# Διηγήματα του Γυλιού

## Part 1

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31445/index.md

Produced by Sophia Canoni

·Note: Bold words have been included in &&. The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise.

Σημείωση: Έντονοι χαρακτήρες περικλείονται σε &&. Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

Α. ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΥΛIΟΥ

Μαζί κι εγώ στους κόπους σου μαζί και στη χαρά σου Και στο καλό το γύρισμα λεβέντη μου κοντά σου.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕIΟΝ "ΕΣΤΙΑ,, 1922

Τ Ο Π Α Ρ Σ Ι Μ Ο Τ Η Σ Π Ο Λ Η Σ 29 ΜΑΪΟΥ 1453

Σύρτε χαμπέρια στη Φραγγιά, στη Μοσκοβιά μαντάτα Πήραν την Πόλη πήραν την οπ' ήταν ξακουσμένη! Πήρανε και το Γαλατά, πήραν και το Φανάρι Πήραν και την Αγιά Σοφιά το μέγα μοναστήρι Με τετρακόσια σήμαντρα μ' εξηνταδυό καμπάνες, Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος Με πεντακόσες καλογριές και χίλιους καλογέρους. Τούρκοι χιλιάδες μπήκανε στου Ρωμανού την Πόρτα Κι ο Κωνσταντίνο — Δράγασης με το σπαθί στο χέρι Τρέχει χτυπάει την Τουρκιά που μετρημούς δεν έχει. Κλάψτε αδέρφια Χριστιανοί και μαύρα να ντυθήτε! Το βασιλιά μας σκότωσαν αυτόν τον Παλαιολόγο! Που είχε καρδιά του λιονταριού και δύναμη του δράκου Τρέξετ' αδέρφια Χριστιανοί στον Άγιον Πατριάρχη Ναρθή με τ' άγια θυμιατά να κάμωμε το ξώδι. Γιρούσι έκαμ' η Τουρκιά κι' αυτοί οι Γιανιτσάροι Κι ο Αμηράς επρόσταξε να κόψουν τους Ρωμαίους Τρεις μέρες μας εκόβανε και άλλες τόσες νύχτες. Εκόψαν και το Νοταρά μ' όλη τη φαμελιά του. Έπεσ' η Πόλη στη σκλαβιά στ' Αγαρηνού τα χέρια Βόηθα Χριστέ και Παναγιά τη Χριστιανωσύνη!...

Τ Ζ Α Κ

— Ωχ, κακό που μας ηύρε! κακό που μας ηύρε! ...

— Μπα που να πάη και να μην έρθη!

— Να είχε καή η ώρα που τον έβγαλε!

— Να πνιγόταν το βαπόρι που τον έφερνε.

Πλατύς κύκλος από γυναίκες της γειτονιάς είχε σχηματισθή εμπρός εις την αυλόπορτα της κυρά — Γερασιμίνας. Η δεσποινίς Κατερινιώ η δασκάλα του Βατραχονησιού· η Χρίστενα η παχουλή και δροσερή γυναίκα του μανάβη· η Μαρή του φούρναρη και άλλες που αντιπροσώπευαν όλας τας ηλικίας και όλους τους χαρακτήρας του γυναικείου φύλου, ήσαν μαζεμένες εκεί και συνομίλουν θορυβωδώς και πολυτρόπως. Και δεν είνε βέβαια σπάνιαι αι συναθροίσεις και αι θορυβώδεις συνομιλίαι των γυναικών κατά τα μέρη εκείνα. Αλλά τόρα είχαν γίνη πολύ συχνώτεραι. Γιατί θέμα της ομιλίας των ήτο ο Τζακ, ο φοβερός του Λονδίνου αντεροβγάλτης.

Από μηνός αι εφημερίδες έγραφαν ότι ούτος είχε βαρεθή τας μεγαλοπόλεις της Ευρώπης και κατέβη εις Αθήνας διά να συνεχίση τα φοβερά κατορθώματά του. Από εφημερίδα εις εφημερίδα και από στόμα εις στόμα, από τον γραμματισμένον εις τον αγράμματον διεδόθη σε λιγάκι εις όλας τας τάξεις της κοινωνίας. Εφοβήθηκαν πολύ οι άνδρες, ετρόμαξαν τα παιδιά αλλά προ παντός έπαθαν πανικόν αι γυναίκες. Και με το δίκιο τους. Όλες αι διαδόσεις έλεγαν ότι αυτάς και μόνον καταδιώκει ο κακούργος. Μόλις ιδεί γυναίκα, σαν να τον πιάνη το δαιμόνιο τραβά το μαχαίρι του και την ξεκοιλιάζει άψε — σβήσε. Και μήπως τον γνωρίζει κανείς να προφυλαχθή. Λέγουν πως είνε νέος, μόλις είκοσι τριών χρονών, με μαύρα μάτια και μαύρο μουστάκι. Τουλάχιστον έτσι τον παρέστησε το τελευταίον θύμα του πριν ξεψυχήση. Αλλά μήπως ένας και δυο είνε οι νέοι με τα μαύρα μάτια και το μαύρο μουστάκι!

Αι γυναίκες τόρα ανατρίχιαζαν εις το όνομά του αλλά και δεν έπαυαν να ζητούν την αιτίαν που τον ηνάγκασε να κυνηγά τόσον άγρια το φύλον των.

— Εγώ βάζω το κεφάλι μου πώς κάποια του έκαψε την καρδιά!... είπε με ακλόνητη πεποίθησι η κυρά Γερασιμίνα.

— Έρωτας είνε στη μέση! . . . έρωτας χωρίς άλλο! επρόσθεσε η κυρά Φρόσω, καλοθρεμμένη χήρα, με μαύρα ρούχα ξεβαμμένα από την πολυκαιρία και κόκκινα μάγουλα ζωηρά από το φκιασίδι.

— Δεν τον αφίνεις τον κακούργο! εφώναξεν η δασκάλα με αποστροφήν. Αιμοβόρος άνθρωπος!... Αποφόλιον τέρας!. . .

— Αχ! και να τον έπιαναν! Πώς θάτρεχα να τον ιδώ — είπε ανυπόμονη η Μαρή.

— Ποιος να τον πιάση, καλέ! Δεν τον πιάσανε άλλες κι' άλλες αστυνομίες και θα τον πιάση η δική μας, η φαγοκοιμίστρα! επρόσθεσε με αγανάκτησιν η Φρόσω. Δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον κλέφτη της μπουγάδας μου και θα πιάσουν τον Τζακ.

— Τι άγριο όνομα! Τζακ! Λες και σου δίνει τη μαχαιριά.

— Θεός φυλάξει, παιδί μου! είπε η Γερασιμίνα ανατριχιάζουσα σύγκορμη.

— Και δεν ακούς καλότυχη πώς τις ξεκοιλιάζει· επρόσθεσεν η κυρά Θοδωριά καταζαρωμένη εξηντάρα, κάμνουσα διαφόρους μορφασμούς.

Και εξήγησε με λεπτομέρειαν τον τρόπον με τον οποίον ο φοβερός κακούργος δολοφονεί τα θύματά του. Τα μόνα του όπλα, ακούς, είνε ένας πλατής δίκοπος λάζος κι ένα μπουκαλάκι με υπνωτικό. Εκεί που πηγαίνει στο δρόμο της το κορίτσι — η Ελένη σου να πούμε, μακρυά από λόγου της, κυρά Γερασιμίνα μου — πλησιάζει με τέχνη ο Τζακ της ακουμπά στη μύτη το μπουκαλάκι, εκείνη εν τω άμα — ακούς! — εν τω άμα υπνωτίζεται και εκείνος με το λάζο του της ανοίγει την κοιλιά σαν πετάλι.

— Μήσθητί μου, Κύριε! Ο άδης τον έβγαλε!... εψιθύρισε σταυροκοπούμενη η Γερασιμίνα.

Και αι άλλαι γυναίκες εφρικίων από κεφαλής μέχρι ποδών, και συνεταράσσοντο κατάχλωμοι, με τα μάτια ολάνοικτα ως να έβλεπαν εμπρός των τον φοβερόν κακούργον.

— Και κυνηγάει όλο τις χήρες...

— Τις ανύπαντρες!

Βέβαια η Μαρή το είπε για να φοβήση την κυρά Φρόσω. Αλλά εκείνη το ανταπέδωκε αμέσως. Γιατί ναι μεν ήταν χήρα η Φρόσω, αλλά προ πολλού είχε αγαπητικό έναν πλούσιο φοιτητή από την Σύρα, ο οποίος άμα έδιδε εξετάσεις θα την έπαιρνε. Επίστευε λοιπόν ότι από καιρού δεν ελογαριάζετο πια με τις χήρες και δεν είχε να φοβηθή τίποτα από τον Τζακ.

— Τι τις χήρες; όλο τα κοριτσάκια τ' ανύπαντρα κυνηγάει· εφώναξε η Θοδωριά. Όποια έχει ανύπαντρα ας βρη γαμπρούς!

Και εκοίταξε κατάματα την Γερασιμίνα σαν να τις έλεγε: Για σε τα λέω και άκου τα.

Η Γερασιμίνα ήτο σαραντάρα και πλέον, ξερακιανή, με άσπρα μαλλιά εις το κεφάλι και μέτρια καμπούρα εις την ράχη. Ήτο δεκαπέντε χρόνια χήρα και δεν είχε από τον άντρα της παρά ένα σπιτάκι σε κεντρικό μέρος της συνοικίας και μια κόρη την Ελένη. Από το νοίκι του απάνω πατώματος είχε εισόδημα τριανταπέντε δραχμές και από την Ελένη πολλές σκοτούρες.

Ότι όμως υπέφερε τόσα χρόνια όλα τα ελησμόνει όταν έβλεπε την κόρη της. Τόρα εδούλευαν και οι δύο. Η Γερασιμίνα έπλυνε τα ασπρόρουχα· η Ελένη ειργάζετο εις μοδιστράδικο με μεροκάματο μιας δραχμής. Είνε αλήθεια μικρά και τιποτένια η πληρωμή, αλλά τι να γίνη; Με αυτήν και τις οικονομίες της θα κατόρθωνε σιγά — σιγά να κάμη την προίκα της και να αποκατασταθή. Και εις αυτόν τον συλλογισμόν, κύμα θερμόν ευφροσύνης έτρεχεν εις όλην την ύπαρξιν της Γερασιμίνας και μισογελούσαν τα χείλη ενώ εκοκκίνιζαν τα μαραμένα μάγουλα.

Αλλά τόρα εις τους λόγους της γειτόνισας ότι ο Τζακ μαχαιρώνει κατά προτίμησιν τα κορίτσια τα ετοιμόγαμα, ετινάχθη από την πέτραν όπου εκάθητο ορθία και την εκοίταξε ερωτηματικά.

— Ποιος σου το είπε;

— Τι ποιος μου το είπε; Δε ρωτάς οποίον θέλεις .... Δε ρωτάς το Γιάννη μου....

Αλλά τι ανάγκη να ερωτήση τον Γιάννη η Γερασιμίνα; Ενθυμείτο τόρα ότι το είχε ακούσει και από άλλους πριν. Και ο μπακάλης της το είπε και ο παπάς της ενωρίας και ο μανάβης χθες ακόμη, όταν επήγε ν' αγοράση λάχανα, την εκοίταξε κατάματα και της είπε σοβαρά:

— Τήραξε γρήγορα να παντρέψης την Ελένη.

Τόρα η πτωχή μητέρα έτρεμεν από φόβον.

Εσκέφθη ότι η κόρη της δεν είχεν έλθει ακόμη από την μοδίστρα και άρχισε να βάνη με τον νουν της χίλια κακά. Από την ανυπομονησίαν της άφησε την συντροφιάν και αργά βαδίζουσα έφθασε εις την γέφυραν του Ιλισσού και εκοίταξε με περιέργειαν γύρω.

— Μα πώς δε φαίνεται ακόμη! εψιθύρισε με αδημονίαν.

Και κάτι της έσφιγγε τον λαιμόν. Η καρδιά της εβροντοκτύπα από προσδοκίαν, ενώ δύο δάκρυα ανέβαιναν από τα γεροντικά μάτια της έτοιμα να κυλισθούν κατά γης.

Ο ήλιος είχε δύσει από αρκετής ώρας, και μόλις αι ανταύγειαί του διετηρούντο ακόμη επάνω εις τα ξανθά μάρμαρα της Ακροπόλεως. Τα άστρα είχαν αναφανή ένα με το άλλο εις τον γαλανόν ουρανόν· οι φανοί του φωταερίου ανάψανε εις την πλατείαν του Ζαππείου· ένα προς ένα εφωτίζοντο ως λαμπρά σκαλοπάτια τα σπίτια που εσκάλωναν εις τους γύρω λόφους, οι περιπατηταί έγιναν αραιοί και μόνον οι φωνές μιας συντροφιάς παιδιών ηκούοντο συγχεόμεναι με τον αδιάκοπον και βαθύν θόρυβον της πόλεως. Και όσον επροχωρούσε η νύχτα τόσον περισσότερον ανησυχούσεν η Γερασιμίνα. Είνε αλήθεια ότι και άλλοτε αργούσε η Ελένη, όταν είχαν βιαστική δουλειά εις το κατάστημα και ηναγκάζετο να πηγαίνη η ιδία προς αναζήτησίν της. Αλλά τόρα, έπειτα από τόσες διαδόσεις θα ήτο δυνατόν να εβράδυνε χωρίς κακό το κορίτσι της;

— Μπα! Δεν είνε για καλό! εψιθύρισε σταυροκοπουμένη.

Και σχεδόν μισοκλαίουσα απεφάσισε να πάη έως το κατάστημα να πληροφορηθή. Μόλις όμως έκαμε ολίγα βήματα από την γέφυραν και διέκρινε μακράν από το καμαρωτόν περπάτημά της. την κόρην σπεύδουσαν με το δέμα εις την μασχάλην. Πλησίον της όμως είδε να βαδίζη και άλλην σκιάν ανδρικήν αυτήν, και ελαχτάρισε φαντασθείσα ευθύς τον Αντεροβγάλτην.

— Έλα κορίτσι μου, τόρα! εφώναξε δυνατά.

— Εδώ είσαι, καλέ! απάντησε η κόρη.

Αλλ' ούτε η ταραγμένη φωνή της, ούτε η κίνησις του συντρόφου της, που εστάθη παράμερα διέφυγε την γριάν. Το εναντίον μάλιστα. Η Γερασιμίνα εγνώρισεν ότι ήτο ο Γιάννης, ο γιος της γειτόνισσας, τον οποίον της εσύσταιναν να ερωτήση διά τον Τζακ. Και έτσι όμως δεν ησύχασε, αλλά περισσότερον δυσαρεστήθη.

— Μπα! συντροφιά μούρχεσαι! είπε με θυμόν εις την θυγατέρα της.

Και όλον τον δρόμον ως που έφθασαν εις το σπίτι, δεν έπαυσε να ψιθυρίζη βρισές εναντίον του συντρόφου της Ελένης. Διότι η Γερασιμίνα εγνώριζε από καιρόν ότι η κόρη της ησθάνετο την καρδιά της κλίνουσαν προς τον Γιάννη.

Και δεν ηπατάτο καθόλου η Γερασιμίνα. Ο Γιάννης ήτο κοντόχοντρος νέος, είκοσι χρονών, τσαγκάρης το επάγγελμα και κούτσαβος κατά συνήθειαν. Μυτερά παπούτσια, πλατύ πανταλόνι, κόκκινο ζωνάρι και ρεπούμπλικα κάτω της οποίας προς το μέτωπον, επρόβαλαν λαδωμένες αφέλειες. Τις καθημερινές εδούλευε μεροκάματο, και τις γιορτές εχόρευε με την λατέρνα εις την πλατείαν της συνοικίας. Η Θοδωριά η μάννα του τον εκαμάρωνε περισσότερο για τον χορόν του παρά για την δουλειά του. Ώρες καθόταν και τον κοίταζε να γυρίζη σαν σβούρα στις μύτες των παπουτσιών του, όταν εχόρευε το χασάπικο και συχνά έλεγε με περηφάνεια εις τις άλλες γυναίκες.

— Τι ελεύθερος, καλέ γειτόνισές μου! τι ελεύθερος! Δε χορεύει· πετάει σα γεράκι.

Όμως από αυτά κι αυτά η Γερασιμίνα καθόταν στα κάρβουνα. Δεν το ήθελε το γεράκι κοντά εις την περιστέρα της. Ο Γιάννης, εκτός που ήταν καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μιαν αδελφή να υπαντρέψη. Και δεν είχε τίποτα άλλο από τα δυο του χέρια. Εις το σπίτι εκάθοντο με νοίκι. Όταν την αυγήν ο Γιάννης επήγαινε εις την πόλιν να πιάση δουλειά, με το τσιγάρο εις το στόμα και τα χέρια εις τις τσέπες του πανταλονιού, ετύχαινε πολλές φορές και η Ελένη να πηγαίνη με το δεματάκι της εις την μασχάλην. Και όταν το βράδυ εγύριζεν ο ίδιος εις το σπίτι, νωθρά σύρων τα παπούτσια του εις τον δρόμον και συρίζων τραγουδάκια του παλκοσένικου, ετύχαινε να γυρίζη και εκείνη με το υπόπτερον βάδισμα της, ωσάν βιαζομένη να φθάση εις την μητέρα της. Τότε εις τα συναπαντήματα εκείνα εγνωρίσθηκαν αμοιβαίως. Και επειδή η νεότης έχει πάντα την καρδιά εις το χέρι και πρόθυμα ανταποδίδει την φιλίαν, οι δύο νέοι γρήγορα εφιλιώθησαν τόσον, ώστε δεν άργησε ο ένας να ομολογήση εις τον άλλον, τον πόθον που είχαν και οι δύο, να πηγαίνουν μαζί εις την εργασίαν και μαζί να γυρίζουν το βράδυ εις το σπίτι τους. Επειδή δε πρώτη ομολογία του έρωτος είνε η προσπάθεια που καταβάλει καθένας για να κρύψη από τον άλλον τα αισθήματά του, οι δύο νέοι εγνωρίσθησαν περισσότερον όταν εσυμφώνησαν να φυλάσσωνται από τους γονείς των.

Αλλά με το πέρασμα του χρόνου και η αγάπη τους έγινε περισσότερη. Μέχρις ου ο Γιάννης το είπεν εις την μάνα του και εκείνη έπειτα από μερικούς δισταγμούς απεφάσισε να το προτείνη εις την κυρά Γερασιμίνα. Αλλά η γριά αμέσως έδειξεν ότι ούτε ν' ακούση ήθελε τέτοιο γάμο. Την κόρη της αυτή δεν την είχε για τον Γιάννη· ας το βγάλη από τον νουν του! . . . Και σήμερα τα ίδια εξηκολούθει να καλαναρχά εις την θυγατέρα της, θυμωμένη που την είδε πάλιν με τον νέον υποδηματοποιόν.

— Συντροφιές ε! Δεν μπορείς, βλέπεις, νάρθης μοναχή σου! — έλεγε και ξανάλεγε η γριά.

— Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη. Δεν ακούς τι γίνεται με τον αντεροβγάλτη.

Εις το όνομα του κακούργου η Γερασιμίνα έπαυσεν αμέσως τις φωνές της. Ο θυμός της κατέπεσε διά μιας όπως μετά ψυχρολουσίαν και το ρίγος επέρασε πάλιν όλον της το σώμα.

— Τι άκουσες νυφούλα μου; ερώτησε σιγά την θυγατέρα της. Αλήθεια πως κυνηγάει τα κορίτσια;...

— τα ετοιμόγαμα· εσυμπλήρωσεν αμέσως η κόρη. Βέβαια. Δεν άκουσες που ξεκοίλιασε ένα στη Βάθεια.

— Πότε;

— Ψες — όχι, σήμερα το μεσημέρι.

— Τι λες;

— Εκείνο που λέω. Και ήταν αρραβωνιασμένο. Την Κυριακή θα γινόταν ο γάμος της.

— Ωχ αλοίμονό μου της άμοιρης! . . . εφώναξεν η γριά κοιτάζουσα φοβισμένη την θυγατέρα της.

— Αμ βέβαια! εψιθύρισεν η κόρη δειλά. Ο ένας δεν της αρέση, ο άλλος της βρωμάει. Να μη μας χαιρετίση κανείς! να μη μας συντροφέψη κανένας!

Η νύχτα είχε προχωρήσει αλλά ο ύπνος δεν εκάθιζε εις τα βλέφαρα της κυρά Γερασιμίνας. Τα λόγια της μάνας του Γιάννη, η συμβουλή του μανάβη, τα λόγια του παπά που έφτυσε τρις και έκαμε τον σταυρό του εις το όνομα του κακούργου ως να επρόκειτο περί του Οξαποδώ, εγύριζαν κι εξαναγύριζαν εις το κεφάλι της γριάς διασταυρούμενα μεταξύ των ως αστραπαί εις νεφελώδη ουρανόν. Αλλά προ πάντων η Γερασιμίνα εσκέπτετο τα λόγια που της είπε η θυγατέρα της απόψε. Η μητρική της στοργή εύρισκε μέσα εις αυτά κάποιαν διαμαρτυρίαν, κάποιο παράπονο της δροσεράς νεότητος και της ζωής εν γένει, που εκινδύνευε. Και εύρισκεν ότι εκινδύνευεν όχι διά τίποτ' άλλο αλλά διά την μωράν επιμονήν της, να μη δεχθή ως γαμπρόν της τον Γιάννη, το παιδί της Θοδωριάς.

Αλλά μήπως και αυτή το έκαμε για κακό! εσυλλογίζετο τόρα η Γερασιμίνα, θέλουσα να δικαιολογηθή εις τον εαυτόν της. Κάθε γονιός για το καλό του παιδιού του φροντίζει. Ήθελε να πανδρέψη την κόρη της· αλλά ήθελε να της δώση άνδρα, από τον οποίον να μη στερηθή τουλάχιστον το ψωμάκι. Αλήθεια ο Γιάννης ήτο καλός· ψυχή μάλαμα· αλλά τι να τον κάμης που ήτο πτωχός· είχε και συνάλλαγμα να εξοφλήση — την αδελφή του. Ενώ ο διπλανός μπακάλης, που είχε παραμεστωμένον από εμπορεύματα το μαγαζί του, εφαίνετο πολύ προτιμώτερος. Ήτο βέβαια ηλικιωμένος, είχε περάσει τα πενήντα αλλά είχε γεμάτο το πουγγί. Ότι είχε και αυτός την ιδέα του για την Ελένην, δεν υπήρχεν αμφιβολία. Όταν η Γερασιμίνα επήγαινε εις το μαγαζί του της έκανε τόσες περιποιήσεις και την ερωτούσε συχνά πυκνά για την κόρη της. Όταν λοιπόν μια μάνα έχει τόσες καλές ελπίδες για την τύχην της κόρης της, βέβαια δεν μπορεί να βιασθή να την δώση σε χειρότερα.

— Μπόραγα να κάμω αλλιώς; ερωτούσε μονάχη της.

Αλλά τόρα παρεδέχετο και αυτή ότι έπρεπε να βιασθή. Ο μπακάλης δεν έλεγε ούτε ναι ούτε όχι. Και όμως η Ελένη της είχεν ανάγκην από προστασίαν, ισχυράν προστασίαν. Άσε που μπορεί να κλείση έξαφνα και εκείνη τα μάτια της και να την αφήση εις τους πέντε δρόμους! Και τόσο ζωντανή εφάνη εις την φαντασίαν της η ερημιά της κόρης της ώστε άρχισε σιγά σιγά να αλλάζη την ιδέα που είχε πριν διά τον Γιάννη. Καλό παιδί και αυτός! γερός, δουλευτής. Πώς είνε μαχαιροβγάλτης; Αλλά τάχα και αυτό δε χρειάζεται εις τους καιρούς που ζούμε; Ας πάρη τα μούτρα του ο κύριος Τζακ να φανή μπροστά του. Έπειτα την αγαπάει την Ελένη.

— Δος μου την Ελένη κι ας είνε με το πουκάμισο! της είχε ειπή κάποτε για να δείξη πως εκείνη αγαπά και όχι την προίκα της.

Ε! Αφού αγαπιώνται ας ζήσουν τα παιδιά της· κατέληξεν η γριά. Και άμα μέσα εις τις σκέψεις της αυτές ετύχαινε να καταβάλλεται η γεροντική της κράσις και να βυθίζεται εις νάρκην, ο Αντεροβγάλτης πελώριος με μακρυά μαύρα μουστάκια και γενειάδα δασείαν, με δυο μάτια φλογερά και μεγάλα ως άστρα, εφαίνετο έξαφνα να μπαίνη από τις χαραμάδες της πόρτας, με γιγάντια μάχαιρα εις το ένα χέρι και παμμεγίστη μποτίλια εις το άλλο. Και τίποτε δεν εζήτει εκεί ο κακός άνθρωπος παρά να ξεκοιλιάση την θυγατέρα της. Τότε η γριά ετινάζετο εις το στρώμα έξαλλος και άπλωνε τα χέρια προς τ' αριστερά όπου εκοιμάτο η Ελένη και για πολλήν ώραν εκοίταζε το πρόσωπόν της, θέλουσα εις το αμυδρόν φως που έχυνε επάνω της η κανδύλα του εικονίσματος να καμαρώση τα χαρακτηριστικά της. Και έξαφνα τα μητρικά της αισθήματα εκυρίευσαν τόσον την καρδιάν της, ώστε έσφιξε την κόρην εις τους κόλπους της σπασμωδικώς χύνουσα άφθονα δάκρυα.

— Τι έχεις μαμάς ερώτησε η κόρη εξυπνώσα κατατρομαγμένη.

— Τίποτα κόρη μου! τίποτα νυφούλα μου . . . είπε η γριά τρυφερά. Ναι αύριο θα σε δώσω του Γιάννη . . . τ' απεφάσισα.

Μόλις εξημέρωσεν η κυρά Γερασιμίνα ήτο στο πόδι. Περισσότερον ανυπομονούσε τόρα αυτή παρά η Ελένη. Την εύρισκε μάλιστα τόσον φυσικήν την απόφασίν της που δεν ημπορούσε να εξηγήση πώς εμπόδισε τόσον καιρόν αυτόν τον γάμον, αφού επρόκειτο να ευτυχήσουν όχι μόνον οι δύο νέοι, αλλά και αυτή η ιδία. Και η ανυπομονησία της έγινε μεγαλύτερη όταν ανοίξασα την πόρτα της είδε της γειτόνισσας κλειστήν ακόμη. Γούστο είνε να έφυγαν πρωί πρωί και να περιμένη ως το βράδυ. Και αν δεν έρθουν το βράδυ κι αν δεν έρθουν ούτε αύριο; Και πού να πήγαν: Μην επήγαν στον Περαία; Μην άλλαξαν κατοικία; Μην τον πάντρεψε σώγαμπρο πουθενά τον Γιάννη η κυρά Θοδωριά; Όλα γίνονται. Ο διάβολος άμα θέλει να χαλάση μια δουλειά όλα τα καταφέρνη... Η Γερασιμίνα έπινε τον καφέ της, εσυλλογίζετο και όσο που δεν έκλαιε.

Τέλος άνοιξε η απέναντι πόρτα και η Θοδωριά εχαιρέτισε πρώτη. Η Γερασιμίνα ήθελε να πετάξη μια στιγμή, να κάμη την πρότασί της και να τελειώσουν μια ώρα αρχήτερα. Αλλά πράγμα παράδοξον — κάτι της έσφιξε την καρδιά και εδίστασε. Η ιδέα της παλαιάς της διαγωγής, ο πρόστυχος τρόπος με τον οποίον άλλοτε απέρριψε αυτή τας προτάσεις των, ήλθε τόρα και την εκάρφωσε εις το κατώφλι της. Δεν ήτο τάχα δίκαιο να της φερθούν έτσι κι εκείνοι τόρα;

— Καλημέρα, θειά Γερασιμίνα;

Ο Γιάννης επέρασε κοντά και την εχαιρέτισε με πολύν σεβασμόν. Και η μητέρα του που ήρχετο από πίσω με την στάμνα, την εχαιρέτισε και εκείνη με μαλακό και γλυκό χαμόγελο.

— Καλημέρα κι από κοντά, γειτόνισσα. Πώς πέρασες απόψε;

Η Γερασιμίνα εμαγεύθη από την καλοσύνη και των δύο. Καρδιές μια φορά! Ρουμπίνια να βάλης δε ζυγιάζονται. Επήρε τέλος θάρρος, έσφιξε τον εαυτό της και τους έκραξε με τόνομα.

— Γιάννη! κυρά Θοδωριά!... κοπιάστε μέσα μια στιγμή!

— Ελυπήθηκ' η καρδιά σου επί τέλους! εφώναξε με χαρά η Θοδωριά.

Η Γερασιμίνα έκαμε πως δεν άκουσε. Εμπήκε πρώτη εις το σπίτι, άναψε το καμινέτο, έβαλε νερό εις το μπρίκι και το ετοποθέτησε απάνω. Έπειτα εσυμπλήρωσε την πρόσκλησί της:

— να πάρτε έναν καφέ ...

Μάνα και γιός εκοιτάχθηκαν με απορία. Γι' αυτό τους κάλεσε! να πάρουν έναν καφέ; Τάχα δεν έχουν καφέ στο σπίτι τους; Η Θοδωριά ετοιμάζετο να ζήτηση εξηγήσεις, αλλά εμπήκεν η Ελένη δροσερή και χαρούμενη και άρχισε να φιλή την γειτόνισσά της σαν να είχε να την ιδή χρόνους. Σύγκαιρα τα μάτια της λαμπερά και γελαστά έπαιζαν του νέου, δίνοντας του υπόσχεση πως όλα ετελείωσαν πια.

Εκείνη την στιγμή ακούστηκε έξω δυνατή φωνή:

— Εφημερίδες! και η σύλληψη του Άντεροβγάλτη! . .

— Τι, τι, τι; έκαμε η Γερασιμίνα.

— Α! το τέρας!... εφώναξε η Ελένη

— Τον έπιασαν τέλος πάντων! είπε με ανακούφισιν η Θοδωριά.

Ο Γιάννης εβγήκεν εις την πόρτα, αγόρασε την εφημερίδα και αφού εκοίταξε εδώ κι εκεί, άρχισε να διαβάζη δυνατά:

— Τέλος απηλλάγη η πόλις μας — τι λέγομεν η πόλις μας, ο κόσμος όλος και ιδία ο γυναικείος — απηλλάγη ενός εφιάλτου. Ο Τζακ, ο φοβερός Τζακ ο αντεροβγάλτης δεν θα διαπράξη πλέον τα στυγερά αυτού κακουργήματα. Ο πέλεκυς της Δικαιοσύνης τάχιστα θα επιπέση βαρύς επί του τραχήλου του...

— Δόξα σοι ο Θεός!... εστέναξε η Γερασιμίνα.

— Γειτόνισσα, πάει ο καφές!... εφώναξε βιαστικά η Θοδωριά.

Αληθινά η γριά τόσον είχεν αφαιρεθή από τα νέα της εφημερίδας, ώστε δεν επρόσεχε καθόλου εις το μπρίκι. Ο καφές εφούσκωσε, εχύθη και έσβυσε το καμινέτο.

— Ω! έκαμεν η γριά με θλίψιν. Να βάλω άλλον.

— Όχι, δεν είνε ανάγκη, θειά Γερασιμίνα· είπε ο Γιάννης. Ώρα να πηγαίνω.

— Να μην πάρτε έναν καφέ!... Δε γίνεται! επέμενε η γριά.

— Δεν είνε καιρός, μητέρα· είπε στενοχωρημένη και η Ελένη. Πες ότι έχεις να ειπής και να πηγαίνη.

— Άργησα μάλιστα και θα φάω πρόστιμο· είπε ο Γιάννης, παίζοντας νευρικά τη ρεμπούπλικα στο χέρι του.

— Βγάλε τον πια το λόγο σου και δε θα σε κρεμάσουν! ... είπε με γέλοιο και αγανάκτηση μαζί η Θοδωριά.

Η κυρά Γερασιμίνα βρέθηκε στενοχωρημένη. Αλήθεια τι είχε να τους ειπή; Ο αντεροβγάλτης επιάστηκε· δεν τον εφοβόταν πια. Ο μπακάλης ήταν εκεί με το εμπορικό του τίγκα. Γιατί να βιαστή; Απόφευγε όσο ημπορούσε τα μάτια της κόρης της. Γύρισε σαν να ζητούσε κάτι και τέλος έσκυψε, έβγαλε από το πόδι της μια μισολυωμένη παντόφλα και την παρουσίασε στο Γιάννη.

— Είπα γιε μ' κάνε μου τη χάρη να την μπαλώσης. Το βράδυ που θα γυρίσης μου τη φέρνεις. Δεν έχω άλλη και θα βάλω τα καλά μου σήμερα όλη μέρα. Κι ότι κάνει θα σε πληρώσω...

Ο νέος άπλωσε μηχανικά επήρε την παντόφλα και εστάθη ακίνητος εκεί, κατάχλωμος, με τα χείλη τρέμοντα, τα μαλλιά σηκωμένα. Η Ελένη εκοίταζε πότε αυτόν πότε τη μάνα της και πότε τη Θοδωριά κατάπληκτη κι εκείνη και όλο εψιθύριζε σαν αποβλακωμένη.

— Τι λέει! τι λέει! τι λέει!...

Και η κυρά Θοδωριά έπαθε την ίδια κατάπληξη· αλλά συνήλθε αμέσως. Γρήγορα ένοιωσε την μεταβολή της γειτόνισσάς της και την αφορμή που την εγέννησε.

— Πήγαινε, παιδί μου· είπε εις τον γιο της ήσυχα πέρνοντας την εφημερίδα από τα χέρια του. Πήγαινε. Δεν είνε λόγος να χάσης το μεροκάματο σήμερα.

— Μαμά!... εφώναξε με παράπονο η κόρη.

Η Γερασιμίνα εφαίνετο αφωσιωμένη εις το να σφογγίζη τους καφέδες από το τραπέζι και ούτε εγύρισε να ιδή την κόρη της.

— Μα τι μας διάβασες παιδί μου! είπε έξαφνα η Θοδωριά παίζοντας ταυτοχρόνως το μάτι και εις τους δυο νέους. Δεν είδες παρακάτω;

Και άρχισε να διαβάζη δυνατά και χτυπητά: «Κατά δυστυχίαν όλα είνε ψεύματα. Ο φοβερός Άγγλος και πάλιν ελεύθερος. Εκεί που τον ωδηγούσαν εις την ανάκρισιν εξέφυγε από τας χείρας του χωροφύλακα — κουλαμάρα ντε! — φόρα την κάμα και ανοίγει σαν πετάλι την κόρη του Διαφεντή — ετοιμόγαμη κοπέλλα είκοσι χρονών.»

— Έλα Χριστέ και Παναγιά! . . . διέκοψεν η Γερασιμίνα.

— Μπα το τέρας! . . . είπε η Ελένη κοιτάζοντας με κρυφή χαρά τον τρόμον της μάνας της.

— Τον έπιασαν το ελάχιστον; ερώτησεν ο Γιάννης

— Μπα! δεν ακούς τι λέει; έκαμε η Θοδωριά και άρχισε πάλι το διάβασμα. Η εξουσία ετράπη προς καταδίωξί του. Λέγεται ότι ο κακούργος διευθύνεται στο Βαθρακονήσι....

— Πωπωπωπώ! . . . ηκούσθη η φωνή της Γερασιμίνας. Και συγχρόνως ώρμησε και έκλεισε δυνατά την πόρτα με τον σύρτη.

— Δεν έχεις να πας πουθενά, κορίτσι μου· είπε τρέμουσα ολόκορμη. Δεν θα βγης από την πόρτα μας βήμα.

— Και βέβαια! είπε η Θοδωριά, Καλέ τι τούτο που μας ηύρε! Να μην ωρίζουμαι τα παιδιά μας!..

Οι δύο νέοι την εκοίταζαν με θαυμασμόν: Πώς τα καταφέρνει, καλέ!

— Εγώ θα φύγω ως τόσο· είπε ο Γιάννης. Δε θα γλυτώσω, φοβάμαι το πρόστιμο.

— Θα μας αφήσης μονάχες! . . . εψιθύρισεν η Ελένη τρομασμένη τάχα.

Ο Γιάννης εκίνησε να φύγη, έφτασε εις την πόρτα και κοντοστάθηκε.

— Λοιπόν, θειά Γερασιμίνας ερώτησε με χαμόγελο· ποια θες να πάρω να μπαλώσω;

— Την παντόφλα ή την... κυρά Λένη; επρόσθεσε γελαστή η Θοδωριά.

Η γριά τον εκοίταξε με αγωνίαν. Έρριξε τα μάτια εις όλα γύρω, έμψυχα και άψυχα σαν να τους εζητούσε συμβουλή και τέλος απάντησε σαν να παραμιλούσε:

— Πάρτες και τις δυο! πάρτες με την ευχή μου!...

Σ Τ Ρ Α Τ Ι Ω Τ Η Σ 1912 — 1922

Έβγα μανούλα να με ιδής έβγα να μ' αγνατέψης. Το πώς γυρίζω την Τουρκιά όλα τα βιλαέτια, Το πώς γιαλίζ' η λόγχη μου, πώς λάμπει το ντουφέκι Κι αυτό το καταυχένι μου στις πλάτες ανεμίζει! Κι η μάνα του του μίλησε κι η μάνα του του λέει: Με τι ποδάρια να σταθώ να βγω να σ' αγναντέψω; Γέρασα η μαύρη γέρασα κι ακόμα παντυχαίνω Ν' ακούσω πως τα πάτησες της Πόλης τα Μπουγάζια!...

ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1824

Εις του Γέροντα τον κάβο καραντί κάνει μεγάλο. Μια φρεγάδα βόλτα — βόλτα φοβερίζει τα μπουρλότα. Μπουρλότα τής μολύσανε στην πρύμνη το κολλήσανε. Άλλο ένα της μολάρουν και στην μπάντα την τρακάρουν. Επήρ' ο τσιμπχανές φωτιά και φοβηθήκαν τα σκυλιά. Μώρ' απόψε θα μας κάψουν όλους σκλάβους θα μας πιάσουν.. Χάιντε γεια σου μώρ' ναβέτα πούκαμες τις μπάλες νέτα. Νάταν δυο σαν το Μιαούλη καίγαν την αρμάδα ούλη. Νάταν άλλη μια ναβέτα κάναν την αρμάδα νέτα.

