# Υπεράνθρωπος: Διήγημα

## Part 1

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31437/index.md

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915 ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915

Υ Π Ε Ρ Α Ν θ Ρ Ω Π Ο Σ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Είτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανεπιστήμιο. Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις διάφορες Δουλείες — ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε να του απαντούμε με τα ίδια λόγια του βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα:

«Είμαι τελειωμένος — θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι. Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδι ξαναφεύγω», είπε πριν προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε.

Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου.

«Πας ναναλάβης τα καθήκοντά σου;» τονέ ρώτησα.

«Ποια καθήκοντά μου;» απάντησε αδιάφορα.

«Μην είταν άλλος Νίκος Γκάβρας;»

Δεν είταν πολλές μέρες που είχα δει στην εφημερίδα πως διορίστηκε γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα.

«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήση».

«Ώστε δεν πας;»

«Αυτό δα μούλειπε!»

«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε».

«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κ' έπειτα σ' τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν έκλεισα μάτι οληνύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κοριοί, είταν και τα βόδια αποπάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το παλιοβάπορο».

«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;»

«Μ' αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ' αυτό, μου δώσανε μπιλιέτο τζάμπα».

«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ.

«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε.

Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!»

Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε.

Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι.

«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα».

Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος. Δεν μπόρεσα να δω κανέναν.

«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι.

Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την έστειλα στο καπνοπωλείο, που είτανε στη γωνιά του δρόμου.

Ο ξάδερφος μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα. Είτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα. Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε τάλλα απάνω στο τραπέζι.

«Εμπόριο λοιπόν», του είπα.

Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθησε μπροστά στον καφέ του.

«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ' αρέσει;»

«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;»

«Η ποίηση είναι ζωή κ' η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυσώντας τον καπνό σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοιτάς; Δεν το καταλαβαίνεις;»

Σηκώθηκε, έσκισε δυοτρείς φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τανοιχτό παράθυρο και στάθηκε μπροστά μου:

«Τι με κοιτάς;»

«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ' αρέσει ο καπνός;»

«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφιξιές».

«Κακό συνήθιο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικονομία».

«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη, κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι' αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;»

«Πώς όχι! Μόνο πού βρήκες τα κεφάλαια δε νοιώθω».

Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε.

«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;»

«Τον πατέρα μου».

«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέροντας πως ο πατέρας του είτανε καταστρεμμένος έμπορος.

«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ' ό, τι βγάλω», είπε ο Νίκος.

«Κ' ύστερα θα ξακολουθήσης μοναχός;»

«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό».

Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;»

«Πενήντα τόσα δέματα».

«Πολλές οκάδες;»

«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κ' έδειξε την τσέπη του.

«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσης εδώ; Ή έχεις πιότερες εμπορικές γνωριμίες στη Σύρα;»

Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του.

«Ε, δεν είτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε μερικές στιγμές.

«Ποια ιδέα;»

«Να κάμω εμπόριο».

«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου».

«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κ' έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη βρήκε.

«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί διπλωμένο στα δυο.

«Όχι», είπε ανοίγοντάς το.

Είδα πως είτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι.

«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασέ μου το ποίημα», είπα.

Με κοίταξε κ' έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ναλλάξουνε καναδυό λέξες. Τόγραψα βιαστικά σήμερα το πρωί».

«Στο βαπόρι;».

Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέβηκα πάνω ότι θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυστήριο που είταν το ξημέρωμα. Τάστρα τρεμοσβήνανε· τα κύματα, τα βουνά στο μάκρος — !»

«Δε μου διαβάζεις καλήτερα το ποίημα;»

Το δίπλωσε και τόβαλε στην τσέπη.

«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζης μέσα».

Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ' το πω λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στάλλο, άρχισε:

«Πριν το δάσος να φωτίση, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά, τρέμει τάστρο για να σβήσει στα κατάχλωμα μαλλιά, με προσμένει εκεί στη βρύση το παιδί του βασιλιά».

Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας βραχνά τη φωνή:

«Τι σου αγάπησε, θλιμμένη, το παιδί του βασιλιά; Τη φωνή μου τη χαμένη και τα ξέπλεκα μαλλιά. Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη μ' ηύρε μόνη στην πηγή και μου φίλησε τα χείλη και μου πήρε τη φωνή. Και μου ξέπλεξε στον ώμο τα κατάχλωμα μαλλιά. Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Έπαψε και με ξανακοίταξε.

«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα.

«Ναι».

Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε — »

«Μην ήθελες νακούσης και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!»

Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποίηση», του είπα, καθώς είναι κ' η αλήθεια.

«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν». Σηκώθηκε και περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κεφάλι. Έπειτα πήγε στο παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας:

*

Μη με βρη η αυγή στο δρόμο, μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Τον κοίταξα.

«Έλα, σήκω ντύσου νάβγουμ' όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα, πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ' είδε.

«Πού θες να πάμε;» ρώτησα.

«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι».

Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ' ένα από τα μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί δίχως αντιλογία.

Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κ' έτοιμη για βροχή την ώρα που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς είμουνα πολλές βδομάδες, μια κ' έχασα το διάβασμα εκείνη την ημέρα, μου ήρθε όρεξη νανασάνω λίγον καθαρόν αέρα.

«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου.

«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και τάχυνε το βήμα.

Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήση, ο Νίκος πήδησε και μπήκε σ' ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του, σα να γύρευε κάποιον.

«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τονέ σίμωσα.

«Θες να καθήσουμε;»

«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα.

Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός σ' ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα.

«Ποιος είναι;» τονέ ρώτησα.

«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;»

Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθισμένους ανθρώπους.

«Τι γράφει;» ρώτησα.

«Πολλά και διάφορα».

«Είναι καλός;»

«Ο καλήτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφίνει τίποτες ανείπωτο. Νοιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου».

«Δε γνωρίζεστε;»

«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντήτερα στα μάτια του. Με το ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήση τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω δυοτρείς χιλιάδες στα χέρια μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση τους όλους τους παρακεντέδες».

Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού. Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το γιακά από το σακάκι.

«Κρυώνεις;» τονέ ρώτησα.

«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάση», μουρμούρισε και κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του.

Ακολούθησα κοιτάζοντάς τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γιάλιζε κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώνες λίγο θέλανε να τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρη ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το χρώμα του ρούχου.

Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε.

«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος.

«Παράφαγες», μουρμούρισα.

Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι».

«Τότε τι έπαθες;»

«Ό,τι πάντα».

«Τι;»

«Είμαι ασθματικός».

«Από πότε;»

«Από πάντα».

Είχα να τονέ δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε. Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ' αυτούς και στο ποιητικό του φυσικό έρριχνα τη χλωμάδα της θωριάς του.

«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθής στις συγκίνησες του εμπορίου», έκαμα να του πω.

«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ' έκοψε απότομα και ξαναγύρισε κείθε δαγκάνοντας τα χείλια.

Τονέ λυπήθηκα και θέλησα να τονέ βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του. «Πάμε να καθήσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να πρωτοφτάση.

Πήδησε σ' ένα απ' αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα νανέβω.

Κάθησα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά που είπε του αμαξά να μας πάη, ούτε τόλμησα να ρωτήσω.

Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακίου, για να θυμηθώ σε ποιόνε σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω, μια στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλήγορα και μπήκε σε μια πόρτα.

Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το μπράτσο μου και τραβήξαμε προς ταπάνω. Είτανε φαιδρότερος και στον ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του.

«Σε ποιόν έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τονέ ρώτησα.

«Σ' ένα φίλο και συνάδερφο».

«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;»

«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα.

Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε χαμογέλασε.

Ο Νίκος στάθηκε.

«Σ' αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του.

«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελο της έχει κάτι της Λουίζας Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθή.

«Και τα πόδια της μες τα νερά!»

«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου.

Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι είτανε καθισμένοι σ' ένα από τα τραπέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε ίσια κατ' αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τονέ φίλησε. Μονάχα ένας δεν κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω από το τραπέζι. Θα είταν έξι ως εφτά νέοι. Χλωμοί, αδύνατοι, σκυφτοί οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λογίων και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια είταν πως όλοι τους είχανε ξουρισμένο το μουστάκι.

Ο Νίκος κάθησε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήση στον κύκλο το βρήκε περιττό.

«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα του».

«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου.

«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα», είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθή.

Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το διάβασμα. Είταν ο πιο άγριος κ' ελεεινός στην ειδή απ' όλους. Μαύρος, ξεραγκιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός, καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση του κολάρου δεμένη μπροστά μ' ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρόγραφα, τα νύχια μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαρειά σα μπουμπουνητό, πότε βαθειά σα ναρχότανε από άλλον κόσμο.

Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου είταν αδύνατο να μπω στο νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως είτανε σε στίχους πότε κοντούς πότε μακριούς, αλλού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που χτυπά τη πόρτα του &πνεμάτου& ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη φθορά. Ήρωας του είταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τάλλα πρόσωπα δεν μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχιά και νεράιδες, εωσφόροι και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η Δήμητρα ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Διγενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσσιμιστικό σονέττο δίχως ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το όραμα μ' έναν πανθεϊστικό μονόλογο.

«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμούρισε, αποπίσω μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου.

«Κ' η μορφή του Γεμιστού, καθώς τονέ φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος.

Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει πρωτήτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι.

«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε σηκωθή να προσδεχτή το Νίκο.

«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα.

Είταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξη. Την ώρα που διαβαζότανε το δράμα μού είχε ρίξει μιαδυό παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την υποψία πως δεν άκουγε το συναξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ' έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν είταν τόσο νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μουστάκι του. Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι σταυτιά δείχνανε πως δεν είταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμό του ακόμα τον πρόδινε για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και περιποιημένος, με δροσερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτήτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η στάση, τα κινήματά του μοιάζανε σα νάτανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στάλλο, που έσιαζε το πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που έδενε το λαιμοδέτη, που βαστούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα μάτια, όλα φαινότανε πως είτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη. Μια του χερονομία δυοτρείς φορές είταν και κείνη για να δείξη το διαμαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα. Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την αδυναμία νανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια ιδιοτροπία φανταζόμουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τονέ διασκέδαζε το πράμα· Δεν άφινε να πάη χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψη την ποιητική απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μιαδυό στιγμές κάμανε και τον ίδιον το δραματογράφο να ξεκαρδιστή στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κ' ενώ διόρθωνε μια χασμωδία στο στίχο, ή σύσταινε ναλλαχτή μια λέξη, ή λογόπαιζε με κάποια φράση, είτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύμιζε του Βελαδράπα να μαζέψη την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα, έκανε νόημα του ενός να μην τρώη τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνη κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μαστούνι του έναν τρίτο που σκάλιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε.

«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράπας κάθησε στη θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά τον Πάρι»;

«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε ο ποιητής.

«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος».

«Ναι, κάτι τέτοιο».

Όλοι σκάσανε τα γέλια.

«Ποιος είν' αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο.

«Ο ποιητής Βιδούρης».

«Είναι ψευδώνυμο;»

«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογιάλια και μ' ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα.

«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή, με ξάφνισε. Γύρισα κ' είδα το Νίκο να φιλιέται μ' έναν καλοκαμωμένο και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ' έναν τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και τιποτένιου νάρθη να καθήση στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που ο νιοφερμένος ήρθε και κάθησε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου φαινότανε πως χωρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και ξενευόμουνα. Σ' ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθόταν ένας κύριος ηλικιωμένος. Μιαδυό φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε κιόλα ή τούδωσε τσιγάρο· δε θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύπωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον απόστρατο αξιωματικό. Ίσως νάτανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμαστής του και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν είταν, τονέ συμπάθησα τον άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθήσω δίπλα του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήση για την αδικιά που μας έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι.

Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύη και νανάβη. Ο φίλος του Νίκου, που ήρθε και κάθησε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ρθη από τη Γερμανία και μιλούσε γι' αυτή μ' ενθουσιασμό που δεν τονέ συμεριζότανε όλη η φάλαγγα.

Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελαδράπα και το σγουμπό με τα γιαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι κατώτερο από το λατινικό, αλλά και πως γνήσιος κληρονόμος του ελληνικού είναι το λατινικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι με σπασμούς που τον τρομάζανε κανέναν.

«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν».

«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρχαιότητος, που το χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο σγουμπός με τα γιαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο.

«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμμένος.

«Ο Γκαίτε είτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστοκράτης, όχι όμως και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος.

Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθή ορθός, ο Νίκος είτανε με την ιδέα του φίλου του και τάβαλε μ' έναν άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε με προσοχή.

«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πετάχτηκε πάλι ο σγουμπός με τα γιαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συζήτηση.

«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνης το Λεκόντ Ντελίλ με τον Αισχύλο; Νάλεγες κάνε το Δάντε!».

Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο Δάντες;»

«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες είναι γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό».

Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπούτσια του.

«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προμηθέα;» ξακολούθησε ο πλαγινός μου.

«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε σαρκαστικά.

«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς».

«Και τι είσαι συ;»

«Σου τα βγάζω ταυτιά, αυτό είμαι».

«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του.

«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας.

Πριν προλάβη να φυλαχτή, ένας μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κ' έτσι άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κ' έπιασα το Θέμη Φλοίσβο, που είχε αδράξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε, σα να ήθελε να μου βγάλη την υποψία πως είτανε περούκα. Με μια τρικλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα να τους χωρίσω.

Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε ταυτιά του σγουμπού με τα γιαλιά, δεν έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης είχε μείνει ατάραχος στο κάθισμά του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια, τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα.

Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου, τούτος είχε πάρει το φίλο του κ' έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας ένας φύγανε κ' οι άλλοι κ' έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να τινάξη τα ρούχα του από τις σκόνες.

«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο κύριος — », είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντάς με.

«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τόνομά μου.

«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μας έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακόλουθός του.

2

Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυοτρείς μέρες είχα ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις ένοιες τις δικές μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε νάδινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή στο νου μου ο Νίκος, τονέ φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύη τα καπνά του.

Θάχανε περάσει πεντέξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενοδοχείο, που πήγα να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικοκυρά μου πως ήρθε κάποιος και με γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον άγνωστο, είταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά, μούταξε πως θάρθη μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρη τα κιτάπια, απόπου είχε κλέψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κ' έγυρα στο κρεβάτι μου ναναπαυτώ.

