# Ο Σινάνης: Κωμωδία εις πέντε πράξεις

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31443/index.md

Ανθ. Ακόμα τι θα πης; (με θυμόν) να ξέρης καιρά μου, και τζελεμπής είναι, και ευγενής, κι ακόμ' ακόμα κι απ' τα εφτά σκαμνιά της Πόλις ... έχει βενέτικα με της ουραίς, δούπιαις, και τάλλαρα να κουκουλώση τους δικούς σου τους ευγενείς ψειρίδες... καλά το λέγω ζούλεψες.

Βιτ. Τι θα ζουλέψω; καθ' ένας με την τύχη του, τα υστερνά να δγιούμε ... σε ξέρω .. μη ξιπάσθηκες από τα πλούτη του, γιατί η ευγενία σου είσαι καλή να πελεκήσης κάστρα, και να φκαιρώσης βασιλικούς χαζνέδες κατά το χεράκι π' όχεις ... ω!!! γλήγωρα θα τον κάμεις τον Σινανάκη σου σουγλί παλληκάρι.

Χάι. Κυρά κοκόνα.

Ανθ. (με θυμόν) Τι είναι μωρή;

Χάι. Τώρα για φέραν κατ' ψάργια μγάλα σαν πδιά, και τα χαλεύνε δυω τάλλαρα τη ζγή, τι μ' λες; να παρ;

Ανθ. Και στέκεσαι; τρέχα γλήγωρα, πριχού τ' αρπάξουνε ... να, δυω τάλλαρα.

Χάι. Για, πάγ' για (αναχωρεί)

Ανθ. (προς την Βιτώριαν) Κ' έτζι καιρά μου, ζουλεύεις ζουλεύεις .. σκάσαι, σκάσαι. (κτυπώσα τας χείρας της.)

Γιορ. (εισέρχεται αιφνηδίως) Δα δα δα δα δαρτήτε, και και και και μη μαλόνετε.

Ανθ. (με θυμόν) Καλέ δεν τη γλέπεις τη ζουλιαρόκατα, την καρακάξα; αντίς να χαρή, να με ζουλεύη, και να λέγη τόσα κακά για τον τζελεμπή Σινανάκη; όλα όσα κάμω εγώ ανάποδα της φαίνονται... τα δικά της είναι καλά ... [προς την Βιτώριαν] Έννοια σου αδερφή, ό,τι θέλω θα κάμω ... τον εαυτόν σου κύτταξε.

Γιορ. (προς την Βιτώριαν) Κα κα κα, καλά σε λέγει ζου ζου ζου ζουλεύεις, ζουλεύεις.

Βιτ. Δεν πας να ξύνης κοιλιαίς και συ βρε χοβαρδά, σαρδανάπαλε ... έως εχθές το βράδυ έλεγες τόσα εναντίον της, τώρα τα γύρισες... άκουσες τα βενέτικα, και ξιππάσθηκες ... τα υστερνά σας ν' άν' καλά· (αναχωρεί γελώσα)

Γιορ. Γέ γέ γέ γέλα, γέλα ... απού μακρυά θα θα θα θα γλέπης

Ανθ. Τη γλέπεις την καρακάξα ζούλια; μπα! το χάρω μου όλπιζα, κι αυτό δεν τ' όλπιζα.

Γιορ. Μη χο χο χο μη χολοσκάνης ... πα πα πα παγαίνω και γυ γυ γυ, γυρίζω ... (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Ροδάνης και η Ανθή.

Ροδ. (εισέρχεται ασθμαίνων) Κι εγώ ήλεγα μπα και κοιμούστεν, κι έν πρόφταινα να σας μιλήσω.

Ανθ. (έντρομος) Τι τρέχεις μπας και χάλασ' η αρραβώνα;

Ροδ. Όσκαι δα και σεις... κάτι πράμα αστόχησα να σας πω, και τώρη π' ότρωγα το θυμήθηκα, κ' ήτρεχα να σας προφτάξω.

Ανθ. Πες με το, γιατί θα λειγοθυμήσω τώρα ... υστερικό μ' έπιασε ... σπασμοί με πιάνουνε .. (τρέμει.)

Ροδ. Και μην κάμετεν έτζι .. βαστάτεν να σας το πω.. έχετεν δαχτυλίδι για να δώκουμ' αρραβώνα;

Ανθ. Αυτό ήτανε; ωχ!! έσκασα ... η καρδιά μου τρέμει τρόμαξα να μην εχάλασ' η αρραβώνα!! δεν έχω δαχτυλίδι κανένα, μόνε φροντίσετε ένα καλό.

Ροδ. Ως πόσω ταλλάρω ν' άναι

Ανθ. Ως πεντακόσιων.

Ροδ. Πολύ είναι ... ως διακοσίων είναι καλό... κι έχει ένας ... πα να το πάρω με διωρία .. έχετεν καλή νύχτα [αναχωρεί].

Σ Κ Η Ν Η ΙΔ'.

Η Ανθή μόνη, έπειτα η Χάιδω.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τι θεότρελλος ... δεν μπορούσε να με το πη το πουρνό, μόνε ήρτε σούρτου σούρτου τα μεσάνυκτα να με κάμη να παραλογιάσω ... κόπηκ' η καρδιά μου ... κόντεψα να τρελλαθώ ... ακόμα τρέμω ... κόντεψε να με κατέβη ταμλάς, μπας και χάλασε η αρραβώνα, και τι ήθελα να γένω η καϋμένη ... τα λόγια του κόσμου ήθελα να υποφέρω, και το μασκαραλίκι, ή εκείνης της καρακάξας της αδελφής μου τα περιγέλοια ... έπρεπε ν' αφήσω τον κόσμο, και να πάρω τα βουνά.

Χάι. (εισέρχεται αιφνιδίως) Κυρά, όλα χαζήρ είναι, να βαν τραπέζ;

Ανθ. Όχι ...ακόμη..δεν ήρτε καμμιά απόψε;

Χάι. Τι της θέλς ν' αρχιέντ εκείναις η παστρικαίς και να σ' τρων, και να βγαίν να σ' πομπολογάν; δεν κάθσαι πγια μοναχούλα σ' να φας το φαγάκ' σου, και να μάσης το νου σ' στο κεφάλ σ'; για πως σε κάμαν κείναις γ' η καλοπλυμέναις!! μηγάρ ερχένται για καλό;

Ανθ. Σώπα και κάποιος έρχεται.

Χάι. (Στρέφουσα προς την θύραν) Για που της πθύμησες ... για ερχένται ... (με θαυμασμόν) μπα τρανό κακό!! τούταις ερχένται κοπάδ ... η Λεν, η Κατρίνη, η Μάρ...για για ... φέρνε και την Τζάτζα Κασσού·

Ανθ. Τρέχα να βάνης τραπέζι μέσα.

Χάι. Παγ ... (καθ' εαυτήν αναχωρούσα) να, βογή να σας γ' εύρ' για καλό δεν ερχέστε . . . να γιομίστε την παραδαρμέν σας, και να βγαίνετ να λετ χίλια πομπολογήματα όξ στο ντουνιά ... (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΕ'.

Ελένη, Αικατερίνα, Μάρω, Χρυσή, Αργύρω, Σταμάτα, Τζάτζα Κασσού και η Ανθή.

Όλαι [εισέρχονται] Καλή σπέρα σας κοκονίτζα!!

Ανθ. Καλώς ορίσετε ... πολύ αργήσετε απόψα;

Ελ. Έτζι καιρά μου, μονάχη σας είχατε σκοπό να φάτε κείνα τα φοβερά τα ψάρια;

Αικα. Και τι χρεία μας είχε; μήπως είχαμε καμμιά συντροφιά μαζή;

Μάρ. Όχι δα! όλα κι όλα, η κοκονίτζα δεν είναι μοναχοφαγού.

Χρυ. Εγώ πάντα έλεγα, τώρα θα μας καλέση.

Αργ. Εγώ αφ' ου έπεσε το κανόνι απελπίσθηκα πγια, κι ότι ήθελα να πλαγιάσω ήρτε η Τζατζά Κασσού, και με βούρλισε.

Σταμ. Τώρα πγια μην καμώνεστε .. εγώ θα πω την αλήθεια ... η Τζατζά Κασσού ήρτε και μας είπε π' όχετε κάτι ψάρια δεσποτικά, και μαζωχτήκαμε όλαις για να σας πατήσουμαι άξαιφνα ..

Ανθ. Και μόνε ψάργια; έχω τόσα καλά, και που τα είδε η Τζατζά Κασσού τα ψάρια;

Κασ. Αμ' εγώ παιδάκι μου είμαι το κουδούνι της γειτονιάς ό,τι γένεται κι ό,τι δε γένεται το μαθαίνω .... ποια παντρεύεται, ποια χωρίζει τον άνδρα της, ποια αγοράζει, ποια πουλεί, ποια μαλόνει με τον αγαπητικό της, ποια βάνει φκιασίδι, τι τρώει, τι πίνει πάσα μια, και πότε κοιμούνται ακόμα, το ξέρω κι εκείνο.

Ανθ. Και δε με λες που πρέπει να σε φοβούμαστε;

Κασ. Και κοτάτε να μη με φοβάστε, που σας κάμω ρεζίλι; ξέρεις πώς με λέγανε εμένα μια φορά;

Ανθ. Πώς;

Κασ. Με λέγανε (με συχώρεσι τριαντάφυλλα στα μουτζουνά σας) .. Χουλιάρα .. κουδούνι του μαχαλά· μ' ελέγανε Σουσουράδα, και Κάργα Ζαρίφα .. αμ' εγώ ανακάτωνα τον κόσμο .. όπου καυγάς κι εγώ μέσα, μέρα νύχτα στου κόσμου τα σπήτια ν' ανακατώνω τη μια με την άλλη... πέντε φοραίς μ' εδείρανε στην κολόνα, εφτά φοραίς με καθίσανε στο γαϊδούρι, με φυλακόνανε όλη μέρα· τρεις φοραίς μ' εξορίσανε, ως που είδε πγια ο άντρας μου ο συχωρεμένος το κακό το μεγάλο, και με εχώρισε.

Σταμ. (καθ' αυτήν) Τρομάρα να σ' έρτη· μήπως και τώρα δεν κάμεις τα ίδια; (προς την Κασσού) Τώρα τι κάμεις;

Κασ. Τώρα γέρασα πγια· δεν είμ' η πρώτη... μοναχά εδώ τρουγύρου ό,τι γένεται όλα τα μαθαίνω .. ε καμμιά φορά κάμω και τίποτες ψυχικό.

Σταμ. Σαν τι ψυχικό.

Κασ. Προξενιαίς παιδάκι μου ...παντρεύω καμμιά φτωχοπούλα ... εχ .. τι να κάμω;

Ανθ. Ας τ' αφίσουμαι αυτά· πάμε να φάμε, και να παίξουμε τη μπερλίνα ..

Όλαι Ορισμός σας ... (εισέρχονται όπου η τράπεζα.)

Π Ρ Α Ξ Ι Σ Γ'.

Σ Κ Η Ν Η Α'.

Βιτώρια μόνη της λυπουμένη, και κλαίουσα, έπειτα ο Μπαλάσης.

Βιτ. [καθ' εαυτήν] Αχ πόσον δεινόν πράγμα είναι το να μη γνωρίζωνται τα αισθήματα των ευγενών ανθρώπων, αλλά να καταφρονώνται μάλλον από ανόητα και αναίσθητα όντα!!! πόσον βαρύ και λυπηρόν είναι το να υπάρχη μεταξύ δύω αδελφών μία ανομοιότης ηθικής εκ διαμέτρου εναντία!!! εγώ η δυστυχής σεβομένη την αυταδέλφην μου, και επιθυμούσα ανέκαθεν την ευτυχίαν της, πολλάκις (μ' όλον ότι μικροτέρα αυτής εις την ηλικίαν) την ενουθέτησα όσον εμπόρεσα, επεχειρίσθην να την αποσπάσω από τόσα και τόσα φυσικά και επείσακτα ελαττώματα, και πολύ περισσότερον από το σκαιόν και ολέθριον ελάττωμα της ασωτίας, αλλ' εστάθη αδύνατον να την μετατρέψω από αυτό, το οποίον εστάθη αίτιον να φθαρή τόση πατρική μας περιουσία ... Αντί να λάβουν πρόοδον κι συμβουλαί μου, εξ' εναντίας μισούμαι απ' αυτήν, εξυβρίζομαι, και το χείριστον υποβλέπομαι πάντοτε ως φθονούσα την ευτυχίαν της ... και αφού η σκληρά αδελφή με μετεχειρίσθη πολλάκις με τους πλέον βαρβάρους και θηριώδεις τρόπους, εσχάτως με είπεν ότι την φθονώ διά την ελπιζομένην ευτυχίαν της από την μετά του Σινάνη συζυγίαν αυτής ... εγώ; εγώ φθονώ την αδελφή μου; ω Θεέ!!! (κλαίει).

Μπαλ. (εισέρχεται και ευρίσκει κλαίουσαν την Βιτωρίαν) Γιατί κλαις Βιτωρίτζα μου; τι έπαθες πάλαι;

Βιτ. Ωχ θείε μου, επιθυμούσα σήμερον τον θάνατόν μου παρά όσα ήκουσα.

Μπαλ. Τι έπαθες;

Βιτ. Επεπλήχθην και υβρίσθην σήμερον τόσον σκληρά από την αδελφήν μου ως φθονούσα την ευτυχίαν της.

Μπα. Και τι ευτυχίαις έχει και ταις φθονείς; εκείνη από την ασωτίαν της εκατάντησε να μην έχη πουκαμισάκι να φορέση ... Και πώς ελογοφέρατε;

Βιτ. Αχ! τι να σας ειπώ ... την καρδιάν μου την έχει καϋμένην εις πολλά ... και καταντώ να φύγω πλέον από το σπίτι, διότι δεν υποφέρω πλέον . . . ποίον να ειπώ, και ποίον ν' αφίσω ... τας ασωτίας της; τας αχρείας συναναστροφάς, τας οποίας έχει κάθε εσπέρας με γυναίκας μηδαμινάς, τας νυχτερινάς διασκεδάσεις διαφόρων διεφθαρμένων νέων, οίτινες την κατεδυσφήμησαν πανταχού ως να ήτον η πλέον αναίσχυντος ..; αφ' ού δι όλα αυτά την ενουθέτησα να παύση πλέον, και δεν εκατόρθωσα τίποτε, τελευταίον σήμερον υπήγα να την επισκεφθώ ολίγον, και με ανέφερεν, ότι θα υπανδρευθή τον γέρω Σινάνη, τον πλούσιον εκείνον και φυλάργυρον σαράφην· εγώ την είπα, διατί να πάρη ένα γέροντα τοιούτον με ανομοίαν όλως δι όλου ηθικήν; αλλ' αυτή ενόμισεν, ότι την φθονώ, και με επεσώρευσε τα εξ αμάξης. —

Μπα. Και τω όντι καλά την είπες ... εχάθηκαν τόσοι νέοι ευγενείς, πεπαιδευμένοι, (και μάλιστα τώρα όπου ο κόσμος είναι γεμάτος), μόνε πήγε και διάλεξε το παλιό κούρταλο, π' ούναι και τα δυω του ποδάρια μεσ' το λάκο; τι ζωή θα κάμει με κείνον που τρέμει για έναν παρά; τον είδες καμμιά φορά;

Βιτ. Ποτέ μου.

Μπα. Για τον δγης, θα φτύσης τον κόρφο σου ... ας αφίσουμε τα γεράματά του, και τα λοιπά, αμέ η αδελφή σου είναι σκορποχέρα, θέλει να τρώγη εκατό λογιού φαγιά, πωρικά, χαλβάδες, ραχάτ λοκούμια, θέλει να φορή μόδαις στης μόδαις, ό,τι δγη το μάτι της το θέλει, και που θα την χαριτώνει εκείνος παρά; καλά, αν κάμη παιδί, και ψοφήσ' εκείνος, υπομονή, θα υποφέρη ολίγον αλήθεια, έπειτα όμως τον κληρονομή ... αμ' αν ψοφήση άτεκνος, πώς θα τα ξεμπερδεύσει μ' εκείνους τους ταγκαλάκιδες τους συγγενείς του; τι θα γένει το χάλι της;

Βιτ. Αυτά προβλέπω και εγώ· δια τούτο την είπα να πάρη ένα άνδρα νέον, ολίγον πλούσιον, και να έχη τας αναπαύσεις της με μετριότητα, παρά να περάση την πλέον βδελυράν ζωήν μ' ένα σαπογέροντα εις το άνθος της ηλικίας της, και ύστερον από ολίγον καιρόν αι πικρίαι να την απομείνουν κέρδος ... μα όταν δεν αισθάνεται μόνη της, και την ετύφλωσε τόσον η ασωτία με την ιδέαν, ότι θα εξοδεύει τον πλούτον του Σινάνη αυτή, χωρίς να γνωρίζη ότι οι φιλάργυροι υστερούνται τα πάντα, οι φιλάργυροι ούτε καν γάταν δεν τρέφουν εις τας οικίας των, τι να την ειπή άλλος; αλλ' εγώ ολίγον ζαλίζομαι εις ό,τι την συμβή και ό,τι αγαπά ας κάμη .. το χρέος μου το έκαμα.

Μπα. Η ευγενεία σου είσαι γνωστική, και κύτταξε τη δουλειά σου, κι άφισ' την εκείνην γιατί είναι και κομμάτι τρελλούτζικη, να μη μας κάμη τα χειρότερα .. εγώ θα πάγω να τήνε δγιω, και να καταλάβω τα νουμερά της ...(αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Μουζάνας

Σιν. (καθ' εαυτόν) Αποψεσινή νύχτα ένας χρόνος μ' εφάνηκε. ... μεγάλος άστρος δεν ήτανε βγαλμένος όντας ξύπνησα ...μετά τζεγκέλια τα τραβήξω την πέφτη. .... τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. [εισέρχεται] Σε καλό αφέντη· πολύ νύχτα σηκώθηκες ... τι ώρα είναι;

Σιν. Ώρα ντε τέλω να ξέρω ... τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. Τρίτη.

Σιν. Τετράδη, κιοπόγλου!!

Μουζ. Όχι αφέντη ... τρίτη.

Σιν. Τετράδη μπρε!!

Μουζ. Τρίτη.

Σιν. Εγώ τέλω τετράδη!! ακόμα τι τα πης!!!

Μουζ. Σαν το θέλεις έτζι, ας είναι ... οι φράγκοι λένε, λέγκα ιλ πατρόνε δόβε βουόλε λ' άζινο.

Σιν. Και τα πη αυτό!!

Μουζ. (με ταχύτητα) Δέσαι τον αφέντη εκεί που θέλ' ο γάιδαρος, τάχα ό,τι σου ειπή ο αφέντης σου, εκείνο κάμε.

Σιν. Ζαέρ έτζι είναι ... φράγκοι έχουνε γνώσι πολλή .. εγώ τετράδη λέω είναι σήμερα, και συ τετράδη πες, τι σε κόφτει; παράδες δε θα δώκης για !!!

Μουζ. Βέβαια.

Σιν. Ροδάνης μοδάνης, τίποτα δεν εφάνηκε;

Μουζ. Νύχτα είν ακόμα, πήγαινε να κοιμηθής.

Σιν. Πάγω, άμμα κουκούτζι ύπνο ντεν έχω (αναχωρεί.)

Μουζ. Κι εγώ θα πάγω να πέσ' ακόμα (αναχωρεί.)

Σ Κ Η Ν Η Γ'.

(Η Ανθή μόνη, έπειτα ο Ροδάνης)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Εξημέρωσε... ας σηκωθώ να ετοιμασθώ ... τώρα θ' άρτη ο μισέ Ροδάνης να φέρη τα πράγματα που τον παράγγειλα .. ως τόσο, καλά εγλεντίσαμε απόψα ... έτζι θα τ' άχω κάθε βράδυ όντας θα παντρευτώ... αχ! πότε θα στεφανωθώ!!! είχα δεν είχα τ' όκρυψα απ' της κυρίαις ... εκείνη η πετζομένη η Τζάτζα Κασσού το μυρίστηκε, κι όλο πετριαίς μ' έριχνε ... τίποτης δεν την γλυτόνει· όλα τα μαθαίνει· κακή σουσουράδα είναι τω όντι ..

Ροδ. (εισέρχεται) Έν έχετεν πλια να πήτεν τίποτις! ήφερα σας τα ούλα... μόνε καλοροίζικα και στα βλογήματα.

Ανθ. Να ζήσης μισέ Ροδάνη μου ... ωχ τι ωραίος κρουαζές!!!

Ροδ. Της υστερινής μόδας ... και καμμία έν ήκοψεν ακόμη.

Ανθ. Τι ωραίο καπελίνο!!

Ροδ. Ένα καράβι αφ' το Τριέστι έφερε χτες δύο χιλλιάδες, κι αυτότανε μοναχά απέ τούτην την σόρτε.... αφήτεντα κείνα· δέστεν το δαχτυλίδι.

Ανθ. Ω χαράστο .. Μπιρλάντι είναι;

Ροδ. Όσκαι ... φατζέτα φιαμέγκικη ... ιδέτεν πράμα;

Ανθ. [θεωρούσα εις τας χείρας της το δακτυλίδι] Είδα πολλά, μα τέτοιο δεν είχα ιδή ... τι φκιάσι!!! πώς στράφτει!! και πόσα έχει;

Ροδ. Πεντακόσια τάλλαρα πήρα σας το με χίλλια στανιά.

Ανθ. Τ' αχρήζει αληθινά.

Ροδ. Και γυρίστεν το στον ήλιο, να δγήτεν ίντα φωτιαίς πετά.

Ανθ. Ωραίο .. ωραίο· τα λογαριάσετε όλα;

Ροδ. Έννοια σας, κι' έγραψάτα στο κατάστιχο ... μόνε με για [καθ' εαυτόν] Αν πάμεν έτζι διαβόντρου λουλούδα, ως του χρόνου γένουμ' εγώ Σινάνης .. (προς την Ανθήν) Το βράδυ φέρνω σας και τα μόμπιλα (αναχωρεί)

Σ Κ Η Ν Η Δ'.

Η Ανθή και ο Γιορδάνης.

Γιορ. (θεωρών τα φορέματα) Κρου, κρου κρου, κρουαζές είναι αυτός; τι τι τι τι θα τόνε κά κά κά κάμεις;

Ανθ. Βέστα.

Γιορ. Θα θα θα, θα με κόψεις κι εμένα ένα α α α αντερί απέ του του του, απέ τούτο;

Ανθ. Κομμάτι παρακάτου μάτια μου.

Γιορ. (θεωρών το καπελίνον) Αμ' ε του του του τούτο το κα κα κα το καπελίνο, τι όμορφο είναι; να δγιω με πια πια πια, με πιάνει; (το φορεί.)

Ανθ. Βγάλτο και θα με το ψειριάσης.

Γιορ. Ψει ψει ψει, ψείραις δεν έχω ... να να νά ξυ ξυ ξυ, ξυπασμένη, τ' όβγαλα ... σι σι σι σικιάρι εγώ φ φ φ φκιάνω καλήτερο.

Ανθ. Ναίσκε μπουταλά, που θα φκιάσης καλήτερο.

Γιορ. Πε πε πε πέρνω μια μπονέτα, βά βά βα βα βάνω και τζανφέσι και κο κο κο κορδέλαις, και γένεται καλήτερο.

Ανθ. Γκρεμίσου ζεβζέκι, χάχα ... τον γλέπεις με τι το παράμοιαξε ο μπουταλάς; φεύγα να μη σε δγιουν τα μάτια μου.

Γιορ. Σε σε σε χορατεύω ... τε τε τε τέρας είναι τέρας ... πο πο πο πότε θα φάμε της αρραβώναις;

Ανθ. Γκρεμίσου σε λέγω.

Γιορ. Φε φε φε φεύγω σαν εκα κα κα κά κιοσες [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η Ε'.

Η Ανθή μόνη με θυμόν.

Ανθ. (καθ' εαυτήν) Τι μπουταλάς!!! τι ζευζέκης!!! τι ανόητος!!! ακούς εκεί τον μασκαρά να παρομοιάζη τα καπελλίνα με της μπονέταις; .. τα καπελλίνα, που όποια τα φορεί μοιάζει σαν άγγελος; έννοια του. και να τον δείξω τον ανόητο ... ας πάγω να ετοιμάσω τώρα, να φέρω και τη μοδίστρα να μου κόψη τη βέστα. [αναχωρεί].

Σ Κ Η Ν Η ς'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα ο Μουζάνας, χωρίς να φαίνωνται.

Σιν. [καθ’ εαυτόν] Ωχ! ξημέρωσε ... αμάν, ούλη νύχτα απόψα ντεν κοιμήτηκα ... πέφτη, πέφτη, ήρτε και πέφτη ... «τζάμπα να μην τύχη και δεν είναι και σήμερα πέφτη; ιστέκα να ρωτήξουμε Μουζάνα ... (προς τον Μουζάνα) Ολάν Μουζάνα! Μουζάνα, ω Μουζάνα, μπρε!!! ντεν ακούς; άι κιοπόγλου, σαν άλογο ψόφιο κοιμάται ... Μουζάνα λέω.

Μουζ. (αφανής) Ορίστε.

Σιν. Τρεις ώραις φωνάζω, δε ξυπνάς πγια;

Μουζ. Αφέντη είναι νύχτα.

Σιν. Ξημέρωσε ... να, σαλεπτζής φωνάζει ... τι μέρα είναι σήμερα;

Μουζ. Πέμπτη.

Σιν. Αλήτεια;

Μουζ. Και δε θυμάστε οπού φάγεται εχτές το βράδυ ψωμί ελιαίς, και σκόρδο;

Σιν. Ναι, καλά λες ... άιδε να φέρης Μπερπέρη μου, να οτοιμάσης καλά μου ρούχα, γιατί τ' αλλάξω σήμερα.

Μουζ. Ο Μπαρπέρης ακόμα δεν άνοιξε ... τα ρούχα σας να ετοιμάσω; ποια φορέματα θέλετε;

Σιν. Τα καλά μου.

Μουζ. Δεν τα γνωρίζω.

Σιν. Όλαν!! αντερί μου σαμ αλατζά .. τζιουπέ μου μπαρουτί, κοντογούνη μου γκιοτζένι, τζασκίρι μου τζοχένιο, παμπρί μου ζουνάρι να δέσω κεφάλι μου, χασέ μαύρο να δέσω ζουνάρι.

Μουζ. Αφέντη, ο τζουμπέ σας είναι κόσκινο .... τον έφαγ' η βοτρίδα.

Σιν. Τριάντα εφτά χρόνια τον έχω, νισάφι.

Μουζ. Και τ' αντερί σας είναι καταλυομένο.

Σιν. Μαζή τ' άκοψα.

Μουζ. Και το τζαχτζίρι σας σε κακό χάλι.

Σιν. Ντε φαίνεται .. αντερί μου σκεπάζει.

Μουζ. Και το παμπρί σας σκισμένο.

Σιν. Τυλίζω μέσα, και ντε φαίνεται.

Μουζ. Κι ο χασές που λέτε για ζουνάρι, είναι κομμάτια κομμάτια.

Σιν. Σα βάλω στη μέση μου, δε γνωρίζεται.

Μουζ. Όλα λοιπόν είναι έτοιμα.

Σιν. Τρέχα να φέρης Μπερμπέρη.

Μουζ. Ευθύς τώρα.

Σ Κ Η Ν Η Ζ'.

Η Ανθή και ο Ροδάνης [παρρησία.]

Ανθ. Πολύ αργήσετε, μισέ Ροδάνη!!

Ροδ. Ίντα να σας κάμω, που έν ηύρα μόμπιλα της χρήσις, κ' ήφερά σας πλια αυτά, ως που να κάμουμεν καλήτερα.

Ανθ. Όχι για αυτό, μόνε που πέρασ' η ώρα, και πότε θα συγυρίσω .. πιστεύω τώρα τώρα θ' άρτη ο τζελεμπή Σινανάκης.

Ροδ. Έννοια σας κι εγώ τον αργοπορώ λιγάκι, ώστε που να συγυριστήτεν.

Ανθ. Κράτησαί τον πίσω κομμάτι, να ζης.

Ροδ. Ορισμός σας ... εγώ πάγω κι εσείς συγυριστήτεν .. να σας δω πλια ίντα θα κάμετεν ... εσείς αφ' τη μια πάντα, κι εγ' αφ' την άλλη, να μην τ' αφίσουμε μυαλό· σα θάρτουμε, να μην ήστεν μέσ' την κάμαρά σας.

Ανθ. [τον αποκόπτει] Έννοια σου ... . άφσαι να κάμω, από τέτοια δα, μη σε μέλλει.

Ροδ. Πάγω ... (αναχωρεί.)

Ανθ. (καθ' εαυτήν) ο μισέ Ροδάνης ζητεί να με μάθη τέχναις, και δεν ξέρει οπού εγώ είμαι τετραπέρατη, ξεσκολισμένη ... (αναχωρεί·)

Σ Κ Η Ν Η Η'.

Ο Σινάνης μόνος έπειτα ο μισέ Ροδάνης και ο Μουζάνας

Σιν. (καθ' εαυτόν) Εγώ μπερπερίστηκα, άλλαξα, στολίστικα, ακόμα μισέ Ροδάνη δεν εφάνηκε ... βράδιασε ... πότε τα πάμε; ωφ σφίχτηκα .... αμάν μισέ Ροδάνη, αν θε ν' άρτης, έλα... έριφ .. νάτος νάτος (προς τον Ροδάνην) Έλα άδαμ, έλα ... στα μάτια έκαμα ...

Ροδ. Κ' ίντα; άλογον είστε μαθές που κάμετεν στα μάτια;

Σιν. Γάιδαρος μπιλέμ κοντεύω να γένω ... σεβτάς είναι τούτος, δεν είναι τζιορμπάς . .

Ροδ. Κι έχετε σεβτά πουθενά;

Σιν. Στην κοκονίτζα που τα πάμε τώρα.

Ροδ. Κι εσείς ακόμη έν την είδετεν.

Σιν. Ούλη νύχτα στον ύπνο μου την έβλεπα.

Ροδ. Στον ύπνο σας την είδετεν και κουζουλαθήκετεν ... αμ' αν την δήτε και στο ξύπνο σας, ίντα θα κάμετε;

Σιν. Τότες αρτίκ τα τρελλατώ.

Ροδ. Έχετεν κανένα φυλαχτό; πάρτε το μαζή σας να μην πάθετεν τίποτις, και σας χάσουμε.

Σιν. Πάμε τώρα.

Ροδ. Κι έν αλλάζετεν να βάλετεν τα σκολλιατικά σας; μ' αυτά θα πάτεν;

Σιν. Αυτά είναι τα καλήτερά μου.

Ροδ. Κι έν έχετεν άλλα;

Σιν. Όχι,.. και τι έχουνε αυτά;

Ροδ. Αυτά 'ναι αφ' του κατά Λουκά τον καιρό· και μ' αυτά τα πασούμια θα πάτεν;

Σιν. Τι είναι πασούμια;

Ροδ. Παπούτσια που λέτεν εσείς.

Σιν. Με τούτα ζαέρ.

Ροδ. Κ' έν έχετεν τζαγκιά;

Σιν. Τι τα πη τζαγκιά;

Ροδ. Στιβάλλια, ποδήματα.

Σιν. Έχω, εκείνα να βάνω; Μουζάνα! φέρε τζιζμέδια μου.

Μουζ. Μηδέ βρέχει, μηδέ λάσπες είναι έξω ... έπειτα εκείνα είναι καταμπαλωμένα, και τρύπια πάλαι.

Σιν. Εσύ φέρτα, τι σε κόφτει; εγώ προχθές εμπάλωσα.

Μουζ. Εχτές; είναι ένας χρόνος αφέντη, τι λέτε; (φέρει τα υποδήματα γελών) ορίστ' αφέντη.

Ροδ. Κι' έν έχετεν άλλα πλιο παλιά απέ τούτα;

Σιν. Όχι ... ούλα αυτά είναι.

Ροδ. (καθ' εαυτόν) Στην πίστι μου μηδ' οι οβριγοί του μπαλατά ε φορούνε τέτοια τζαγκιά διαβόντρου ακριβοτζάντζαλε· έννοια σου δα, και γλίγωρις θα δης θες τ' άστρη [προς τον Σινάνη] Πα να σας φέρω άματις τα δικά μου ; .. (αναχωρεί.)

Σιν. Έχεις; τρέχα ... γλίγωρα ... καρτερώ.

Σ Κ Η Ν Η Θ'.

Ο Σινάνης μόνος, έπειτα, ο Μουζάνας, και ο Φοντανέλλης.

Σιν. (καθ' εαυτόν) Φτου! είδες εκεί πέρα ντουλειά π' όπατα; γιατρός ξέχασε να φέρη μπογιά... ύστερα; μασκαραλίκια άδαμ .. σαν παμπάκι είναι τρίχες μου μαύρη πούπετα ντεν έχω ... ωφ! τι να κάμω για; (προς τον Μουζάναν) Μουζάνα! τρέχα να φωνάξης γιατρό γλίγωρα, να φέρη μπογιά ..εγώ πεσίνι πλέρωσα ... μασκαραλίκια.

Μουζ. Αφέντη, τώρα τον είδα στο δρόμο κι ερχότανε ο γιατρός.

Σιν. Εσύ προφήτη είσαι, και ξέρεις που τ' άρτη εδώ πέρα; τρέχα λέω, γιατί όλα του κάκου είναι ... τίποτα δε τα κάμουμαι.

Μουζ. Να, έφθασε ο γιατρός σας.

Σιν. Πούντος ήρτε;

Φον. Ω. αφέντη δικό μου, σέκασα και είναι σήμερα πέφτη μα ιντάτο κε έφερα κολόρο.

Σιν. Άφεριμ σινιόρ Φουντανέλα, άφεριμ ... έλα, εξοχότη σου να βάψης.

Φον. (βάφει τας τρίχας του Σινάνη) Ε και αφέντη ντικό μου, και γένηκε σαν το καρπόνε ... (τον δίδει ένα μικρόν καθρέπτην) έκο, να το γλέπη.

Σιν. (βλέπων εις τον καθρέπτην) Ωχ, ωχ, ωχ,. άλειψαι και φρίδια μου κομμάτι.

Φον. (βάφει τα οφρύδια του Σινάνη πλατειά) έκο και φρύδια νέρο νέρο.

Σιν. Ωχ, ωχ, ωχ, ωχ, σαμούρι κόπηκε πια μουστάκια μου άφεριμ ...

Φον. Ε δούνκουε, αδίο ... (αναχωρεί.)

Σιν. Στο καλό, στο καλό.

Σ Κ Η Ν Η Ι'.

Ο Ροδάνης, ο Μουζάνας, και ο Σινάνης

Ροδ. (με έν ζευγάρι υποδήματα εις τας χείρας) Καλέ σεις Μουζάνα, έν είν τούτος αφέντης σας;

Μουζ. Όλος όλος.

Ροδ. Και ποιος τον ήκαμε σα μουντζαλωμένο γάτη; εσείς διαβόντρου γυιέ του τα κάμετεν τούτα τα μουσκαραλίκια ...

Μουζ. Όχι. ο γιατρός ο Φοντανέλλης.

Σιν. Ήρτες μισέ Ροδάνη;

Ροδ. Ήρτα και σας ήφερα τα τζαγκιά, κι έ σας γρώνισα .. κι εσείς αλλάξετεν τα μούτρα σας, εσείς γενήκετεν παλλικαράκη ... ήθελα ν' άμπω, κι απέ ήλεγα σα ποιος ν' άν αυτός, σα ποιος ν' άν αυτός ... και σαν είδα το κεφάλι σας, κοπαννιά σας γρώνισα.

Σιν. (τρίβων το μουστάκι του) Είδες; Φουντανέλλα γιατρό έφκιασε έτζι, άμμα έδωκα δεκαπέντε βενέτικα.

Ροδ. Ας παν σαν παν ... εσείς ν' άστεν καλά .. κι ίντ' αχρήζει π' ούστεν τώρη νιος!!! να σας δη η κοκονίτζα, να κατουρηθή θέν πάνου της.

Σιν. Έι, πάμε πγια.

Ροδ. Πάμε... (οδεύουν.)

Σ Κ Η Ν Η ΙΑ'.

Καλαμπάκος, Σινάνης, και ο Ροδάνης (καθ' οδόν.)

Καλ. (καθ' εαυτόν) Δεν είν κείνος ο Σινάνης; κείνος είναι έβαψε τα μουστάκια του και τα φρύδια του, και μοιάζει σα διάβολος ξυδάτος ... που να παγαίνουν!! να τους χαιρετήσω .. άρχοντες ώραις καλαίς.

Σιν. Πολλά τα έτη ... (προς τον Ροδάνην) τρέχα.

Καλ. Αφέντη σας εύρηκα ένα καλό κουμάσι.

Σιν. Αλλουνού πούλησ' το .. δικό σου κουμάσι ξέρω εγώ.

Καλ. Μα δε ξέρετε.

Σιν. Ξέρω ... τζιμπλού μιμπλού, γριγιά μιγιά.

Καλ. Όχι αφέντη.

Σιν. Όχι μόχι δεν έχει... δουλειά μου μπίτισε πγια .. μάτια της να ήναι μπιλέμ μεγάλα σα βόδι, ντε τέλω.

Καλ. Να μη μετανοήσετε!!!

Σιν. Όχι, όχι, τίποτα τίποτα ... (προς τον Ροδάνην) περπάτειε άδαμ να φύγουμαι· ώρα πέρασε.

Καλ. Δούλος σας.

Σιν. Δούλος σας.

Ροδ. Τι τρέχει; ε με λέτεν; ίντα κουμάσια σας λέγει;

Σιν. Άφσ' το άδαμ, ας λέη ... πάμε.

Ροδ. Φυλαχτήτεν μπα και σας μπλέξη σε καμμιά λασπιά, κ' ύστερα έν ξελασπονούστεν πλια.

Σιν. Μη φοβάσαι ... πάμε .. πάμε.

Σ Κ Η Ν Η ΙΒ'.

Η Ανθή και η Χαίδω.

Χάι. Κυρά κοκόνα, κυρά κοκόνα.

Ανθ. Τι είναι; (εξέρχεται).

Χάι. Ο Ροδάνης έρχεται και φέρν' κι ένα μασκαρά.

Ανθ. Γκρεμίσου βρώμα ... εκείνος είν' ο αφέντης σου.

Χάι. Κείνος είν' ο γαμπρός; τρανό κακό ... σα μασκαράς με φάνκε που γενούνται τς' απόκριγιαις.

Ανθ. Γκρεμίσου σε λέγω ... έβγα μπροστά τους και πες τους να έμβουν στη μεγάλη σάλα ... κι αν σε ρωτήσουν π' ούναι η καιρά σου, πες τους, αλλάζει ... τ' άκουσες; [αναχωρεί.]

Σ Κ Η Ν Η ΙΓ'.

Ο Σινάνης, ο Ροδάνης, η Χαίδω, και η Ανθή.

Σιν. [εισέρχεται εις την οικίαν της Ανθής] Αυτό είναι σπήτι της;

Ροδ. Ναίσκε.

Σιν. Και τι όμορφο.

Ροδ. Και τ' είδετεν ακόμι; να στουπίρη θε ο νους σας ακόμ' ακόμι.

Σιν. (βλέπων την Χαίδω) Τούτη είναι η κοκονίτζα;

Ροδ. Όσκαι· τούτη είναι η κοπέλλα της.

Σιν. Κοπέλλα είναι έτζι, αμέ καιρά τι λογιά είναι για;

Ροδ. Σαν την δήτεν, γλέπετεν .. (προς την Χάιδω) π'ουν' η κυρά σου;

Χάι. Μέσα για ς' τον ντάτης .. ντένεται, ορίστ' δω μέσα.

Σιν. [θαυμάζων τον στολισμόν] Μπρε, μπρε, μπρε... τι πράματα είν' αυτά; τούτο σαμ σαφί Παρίσι κόπηκε .. έι μισέ Ροδάνη; τι λες;

Ροδ. Κι ε σας τ' όλεγα μαθές; κ' ίντ' άδετεν ακόμι, αμέ να δήτε κι εκείνη;

Σιν. Π' ουν τηνε για;

Ροδ. Τώρ' άρχεται.

Σ Κ Η Ν Η ΙΔ'.

(Η Ανθή πάρουσιάζεται μακρόθεν ερχομένη προς αυτούς). Ο Σινάνης Ροδάνης και η Ανθή.

Ροδ. Δήτεν, δήτεν τη ... έρχεται.

Σιν. Τούτη είναι;

Ροδ. Ναίσκε.

Σιν. Αμάν αμάν αμάν!!! μισέ Ροδάνη!!! χέργια μου ποδάρια μου τρέμουνε ήπατά μου κοπήκανε .... κρύωσα, πάγωσα, μπούζι κόπηκα .. αμάν, πγιάσαι με, τα πέσω κάτου ... τα λειγοτυμήσω ... καρδιά μου σα ρωλόι εγκλέζικο χτυπάει ... τούτη είναι σαν άγγελος ... τούτη είναι σαν είδωλο στα καράβια βάνουνε ... αμάν αμάν αμάν .. παραξυμός μ' έπιασε.

Ροδ. Και μην κάμνετεν δα έτζι ... εδώ κανείς ν' άχη θε καρδιά σιδερέννια.

Σιν. Όσο έρχεται πγιο κοντά, δε ξέρω πώς γένουμαι . . . Ιστεκα κοντά μου τζάνουμ ... ήρτε ... τώρα τι να κάμω; [τρέμων].

Ροδ. Σηκώστεν πάνου.

Σιν. (σηκώνεται όρθιος και την χαιρετά με διάφορα σχήματα κατά το τουρκικόν έθος, διπλώνων τα κράσπεδα των φορεμάτων του) [προς τον Ροδάνην μυστικά] Τι να κάμω ακόμα;

Ροδ. Αφήτεν να σας χαιρετήση πρώτα.

Ανθ. Δούλος σας.

