείτε, καλά την κουρελλιάσετε τη γλώσσα του Περικλή! Αλήθεια, καταντήσετε βάρβαροι, σαν που το λέτε κάποτες οι ίδιοι. Κάτω το κοντύλι. Πήρετε άσκημο δρόμο. Δεν έχει τόπο για σας μέσα στον πανάγιο, το σοβαρό ναό της εβρωπαϊκής επιστήμης.»

Και σαν ωκεανός φουρκισμένος, σα μάνητα τρικυμιάς, βροντούσε η φωνή τους κι όσα μέσα τους είχαν, τάβγαζαν όξω με μιας.

« Κάθεστε και μας λέτε που δεν ξέρουμε τη γλώσσα σας, που έχουμε κακή προφορά, που θα μας τα μάθετε όλα. Μας μάθετε μόνο να γελούμε. Φτάνουν οι κωμωδίες• θαρρείτε τάχατις πως γράφετε ελληνικά; Όχι, βέβαια. Για να το καταλάβετε, εμείς πρέπει να σας το πούμε. Φραγκέψετε! Μιλήστε γλώσσα δική σας, για να σας ακούση ο κόσμος.»

Καλό πράμα κανείς νάχη πομονή — μα ωσπού θα πάη; Εγώ να κατηγορώ τους δικούς μου, γίνεται• ίσως είναι και χρέος• αλλάζει η δουλειά, άμα τους κατηγορήσουν άλλοι. Αφτό δεν το σηκώνω. Όταν περγελώ τον εμαφτό μου, μ' αρέσει μόνος μου να γελώ. Κόρωσα λοιπά και γω τότες, ακούγοντας τέτοια λόγια. Έγινα μέσα μου όλος θυμός κι από την πλήξη πήγαινα να πνιγώ. Θέλησα να τους αποκριθώ, μα χάθηκε η φωνή μου. Τι, τι να τους πω; Τι απάντηση να τους δώσω, που είταν τα λόγια τους αλήθεια; Τουλάχιστο να μην τους βλέπω μπροστά μου, να μην τους ακούω πια τους Εβρωπαίους! Φεβγιό φεβγιό! Σηκώθηκα στη στιγμή και καταντροπιασμένος, ζεματισμένος γύρισα στο σπίτι.

Ι'.

Αρνί και λιοντάρι.

Είχα χρόνια να διώ τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνη. Είταν πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγα δε θα διήτε στη ζωή σας• τουλάχιστο τρεις πήχες ψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κόντεβαν τα ντουβάρια να γκρεμίσουν. Έπρεπε να σκύψη, ώςπου να γίνη μισός, για να περάση από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοίταζες και θυμούσουν τους στίχους του Ακρίτα•

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει, Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δένδρα.

Το χέρι του είτανε βράχος, κι άμα σ’ έπιανε το χέρι να στο σφίξη, κόντεβε να στο κάμη κομμάτια• είτανε για να σε δείξη φιλία. Ποιος δε φοβούνταν τη φωνή του; τόσο δυνατή δεν είταν άλλη φωνή• ήξερε ο κόσμος που μπορούσε νακουστή από το Ταξίμι, ίσια με το Κατάστενο, ίσια με τη Μάβρη θάλασσα, ίσια με τη Ρουσσία, — ίσια με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, είταν άξιος μοναχός του να ρίξη κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν άλλος Ακρίτας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητηκιά του• είταν κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν τον ήλιο. Τρέμει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγη• κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψώφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλοιο• « Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος είταν κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώση και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός — πρι να ξεσπάση, — στέκουνταν ήσυχος μια στιγμή, σαν καρφωμένος κατά γης• λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκαμνε• στραβοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν είταν άθρωπος, διάβολος δεν είταν που να μπορέση τότες να σηκώση την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας• είναι το μπαρούτι του Γραικού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Είταν αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σ' έλεγε λόγο να σε πειράξη. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Γραικός, λέει, είναι περήφανος και σωπαίνει. Το βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίση το ποτάμι. Μόνο χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό τι του έλεγες, νόμιζε πως είταν τάχατις να τον περιπαίξης, ή πως τάλεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πης. — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπίζουσουν κ' ήθελες να πνιγής — ή πως τόλεγες για να του δώσης να καταλάβη κατιτίς.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, είταν καλός να το ξεχάση. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός είταν το χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Το βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεββάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθή, αν η γριά μας η παραμάννα δεν κάθουνταν πλάγι του στην καρέγλα, να του λέη λόγια και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχαν οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και τόλεγαν πού και πού, να γελάσουν. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυφερή και μαλακή σαν μπαμπάκι• τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήση. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είτανε σωστός Γραικός — βέρος πολίτης. Μπορούσε να σηκώση τον κόσμο στο ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμη, μπορούσε πύργους να γκρεμίση και κάστρα να πάρη μοναχός του. Ως τόσο κάθουνταν ήσυχα και καλά στο ζεστό του το κρεββατάκι, — νακούη παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα έννοιωθε που είσουνα μαζί του και που κάποιος τόνε βαστούσε, μπορούσε να γίνη φωτιά, να ξεχάση και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι• δεν είταν πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ' αγγίξη, δεν έπρεπε κανείς να με πη λέξη• στραβοκοίταζε, άναφταν τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) —, μα ήξερε την αγάπη που τον είχα, καταλάβαινε που γύρεβα το καλό του, κ' έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο τίποτις δε φοβούμουν, όλα με φαίνουνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στέκουνταν πλάγι μου• ασκέρια δεν έτρεμα τότες• μπορούσα στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανίζουνταν τασκέρια, ωρμούσε σαν το θεριό κ' έκοφτε κεφάλια. Δεν άφινε ζωή. Είταν το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάη• τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρφια αγαπημένα. Τι γέλοια που τα πατούσαμε, τι κουβέντες που τις κάμναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύκτα. Ο αδερφός μου ο Γιάννης έπρεπε να φάη το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ τα βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερεις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες• πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες• πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βοδινό, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σοτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, σηκώτια, λαδερά κ' εντράδες ένα σωρό• ορεχτικά, χαβιάρι, ραδίκια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη• λακέρδα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια• στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες• χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασούλια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελίσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια• φρούττα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπόνια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φριγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα• έντεκα οκάδες άλας και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θάλασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέδες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώη σα δράκος. Τα κατέβαζε όλα σαν ένα ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλοιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβίριζαν — είταν καμιά κατοσταριά, — έπεφταν κατά γης. Και δεν του χρειάζουνταν πολλά να γελάση. Έφτανε μια λέξη να του πης με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέη ξεκαρδίζουνταν. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψη. Για κάθε πράμα που έκαμνε και ρωτούσες γιατί τόκαμνε έτσι κι όχι αλλιώς, — ή για ένα τσιγάρο που άναφτε, ή για ένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλλο του, — σ' αποκρίνουνταν πάντοτες• — « Συνήθεια γαρ επεκράτησεν παρ' ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο• — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ' έκαμε να γνωρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες. Όσο μιλούσαν, εγώ τσίτωνα ταφτιά μου, για να μη με φύγη καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κ' η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τόννοιωσαν ακόμη οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να ταλλάξω.

