# Το Ταξείδι μου

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31562/index.md

Όσο δέρνουμουν και σέρνουμουν και σκέφτουμουν τέτοια με το νου μου, η νύχτα προχωρούσε, και στους απέραντους κάμπους του κόσμου γλυστρούσε η γις μας σιγά σιγά, να κάμη την καθημερνή της βόλτα γύρω στον ήλιο. Έκαιγαν πάντοτες τα φώτα• με το θολό τους φέξιμο, έκαμναν και φαίνουνταν ακόμη καλήτερα το σκότος. Κάπου κάπου άκουγες μια βοή κι ανατρίχιαζες• είταν τα κανόνια που βροντούσαν. Έλεγες πως αστροπελέκια έσειαν τη γις κ' ήθελαν πέτρα να σπάσουν. Είτανε για να προσκυνήσουν το λείψανο. Σάλεβε, κουνιούνταν τα πλήθος, μουρμούριζε σα θάλασσα που βράζει. Μ' αρέσει να περπατώ μέσα στο λαό, δίχως να με ξέρη κανείς και γω να συλλογιούμαι τα δικά μου. Η φαντασία μου παίρνει φωτιά• στράφτει ο νους μου, χιλιάδες ιδέες, σα χαλάζι και σα βροντή, με δέρνουν το μυαλό. Στο κεφάλι μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες.

Δεν ξέρω γιατί μήτε πώς, μα δεν έννοιωθα πια κούραση καμιά. Ξέχασα βάσανα και πόνους. Με φάνηκε πως ξανάνιωνα ξαφνικά. Αθάνατες ελπίδες με περεχούσαν την ψυχή. Γύρισα να διώ και κάτω κάτω, σαν ασημένια γραμμή, στα μέρη της ανατολής, έβλεπα τον ορίζοντα νασπρίζη• φάνηκε σα μια χαραμάδα στον ουρανό. Είταν η αβγή.

Φως! το φως! Να και το φως που ζητούσα. Όχι! όνειρο δεν είταν! Είταν αλήθεια που ΤΟΝ είδα και το θυμούμαι καλά τώρα που σας το διγούμαι. Κάποιος έρχουνταν, κάποιος φαίνουνταν εκεί κάτω. Όσο ξάπλωνε η αβγή το κάτασπρό της ρούχο, τόσο και κείνος προχωρούσε. Έλαμπε στα χαράματα μέσα• μαζί με τον ήλιο ανέβαινε, και το πρόσωπό του έπλεγε μέσα στις ολόχρυσες αχτίδες σα σε μια θάλασσα φως. Το ποδάρι του βαριά χτυπά τη γις• τα μάτια του καίνε σαν ταστέρια. Νά ΤΟΣ εκείνος που προσμένω. Άπειρος λαός τον ακουλουθά και κατόπι του τρέχει, φοβερός σαν το κύμα που σηκωθή. Αφτός είναι ο ποιητής, ο λυτρωτής μας. Παλάτια θα γκρεμίση και θα στήση γλώσσα. Έλα, έλα και μην αργής. Σ' αφτό τον αιώνα που ζούμε, βασιλέβουν οι λαοί και ρίχτουν κάτω τους τυράννους. Μισή λεφτεριά δεν τη θέλει ο λαός μας. Δεν το ποφέρνει να βρίζουν του κάκου την πατρική του γλώσσα. Πρέπει να λεφτερωθή κι από τους δασκάλους. Νίκησε το σπαθί του• είναι ανάγκη κ' η γλώσσα του τώρα να νικήση.

Ζ'•

Πτωχοπρόδρομος.

Πότε, πότε θα μας έρθης, πότε θα σε διούν τα μάτια μας και θα σε χαρούν οι καρδιές μας, Χριστέ μου και σωτήρα, νέε δημιουργέ, νέε πλάστη της γλώσσας μας της νέας; Το χορτάρι μοναχό του θα φυτρώση όπου πατήσης. Η γις θα σε χαιρετήση• θα σκύψουν ταστέρια να σε προσκυνήσουν και κείνα. Στο δρόμο που θα πηγαίνης, η φύση θα στολίζεται και θα ξαπλώνη όλες τις ομορφιές της. Τα πουλιά θα ζουλέψουν τη φωνή σου. Θα κυριέψης τις καρδιές και θα τις κάμης να σαγαπούν και να γλυκοτρέμουν όταν ακούσουν τόνομά σου, γιατί στην ποίησή σου θα βρουν όσα μέσα τους έχουν και δεν ξέρουνε να τα πουν. Ένα λόγο θάχης για κάθε ψυχή, μια παρηγοριά για κάθε δάκρι, μια αλήθεια για κάθε νου. Ό τι ποθεί ο καθένας, ό τι συλλογιέται κι ό τι νοιώθει, θα ταπαντήση στη γραφή σου. Ολωνών τα φρονήματα θα τα κάμης δικά σου• όλα τα καρδιοχτύπια θα ταντηχίσης. Σαν καθρέφτης μας θα σταθής και σε σένα θα γυρέβη το έθνος να διή τη μορφή του, γιατί μ' ένα που θα πης, ο καθένας θα καταλάβη για πρώτη φορά τον εμαφτό του. Τα φαινόμενα της φύσης, των αθρώπων τα πάθη θα μας ξανοίξης. Θα μας δώσης ύψος και θάρρος και παντού θα σκορπίσης τους θησαβρούς σου.

Εσύ θα γίνης άλλος Ορφές. Θα μαλακώσης τις πέτρες• θα σέρνης κατόπι σου τα θεριά. Με τους ψηλούς σου λογισμούς, με τις τολμηρές σου ελπίδες, με την καινούρια σου τη φράση, όπου περάσης θα νικήσης. Θα πλουτίσης τη γλώσσα και θα σε πλουτίση. Θα περπατής και θα ψάλης την ξαναγέννηση της πατρίδας, τη λεφτεριά και τον καινούριο μας κόσμο. Έθνος τότες μόνο θα φανούμε• θάχουμε και μεις τον ποιητή μας. Για τούτο κι από τώρα σε χαιρετώ, με νου ταπεινό, με καρδιά μέλι γεμάτη, γιατί με γλυκαίνει ο ερχομός σου πιώτερο από μέλι κι από ρόδα.

Δε θα σε προφτάξω• θα με σκεπάζη το χώμα όταν εσύ θα το πατής. Μη με καταφρονής που δε σ' αξίζω. Τα λόγια μου μπορείς να τακούσης, δίχως να ξεπέσης, γιατί ο καθένας δεν μπορεί να σε μιλήση σαν που σε μιλώ. Θα μάθης και συ τόνομά μου. Αγάπησα την πατρίδα μου και τη γλώσσα μου. Ξέρω τι κάμνω, και ποιος είναι ο σκοπός μου το ξέρω. Δε με μέλει για τη δόξα• η μόνη μου αγάπη είναι η αλήθεια. Κι άβριο να σκοτωθώ κ' η μνήμη μου μαζί μου να χαθή, δε με πειράζει• φτάνει ο κόπος μου να μείνη, η ιδέα μου να ζήση. Και θα ζήση! Μοναχή της η πατρίδα θα πάρη το δρόμο που της είπαμε να πάρη, γιατί τούτος είναι ο δρόμος ο σωστός, ο μόνος ο δρόμος.

Να με λυπηθής που δεν μπόρεσα να της δείξω το δρόμο τούτο, σαν και σένα. Να είσαι καλός και γενναίος. Μη φανής με το παραπάνω σκληρός για τις κακορίζικές μου αφτές τις δοκιμές, για την προσπάθεια και τον κόπο μου, γιατί, να σε πω! ό τι δε μ' έδωσε η φύση, δεν το φταίει η καρδιά μου. Είχα προαίρεση καλή, αν και δεν πίτυχα σαν που θα πιτύχης. Σαγάπησα πριν ακόμη σε γνωρίσω• κι αφτό κάτι θα πη. Για σένα δουλέβουμε όλοι• για σένα έφκολα χαρίζω τη ζωή μου. Κάπου κάπου λοιπό να με θυμάσαι δίχως κάκια, να θυμάσαι και να συχωρνάς τον καημένο σου τον πρόδρομο, — τον _Πτωχοπρόδρομό_ σου.

Η'.

Πόλη και πολίτες.

Ό τι κι αν είπα, ό τι κι αν έγραψα, όσα παραμύθια κι αν έφτειαξα, τώρα που σας μιλούσα για δάκρια, βάσανα, πίκρες και νυχτερνούς περιπάτους, όλα, όλα τα παίρνω πίσω• κάλλια χίλιες νυχτιές σαν και κείνηνα που πέρασα στο Παρίσι, παρά την πρώτη νύχτα που πλάγιασα στην Πόλη! Τέτοιο πράμα δεν τόπαθα ποτές. Και μη νομίζετε που είναι ο λόγος μου για ψύλλους ή κουνούπια, γιατί συνηθίζουν οι ταξιδιώτες και βγάζουν κουνούπια στη μέση, άμα δεν ξέρουν πια τι να πουν, και τάχατις σας γράφουν καμιά νοστιμάδα, να σας διασκεδάσουν. Όχι! άλλα είταν τα δικά μου τα βάσανα. Θα σας το μαρτυρήσουν όσοι με γνώρισαν τότες, όσοι με τα μάτια τους είδαν το χάλι που είχα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκα. Έμοιαζα πεθαμμένος• είχα χλωμιάσει, ασπρίσει, λιγνέψει και κονταίνει. Όλα τάφταιγε η φοβερή αγρυπνιά κείνης της νυχτός.

Του κάκου, πέφτοντας στο κρεββάτι, προσπάθησα να κοιμηθώ. Ώςπου να χαράξη δεν μπόρεσα μάτι να σφαλήξω. Έννοιωθα τέτοιο βάρος στο στήθος μου, που νόμιζα που σήκωνα βουνό. Η μάβρη πλάκα δεν είναι τόσο βαρειά. Κόφτουνταν η αναπνοή μου, κρύος ίδρος με περεχούσε, το στομάχι μου σα θάλασσα πετιούνταν απάνω και κάτω, και κόντεβε ναγγίξη τη ράχη μου• το κεφάλι μου φωτιά! Ανακατώθηκα, με συμπάθειο, όλη τη νύχτα, και πήγα να βγάλω τάντερά μου. Δεν είχα πια και δύναμη να ξαναπέσω• κείτουμουν κατά γης αφανισμένος και σπασμένος. Ψυχομαχούσα.

Το πρωί έφεραν το γιατρό κι άδικα τον έφεραν. Ο γιατρός δεν μπορούσε τίποτις να με κάμη. Είπε που είχα λίγη ζάλη, που είμουν κουρασμένος από το ταξίδι κι άλλα τέτοια. Εγώ το ξέρω τι είχα. Χωρίς να με το ξηγήση ο γιατρός, έννοιωσα μέσα μου τι γίνουνταν, άμα πάτησα της πατρίδας το χώμα, άμα είδαν τα μάτια μου Τουρκιά. Κάθουνταν οι μιναρέδες στην ψυχή μου• αδύνατο να τους χωνέψω. Οι μιναρέδες είναι που όλη τη νύχτα με πλάκωναν το στομάχι. Ανάθεμάν της εκείνη την κόκκινη τη σημαία με το μισοφέγγαρο στη μέση, που ίσια ίσια αντίκρυ στα παράθυρα της κάμερής μου είταν ανεβασμένη ψηλά απάνω στον Κουλά. Μ’ έτρωγε το σηκώτι, το αίμα μου με ρουφούσε. Αχ! τα καταραμένα τα φέσια! μ' έσκαναν τη χολή. Τα παλάτια, τα τζαμιά, τους τουρμπέδες να μην τους διώ! Το αίμα μου βράζει• τετρακόσιω χρονώ μίσος με πνίγει την καρδιά! Δόστε με, φέρτε με ο τι κι αν είναι, ό τι κι αν τύχη• κάτι πρέπει να σπάσω. Δε θέλω, δεν μπορώ Τούρκο να διώ, δε θέλω Τούρκος κοντά μου να βρεθή, από μακριά δε θέλω Τούρκο να μυριστώ, δε θέλω να ξέρω πού είναι Τούρκοι στον κόσμο, Τούρκο δε θέλω νακούσω...

Το πρωί, που βγήκα να σεργιανίσω την Πόλη, απάντησα παντού στους δρόμους προσώπατα γελαστά και χαρούμενους αθρώπους. Με χαιρετούσε ο ένας κι ο άλλος• — «Καλώς τον είδαμε!» και «Τι χαμπάρια;» — « Πώς τα πάμε δα στο Παρίσι;» — « Έβγε σου, που δεν ξέχασες την πατρίδα.» — « Έλα, να σε τραττάρω ένα καφεδάκι.» — «Καλέ! διέστε τον που μας άφησε μωρό και μας γύρισε λεβέντης!» κι άλλα τέτοια πολλά που, να πω την αλήθεια, μ' άρεζε να τακούω. Για μίσος, για σκλαβιά τίποτις! Μπορεί μέσα τους νάβραζαν οι καρδιές• βέβαια όμως δεν τόδειχταν. Και γω ο ίδιος, πρέπει να το μολογήσω, δεν έσπασα τίποτις, δεν έσφαξα Τούρκο, κανενός αίμα δεν ήπια. Είδα μάλιστα και κάμποσα φέσια. Λίγο λίγο μαλάκωνε η ψυχή μου. Έτσι μοιάζει που το φέρνει η ατμόσφαιρα της Πόλης. Στρώννει σιγά σιγά τα πάθια και τους θυμούς ο γλυκός αγέρας τουρανού και τα κάμνει όλα γαλήνη.

Οι πολίτες έχουν άλλο σύστημα. Οι πολίτες ζουν, όσο μπορούν, αδερφικά με τον Τούρκο και προσπαθούνε να τον κυβερνήσουν — ή μ' άλλα λόγια να τον κάμουν του χεριού τους. Πρώτα, κάπως το κατώρθωναν το πράμα• μα να που τώρα κάτι πιο δύσκολο τους έρχεται το σύστημά τους. Ανακατώνεται σήμερα κ' η Εβρώπη στις δουλειές και θέλει και κείνη να πη το λόγο της. Τι να κάμουν οι δυστυχισμένοι μας οι Γραικοί; Τι να κάμη κανείς, όταν τουφέκι δεν έχει; Θα με πήτε• — « Αγοράζει». Ναι! τέτοια ιδέα έχω και γω. Μα ελάτε που είναι η Εβρώπη! Τι θα κάμουν οι δικοί μας με την Εβρώπη, αν πιάσουν κι αγοράσουν τουφέκια; Πώς σας φαίνεται αφτός ο λόγος; σα να είναι σωστός. Όπως συνηθίση κανείς! Αν απαρχής θύμωνε ο πολίτης, αν και τώρα προτιμούσε θάνατο παρά σκλαβιά, τότες ποιος ξέρει; Η Εβρώπη σήμερα δε θα πρόφταινε να πη λέξη. Αλλά λογαριάστε που μπορούσε κι όλας να μην απομείνη Γραικός ζωντανός.

Έτσι φαίνεται το κατάλαβαν οι πολίτες, και φαίνεται που το κατάλαβαν περίφημα, γιατί ποτές τους δε σάλεψαν. Παιδιά, τι να σας πω; Έχω πάρα πολλή αδυναμία μετά σας και δε μ' αρέσει να σας κατηγορώ. Θα λέτε και σεις οι ίδιοι που τα μισά σας τα κακά δεν τάβγαλα στη μέση. Άξαφνα μπορεί καμιά μέρα να το κάμετε παράπονο, και να πήτε που σας παίνεσα με το παραπάνω. Τι να γίνη; δικός σας είμουν και γω. Ας σκεπάσουμε και μερικά. — Έτσι το θέλησαν• έτσι τόκαμαν• έτσι το σήκωνε το αίμα τους. Φιλονεικίες, μικρολογίες και θεολογίες, όσο θέλετε• φτάνει να κάθουνται στη γωνιά τους. Κι ως τόσο, χωρίς μεγάλες κολακείες, χωρίς να δείξουν ταπείνωση πιώτερο απ’ ό τι έπρεπε, με το φιλότιμό τους, με τη φρόνηση τους, με το νου τους, με την ορθή τους κρίση, κατώρθωσαν ο Τούρκος να τους ακούη, να τους σέβεται, κάποτες κι όλας να τους φοβάται — και τέλος πάντα, πρέπει να το πούμε, βάσταξαν τον ελληνισμό. Κάτι έπαθαν, κάτι είδαν και κείνοι στο μεγάλο το Σηκωμό• εδώ κόρωσε η φωτιά• η σπίθα είταν κρυμμένη σ' όλες τις καρδιές κι όλοι μαζί τη θρέφανε για να μη σβύση.

Για την ώρα προσμένει ήσυχα ο Πολίτης, μοναχός του να πέση ο αφέντης του. Ξέρει που ο Γραικός, και μόνο ο Γραικός, πάντα στον τόπο θα μείνη και που ποτές από την Πόλη του δε θα το κουνήση. Αφτό του φτάνει. — «Παραφέντη μου, μ' έλεγε ένας γέρος καϊχτσής που με πήγαινε κάθε μέρα στο Φανάρι, πολύ τσακίστηκαν οι Τούρκοι.» — « Παιδάκι μου, του λέω γω, με τον καιρό ακόμη πιώτερο θα τσακιστούν• καμιά μέρα τόσο τσακισμένους θα τους διής, που θα τους πετάξουν κι όλας στη θάλασσα. Μα τι κατάλαβες εσύ; Βασιλιά δε θα σε βάλουν εσένα — μήτε μένα. Θα σ' έρθη άλλος νοικοκύρης.» — « Παραφέντη μου, μη σε μέλη• θα τσακιστή κι αφτός!»

Ότι έχουν όλοι μέσα τους μ' έλεγε ο καλός μου ο καϊχτσής. Έτσι λογαριάζουνε με το νου τους. Για τούτο τους βλέπεις και σιγά σιγά κάμνουν τη δουλειά τους. Το εμπόριο το βαστούνε στο χέρι• έχουν τη μεγαλήτερη δύναμη του κόσμου, τον παρά. Καλλιεργούν και τα γράμματα• μαθαίνουν κάπου κάπου δυο τρία ελληνικά• χαίρουνται και καμαρώνουνε, γιατί νομίζουν πως τα ξέρουν. Αγαπούν τη μάθηση• χτίζουν ένα σωρό σκολειά• τα θέλουν πλούσια και καλά. Ξοδέβουν παράδες αμέτρητους για να χτίσουν τέσσερα όπου ένα φτάνει. Ο πιο φτωχός κάτι θα βγάλη να δώση και κείνος.

Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι κυβερνιούνται, έτσι ζουν, έτσι πεθνίσκουν. Κάπου κάπου σε λεν• — « Η ανάπτυξις των γραμμάτων υπήρξε το μέγιστον αίτιον της αναγεννήσεως της Ελλάδος» ή « τα σχολεία, η εκπαίδευσις τρέφουσιν ακαταπαύστως τον πατριωτισμόν» κι άλλα τέτοια πολλά, κι άλλοι τα λεν αλλού, και θα τα λεν ακόμη χρόνια. Και σ' αφτό έχουν άδικο οι καλοί μας οι πολίτες και κακά το λεν. Το σκολειό όχι μόνο δε θρέφει τον πατριωτισμό, αλλά τον ξολοθρέφει• κόντεψε και τον έφαγε όλονα. Όλους τους παράδες τους άρπαξε το σκολειό• δεν άφησε μισό παρά μήτε για το στρατό μήτε για το ναφτικό. Αντίς άρματα, βιβλία• αντίς στρατιώτες, δασκάλοι. Για τούτο κ' οι πολίτες κάθουνται και διαβάζουν κ' έχουν αποπάνω τους τον Τούρκο. Όποιος μάθη γράμματα, τουφέκι πια δεν πιάνει. Στην Επανάσταση είταν αγράμματος ο κόσμος, μα είταν αγράμματο λιοντάρι. Ο Τούρκος, όταν πήρε την Πόλη, με τη σοφία του δεν την πήρε. Σοφοί είταν οι Βυζαντινοί. Τώρα που ξέρει πιώτερα ο Γραικός, σκούριασε το σπαθί• η πέννα βασιλέβει.

Τόσες δοτικές δε χρειάζουνται. Στα 1821, έφτανε νάχη ακουστά ο στρατιώτης που μια φορά κ' έναν καιρό είταν ένα μεγάλο έθνος στον κόσμο, που είταν έθνος λέφτερο, που τόλεγαν Ελλάδα, που οι Έλληνες δα αφτοί είταν προγόνοι μας και που κατάντησαν τώρα σκλάβοι του Τούρκου. Με τους απαρεφάτους δεν πήγαμε μπρος, πήγαμε πίσω. Ας έχη γεια ο Αλέξαντρος, ο πρίγκηπας της Βουργαριάς! μαζί του θα κάμω χωριό. — «Πρώτα άρματα και καλό στρατό» έλεγαν πως είπε μια μέρα « έπειτα βλέπουμε για πανεπιστήμια και μάθηση.»

Αφτού κλίνω και γω. Όσο θωρώ τα λαμπρά τα χτίρια, λυπούμαι τις πέτρες που πήγαν του κάκου, κι αντίς να σπάσουν κεφάλια, γίνανε σκολειό. Οι πέτρες, που ξέρουν τι θα πη σκλαβιά, μέσα τους θα τόχουν καημό. Ένα χοντρό σίδερο, ένα παλούκι, μια τράβα, ένα δοκάρι δεν μπορώ να διώ, χωρίς να δακρίσουν τα μάτια μου, που δε σηκώνεται, Τούρκο να σκοτώση... Ας ταφήσουμε πια αφτά! Δε μας φελούν και πέρασε η ώρα. Ας πάρουν άλλοι την Πόλη! Ας την έχουν, ώσπου και κείνοι να τσακιστούνε, σαν που τόλεγε ο γέρος. Την Πόλη, Θέμου, και τι θα την κάμουμε τώρα; Μόλις το μικρό βασίλειο ξέρει να κυβερνηθή. Ας μας γλυτώσουν άλλοι πρώτα από τα δικά μας τα χέρια. Πού θα τα βγάλουμε στο κεφάλι με δυο πρωτέβουσες, που η μια μας αφανίζει; Τις δυο πρωτέβουσες κάποιος άλλος ας τις κάμη. Τότες βλέπουμε τι ζυγαριά θα πάρη, για να μη σπάσουν τη ζυγαριά από το ένα μέρος η Πετρούπολη κι από τάλλο η Κωσταντινούπολη.

Οι πολίτες δεν την πολυθέλουν τούτη τη ζυγαριά. Και γω δεν την ήθελα, μα τι να κάμω; Όσο κάθεστε ήσυχοι και προσμένετε, μη γυρέβετε άλλα. Κάποτες ακούς και κάτι παιδιακήσια• — « Ας τη βαστούν οι Τούρκοι την Πόλη, ώςπου να πάρουμε δύναμη.» Για να δυναμώση το χέρι, πρέπει να δίνη όλο γροθιές• άμα φορέση γάντι, μουδιάζει. Αμέ σ' αφτό το διάστημα οι Ρούσσοι τι θα κάμουν; Εκείνοι δε θα δυναμώσουν; Οι δικοί μας μόνο θα δυναμώσουν, που μήτε πιστολιά ξέρουνε να τραβήξουν; Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι το πιστέβουν και για τούτο ζουν ήσυχα με το φονιά τους.

Φτάνει, φτάνει ο βάρβαρος τούτος να φύγη, που με χαλνά το κέφι και δε μ' αφίνει τη νύχτα να κοιμηθώ! Δε με μέλει ποιος θα τον καταστρέψη• μόνο να καταστραφή! Πρώτα είχαν και το μεγαλείο τους• τώρα κατάντησαν καραγκιόζηδες της Εβρώπης. Από την ώρα που πάτησαν τούτο το χώμα, έφεραν την κατάρα μαζί τους. Ο Τούρκος δεν προδέβει• σφάζει και στέκεται• πνίγεται στο αίμα που χύνει. Η θρησκεία του είναι ο πρώτος του εχτρός• δεν τον αφίνει να πάη μπρος και του μπλέκει τα ποδάρια. Αλλοίμονο στο Γραικό που δεν το νοιώθει!

Ο Τούρκος ή πρέπει να είναι παντοδύναμος ή τίποτις να μην είναι — ή βασιλιάς ή δούλος. Ας γυρίση πίσω το λοιπό στην κόκκινη μηλιά, αφού πια δεν μπορεί να κυβερνήση τον κόσμο. Από πού ξέσπασαν, από πού μας ήρθαν τούτοι οι βάρβαροι στην Εβρώπη; Το χώμα μας δεν τους σηκώνει. Νίκησαν και νικήθηκαν οι ίδιοι. Ως και στα καλά που μας έκαμαν, έδειξαν τι λίγο μυαλό που είχαν. Παντού στην ιστορία βλέπουμε και διαβάζουμε που ο νικητής άλλη έννοια δεν έχει, άμα πάρη έναν τόπο, παρά να τον πιάση καλά• γίνεται ένα με τους νικημένους και σε μερικά χρόνια, σα στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Ρουσσία, δεν μπορείς πια να διακρίνης τον ένα από τον άλλο. Ο νικητής θρέφεται και δυναμώνει με του εντόπιου το αίμα. Αφτοί δεν μπόρεσαν ποτές τους να γίνουν έθνος. Τους στράβωνε ο φανατισμός. Άμα πλάκωσε ο καταχτητής, άμα μπήκε στην Πόλη, ξεχώρισε Τούρκο και Χριστιανό. Έμεινε ξένος μέσα σ' όλους. Δε συντρόφιασε με κανέναν και τέσσερεις αιώνες ζήσαμε ο ένα κοντά στον άλλο, σαν το σκύλο με τη γάτα. Κρίμας όμως που είταν εκείνοι το σκυλί — και που εμείς δε φανήκαμε μήτε γάτα.

Τέτοια συλλογιούμουν κ’ έλεγα μέσα μου, όσο περπατούσα στους δρόμους και σεργιάνιζα την Πόλη. Θυμούμουν τη Σύρα που είχα κατεβή δυο μέρες πρι να φτάξω στην Πόλη. Γιατί να σταθώ πρώτα στη Σύρα; Η Σύρα με φαρμάκεψε την ατμόσφαιρα της Πόλης και με χάλασε τον ουρανό που βλέπω τώρα από πάνω μου. Πολύ πιο όμορφη από την Πόλη με φαίνεται η Σύρα! Η Σύρα είναι λέφτερο χώμα. Τι λαμπρά που θα κοιμούνται τη νύχτα οι Συριανοί! Στη Σύρα δεν έχεις πλάκα στο κεφάλι, δε σε πέφτει βάρος στο στομάχι. Ο ουρανός γλυκογελά• η καρδιά ξεθυμαίνει. Αχ! δεν είναι ουρανός στον κόσμο, δεν είναι ωραιότητα στη φύση που ναξίζη τη λεφτεριά. Όπου λείπει, είναι νύχτα και σκοτάδι• όπου βασιλέβει, ξεπερνά τον ήλιο με το φως της.

Στη Σύρα Τούρκο πια σήμερα δε βλέπεις. Απ' όσους είταν πριν, ένας απόμεινε μοναχά. Ότι κατέβηκα, τον πήρε το μάτι μου. Φορούσε φέσι• γονατισμένος κατά γης, έσκυφτε το κεφάλι• δεν έβλεπα το πρόσωπό του. Ένας Γραικός, από πάνω του, στέκουνταν όρθιος κ' έσπρωχτε το ποδάρι στου Τούρκου τη μύτη. Με φάνηκε μια στιγμή που ο Τούρκος προσκυνούσε το Γραικό. Ύστερα κατάλαβα• ο Τούρκος είχε γίνη λούστρατζης! Τον περασμένο χειμώνα, κι αφτόνα τον Τούρκο κόντεψαν οι Συριανοί να τον πνίξουν. Ή πρέπει ο Τούρκος να πατή ταλλουνού το κεφάλι ή πόδι να φιλή. Και για τούτο τώρα στην Πόλη θυμούμαι με γλύκα τη Σύρα, που φιλούσε πόδι.

Θ'.

Cabinet de lecture.

Όπου κι αν πάη κανείς, σ' ό τι μέρος κι αν κατασταλάξη, είναι φρόνιμο και σωστό να βολέβεται με το καθετίς. Καλά κάμνει να ζη σαν που συνηθίζουν και ζουν όσοι ζούνε στον τόπο που βρίσκεται — να φάη το φαγί τους, να στρώση το κρεββάτι του σαν που το στρώννουν και να ρουχαλίζη με τον ίδιο κρότο. Πρέπει να πίνη τα κρασί τους, νάχη τη μάθησή τους (αν μπορεί!), να διαβάζη τις φημερίδες τους και να του φαίνουνται καλογραμμένες. Τόσο καιρό που είχα κάμει στη θάλασσα, δεν ήξερα πια τι γίνουνταν ο κόσμος. Θέλησα λοιπό να μάθω και γω τι τρέχει, να διώ τουλάχιστο κανένα γραικικό φύλλο.

Την άλλη μέρα, με πήγε ο πατέρας μου στη λέσκη που συνηθίζει και πηγαίνει. Τραβήξαμε στο Σταβροδρόμι (είναι το σπίτι μας στο Γαλατά), μπήκαμε στα κλούμπι (οι κυρίες κάπου κάπου το λεν και_κλουβί_ για τους άντρες), ανεβήκαμε ένα πάτωμα και βρεθήκαμε στην « αίθουσαν της αναγνώσεως.» (Έτσι, νομίζω, θα πη το cabinet de lecture ένας προκομμένος που ξέρει και σέβεται τη γλώσσα του• να μιλούσαμε γραικικά, ίσως είταν τρόπος να το πούμε κι αναγνωστήρι ή μάλιστα καλήτερα διαβαστήρι, που το καταλαβαίνει όλος ο κόσμος, μα τι να γίνη;...) Το διαβαστήρι που κάτσαμε είτανε μια μεγάλη κάμαρα, μακρουλή και στενούτσικη• είχε στη μέση της ένα τραπέζι, με πράσινη τσόχα στρωμένο, που πήγαινε από τη μια άκρη της κάμαρας στην άλλη. Κάτι παράθυρα, ψηλά ίσια με το ταβάνι, τρυπούσαν τους τοίχους• άσπροι μπερντέδες κρεμασμένοι μισοσκέπαζαν τα τζάμια. Τα παραθυρόφυλλα δεν είταν όλους διόλου σφαλισμένα κ’ είχανε στη μέση μια χαραμάδα από πάνω ίσα με κάτω. Γύρω γύρω στο τραπέζι είταν αραδιασμένες μια μια οι φημερίδες, με το ξύλο που βαστά την καθεμιά — έτοιμες για να τις πιάσης στο χέρι και να διαβάσης.

Έτυχε κείνη τη βραδιά να μην είναι στο διαβαστήρι ψυχή. Όλοι οι πολίτες βρίσκουνταν όξω στο Κατάστενο ή στα Νησιά• είτανε μεγάλη μοναξιά• μόνο ο πατέρας μου και γω. Σε κάθε γωνιά, οι δούλοι με τις άσπρες ποδιές και το κοντόμαβρο σουρτουκάκι κάθουνταν απάνω σ' ένα σκαμνάκι κ' έσκυφταν το κεφάλι από τη νύστα. Ο καιρός όξω είταν ωραίος, — μια βραδιά μοναδική, ένας καιρός μαλακός, όλος γλύκα, που σα βελούδο σε χαδέβει το πρόσωπο. Τέτοιο καιρό δε θα διής παρά στην Πόλη. Φυσούσε αγεράκι σιγαλό, σαν πνοή λουλουδιών. Από των παραθυριών τη χαραμάδα έβλεπες πέρα πέρα σαν έναν ασημένιο λεκέ που άσπριζε κάκω κάτω. Είταν το Κατάστενο που γυάλιζε με το φεγγάρι. Χαίρουμουν την τόση ησυχία. Δεν άκουγες φωνή. Είτανε μια από κείνες τις καλοκαιρνές βραδιές που σε κάμνουν την ψυχή να μοιάζη γαλήνη. Όλο σου το κορμί σε φαίνεται που μαλακώνει, που γίνεσαι γάλα. Θαρρείς που βρίσκεσαι σε κούνια, που ταγέρι σε γλυκονανουρίζει και φυσά. Η ατμόσφαιρα και κείνη σα να νυστάζη• λίγο λίγο λες που σταλάζει ύπνο• όσο κείτουμουν έτσι, βαθιά χωμένος στην πολτρόνα μου μέσα, μ' έρχουνταν πως είμουνα στην παράδεισο. Είναι η ώρα καλή για να μισοσφαλνάς τα μάτια και να διαβάζης — να βλέπης ονείρατα, μισό ξυπνητός μισό κοιμισμένος — κ' η φαντασία σου να παίρνη δρόμο.

Σε κομμάτι, ο πατέρας αποκοιμήθηκε. Στρώθηκα με την ησυχία μου στην πολτρόνα μου, κ’ έπιασα μια γαζέττα. Με περεχούσε χαρά που τέλος πάντα πήγαινα να διαβάσω καλά ελληνικά, ύστερα από τόσες φράγκικες φημερίδες που είμουν αναγκασμένος να διαβάζω κάθε μέρα στο Παρίσι. Τώρα που το γράφω, θυμούμαι πολύ καλά που, άμα άπλωσα το χέρι στο τραπέζι κι άγγιξα το πρώτο φύλλο που ήθελα να πάρω, στην ίδια στιγμή άκουσα να τρίζη κατιτίς — σα να γίνουνταν κάπου μακριά καμιά ταραχή, κανένας κρότος. Έτσι τουλάχιστο με φάνηκε. Μα δεν πρόσεξα πολύ. Νόμισα που είταν το τσαλάκωμα του χαρτιού και το ξέχασα.

Δε συλλογιούμουν παρά την καλή μου τύχη. Κάτι θα πη να γεννηθής Γραικός• σ' αξιώνει ο Θεός και βλέπεις στον αιώνα που ζης τη γλώσσα που μιλούσες, είναι τώρα δυο χιλιάδες χρόνια και παραπάνω, ακόμη να τη μιλούν οι δικοί σου, ίδια κι απαράλλαχτα σα στου Σωκράτη τον καιρό. Η μόνη διαφορά είναι που τότες στάμπες δεν είταν και που σήμερα τυπώνεται κι όλας. Όμως τόσο δεν άλλαξε! Πάρε ένα βιβλίο να το καταλάβης. Θα διής το ίδιο τυπικό• ένα _ν_ δε λείπει• πάντα βάζουν το _ν_ όπου πρέπει. Κύρια και κοινά ονόματα κλίνουνται σαν και πριν• τα ρήματα έχουν τις ίδιες συζυγίες. Κι αφτό είναι ίσια ίσια που μας δίνει τόση εβγένεια, που μας υψώνει το νου και μας ξανοίγει τις ιδέες. Κολακέβουνταν και μένα το φιλότιμό μου με το παραπάνω• και ποιος δε θέλει να μοιάζη τον Περικλή; Ήξερα μάλιστα που οι φημερίδες το βαστούν πολύ ψηλά. Πρόσμενα να διαβάσω του Ξενοφώντα ή τουλάχιστο του Πλούταρχου τη γλώσσα. Αφτή η ελπίδα μ' έκαμνε να τρέμω. Έπαιρνα τις φημερίδες μια μια• μόνο να τις βλέπω μπροστά μου, μ' άνοιγε την όρεξη. Είμουνα σαν τον άθρωπο που πάει να βάλη στο στόμα του κανένα νόστιμο φαγάκι, που το χαίρεται, και μόλις τολμά ναρχινίση.

Άρχισα τέλος να διαβάζω. Μα διές τι παράξενο πράμα! δεν ξέρω να πω πώς τόπαθα κι αν είταν από το ταξίδι ή από τη νύστα. Δεν μπορούσα να ξεχάσω τα γαλλικά μου• δε μ' έβγαιναν από το νου. Άμα διάβαζα μια λέξη γραμμένη ελληνικά, νόμιζα στην ίδια στιγμή που τη διάβαζα γαλλικά• ο τύπος είταν ελληνικός, γαλλικά τα λόγια, το νόημα γαλλικό. Μ' έρχουνταν όλα σα φράγκικα. Τι δυσάρεστη δουλειά! Θύμωνα μέσα μου κι ανυπομονούσα• αδύνατο, όπως κι αν τόπιανα, να μη θυμηθώ τα γαλλικά μου• σα φάντασμα, σαν πεισματάρικο δαιμόνιο με κυνηγούσαν. Έλεγα• — « Μετάφραση βλέπω, ή τόντις τη γλώσσα μου διαβάζω; Φταίω γω ή φταιν οι φημερίδες;» Τρομερό ζήτημα! δεν τολμούσα, δεν μπορούσα να το λύσω! Όσο προχωρούσα, τόσο μ' έπιανε πλήξη• χωρίς να το θέλω, χωρίς να το κάμω πίτηδες, τα μάτια μου ξεσκέπαζαν από κάτω από τα γραικικά γράμματα φράση γαλλική, ξένη γλώσσα! Έμοιαζε σα να είταν τα γαλλικά φωλεμένα μέσα στο χαρτί.

Θα σ' έτυχε κάποτες να πάρης ψιλό χαρτί, να το βάλης απάνω σε καμιά ζουγραφιά ή σε κανένα γράμμα, για να σηκώσης του γραμμάτου το γράψιμο ή τα χαρακώματα και την κάθε γραμμή της ζουγραφιάς, απαράλλαχτα όπως είναι. Τεντώνεις το χαρτί, το βαστάς δυνατά με το δάχτυλο για να μη φύγη, πιάνεις μια πέννα και γράφεις. Όσο γράφεις, κάθε γραμμή που κάμνει το κοντύλι σου, σκεπάζει την παλιά γραμμή. Φτάνει όμως λίγο να γλυστρήση το χαρτί και φαίνεται. Και να μη γλυστρήση, πάντα κάτι θα φανή. Ταντίγραφο που παίρνουμε δε θα κρύψη ποτές όλους διόλου τα πρώτα τα ψηφιά ή τη ζουγραφιά• ή πιο ψιλό θα βγη το χαράκωμα το δικό μας ή πιο χοντρό. Να προσέξη κανείς, θα τα διή και τα δυο μαζί, το ένα απάνω στάλλο. Έτσι το πάθαινα και γω• κατάντησα να τα βλέπω όλα διπλά. Αν απαντούσα, ας πούμε, τη φράση «ελάμβανε τον κόπον», την ίδια ώρα θυμούμουν και το «Il prenait la peine». Αφτό το «Il prenait la peine» ξετρύπωνε ξαφνικά από κάτω από τα ελληνικά που προσπαθούσα να διαβάσω. Αν είναι τρόπος να σας το παραστήσω με τον τύπο, είταν απάνω κάτω να διάβαζα σαν που σας το γράφω τώρα•

έ Ι λ L ά Ρ μ R β E α Ν ν Α ε Ι τ Τ ό L ν Α

κ Ρ ό Ε π Ι ο Ν ν Ε.

