# Διηγήματα του Γυλιού

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31445/index.md

Φ Ρ Α Γ Κ Α Β Ι Λ Λ Α 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824

Ήσαν ψηλές και λιγερές σαν το κυπαρίσι, ωραίες σαν την Αφροδίτη, χαρούμενες και γελαστές όπως θέλουν την Αμαριλίδα. Και είχαν τα αυτά χαρακτηριστικά: Μεγάλα γαλανά μάτια με μακριές βλεφαρίδες· χείλη λεπτά και κόκκινα σαν το λουλούδι της ροδιάς· μαλλιά χρυσά και τόσο μακρυά που όταν έπεφταν εις την λίμνη εσκέπαζαν όλο της το πρόσωπο σαν χρυσοπλεγμένο δίχτυ.

Την μία την έλεγαν Ροδιά και την άλλη Τριανταφυλλιά.

Μιαν αυγή ανοιξιάτικη κατέβηκαν εις την λίμνη και αφού έβγαλαν τα πέπλα τους έπεσαν εις το νερό, που με ανατριχίλα και αυτό άρχισε να γλείφη το άσπρο τους κορμί.

— Είνε άλλη καλήτερη από μας; ερώτησεν έξαφνα η Ροδιά την αδελφήν της.

— Είσαι και συ, είμαι κι εγώ· μα είνε κι η Νεράιδα της λίμνης που λέει: φέξε ήλιε μου τι εγώ θα φέξω.

— Και είνε καλήτερη από με;

— Είνε, βέβαια.

— Αμή δε... Σα θέλη ας έβγη και θα ιδούμε.. είπε με θυμό η Ροδιά.

Αλλά δεν επρόφθασε να τελειώση τον λόγον της και η κοιλάδα εφωτίσθη από μαγικήν λάμψιν. Μαύρα ως άσφαλτος μαλλιά πλεγμένα κατά την αρχαίαν ελληνικήν συνήθειαν απάνω σε κεφάλι κανονικό και έπειτα πάγκαλον και απαλόν στήθος εφάνησαν επάνω από το νερό. Ήτο η Νεράιδα. Αι δύο αδελφαί έκλεισαν τα μάτια τους από την λάμψιν.

— Ιδές με, είπε στη Ροδιά η Νεράιδα· είμαι καλήτερή σου;

— Είσαι, κυρά... είπεν εκείνη, τρέμουσα ως το φυλλοκάλαμον.

— Τότε, θα σε πάρω στο παλάτι μου, να γένης δουλεύτρα μου. Θα σε κλείσω εκεί να μαραθούν τα κάλη σου και να μη καυχηθής πια.

Και έσυρε μέσα εις την λίμνη χωρίς να θέλη την Ροδιάν.

Όταν έμεινε μόνη η Τριανταφυλλιά έκλαιε και δεν ήθελε να αφήση το μέρος όπου ετάφη ζωντανή η αδελφή της. Έφερε μελόπητες από τις σπηλιές και γάλα από τα γίδια και ξανθό μαλλί από νεογέννητο αρνί και τα έρριξε εις την λίμνην για να μαλακώση την Νεράιδα. Αλλά δεν κατώρθωνε τίποτα.

Κάποια ημέρα, εβαρέθηκε τα κλάματά της και εβγήκε η Νεράιδα.

— Τι θέλεις εδώ Τριανταφυλλιά; της είπε με θυμό.

— Κυρά, είπεν εκείνη δειλά, δος μου την αδερφή μου ή πάρε κι εμένα μαζί... Εκείνη δεν έμαθε να δουλεύη· είμαι καλήτερη δουλεύτρα εγώ.

— Δεν σε θέλω εσένα. Αν θες την αδερφή σου κόψε και δος μου τα μαλλιά σου.

— Τα μαλλάκια μου; είπε με ανατριχίλα η Τριανταφυλλιά.

Δεν εδίστασεν όμως, αλλ' ευθύς έκοψε και έρριξεν εις την λίμνην τα χρυσά της μαλλιά. Τότε εφάνη επάνω από τα νερά ένα κλωνί ροδιάς· αλλά δεν τον επρόσεξε η κόρη, γιατί περίμενε να ιδή την αδελφήν της. Και άρχισε πάλι τα κλάματα.

Την άλλην ημέραν εφάνη πάλιν η Νεράιδα.

— Γιατί κλαις Τριανταφυλλιά; της είπε, με χαρούμενο γέλιο.

— Είσαι κακή και σκληρή· η αδερφή μου δεν εφάνηκε πουθενά.

— Εφάνηκε, αλλά δεν μπορείς να την γνωρίσης... Δος μου τα μάτια σου και θα την αποκτήσης.

— Ω! τα μάτια μου!... είπε με πόνο η κόρη.

— Δεν θέλεις; είπεν η Νεράιδα τότε...

Και εκινήθη να φύγη.

— Ω, στάσου! στάσου! είπε με δάκρυα και δένουσα παρακλητικά τα χέρια η κόρη. Δε θέλεις άλλο από τα μάτια μου; Έχει πολύ χρυσάφι ο πατέρας και η μάνα μου, διαμάντια και μπριλάντια που λάμπουν σαν τον ήλιο. Θέλεις να σου φέρω από κείνα;

— θέλω τα μάτια σου· μου τα δίνεις; είπεν απειλητικά η Νεράιδα.

— Τα μάτια μου!... είπε με φρίκην η κόρη. Να, πάρε κι αυτά και δος μου την αδερφή μου... Ορκίσου όμως πως θα μου τη δώσης.

— Ορκίζομαι να πεθάνω και να μη ξαναζήσω πια. Τα χείλη μου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό μου να γίνη βρωμερό· είπεν η Νεράιδα.

— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια, και το νερό σου να γίνη βρωμερό· ξανάειπε η Τριανταφυλλιά.

Και με την άκρη του βούρλου εκέντησε τα μάτια της και τα έχυσε μέσα εις την λίμνην.

— Να η αδελφή σου, ηκούσθη ευθύς η φωνή της Νεράιδας.

Η δυστυχής τυφλή, αργοβατούσα και σφάλλουσα, άπλωσε τα χέρια, αλλά μόνον αγκάθια έσφιγγεν εις τα στήθη της.

— Ω! δος μου την! έλεγε με πόνον ψυχής· δος μου την ...

— Σφίξε την αγκαλιά σου και θα την εύρης, είπεν η Νεράιδα.

Εκείνη έσφιξε πρόθυμα την αγκαλιά της, αλλ' αντί το σώμα της αδελφής της, αγκάθια ροδιάς ένοιωσε να τρυπούν το σώμα της.

— Ω! με γέλασες! είπε με πόνον και έπεσε κάτω λιπόθυμος.

Και δεν έννοιωσεν ότι η ροδιά που αγκάλιαζε ήτο η μεταμορφωθείσα αδελφή της.

Η Τριανταφυλλιά όταν συνήλθε αργότερα, εσηκώθη και ηθέλησε να βαδίση, αλλά εσκόνταβε εις κάθε βήμα... Έλειπαν τα γαλανά και μαγευτικά μάτια της. Το φως εκείνο, δίχως του οποίου και ο ήλιος χάνεται και αυτή η θεία και φεγγοβόλος στήλη θα καταντούσε περιτή εις τους υιούς του Ισραήλ, είχε σβύση διά αυτήν.

— Μου έλεγαν τις Νεράιδες κακές και φθονερές· μα δεν το πίστευα τόσο !... Έκοψα τα μαλλιά μου, τα χρυσά μαλλιά μου και της τα έδωκα... Έπειτα της έδωκα τα μάτια μου. «Τι με μέλλει, έλεγα, αφού θα μου δώση την αδερφή μου; Εκείνη θα με παίρνη από το χέρι, θα μου μιλή, θα γελούμε μαζί και θα τα λησμονώ όλα» μα τόρα;

— Αχ!... Είπε, και άρχισε τα δάκρυα.

Άκουσε τότε φωνές ανθρώπων και γαυγίσματα σκύλων. Ένας άνθρωπος επλησίαζε προς αυτήν· εμαζεύθη πίσω από τα βάτα όπως η Άρτεμις προ των περιέργων βλεμμάτων του Ακταίωνος.

— Κόρη μου!... εφώναξεν ο άνθρωπος μόλις την είδε.

— Πατέρα μου!... είπεν εκείνη εις την φωνήν και έπεσε εις την αγκαλιά του.

Αλήθεια ήτο ο δύστυχος πατέρας, που είχεν έβγει εις αναζήτησιν των θυγατέρων του.

Ο γέρος έμαθε τα πάντα. Εφώναξε τους υπηρέτας του, άδειασαν την λίμνην, και εις τον πάτον αυτής εύραν μια πλάκα στακτιά.

— Από κάτω από αυτήν είνε η κόρη μου είπε και διέταξε να την σηκώσουν.

Αλλά εις το πρώτον κτύπημα, φωνή τρομώδης ηκούσθη. Οι εργάται ετράπησαν εις φυγήν. Η λίμνη εγέμισε πάλι νερό και μια φωνή γλυκεία, αλλά μελαγχολική ηκούσθη να λέγη.

— Του κάκου ζητείς να με σώσης, πατέρα ... Πάρε την άλλη σου κόρη και φύγε ... Εδώ είνε τόπος κακός. Μη θελήσης να βγάλης την πλάκα, γιατί αμέσως θα πηδήση νερό που θα πνίξη τον κόσμο... Δεν είνε σωστό για μια ψυχή όσο αγαπητή κι αν είνε, να θυσιάζη κανείς τη ζωή των άλλων...

Η φωνή εσιώπησεν. Ο γέροντας και η τυφλή εκυριεύθησαν από φρίκην, έφυγαν μακρυά. Ο γέροντας θλιμένος έφερε την τυφλήν θυγατέρα του εις τον πύργον και έμεινεν η κοιλάδα ήσυχη και η Ροδιά δίχως την aδελφήν της...

Αλλά η τυφλή δεν θέλει να λησμονήση. Όπως ο Αλφειός την Αρέθουσαν, ο Παν την Σύριγγα, ο Ωρίων τας Πλειάδας και η Γη τον Ουρανόν, έτσι και αυτή ποθεί το μέρος όπου η αδελφή της μένει κλεισμένη. Κάποτε εξέφυγε από τους φύλακάς της κατέβηκε εις τον κήπον και τρέχει εκεί που είχαν φυτεύσει με την αδελφήν της μίαν ροδιάν. Έκοψε ένα μικρό κλωνάρι πιστεύουσα ότι τούτο, επειδή από εκείνην εφυτεύθη, θα ωδήγει τα βήματά της, όπως ο χρυσόφυλλος κλάδος τον Αινείαν εις τα δάση του Αόρνου, και θα αντικαθίστα τα σβυσμένα μάτια της προς ανεύρεσιν της Ροδιάς. Και τόρα κρατούσα αυτό εις το αριστερόν χέρι, και εις το δεξιόν οζώδη ράβδον και ακολουθουμένη υπό μικράς λευκομάλλου ελάφου, επέρα βραδυπορούσα φάραγκας και δρυμούς, διευθυνομένη προς το μέρος όπου ήλπιζεν ότι ήτο η αδελφή της.

Μετά καιρόν έφθασεν εις μέρος όπου ο Πηνειός εκύλιε με πάταγον τα ψυχρά και θολά νερά του, ανάμεσα εις πέτρες και κορμούς δένδρων.

Δεν εδίστασεν. Καθόλου δεν την τρομάζει ο βρόντος των νερών. Έκραξε την πιστήν της έλαφον και καθήσασα επάνω της, πέφτει εις τον ποταμόν. Αλλά το ρεύμα είναι ορμητικόν· η έλαφος αγωνίζεται, φθάνει εις το μέσον, και μόνον το μικρόν και ωραίον κεφάλι της φαίνεται απάνω από τα νερά. Ο άνεμος φουσκώνει τα φορέματα της τυφλής, σκορπίζει τους αναπτυχθέντας χρυσούς βοστρίχους της και εκείνοι ραπίζουν ελαφρά το ωχρόν, πλην γαλήνιον πρόσωπόν της. Εις τα χείλη της που έχουν το χρώμα μαραμένου κρίνου κάθηται πικρία, τα βλέφαρά της κινούνται, ως να θέλουν να δείξουν εις αυτήν τον κίνδυνον. Έχει σταυρωμένα εις το στήθος τα χέρια και εις το ένα κρατεί την ροδιάν, μόνην της ελπίδα. Φαντάζεται την έκτασιν, τον ποταμόν που περνά, τα χαλίκια και τας όχθας του και τας ιτέας, αλλά γνωρίζει ότι δεν ημπορεί να ίδη, και κρατεί την κεφαλήν της ίσα προς το μέρος όπου η έλαφος διευθύνεται.

Ο Πηνειός, νομίσας αυτήν ως την αγαπητήν του νύμφην Κρέουσαν, κρατεί το ρεύμα του και η έλαφος αποθέτει εις την όχθην την τυφλήν. Σηκώνεται εκείνη και εξακολουθεί, μέσα από αγκάθια και τριβόλους, τον δρόμον της· βάτα ξεσχίζουν τα φορέματά της και τα αγκάθια τους πόδας της, αλλά αδιαφορεί.

— Ω! αν είχα τα μάτια μου! λέγει. Και σπεύδει, σπεύδει εκεί, όπου ταχύτερος έχει φθάσει ο λογισμός της.

Σε λιγάκι ακούει κοντά εις τα πόδια της άλλα νερά ορμητικώς θραυόμενα, αλλά συγχρόνω, και γλυκείαν φωνήν, περιπαθώς ψάλλουσαν ένα απελπιστικό τραγούδι, όπως το τραγούδι ισοβίου καταδίκου:

Ο ήλιος έσβυσε, Παν τα λουλούδια, Φύγαν τα όνειρα, Χαρές, τραγούδια· Η γη σκοτείνιασε, Χάθη τ' αηδόνι, Βοριάς εχύμηξε, Πλακώνει χιόνι... Νιάτα περήφανα, Περίσσια κάλλη Όλα χαθήκανε... Ανεμοζάλη, Τα πήρε κι έφυγε... Αχ! έλα, Χάρε, Κι εμέ την άμοιρη, Μαζί σου πάρε...

Εγνώρισε την φωνήν της αδελφής της και συγκινημένη και κατάκοπος από την οδοιπορίαν εκάθησε κοντά εις την ρίζαν πολυφύλλου πλατάνου.

— Ω αδερφή μου, που ήσαι; έλεγε η Ροδιά. Με άφησες λοιπόν και συ... Όταν ήμεθα μικραί, εσύναζα τα λουλουδάκια κ' έπλεκα με αυτά τα μαλλιά σου ... Σου έφερνα νεράκι κρύο από την πηγή και την πρωτομαγιάτικη δροσιά για να νίβης το πρόσωπό σου ... Τόρα με λησμόνησες... Αχ! με λησμόνησες και συ!...

Η τυφλή ηθέλησε ν' απαντήση, αλλά δεν ηδυνήθη. Εσηκώθη τότε και ηθέλησε να περάση τον ποταμόν αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον εις το νερό εφοβήθη και εβγήκε.

Αλλά η φωνή της Ροδιάς ηκούσθη πάλιν.

— Μη φοβήσαι το νερό, αδερφή μου. Θα γνωρισθούμε από τους χτύπους της καρδιάς μας. Έλα· εσύ με την αγκαλιά σου θα μου δώσης ζωή κ' εγώ με τα φιλήματά μου τα μάτια σου.

— Δεν θέλω τα μάτια μου, φθάνει να σε αποκτήσω· είπεν η τυφλή.

Και ερρίφθη ασυλλόγιστα εις το νερό.

Αλλά το ρεματάκι που τόρα μόλις κυλά κάτω από τα χόρτα, τότε εχύνετο με ορμήν και μανίαν. Η τυφλή σηκώνει ψηλά τα χέρια για να ζητήση βοήθειαν· αλλ' ούτε η καλλίσφυρος Λευκοθέα έρριξεν εις αυτήν τον πέπλον της, ούτε κανένα δένδρον έγειρε τα κλαδιά του, για να πιασθή και να σωθή.

Επνίγη. Και τα καλάμια εις την όχθην άρχισαν πάλιν τους θρήνους των και ο νυκτοκόρακας ηκούσθη επάνω εις το κυπαρίσσι.

Την άλλην ημέραν μικρή τριανταφυλλιά εφάνη κοντά εις την ρίζαν του πλατάνου. Παρεκάλεσεν αυτόν να την πάρη εις το ψήλωμά του και αυτός έγειρε και εσκάλωσε εις τον κορμόν του η τριανταφυλλιά. Αλλά όλο και εστέναζεν.

— Τι έχεις τριανταφυλλιά μου; την ερώτησε κάποτε ο πλάτανος.

— Εκεί εις την αντικρυνή όχθη, είνε η αδελφή μου. Ο ποταμός με εμπόδισε να την ιδώ όταν εζούσα. Τόρα αδύνατη δεν μπορώ να την φτάσω και να την φιλήσω, καθώς πρώτα· είπε με στεναγμόν.

Ο πλάτανος εσυγκινήθηκε· άπλωσε ένα του κλαδί, έκαμε τόξον απάνω από το νερό, ετυλίχθη εκεί η τριανταφυλλιά και έπειτα έσκυψε το κλωνάρι της, ακριβώς απάνω από την ροδιά. Όταν ο άνεμος φυσήξη ταλαντεύει το κλωνάρι της τριανταφυλλιάς και η άκρη της φιλεί την ροδιάν τρυφερά. Τότε τα καλάμια συρίζουν ηδονικά, τα πουλιά γλυκοκελαδούν, τα φυτά στολίζονται με τα ευωδέστερα άνθη, το ρυάκι κελαρύζει, και αι δύο αδελφαί ανταλλάσουν τα άνθη των και δεν παύουν να ψιθυρίζουν τον όρκον της Νεράιδας.

— Να πεθάνης και να μη ξαναζήσης ποτέ. Τα χείλη σου να σκεπάσουν τ' αγριαγκάθια και το νερό σου να γίνη βρωμερό.

Και αληθινά. Από τότε το νερό της λίμνης εβρώμησε και τα βούρλα εσκέπασαν το πρόσωπό της.

Α Ρ Μ Α Τ Ω Λ Ο Σ

— Κάτσε Σεβντή μου φρόνημα κι εγώ να σε παντρέψω. — Δε θέλω, μάνα μ' παντρειά, δε θέλω 'γω γυναίκα. Εζήλεψα τη λεβεντιά και το ζαριφιλίκι Και τα τσαπράζια των κλεφτών, των καπεταναραίων Και τ' ασημένια τ' άρματα πώχουν τα παληκάρια. Ζύμωσ' το μάνα μ' το ψωμί και κάμτο παξιμάδι, Θέλεις με δάκρυα ζύμωσ' το θέλεις με μοιρολόγια Κι εγώ θα πάω αρματωλός και γω θα πάω κλέφτης.

Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ' Α Ν Α Π Λ Ι Ο Υ 9 ΙΟΥΛΙΟΥ 1715

Να ήμουν πουλί ν' αγνάντευα της Πόλης την αρμάδα Πώς αρμενίζει κι έρχεται και πρίμα κατεβαίνει. Εμπρός πάνε τα κάτεργα και πίσω τα ντελίνια Στη μέση ο Αλή μπέης με μια χρυσή φρεγάδα. Έχει και στα καφάσια της τρία όμορφα κορίτσια Τόνα βαρεί τον ταμπουρά, το άλλο το τσιβούρι, Το τρίτο το καλήτερο λέει όμορφο τραγούδι: — Όλα τα κάστρα χαίρονται κι όλα βαρούν παιγνίδια Τ' Ανάπλι κι η Μονομπασιά κάθουνται μαραμένα Ανάπλι για δε χαίρεσαι για δε βαρείς παιγνίδια; Το τι καλόχω να χαρώ παιγνίδια να βαρέσω; Μένα Τουρκιά με πλάκωσε στεριά και του πελάγου, Μεριά με δέρν' η θάλασσα μεριά οι Σαροτζαγλίδες Κι απόξω ο Γιανιτσάραγας ρίχνει και με γκρεμίζει Ανάπλι δόσε τα κλειδιά Ανάπλι παραδόσου. Τιγάρις είμαι Νέπαχτος, Άγια Μαύρα πουτάνα· Εγώ είμ' Ανάπλι ξακουστό Ανάπλι ξακουσμένο Θα πάει το αίμα ποταμός και τα κουφάρια πύργος Γερούσι κάν' η Αρβανιτιά μ' αυτούς τους Γενιτσάρους Κι αυτός ο Γενιτσάραγας μοιρολογεί και λέει: Τα παληκάρια τ' Αναπλιού οι όμορφες της χώρας, Που δεν καταδεχόντανε τη γη για να πατήσουν Και τώρα καταντήσανε σκλάβοι στους Αρβανίτες!, Δε κλαίν' οι μαύροι τη σκλαβιά που πάνε σκλαβωμένοι Μόν' κλαίνε τον ξεχωρισμό που θέλει ξεχωρίσουν. Χωρίζ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα Χωρίζει κι έν' αντρόγυνο το πολυαγαπημένο Η κόρη πάει στην Τσαμουργιά κι ο νιος κατά την Πόλη. Πάει και ένας Τάταρης μ' εννιά παιδιά δεμένα Πάει κι η μάνα τους κοντά σκούζουσα και βαζούσα — Αφέντ' αφέντη Τάταρη αφέντη Ταταρίνε, Χάρισέ μου της έρημης και μένα ένα παιδάκι· Θέλεις το μεσονώτερο, θέλεις τον Αναγνώστη, Θέλεις τη θυγατέρα μου τη νυχτογεννημένη, Ή σκότωσέ με Τάταρη και κάνεμε κομάτια!..

Ο Κ Λ Ε Φ Τ Ο Κ Ο Τ Α Σ

Ταχτικά, είτε την αυγήν όταν εξυπνούσε διά να πάγη εις την δουλειά του, είτε την εσπέραν όταν εγύριζε με το κάρρο του ο Σταμάτης Τομαράς πρώτα απ' όλα ήθελε ερωτήσει με τρέμουσαν φωνήν την γυναίκα του:

— Πώς είν' οι κότες;

— Ε, καϋμένε και συ! Σκοινί — λουρί τόπιασες!... εφώναζε κάπως δυσαρεστημένη η Δεσποινιώ. Δε ρωτάς κάνεμου για τη γυναίκα σου παρά για τις κότες!.. .

— Μωρ' ακούω τόσα! .. . έλεγε με φοβισμένον βλέμμα ο Σταμάτης.

Και αληθινά· άκουε τόσα ο αγαθός καρρολόγος. Αι εφημερίδες από το Σαραντάημερο κι εδώ δεν έκαναν άλλο παρά να γράφουν ότι κάθε ημέραν γίνονται φοβεραί ορνιθοκλοπαί εδώ και εις τον Πειραιά. Οι συνάδελφοί του τα βράδια, συναγμένοι γύρω εις τα τραπεζάκια του Ταρούση, απάνω από την ξανθή ρετσινόκουπα, διηγούντο ότι ενώ κουβαλούσαν χαλίκι από τον Ιλισσό, άλλο δεν απαντούσαν εις τον δρόμον τους παρά σωρούς από φτερά πουλερικών. Ο Σταμάτης ανατρίχιαζε εις το άκουσμα και έμενε ώρες άφωνος και συλλογισμένος. Και δεν εσυλλογίζετο τίποτε άλλο παρά τις κότες του, των οποίων τα πούπουλα μαύρα και άσπρα και ρεβιθιά, επίστευεν ότι εξεχώριζε εις τους σωρούς που έβλεπαν οι άλλοι καρρολόγοι και τα κεφάλια τους με τα ματάκια κλειστά και τα πόδια τους με τα στενόμακρα γυριστά νύχια, ξυλιασμένα εις το χώμα. Και εβιάζετο να φθάση εις το σπίτι του, μικρό, καινούργιο με στενόχωρη αυλή τριγυρισμένη από πλήθες, εκεί πίσω από το μνημείο του Φιλοπάπου. Και μόλις έφθανε, εσήκωνε τα μάτια προς το μονάκριβον δένδρον, την μουριά που εσκέπαζε την αύλήν και εμέτρα τις κότες, ενώ αυτές εκοιμώντο με το κεφάλι κάτω από το φτερόν. Τότε ευχαριστημένος που τις εύρισκε σωστές, εψιθύριζε τρίβοντας τα χέρια με χαϊδευτική φωνή:

— Κότες μου! κοτούλες μου! κοτίτσες μου! . ..

Δεν είχε και πολλές κοτούλες ο Σταμάτης παρά μόνον τέσσερες. Αλλά τις είχε καλοθρεμμένες. Το πώς τις απόχτησε είνε ολόκληρη ιστορία.

Πρώτα επήρε την Κοκκό, μιαν αρχοντόκοτα με λειρί κόκκινο και μεγάλο, σαν το στέμμα που ζωγραφίζουν εις του Σολομώντα το κεφάλι. Όταν εβάδιζε ή όταν εκοίταζε εδώ κι εκεί, την έλεγες δίχως άλλο βασίλισσα μέσα στις άλλες κότες. Την εψώνισε ο Σταμάτης για να την φάνε ανήμερα των Χριστουγέννων. Μα την παραμονή, ενώ η κυρά Δεσποινιώ με τροχισμένο μαχαίρι επήγαινε να την προσφέρη θυσία, την βλέπει τσοπ! ν' απολάη ένα αυγό μέσα στο καλάθι με τα κάρβουνα. Η νοικοκυρά εσυγκινήθηκε — ήταν άλλως τε καλή ψυχή, Πολίτισσα καλέ! από το Μπογιατζίκιοϊ, το χωριό του Πατριάρχη Ιωακείμ — επέταξε μακρυά το μαχαίρι, επήρε την κότα εις την αγκαλιά της και άρχισε να την φιλή και να λέη:

— Δε σε σφάζω γω κυρά μου! δε σε σφάζω γω κοπέλλα μου!...

Και να! τα δάκρυα η ευαίσθητη ψυχή.

Αλλά και ο Σταμάτης όταν το έμαθε άρχισε τα δάκρυα.

— Τέτοια κότα γουρλίδικη να σφάξης! είνε κρίμα κι από το Θεό.

Έτσι εσώθηκε η Κοκκό και για το ευχαριστώ άρχισε κάθε ημέρα ν' απολάη κι από ένα αυγό εις το καλάθι. Και τι αυγό! μεγαλείτερο από τη γροθιά του καρρολόγου — γροθιά που την ήξερε γιατί κάποτε την δοκίμαζε η κυρά Δεσποινιώ.

Αντί λοιπόν κότα έφαγε κρέας χοιρινό τις ημέρες των Χριστουγέννων το αντρόγυνο. Αποφάσισε όμως ωρισμένως του Αγίου Βασιλείου ν' αγοράση μιαν άλλη κότα. Α! δεν μπορή! Κότα πήτα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη. Ο Σταμάτης εννοούσε ν' ακολουθήση κατά γράμμα την παλιά λαϊκή παραγγελία. Γιατί ιδρώνει τάχα και δουλεύει και αγωνίζεται; Και αγόρασε αληθινά η Δεσποινιώ μιαν άλλη κότα από ένα χωρικό που εγύριζε κοντά στο Θησείο φωνάζοντας. Κότες! πάρτε κότες!... παχιές κότες!...

Αλλά — τι ευχή θεού! — ο Σταμάτης μόλις την είδε, σαν να κατάπιε το ψαροκόκκαλο. Ήταν μια κότα λαθουράτη· το όλον της παράξενο. Με πρώτη ματιά σου θύμιζε στρουθοκάμηλο. Είχε ένα λαιμό μακρότατο ως της χήνας κι ένα κεφάλι μικρό σαν καρύδι. Και ποτέ δεν έστεκαν ήσυχα στη θέση τους· είχαν ένα αδιάκοπο τρέμουλο που σου έφερνε το γέλοιο.

Αλλά και έτσι δεν θα εγλύτωνε από το μαχαίρι της Δεσποινιώς αν δεν έκανε το εξής: Ο Σταμάτης την παραμονή της πρωτοχρονιάς ετσάκιζε καρύδια για να χρησιμέψουν σε κάποιο γλύκισμα. Η Πιπή όμως επλησίασε ύπουλα και άρχισε να τσιμπά ένα ένα κομμάτι. Ο Σταμάτης απόρησε. Μπα! Επήρε τα καρύδια και τα έκρυψε στα γόνατά του. Η Πιπή έγινε πιο τολμηρή. Ο λαιμός ετεντώθηκε περισσότερο· το κεφάλι εσκαρφάλωσε εις τα γόνατά του και άρχισε να τσιμπά τις φούχτες του, ανάμεσα από τα χοντρά δάχτυλά του. Ο καρρολόγος ελιγώθηκε στα γέλοια.

— Μωρέ τ' είνε τούτο! μωρέ θα με φάη το θηρίο!... Μωρέ τη παλαβόκοτα είνε αυτή!...

Το αποτέλεσμα είνε ότι το αντρόγυνο έφαγε χοιρινό και του Αγίου Βασιλείου και η κότα εξακολούθησε ν' αρπάζη τα καρύδια και τις παλαβωμάρες της.

Η κυρά Δεσποινιώ όμως — από το Μπεγιατζίκιοϊ καλέ! — άρχισε να σκέφτεται πρακτικώτερα από τον άντρα της. «Καλά δεν τις σφάζουμε· είπε. Δεν τις βάζω κάνε μου κλώσσες να μου βγάλουν πουλιά, να φάω αυγά, να φάω κι από τα πουλιά τους.»

Και άμ' έπος άμ' έργον εδόθηκε να συνάξη αυγά.

Πώς τα σύναξε ο θεός ξέρει· τα σύναξε όμως. Δώδεκα καλοδιαλεγμένα, σποράτα αυγά και τα έβαλε της Πιπής. Εκείνη έκρινε πιο θερμοαίματη. Γκλαν — γκλαν! η φωνή της, σαν καμπάνα, Μα που ήταν παλαβή! θα έχη την υπομονή να κάτση να κλωσσήση ή θα τα παρατήση στη μέση σαν τη μητέρα την αλαφαλού!

Οπωσδήποτε η Δεσποινιώ την εμπιστεύτηκε. Εκείνη εκάθισε πρόθυμα και άρχισε να κλωσσά. Εκάθισε τρεις, τέσσερες, πέντε ημέρες! Το αντρόγυνο έκανε το θάμα του με την φρονιμάδα της Πιπής. Τι δεν κάνει η μητρότης!.. Έξαφνα όμως επάνω εις τις πέντε, μέσα εις το καταμεσήμερο, ετρόμαξε η γειτονιά από ένα φοβερό φτεροκόπημα. Το όρνεον Ροκ να κατέβαινε δεν θα εθορυβούσεν έτσι. Η Πιπή πετάχτηκε με ορμή μέσα από τη φωλιά της, επέρασε την πόρτα, επέρασε την σάλα, πετάχτηκε από το παράθυρο και χάθηκε στη γειτονιά.

Η Δεσποινιώ έβαλε τις φωνές, απελπίστηκε. «Πάνε τ' αυγά μου! Είπε· κρίμα στα έξοδα! θα κρυώσουν και τόρα θα χαλάσουν. Τι έπαθα να εμπιστευθώ σ' αυτή την παλαβή! Δεν έβανα την Κοκκό»

Όχι· καλά έκαμε που δεν έβαλε την Κοκκό.

Έπειτα από μισή ώρα η Πιπή εφάνηκε πηδητή, ταρναριστή, ανέβηκε την σκάλα γυρίζοντας εδώ κι εκεί ερευνητικά το κεφάλι, με τον μακρύ τρεμουλιαστό λαιμό της, επήγε ίσα και εκάθισε εις τα αυγά της.

Αυτό εγινότανε τακτικά καθεμέρα πια, ως που η κότα έβγαλε τα πουλιά της. Ω χαρές και παιγνίδια η κυρά Δεσποινιώ με τα ξεπεταρόνια της! Ω τα χαρωπά γαυγίσματα του Φρίγκου, που τα μάζευε όταν τα έβλεπε μακρυά από το κοτέτσι· τα μάζευε αβρά, απαλά με το στόμα και τα έφερνε κοντά εις την μάνα τους. Ω η μανούλα η παλαβή πως εσήκωνε τα πούπουλά της και ετέντωνε το λαιμό της και αγρίευε σαν τίγρις να ξεσχίση τον αγαθό το Φρίγκο όταν επλησίαζε τα πουλιά της! Και ακόμη ω! κι ο Σταμάτης ο καρρολόγος, όταν την έβλεπε όλη μαζί τη φαμελιά του: τα κοτοπούλια, τις κότες, τ' άλογό του, το σκυλί του, τη γυναίκα του και τα παιδιά του!..

— Αβράμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ!,.. έλεγε συχνά για να δείξη την αφθονίαν των κτημάτων του...

Ο χρόνος όμως έκαμε κι εδώ το μέρος του. Από τα τόσα κλωσσοπούλια και με όλη τη φιλοστοργία της Πιπής και με όλη τη αγαθή φροντίδα του Φρίγγου και την προσοχή της Δεσποινιώς άλλα πάτησε το άλογο, άλλα χάθηκαν στις γειτονικές αυλές, άλλα εξεκοκκάλισε μόλις έγιναν για φάγωμα ο κυρ Σταμάτης. Δεν απόμειναν παρά οι δύο αρχικές κότες και άλλες δύο που μεγάλωσαν κι εκείνες και άρχισαν να κάνουν αυγά. Η μία απ' αυτές είχε κάτι μάτια μεγάλα και μπλάβα που σε μαγνίτιζαν. Και ήταν ήμερη σαν αρνάκι. Μόλις άπλωνες χέρι και της έλεγες «κάτσε»! δέκα οργιές δρόμο να ήταν μακρυά θα καθότανε. Η άλλη έμοιαζε εις τα φτερά και εις το παράστημα της Κοκκός μα ήταν φλύαρη σαν γαλιάντρα. Με την κυρά Δεσποινιώ — από το Μπογιατζίκιοϊ καλέ! — έπιανε αληθινή κουβέντα.

— Πες κυρά μου κρα κρα κρα! ... της έλεγε η Πολίτισσα.

— Κρα — κρα — κρα — κρα!... αρχίναε πρόθυμα η Κελαϊδίστρα όλο και ανεβάζοντας τη φωνή της ως που να φθάση στο απροχώρητο.

Πήγαινε λοιπόν εσύ να πείσης τον κυρ Σταμάτη και την συμβία του να σφάξουν τέτοιες κότες. Μπα!

Αλλά πάλι να τις φάνε οι άλλοι! Ή μήπως τάχα είνε δύσκολο! Οι κλέφτες άδειασαν το ένα κοτέτσι, άδειασαν το άλλο, τίποτε δεν θα τους εμπόδιζε να κάμουν την ίδια τιμή και εις το ιδικόν του. Όταν η αρκούδα χορεύει στου γείτονα την αυλή γρήγορα θα χορέψη και στη δική σου· λέει μια παροιμία. Αυτό όμως δεν του άρεσε καθόλου του κυρ Σταμάτη. Αν πολλές φορές έξεκαρδίζετο εις τα γέλοια, όταν τελειώνων το ιδικόν του φαγητόν άρπαζε και από το πιάτο του συντρόφου του, με την δικαιολογίαν ότι όπου φυλάει φυλάει γι' άλλον δεν ήθελε όμως να το κάνουν και οι άλλοι προς ζημίαν του. Τις έθρεφε, εννοεί να τις φάγη αυτός τις κότες του! Και για τούτο ο αγαθός καρρολόγος εθύμωσε και παραθύμωσε όταν ανεκάλυψεν έξαφνα ότι μία από τις κότες του έλειπε.

— Μωρέ Δεσποινιώ! Τάκη!. . Μιστόκλη! εφώναξε τη γυναίκα και τα παιδιά του μέχρι του μικροτέρου που είχε εις την φασκιά ακόμη.

— Τ' είνε καλέ; τι τρέχει; ερώτησε η γυναίκα του τρομασμένη.

— Η κότα!... Λείπει η Κελαϊδίστρα!

Εκοίταξαν παντού γύρω, έψαξαν όλες τις γειτονικές αυλές, ερώτησαν όλους, φίλους και γνωστούς από το Βαρθακονήσι ως τα Πατήσια, αλλά πουθενά κότα. Και ο Σταμάτης εσυλλογίζετο με θυμόν ότι την νύκτα, εις του ύπνου του το βύθος, σαν ν' άκουσε κακάρισμα· και δεν είνε απίθανον να ήτο της κοτούλας του και εθύμωνε γιατί δεν έτρεξε να την ελευθερώση. Έτσι να έκανε πως έβηχε, θα την άφιναν αμέσως την κότα! Και χωρίς να σκεφθή ότι το κακάρισμα αυτό μόνον εις το όνειρόν του είχεν ακούσει, ωρκίζετο εις όλους τους αγίους, την ερχομένη νύκτα να φυλάξη έξω μήπως του αρπάξουν και τις άλλες. Βέβαια ο κλέφτης ήτο αδύνατον να μη ξαναέρθη. Και ο καρρολόγος ελυπείτο κατάκαρδα, έκλαιε σχεδόν σκεπτόμενος πως θα εκοκίνισεν ο λαιμός της κότας του από το μαχαίρι· πως θα ετσιτσίριζε εις την χύτρα το κρέας της και πως θα εκριτσάνιζαν τα κοκκαλάκια της ανάμεσα εις τα κοφτερά δόντια τίποτε αλιτών. Και τόσον υπέφερε από τους συλλογισμούς αυτούς ώστε κάθε λίγο και λιγάκι εψιθύριζε με πόνον:

— Κότα μου, Λαλίστρα μου, εγώ δε θα σε τραγάνιζα έτσι!...

Όταν ήλθε η νύκτα ο Σταμάτης αφού έπεισε όχι και με λίγον κόπον την γυναίκα του ν' αποσυρθή με τα παιδιά και να μη φοβάται, εκάθησε εις το χαγιάτι με μόνη συντροφιά το τσιγάρο και κοντή σκουριασμένη καραμπίνα. Πλησίον, επάνω εις σωρόν από κλήματα εκοιμάτο γρίζων ο Φρίγγος κι επάνω εις την στέγην ο γάτος του με άλλους της γειτονιάς επροσπαθούσαν να αρμόσουν επιθαλάμιον συναυλίαν.

