# Το Ταξείδι μου

## Part 13

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31562/index.md

Όταν κατέβηκα στην Αθήνα, έμαθα κάμποσα πράματα που δεν ήξερα• κάπου χαίρουμουν, κάπου λυπούμουν. Ο Κομπέτος είχε παραιτηθή κι ο Κόντος δεν έβρισκε πια τι να γράψη• ο Χωριατάκης έγραφε βρισιές. Οι δασκάλοι, όλοι μαζί, μιμούνταν τους αρχαίους, μάλιστα τον Αριστοφάνη, και για τούτο φώναζαν όλη ώρα• Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ. Οι Αθηναίοι ήθελαν Ακαδημία και γύρεβαν Ακαδημαϊκούς. Οι κωμωδίες και τα δράματα πλήθαιναν κάθε μέρα• είτανε λόγος να χτίσουν το θέατρο με χαρτί αντίς πέτρες. Ένας νέος Κοντιστής είχε κάμει έναν τόμο αλάκαιρο επί Κόντου• σκάλιζε στους αρχαίους για να μάθη αν οι Αττικοί γνώριζαν τόνομα Κόντος κι αν πρέπει να τονίζουμε σήμερα Κόντος ή Κοντός. Οι femmes savantes — αι κομψευόμεναι γυναίκαι (δε μ' αρέσει η ονομαστική πληθυντική _γυναίκες_• είναι πάρα πολύ χυδαία• ο καθένας την έχει και τη λέει) — αι κομψευόμεναι γυναίκαι ζούσαν και βασίλεβαν. Ο Μολιέρος τις είχε ξεπαστρέψει μόνο στη Γαλλία. Στη Γαλλία κατάντησε όλος ο κόσμος να τις παίρνη στο ψιλό. Δόξα σοι ο θεός, σώζουνται ακόμη στην Ελλάδα• στην Ελλάδα όλος ο κόσμος τις δοξάζει. Ένα μόνο σε συβουλέβω, όταν τύχη και σ' αραδιάσουν ελληνικούρες, να μην τις διακόψης.

Με τους τόπους αλλάζουν οι συνήθειες, αλλάζει κ' η γνώμη. Φανταστήτε τώρα, στη Γαλλία, καμιά σκολαστική γυναίκα να κάθεται να λέη• _η χιών τήκεται_, αντίς _λειώνει το χιόνι_, ή τα _τούβλα_ να τα πη _πλίνθους_. Δεν είναι της μόδας και δεν ταιριάζει. Στην Αθήνα και στην Πόλη, όσο πιο σκολαστική, τόσο πιο παινεμένη. Τα κάτω κάτω, δε θέλω να κακολογώ τις γυναίκες. Στην Αθήνα και στην Πόλη τις είδα πάντα γεμάτες ομορφιά και χάρη. Να σας πω όλη την αλήθεια, τις φοβούμαι κι όλας. Αλλοίμονο, αν πέσω στη γλώσσα τους. Μάλιστα θα τα πιθυμούσα πολύ να τις έχω μαζί μου• χωρίς τη γυναίκα, δε γίνεται καλή γλώσσα• η μάννα τη μαθαίνει του παιδιού της, και ταθάνατα έργα, τα έργα που δώσανε στους λαούς εθνική γλώσσα και φιλολογία, γράφηκαν πάντα, στη νέα μας την Εβρώπη, για να τα διαβάση καμιά γυναίκα.

Έπρεπε τόντις οι γυναίκες να είναι μαζί μας• θα είταν πια γενναίο — _ήθελε είσθαι πλέον ιπποτικόν, ως έπος ειπείν_ — αν οι γυναίκες μας διαφέντεβαν, αντίς να μας κατατρέχουν, αφού το κάτω κάτω εμείς είμαστε οι λίγοι κι ως τόσο τολμούμε. Έπρεπε να τις αρέση το θάρρος κι ο πατριωτισμός. Και τι; Θα πιάσουν τώρα να μιλούν αρχαία; Θα γράφουν του αντρός των• — « Αππαπαί! ατταταιάξ! πότ' ουν, πότε ελεύση, ώ 'ναξ, πεσών εις τας εμάς αγκάλας;» Θα φωνάζουν του μωρού τους• — « Τω μαστώ επέχω σοι, βρέφος• συ δε έλξον κατασιωπήσαν»; ή θα λεν κάθε τόσο _φιλώ_, όπου είναι να πουν _αγαπώ_; ή θα _συμβιβάζουν_ και κείνες, για να μας τα μπερδέψουν όλα και να βάλουν την αρχαία με τη νέα μαζί; ή θα μαθαίνουν την άνοστη, τη βάρβαρη την καθαρέβουσα που τίποτις δεν είναι και που νόημα δεν έχει; Αχ! οι γυναίκες μπορούν το έθνος να σώσουν και δεν το κατάλαβαν. Ας καταλάβουν τουλάχιστο ποιο είναι το συφέρο τους, με τι τρόπο θα φαντάξουν καλήτερα και πώς θα μας αρέσουν παραπάνω. Η γυναίκα θέλει αφέλεια κι απλότητα• αφτά είναι ταληθινά της στολίδια. Η δασκάλισσα δεν μπορεί νάχη, ό τι κι αν κάμη, της αγράμματης τη νοστιμάδα. Μια χωριανή, με τη φυσική της χάρη, πάντα πιώτερο θα σε μαγέψη παρά η πολίτισσα που κορακίζει. Στη γλώσσα, δε χρειάζεται κερατσισιά. Ας μην είναι κι αγράμματες, σα δε θέλουν• ας μάθουν τη δύσκολη τέχνη να φαίνουνται πως δεν ξέρουν και μας φτάνει, γιατί δεν ταιριάζουν ελληνικούρες στα κοραλλένια χείλια τα γυναικήσια.

Ας έχουμε καλές ελπίδες. Όλα διορθώνουνται με τον καιρό. Ο κόσμος κυβερνιέται με των αθρώπων τη γνώμη. Των αθρώπων η γνώμη αλλάζει κάθε ώρα. Είναι σαν τις φορεσιές• πότε αρέσει η μια, πότε η άλλη. Ένα πράμα που το νομίζαμε πρώτα κακό, άξαφνα μας φαίνεται καλό, κ' ένα άλλο που φαίνουνταν πέρσι καλό, το λέμε κακό του χρόνου. Συχνά μάλιστα τυχαίνει σήμερα να βρίζουμε όσα λατρέβαμε χτες. Έτσι και με τη γλώσσα• είναι μόδα. Οι δασκάλοι παν και λεν που οι γλώσσες δεν αλλάζουν. Έπρεπε πρώτα να μας βεβαιώσουν που κ' οι ιδέες τους δε θαλλάξουν ποτές. Φανταστήτε τι παράδοξο πράμα που θα είταν, αν έβαζε κανείς όλα του τα δυνατά για να μας αποδείξη που θάχη πάντα την ίδια γνώμη, κι ας περάσουν πενήντα χρόνια, ή ακόμη περισσότερα. Ως τόσο τέτοια πράματα μας λεν οι δασκάλοι• λογαριάζουν πως βαθμηδόν η γλώσσα θα προχωρήση, θα διορθωθή και που σε πενήντα ή εκατό χρόνια θα μιλούμε πια όλοι μας σαν τον Ξενοφώντα. Είναι σα να λογάριαζαν που σ' αφτό το διάστημα, όχι μόνο εκείνοι θάχουν τις ίδιες ιδέες για τη γλώσσα, μα που και τα παιδιά τους και των παιδιών τους τα παιδιά θα τις έχουν ίδιες κι απαράλλαχτες όλη τους τη ζωή. Τέτοια ακούς κάθε μέρα στην Ελλάδα κι όποιος στα λέει, στα λέει με τα σωστά του• δε γελά.

Ας ελπίζουμε που τα παιδιά μας θα είναι πολύ πιο φρόνιμα και θα κρίνουν πιο ορθά. Πολύ κρίμα θα είτανε να χαθή μια γλώσσα σαν τη δική μας και μεγαλήτερο κρίμα ακόμη να μην καταλάβη ποτές του ο Γραικός, αφού είναι έξυπνος κ' έχει νου, τι γυρέβει σήμερα από μας, τι μας προστάζει να κάμουμε η επιστήμη κ' η αλήθεια. Θα βάλουμε γνώση κ' είμαι ήσυχος. Γιατί προσπαθούμε να μιλούμε την αρχαία; Μόνο και μόνο γιατί θαρρούμε που μ' αφτό τον τρόπο δείχτουμε μάθηση κ' εβγένεια ψυχής. Άμα διούμε που το μόνο λάθος είναι να λέμε πατήρ αντίς πατέρας, άμα καταλάβουμε που η μόνη μας ντροπή είναι ναμελούμε την εθνική μας γλώσσα, που η μόνη δυσκολία είναι να την ξέρουμε καλά και να τη μιλούμε με την ίδια τέχνη που τη μιλεί ο λαός, τότες αμέσως θα πιάσουμε άλλο σύστημα. Άλλη δουλειά δε θάχουμε, άλλο δε θα πολεμούμε παρά πώς να μάθουμε τη γλώσσα μας. Θα πάρουμε δασκάλο το βαρκάρη, θα δίνουμε προσοχή στα λόγια του, θα τρέχουμε να σπουδάζουμε τη γλώσσα μας στου ράφτη και στου ποδηματά, σαν που τόκαμναν, είναι τώρα καιρός και χρόνια, στη Γαλλία, όταν άρχισε να μορφώνεται η γαλλική φιλολογία και να φυτρώνη η ποίησή της. Θα μας πιάση φόβος μήπως μας ξεφύγη άξαφνα καμιά ελληνικούρα, καμιά από κείνες τις ελληνικούρες που μας έρχουνται σήμερα πιο νόστιμες, πιο μυρωδάτες από τα λουλούδια της παράδεισος. Οι προκομμένοι, οι σοφοί που για την ώρα μόλις είναι άξιοι να πουν πέντε λέξες χωρίς να βάλουνε μέσα τουλάχιστο πεντέμισυ αρχαίες, θα φωνάζουν της καθαρέβουσας• _Ύπαγε, Σατανά_ — κι άλλη ελληνικούρα δε θα πουν πια στη ζωή τους.

Ο Γραικός θα τιμήση τη γλώσσα του, άμα διή που κ' η γλώσσα του τον τιμά. Θα φαίνεται σ' όλους παράξενο πώς μπόρεσε τόσο καιρό και μας έμεινε η γλώσσα μας άγνωστη, κρυμμένη σαν το μάλαμα μέσα στις φλέβες της γης. Θα πιαστή το φιλότιμό μας• δε θα θέλουμε να λεν πως μόνοι μας εμείς είμαστε πίσω από τους άλλους λαούς, που παντού κατάλαβαν τι αξίζει η γλώσσα μας και που στην Ελλάδα δεν τόννοιωσε ακόμη κανένας. Ο Γραικός έχει κρίση και πνέμα ζωηρό. Σε μια ώρα καιρό προκόφτει όσο δεν προκόφτουν άλλοι σε χίλια χρόνια. Απάντησα μια μέρα ένα δασκάλο σ' ένα μικρό χωριό, κοντά στην Πόλη• πήγαινα να διώ το σκολειό του χωριού. Η μητέρα του δασκάλου, μια καλή και γελαστή γριά, ήρθε πλάγι μου να με παινέση το σκολειό, να με πη δα που ο γιος της ήξερε να δίνη καλά μαθήματα, και που τον περασμένο χρόνο είχαν _ξέταξη_ τα παιδιά κι αποκρίθηκαν πολύ ωραία. Ο δάσκαλος, άμα άκουσε τη λέξη _ξέταξη_, ταράχτηκε, κατέβασε τα φρύδια του, έγνεψε της μάννας του και της είπε να φύγη. Φοβούνταν ο δύστυχος μήπως παρατηρήσω τη λέξη και σηκωθώ να πω στην Εβρώπη πως μιλούμε πρόστυχα στην Ανατολή. Πήγα κοντά στο δασκάλο και του είπα σταφτί• — « Πες της γριάς να κοπιάση πάλε μέσα. Ήρθα από την Εβρώπη μόνο και μόνο για να μάθω τη γλώσσα που μιλεί.» Σάστισε το δασκαλάκι• — «Μπα! λέει, αφτή τη γλώσσα την ξέρω και γω. Να στη μιλήσω, αφού θέλεις να τη μελετήσης.» Κι άρχισε αμέσως να μιλή σαν τη μάννα του.

Θα διήτε που μια μέρα θα καταντήση ντροπή να γράφουμε την καθαρέβουσα. « Τέτοια γλώσσα είχαμε και μιλούσαμε, θα λεν! Και πώς δε βλέπαμε την κακοριζικιά της;» Η δημοτική δε θα κρύφτεται, δε θα τραβιέται, δε θα φοβάται πια τότες να φανή, σα να είταν κανένα ντροπαλό, αρρωστιάρικο, ραχιτιάρικο, ψωριάρικο παιδί που δεν τολμά να βγη όξω στο δρόμο, γιατί όλο νομίζει που θα το περιπαίξη ο κόσμος. Η καθαρέβουσα θα κρύφτεται και θα τραβιέται, και θα φοβάται να μη διούν τη δική της την ανοησία. Έβρισε τη γλώσσα μας, την είπε πρόστυχη, χυδαία, βρώμικη• μ' αφτά τα λόγια έβρισε και το έθνος που είχε κάμει τη γλώσσα. Τώρα δε θα της τα μασήσουν και κεινής. Οι δασκάλοι δε θα σηκώνουν πια τη μύτη τους, γιατί σ' όλα θα ξέρουμε να τους αποκριθούμε. Θάχουμε να τους δώσουμε απάντηση, για κάθε λόγο που θα βγη από το στόμα τους.

Δε θα σας λεν που η γλώσσα του λαού είναι γεμάτη _λάθη_, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Πιάστε και γράψτε αφτή τη βάρβαρη γλώσσα, χωρίς να κάμετε ένα _λάθος_. Θα το καταφέρετε;» Δε θα σας λεν που η γλώσσα του λαού είναι ακανόνιστη και που δεν έχει γραμματική, γιατί θα τους πήτε τότε εσείς• — « Πώς η ονομαστική _πατήρ_ έγινε πατέρας κι όχι _πατήρος_; πώς ο λαός αλλάζει τους αρχαίους τύπους μ' ένα τρόπο κι όχι μ' έναν άλλο; πώς μπορεί από το _άνθρωπος_ να βγη _άθρωπος_, ποτές _άνρωπος_ ή _άρωπος_ ή _άνθωπος_; πώς μπορεί η _ημέρα_ να λέγεται _μέρα_, όχι όμως _ημέρ_; Και στους δυο αφτούς τους τύπους ένα φωνήεντο χάνεται. Πώς χάνεται το _η_ κι όχι το _α_; Πώς χάθηκε το _ν_ στη λέξη _άνθρωπος_, και πώς είναι αδύνατο να χαθή το _ρ_; Πώς σπουδάζουν παντού στην Εβρώπη τη δημοτική κι όχι την καθαρέβουσα; Πώς, όταν ένας γλωσσολόγος θέλει να παραστήση την ιστορική σειρά της ελληνικής γλώσσας από τα παλιά τα χρόνια, δε λέει γρυ για την καθαρέβουσα, μάλιστα μήτε τη συνορίζεται και προσπαθεί μόνο και μόνο να μάθη τους φωνολογικούς νόμους της γλώσσας του λαού;» Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που η γλώσσα μας έχει πλάγι πλάγι τον ένα με τον άλλο τύπους αντίθετους και διαφορετικούς, που κάποτες λέει _πως_ αντίς _ό τι_, κάποτες _που_, κάποτες _τίποτις_, κάποτες πάλε _τίποτες, τίποτι ή τίποτας_, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι αρχαίοι έκαμναν τα ίδια, που έλεγαν _ότι_ και _ως_ ή απαρέφατο χωρίς _ότι_ και χωρίς _ως, μείζονες και μείζους, μικρός και σμικρός, ένεκεν και ένεκα_, που είχαν αόριστο πρώτο κι αόριστο δέφτερο, κι άλλα τέτοια πλήθος, που κι αφτή η καθαρέβουσα, μ' όλη της την περηφάνεια, κάποτες γράφει _εστί_, κάποτες _είναι_, κάποτες απαρέφατο, κάποτες _να_, που πολύ πιο άτοπα φέρνεται από την αρχαία κι από τη νέα μαζί, αφού ανακατώνει και δεν έμαθε να ξεχωρίζη δυο γλώσσες, δυο γραμματολογικά συστήματα, δυο χρονολογίες, δυο στάδια του αθρώπινου νου κ' έχει τη συνήθεια να μην ξέρη μήτε τι γράφει, μήτε τι πρέπει να γράψη.

Δε θα φωνάζουν οι δασκάλοι που έχουμε χίλιες γλώσσες στην Ελλάδα και στην Ανατολή, που σε κάθε τόπο μιλούν άλλη γλώσσα, που αφτές οι χίλιες γλώσσες έχουν αναμεταξύ τους χίλιες διαφορές, που μ' αφτό τον τρόπο δεν ξέρουμε ποια γλώσσα να γράφουμε, — γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι αρχαίοι είχαν ακόμη πιώτερες γλώσσες και πιώτερες διαφορές, που είχαν ομηρική, αιολική, δωρική, βοιωτική, ιωνική, αττική, άλλες τόσες στη στεριά, στα νησιά άλλες τόσες και που τις έγραφαν όλες. Δε θα σας λεν που η κοινή μας η γλώσσα παίρνει έναν τύπο από δω κ' έναν τύπο από κει, έναν από την Αθήνα κ' έναν από την Πόλη, που έτσι έχει ανωμαλίες, που σε μια λέξη βάζει ένα γ μέσα σε δυο φωνήεντα, που σ' άλλη λέξη βγάζει το γ, — γιατί θα τους πήτε τότες εσείς που οι ίδιες ανωμαλίες βρίσκουνται στην αρχαία, που κ' οι αρχαίοι πολλά έβαζαν εκεί που δεν έπρεπε να τα βάλουν, που έλεγαν _αλείφω_ με _α_, _λείπω_ χωρίς _α_, _εμέ_ με _ε_, _συ_ χωρίς _ε_, που αν οι δασκάλοι δεν το ξέρουν ακόμη, πρέπει να πα να το μάθουν και που είναι καιρός. Δε θα σας λεν που δεν έχουμε μια κοινή, γενική, μια πανελλήνια γλώσσα, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — «Για μίλησε τη γλώσσα που μιλείς, να σε δείξω που κάθε Γραικός θα σε καταλάβη.» Δε θα σας λεν — « Εμείς έχουμε σκοπούς πραχτικούς. Μπορεί η γλωσσολογία νάχη δίκιο και να μιλή καλά ο λαός• μα θέλουμε να κάμουμε μια γλώσσα που να συνεννοούνται όλοι οι Έλληνες αναμεταξύ τους, και για τέτοιο σκοπό ποια άλλη γλώσσα θα πάρουμε παρά την αρχαία, που έχει τη γραμματική της, που έχει τύπους ωρισμένους, που θα είναι η ίδια γλώσσα για τον καθένα;» Δε θα κάμνουν πια έτσι το φρόνιμο, το γνωστικό, δε θα σας λεν τέτοια λόγια κάτι μωρά παιδιά με τις άσπρες τρίχες, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Μίλησε την καθαρέβουσα ή σα θέλεις την αρχαία στο βαρκάρη, στο χωριανό, στο λαό, να διούμε θα νοιώση τι του λες; Πιάσε και πες του _πατέρας_. Κάθε άθρωπος θα σε καταλάβη αμέσως, όπως κι α λεν τον _πατέρα_ στον τόπον του, ή _φέντη_, ή _αφέντη_, ή _κύρη_, ή _μπαμπά_. Εκεί που ο πιο πρόστυχος άθρωπος ξέρει τι θα πη η _γυναίκα μου, το παιδί μου, η κόρη μου_, σοφίστηκες εσύ που πρέπει να του αλλάξουμε τη γλώσσα, κι από τώρα και μπροστά να κάμουμε το βαρκάρη να κλίνη _η γυνή, της γυναικός, η σύζυγος, της συζύγου, ο παις, του παιδός, τους παίδας, η θυγάτηρ, της θυγατρός, τας θυγατέρας_. Και τέτοιο άνοστο πράμα έρχεσαι και μας το βαφτίζεις κοινή γλώσσα, σκοπό πραχτικό! Ο βαρκάρης, που έχει γνώση και που ξέρει τη γραμματική του καλήτερα από σένα, τι θα κάμη; θα πη _της σύζυγος ή της γυνής_. Και να σου ταρχαία που του έμαθες!»

Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που δεν πρέπει να βλέπουμε τη γλώσσα του λαού, που του προκομμένου η γλώσσα έχει κάποια σημασία, που η χυδαία είναι patois και που για τα patois δεν πρέπει κανείς να μιλή. Θα τους πήτε τότες εσείς• — « Μια εθνική γλώσσα δεν είναι patois, γιατί ένα έθνος δεν είναι χωριό και μόνο τα χωριά έχουν patois. Λεν patois ένα ιδίωμα, που λίγοι το ξέρουν και που λίγοι το μιλούν. Τέτοια σημασία έχει αφτή η λέξη. Αν το συλλογιστής καλά, θα διής μάλιστα που το σωστό το patois είναι η καθαρέβουσα, αφού τόντις λίγοι την ξέρουν και λίγοι τη μιλούν και πουθενά ο λαός δεν τη συνηθίζει. Μα και το patois για την καθαρέβουσα δεν ταιριάζει• η καθαρέβουσα δεν έχει μήτε χωριό δικό της. Άμα θέλει γαλλικές λέξες για να μας δείξη τι είναι η γλώσσα μας, πρέπει και μεις να της βγάλουμε όνομα γαλλικό και να την πούμε όχι patois, μα πολύ πιο σωστά jargon».

Δε θα σας λεν οι δασκάλοι που βαθμηδόν η αρχαία θα γυρίση πίσω, γιατί θα τους πήτε τότες εσείς• — « Η αρχαία δεν έγινε αρχαία βαθμηδόν. Απαρχής είταν αρχαία και την ήξερε ο λαός. Σπουδάζετε την αρχαία στο σκολειό, κι αφτό είναι που σας μπέρδεψε, που σας χάλασε όλες σας τις ιδέες• θαρρείτε πως όλες οι γλώσσες γίνουνται στο σκολειό και που από κει βγαίνουν. Έτσι μήτε μπορείτε να καταλάβετε πώς μορφώθηκαν όλες οι γλώσσες του κόσμου. Για να καταντήση μια γλώσσα να είναι κοινή, για να μιλιέται παντού, πρέπει πρώτα κάπου να γεννήθηκε. Πρέπει πρώτα νάρχισε να μιλιέται σε κανέναν τόπο που και τα μωρά παιδιά τη μιλούσαν, άμα έτρεχε η γλώσσα τους. Πρέπει νάχη πατρίδα όχι το βιβλίο, όχι το σκολειό, μα ένα μέρος που να φαίνεται και στο χάρτη. Πρέπει νάχη μια γεωγραφική βάση. Σήμερα η αρχαία άλλη βάση δεν έχει παρά των δασκάλων τα κεφάλια. Τα κεφάλια όμως δεν είναι χώμα, δεν είναι κομμάτι γις• δεν έχουν καμιά γεωγραφική σημασία.»

Δε θα σας ρωτούν κάθε ώρα οι δασκάλοι• — «Για ποιο λόγο λέει έτσι ο λαός κι όχι αλλιώς; Έχει νόημα ένας τέτοιος τύπος;» Θα τους πήτε τότες εσείς• — «Δεν είναι δουλειά σας να το ξέρετε. Αν κανείς σας ζητήξη γιατί λεν οι αρχαίοι _πατήρ_ κι όχι _πατέρ_, τι θαποκριθήτε; τίποτις! Ίσως πήτε μόνο• τόλεγαν έτσι, γιατί έτσι τόλεγαν. Το ίδιο να λέτε και για τη γλώσσα του λαού. Έτσι το λέει, γιατί δεν το λέει αλλιώς. Δεν είναι του καθενός έργο μήτε δουλειά του καθενός να είναι γραμματολόγος, όπως δεν είναι και του καθενός δουλειά να ξέρη χυμία ή φυσική. Ως τόσο τα χυμικά και φυσικά φαινόμενα που δε σπούδαξε ο ίδιος, δεν τα λέει βάρβαρα και δε νομίζει πως δεν έχουν το λόγο τους. Αφτό να κάμετε και με τη γλώσσα. Η δουλειά σας είναι πρώτα να παραδέχεστε τους τύπους του λαού• της γραμματικής χρέος είναι να τους ξηγήση.»

Τα παιδιακήσια τα λόγια δε θάχουν πια καμιά πέραση στην Ελλάδα. Κανείς δε θα λέη που η γλώσσα του λαού θέλει διόρθωση, γιατί ο άθρωπος δεν έχει κανένα δικαίωμα να διορθώνη τους φυσιολογικούς και ψυχολογικούς νόμους, να σιάζη το ένα και να στρώννη τάλλο. Ένας άθρωπος μοναχός του δεν έχει αρκετή σοφία για ναποφασίση πως εκείνος έχει δίκιο και που όλο το έθνος έκαμε λάθος να μιλήση τη γλώσσα του φυσικά. Άξαφνα αλλάζουν οι ιδέες, προκόφτουν τα κεφάλια, καταλαβαίνουμε πράματα που δεν τα καταλαβαίναμε πριν και βλέπουμε που εμείς είχαμε άδικο και που το πλήθος, ο λαός, το έθνος είχαν τη σωστή κρίση, και χωρίς να τρέχουνε στο σκολειό, κατάλαβαν την επιστήμη και την αλήθεια.

Σήμερα, για να βγη στη μέση η δημοτική, για να γράφεται και να μιλιέται, πρέπει πρώτα να δικιολογηθή, πρέπει να ζητήξη συμπάθειο, πρέπει να πάρη δικηγόρο, σα να είταν μπροστά στο δικαστή και σα να είχε ανάγκη ναποδείξη πως είναι αθώα και που δε σκότωσε άθρωπο. Μια μέρα θα φέρουμε την καθαρέβουσα στο κριτήριο και θα πρέπη να δικιολογηθή εκείνη. Θα της φωνάξουν απ' όλα τα μέρη• — « Πώς τόλμησες να μας σηκώσης τη γλώσσα μας; Πώς ήρθες εσύ, με την ψεφτοσοφία σου και μας κατάστρεψες τη γλώσσα του λαού, και μας χάλασες την αρχαία; Τι μιλείς για _λάθος_; Δε βλέπεις που εσύ η ίδια, από πάνω ως κάτω, δεν είσαι παρά λάθος; Τι φτειάνεις τύπους κάθε μέρα; Τι αφανίζεις τη γλώσσα του λαού μας; Έγινες σαν τον Πλάστη και θέλεις να μορφώνης και να σιάζης; Ποια είσαι; Νόμους του κεφαλιού σου θα μας βγάλης; Τους μόνους κι αληθινούς νόμους πρέπει να τους γυρέψης στη γλώσσα του λαού, και τη γραμματική του πιστά να την ακουλουθήσης. Έτσι τουλάχιστο δε φτειάνεις γλώσσα• φτειάνει ο λαός τη δική σου — κι αφτό είναι το μόνο σωστό.»

Ο λαός είναι που μιλεί την αρχαία. Ένας αρχαίος τύπος, για ναλλάξη, έπρεπε αδιάκοπα κι από τα παλιά τα χρόνια ίσια με τώρα, να βρεθή στο στόμα του λαού, γιατί αλλιώς δε θάλλαζε ποτές. Ο ίδιος άθρωπος που είπε πρώτα _φιλέω_, είπε λίγο λίγο _φιλώ_ και κατάντησε σήμερα να προφέρνη _φιλό_. Μ' αφτό τον τρόπο, κάθε λέξη που θα σε πη ο λαός είναι αρχαία, γιατί κάθε ώρα την έλεγε διαφορετικά κι ως τόσο είταν πάντοτες η ίδια. Άμα πας να ξεσκονίσης τα βιβλία και ναρπάξης μέσα τη λέξη που σ' αρέσει, δε μιλείς αρχαία• παίρνεις μια λέξη από τους αρχαίους, μα αφτή η λέξη δεν έχει ιστορική σειρά, δεν την είπε πάντα ο λαός• αρχαία δεν είναι.» Κ' έτσι θα σωπάση η καθαρέβουσα.

Θα είναι τόντις μια χρυσή εποχή, η εποχή που σας λέω. Θα χαίρεστε όλοι, θα χαίρουμαι και γω μαζί σας, αν τύχη και ζήσω ίσια με τότες. Μα δεν το πιστέβω. Μήτε πιστέβω να ζη ο εγδότης που δε θέλησε να τυπώση τα βιβλίο μου. Θα το τύπωνα χάρισμα, σε μια τέτοια εποχή, δίχως να βγη από την τζέπη μου παράς• μάλιστα θα κέρδιζα παράδες• τώρα θα κερδίσω μόνο βρισιές. Έχω δίκιο που σας τη λέω χρυσή εποχή. Πολλά θάματα θα διήτε. Οι δασκάλοι θα περηφανέβουνται που μιλούνε σαν το λαό. Ο Χατζιδάκης θα με βρίζη πρόστυχα. Όνοι δε θα βρίσκουνται πια πούπετις• θα είναι όλοι γαϊδάροι. Ο Κόντος θα με διαβάζη και δε θα θυμώνη• θα γράφη Παρατήρησες ή Παρατηρήσες και πάλε θα βασανίζεται για τον τόνο. Στα σκολειά θα παραδίδουν το _Ταξίδι μου_• μα οι προκομμένοι θα φωνάζουν κ' οι δασκάλοι θα παραπονιούνται που η γλώσσα μου δεν είναι αρκετά δημοτική. Καθαρέβουσα θα καταντήση η γλώσσα που γράφω τώρα κι όσα λέω τους δασκάλους, θα με τα πουν εμένα. Η αρχαία θα μας φαίνεται χυδαία και βάρβαρη. Οι κυρίες στα σαλόνια θα φιλοτιμιούνται ποια να μιλήση καλήτερα τη γλώσσα του λαού, ποια να μας δείξη πως την έμαθε. Θα κάμνουν το γραμματισμένο• θα γίνουνε σκολαστικές, από την τρομάρα που θάχουνε μήπως τύχη και μας πετάξουν καμιά δοτική, από τον πόθο τους να καταλάβουμε πως ξέρουν πια και κείνες τι θα πη γραμματική, τι θα πη επιστήμη, που γνωρίζουν όλους τους φωνολογικούς, όλους τους μορφολογικούς νόμους της εθνικής μας γλώσσας.

Πότε θάρθη αφτός ο καιρός; Ώςπου νάρθη, παρακαλώ τουλάχιστο τις κυρίες να μη φιλονεικούν κάθε λίγο για την προφορά και για τη γλώσσα• δεν ταιριάζει και θα το καταλάβουν κατόπι. Τι θα πουν οι σπουδαίοι, οι σοβαροί άντρες, όταν τις ακούσουν; Άμα διούν που και γυναίκες ανακατώνουνται σε ζητήματα της επιστήμης, αμέσως θα μυριστούν που ο τρόπος μας να μελετούμε αφτά τα ζητήματα δεν έχει τίποτις να κάμη με την επιστήμη• ο μόνος λόγος που έχουμε να φωνάζουμε, να μαλλώνουμε για την προφορά, είναι που είμαστε Γραικοί• ένας τέτοιος λόγος όμως δεν είναι επιστημονικός• αν είμεστα Άγγλοι ή Γάλλοι, θα φρονούσαμε σαν τους άλλους, γιατί θα βλέπαμε την αλήθεια χωρίς πρόληψη. Η γυναίκα πρέπει να ξέρη μόνο να λέη• σ' αγαπώ. Οι δασκάλοι, όσο κι αν το θέλουν, ποτές δε θα κάμουν κανέναν άθρωπο να ξεχάση το φιλί• με το φιλί θα χαρή κάθε μάννα το πρώτο χαμογέλοιο του παιδιού της• ένα φιλί μας γέννησε όλους κι άμποτες όλοι μας να πεθάνουμε μ' ένα φιλί στα μάτια! Το φιλί είναι όλη μας η ζωή• η κούνια είναι ένα φιλί, ένα φιλί η αγάπη, ο τάφος ένα φιλί! Οι δασκάλοι δε θα μας το πάρουν έτσι και τη γλώσσα μας δε θα μας την πάρουν. Ας το θυμηθούν κι αφτό οι κυρίες κι ας μην ξεχάσουν ποτές μήτε το φιλί μήτε τη γλώσσα που το λέει έτσι. Για την ώρα, όση όρεξη κι αν έχω να τις κολακέψω, δεν μπορώ να πω πως μιλούν όμορφη γλώσσα.

Η γλώσσα μπορεί να μην είναι καλή• μα το φαγί που τρως στην Πόλη, στη Χιο και στην Αθήνα, δεν τόχουν πουθενά στην Εβρώπη. Δεν έχουν πουθενά οι γυναίκες τόση φιλοφροσύνη και νοστιμάδα, τόσο πνέμα οι άντρες και τόσο ζωηρό νου. Είδα σωρό κόσμους στην Αθήνα. Είδα και κάμποσους νέους• έκαμναν όλοι στίχους. Θάρρος, παιδιά, κι όλο μπρος! Με τις δημοτικές σας φημερίδες, με τα πεζά διγήματα και με τους στίχους, κάτι θα καταφέρετε και σεις. Ο σκοπός σας είναι μεγάλος κ' έχετε δίκιο. Φτάνει κάπου κάπου να πηγαίνετε στην Ακρόπολη, νακούτε τι σας λεν οι αρχαίοι• προσέξτε να μη σας βάλουν καμιά μέρα στο Διονύσιο. Μάθτε τη γλώσσα, να διήτε τι καλή που είναι• άλλη δε θα θέλετε να γράφετε. Όλα μπορείτε να τα πήτε με την εθνική μας γλώσσα, φτάνει πρώτα νάχετε να πήτε κάτιτις και να βρίσκουνται δυο ιδέες στο κεφάλι σας• μόνο να μην τη μισοξέρετε, να τολμάτε, και να μη φοβάστε τον κόπο που θα σας δώση η δουλειά. Ο νους κ' η φαντασία έχουν την αξία τους• μα μην ξεχνάτε τη γραμματική. Τη γραμματική πάντα στο προσκέφαλο!

Τη φαντασία για τίποτις δεν την έχω• την ποίηση δεν την ψηφώ. Φαντασία και ποίηση μπορεί νάχη ο καθένας, μάθηση δεν μπορεί, γιατί χρειάζεται θέληση και κόπος• αφτά δεν τάχουν όλοι, και χωρίς μάθηση, χωρίς τη γραμματική, οι πιο ωραίες φαντασίες, η πιο ψηλή ποίηση ξεπέφτει. Χωρίς τη γραμματική, δε διαβάζεται μήτε ο Σαικσπείρος. Γιατί είναι γλώσσα του λαού, θαρρεί ο καθένας πως είναι έφκολη και τη γράφει χωρίς να τη σπούδαξε ποτές. Μη νομίζετε πως είναι ντροπή να μαθαίνη κανείς όσα δεν ξέρει. Ο πιο προκομμένος μπορεί να προκόψη. Σε κάθε ηλικία μπορεί κανείς να πάη στο σκολειό. Το μεγαλήτερο σκολειό, το πιο δύσκολο μάθημα είναι η γλώσσα του λαού. Κανένα βιβλίο δεν αξίζει τη διδαχή που βγαίνει από του λαού το στόμα. Τις καλήτερες ώρες της ζωής σας, τις πιο αγαπημένες σας ώρες θα τις περάσετε με τη γράμματική στο χέρι. Έτσι τάλεγα με το Λάμπρο μια μέρα• ο καλός ο Μ. ο Λάμπρος με γύρισε, παντού. Τι πρόθυμος, τι δραστήριος άθρωπος! Σε μια ώρα καιρό, με πήγε στα Δημοτικά, στον Παρνασσό, στα βιβλιοπουλεία. Όλα πρόφταξα να τα διώ — και μαζί του όλα μ' άρεζαν. Από τη χαρά μου τον έταξα και γω, — αν αδειάσω και μ' αφήσουν οι δασκάλοι, — να γράψω καμιά μέρα και ναφιερώσω στον Παρνασσό μια _Σύντομη γραμματική της γλώσσας μας για τα παιδιά_. Ίσως μπορέσουν και γέροι να τη διαβάσουν.

