# Ιφιγένεια εν Ταύροις: Δράμα σε πράξεις πέντε

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31435/index.md

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αν η καρδιά σου μένη στη σκληρή της απόφαση, δεν έπρεπε δω νάρθης! Ο βασιλιάς, που απάνθρωπα γυρεύει, δούλους θα βρη, που με μισθό και χάρες παίρνουν της πράξης τη μισή κατάρα κ' έτσι άσπιλη του μένει η παρουσία. Σε μαύρο νέφος μελετά το φόνο, κ' οι μηνυτές του φέρνουν στο κεφάλι του άμοιρου πύρινο όλεθρο• μα εκείνος ατάραχος θρονιάζει στα ψηλά, πάντα θεός ασίμωτος στην μπόρα.

ΘΟΑΣ. Άγριο τραγούδι ηχεί από τ' άγια χείλη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν είμαι ιέρεια, του Αγαμέμνονα είμαι κόρη μόνο. Της άγνωστης το λόγο τιμούσες, να προστάξης με βία θέλεις του βασιλιά την κόρη; Όχι! Ν' ακούω από μικρή έχω μάθει, τους γονιούς μου στο πρώτο, μια θεά έπειτα, και πάντα πιο ελεύτερη αισθανόμουν την ψυχή μου με την υποταγή• στο σκληρό λόγο, στην άγρια απόφαση όμως ενός άντρα να υποταχτώ ούτε κει ούτε δω έχω μάθει.

ΘΟΑΣ. Όχι εγώ, αρχαίος νόμος σε προστάζει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άπληστα αδράζουμε ένα νόμο, αν όπλο για το πάθος μας γίνεται. Σε με μιλεί ένας άλλος νόμος, πλέον αρχαίος, ν' αντισταθώ σε σένα, ο νόμος όπου του είναι ιερός ο κάθε ξένος.

ΘΟΑΣ. Δείχνεις πολύ να συμπονής τους σκλάβους• τι απ τη συμπάθεια αυτή ξεχνάς τον πρώτο της φρονιμάδας λόγο, πως δεν πρέπει τον ισχυρό κανένας να ερεθίζη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιλώ ή σωπαίνω δω, μπορείς να ξέρης τι είναι και μένει πάντα στην καρδιά μου. Το θύμημα όμοιας μοίρας δεν ξυπνά και σε καρδιά κατάκλειστη το σπλάχνος; Πόσο πλέον στη δική μου! Σ' αυτούς βλέπω τον εαυτό μου. Τρεμούλιασα και γώ μπρος στο βωμό και κει γονατισμένη γιορτερός με τριγύρισε ο παράωρος θάνατος. Είχε αστράψει το μαχαίρι να σκίση τ' ολοζώντανο το στήθος• τα σπλάχνα μου σπαρτάρησαν• εσβήστη η ματιά μου και — βρέθηκα σωσμένη. Ότι μας δώσαν σπλαχνικά οι θεοί, στους άμοιρους και μεις δεν το χρωστούμε; Το ξέρεις, ποια είμαι ξέρεις, και γυρεύεις να με βιάσης!

ΘΟΑΣ. Το χρέος σου άκου κι όχι τον άρχοντα!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άφησέ το! Μη σκεπάζης τη βία, που στη γυναίκεια αδυναμία χαίρεται. Ελεύτερη είμαι γεννημένη σαν τον άντρα. Αν αντίκρυ σου στεκόταν του Αγαμέμνονα ο γιός και του ζητούσες άπρεπο κάτι — ένα σπαθί και χέρι έχει κι αυτός, του στήθους του το δίκιο να προστατέψη. Εγώ έχω μόνο λόγια, κ' ένας γενναίος άντρας πρέπει νάχη στης γυναικός το λόγο σέβας.

ΘΟΑΣ. Του έχω πιότερο απ' ό τι στου αδερφού το ξίφος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Των όπλων άστατη είναι η τύχη. Φρόνιμος πολεμιστής δεν αψηφά κανένας τον εχτρό του. Γιατί και τον αδύνατο δεν τον άφησε αβόηθητον η φύση στη βία και στη σκληράδα. Του έχει δώσει του δόλου τη χαρά, του έμαθε τέχνες πώς να γλιστρά, ν' αργή και να ξεφεύγη. Αξίζει του ισχυρού να τ' αντιτάζουν.

ΘΟΑΣ. Στο δόλο η προσοχή σοφά αντιστέκει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Κ' η αγνή καρδιά τη χρεία του δεν έχει.

ΘΟΑΣ. Ξέφρονα μη δικάζης τον εαυτό σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω νάβλεπες πώς μάχεται η ψυχή μου να διώξη θαρρετά στην πρώτη ορμή την άγρια μοίρα που κοντά της τρέχει! Στέκω λοιπόν ανήμπορη αντικρύ σου; Την ικεσία, τον πρόσχαρο τον κλάδο, που δυνατώτερα είναι στης γυναίκας το χέρι από σπαθί κι απ' όπλα, εσύ μακριά τα διώχνεις. Τι λοιπόν μου μένει; με τι να υπερασπίσω την καρδιά μου; Απ τη θεά ένα θάμα να ζητήσω; Δεν έχει καμιά δύναμη η ψυχή μου;

ΘΟΑΣ. Καθώς φαίνεται, η μοίρα των δυο ξένων σε κάνει νοιαστική. Πες, ποιοι είναι τούτοι, που ορμητικά το νου σου αναταράζουν;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Είναι — φαίνονται — για Έλληνες τους έχω.

ΘΟΑΣ. Συντοπίτες σου; Κ' έχουν ξανανιώσει του γυρισμού την ώρια εικόνα εντός σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (ύστερα από σιωπή). Είναι λοιπόν του αντρός δικαίωμα μόνο τ' ανάκουστα έργα; Σφίγγει αυτός μονάχα τ' αδύνατα στο βίαιο αντρείο στήθος; Τι λεν μεγάλο; Την ψυχή τι υψώνει του ιστορητή μ' ευλάβεια, τι άλλο πάρεξ του τολμηρού τ' άθλα τ' απίστευτα; Όποιος τη νύχτα σ' εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει και σε κείνους που ξυπνούν, ώσπου απ' όσους πήραν θάρρος σπρωγμένος, σ' εχτρικά άλογα καβάλα με λάφυρα γυρίζει ωστόσο, εκείνος δοξάζεται μονάχα; Μόνον όποιος καταφρονώντας σίγουρο ένα δρόμο, παράβολος γυρνά βουνά και λόγκους να καθαρίση απ τους ληστές μια χώρα; Σε μας δε μένει τίποτε; Μην πρέπει το φυσικό της δίκιο ν' αρνηθή μια τρυφερή γυναίκα; Με τους άγριους άγρια να γίνη, σαν τις Αμαζόνες το δίκιο του σπαθιού να σας αρπάξη, το σκλάβωμά της να εκδικήση μ' αίμα; Τόλμημα μέγα μέσα μου σαλεύει: Κατάκριση δεινή δε θα γλιτώσω και βαρειά συμφορά, αν δε μου πιτύχη. Στα γόνατά σας όμως το απιθώνω! Αν είστε αληθινοί, όπως σας ομνούνε, βοηθώντας με ας το δείξετε και δω μ' εμέ ας δοξάστε την αλήθεια! — Ω μάθε βασιλιά, πως χαλκεύεται μια απάτη κρυφή• τους σκλάβους άδικα γυρεύεις• φευγάτοι είναι, τους φίλους πάνε νάβρουν που με το πλοίο προσμένουν στο ακρογιάλι. Ο πιο μεγάλος απ' αυτούς, που εδώ η μανία τον είχε πιάσει και γιατρεύτη τώρα — είναι ο αδερφός μου ο Ορέστης, κι ο άλλος παιδικός, μπιστεμένος του ο Πυλάδης. Απ τους Δελφούς ο Απόλλωνας τους στέλνει με προσταγή θεϊκή στο γιαλό τούτο, της Άρτεμης να κλέψουν την εικόνα και να του παν την αδερφή, και τάζει γι' αυτό απ τις Ερινύες να ελευτερώση τον ένοχο του φόνου της μητέρας. Τώρα στα χέρια σου έχω παραδώσει εμάς τους δυο που μένουμε απ το γένος του Ταντάλου : Αν τολμάς — αφάνισέ μας!

ΘΟΑΣ. Λες ο σκληρός, ο βάρβαρος ο Σκύθης τη φωνή πως θ' ακούση της αλήθειας και της φιλανθρωπίας, που δεν την έχει ακούσει ο Ατρέας, ο Έλληνας;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθένας, σ' όποιο ουρανό αποκάτω κι αν γεννήθη, την ακούει, σαν του τρέχη της ζωής αγνή η πηγή ανεμπόδιστα στο στήθος. — Ω Βασιλιά, σιωπώντας τι μου κλώθεις μες στην ψυχή σου; Αφανισμός αν είναι, θανάτωσ' εμέ πρώτα! Γιατί τώρα, που λυτρωμός πια δε μας μένει, νιώθω σε τι κίντυνο μέγα με τη βια μου τους καλούς μου έχω ρίξει! Οϊμένα, εμπρός μου θα τους ιδώ δεμένους! Με ποιο βλέμμα θα χωριστώ στερνά απ τον αδερφό μου που σκοτώνω! Ποτέ δε θα μπορέσω στα μάτια να τον δω τ' αγαπημένα!

ΘΟΑΣ. Έτσι ένα μύθο πλάθοντας οι δόλιοι, σε τέτοιο πλέμα τύλιξαν το νου της χρόνους μονωμένης, που πιστεύει τις πιθυμιές της εύκολα!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όχι, όχι, ω βασιλιά! Να γελαστώ μπορούσα, μα αυτοί πιστοί είναι, αληθινοί. Αν τους έβρης αλλιώς, θανάτωσέ τους κ' εμέ διώξε, για ποινή της μωρίας μου εξόρισέ με σ' ένα γιαλό βραχόνησου θλιμμένον! Αν είναι τούτος όμως ο αδερφός μου ο χρόνια ποθητός, ο αγαπημένος, καλός ας είσαι και στ' αδέρφια, ως ήσουν στην αδερφή! Ο πατέρας μου από κρίμα της γυναικός του χάθηκε και κείνη απ το γιό της. Σ' αυτόν κρεμιέται μόνο η στερνή ελπίδα της γενιάς του Ατρέα. Με αγνή καρδιά και χέρι αγνό να πάω να λυτρώσω το σπίτι μου, άφησέ με! Θα κρατήσης το λόγο σου! — Μου ωρκίστης πως στους δικούς μου αν είναι να γυρίσω, θα μ' αφήσης: Και να την, ήρθε η μέρα. Ο βασιλιάς δε λέει, σαν ο καθένας, για να γλιτώση μια στιγμή από κείνον που τον παρακαλεί• ούτε τάζει κάτι που δεν το ελπίζει: τότε μόνο νιώθει της θέσης του το ύψος, σαν μπορή να κάμη ευτυχισμένο όποιον προσμένει.

ΘΟΑΣ. Άγρια, ως φωτιά που με νερό παλεύει και με βουητό γυρεύει ν' αφανίση τον εχτρό της, και μένα έτσι στο στήθος μάχεται η οργή με τα δικά σου λόγια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω άφησε τη χάρη, ως το άγιο φως της σιγασμένης θυσιαστήριας φλόγας να μου αναλάμψη εδώ, στεφανωμένη με υμνολογίες, χαρά κ' ευγνωμοσύνη!

ΘΟΑΣ. Πόσες φορές με πράυνε αυτή η φωνή!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δώσ' μου το χέρι για σημάδι ειρήνης!

ΘΟΑΣ. Πάρα πολλά ζητάς σε λίγην ώρα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δε θέλει σκέψη το καλό να κάμης.

ΘΟΑΣ. Πολλή! Γιατί κακό μπορεί να φέρη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το καλό ο δισταγμός κακό το κάνει. Μη συλλογιέσαι• ως λέει η ψυχή σου κάμε!

ΣΚΗΝΗ Δ

Ορέστης (ωπλισμένος), Οι παραπάνω.

ΟΡΕΣΤΗΣ (γυρισμένος προς τη σκηνή). Διπλή δύναμη βάλτε! Σταματήστε τους! Λίγες στιγμές μονάχα! Εμπρός στο πλήθος μη δειλιάτε! Το δρόμο προς το πλοίο της αδερφής και μένα ασφαλίστε!

(Στην Ιφιγένεια, δίχως να δη το βασιλιά.) Έλα!

Μας προδώσαν. Καιρός φυγής μας μένει λίγος. Τρέξε! (Βλέπει το βασιλιά.)

ΘΟΑΣ. Ατιμώρητος μπροστά μου κανείς δεν ξεσπαθώνει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με θυμό και φόνο της θεάς μη βεβηλώστε την κατοικία! Προστάχτε το λαό σας να σταματήση, την ιέρεια ακούστε, την αδερφή!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πες μου! Ποιος είναι τούτος, που εδώ μας φοβερίζει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σ' αυτόν τίμα το βασιλιά, που δεύτερος πατέρας μου στάθηκε! Αδερφέ, συμπάθησέ με! μα η παιδική καρδιά μου του εμπιστεύτη στα χέρια του όλη την τύχη μας. Του έχω ομολογήσει τους σκοπούς μας κ' έτσι έχει σωθεί απ την προδοσία η ψυχή μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να φύγουμε με ειρήνη αφήνει;

ΙΦΙΓΈΝΕΙΑ. Η λάμψη του σπαθιού μ' εμποδίζει ν' απαντήσω.

ΟΡΕΣΤΗΣ (βάζοντας μέσα το σπαθί). Λέγε! Βλέπεις στα λόγια σου υπακούω.

ΣΚΗΝΗ Ε'

Οι παρακάνω, Πυλάδης, Έπειτα Αρκάς. Κ' οι δυο με γυμνά σπαθιά.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μην αργήτε! Οι δικοί μας τη στερνή τους δύναμη βάζουν• πίσω στριμωγμένοι σιγά κατά τη θάλασσα τραβιούνται. Ποια βρίσκω εδώ ομιλία των ηγεμόνων! Αυτή του βασιλιά είναι η τιμημένη κεφαλή!

ΑΡΚΑΣ. Ω βασιλιά, καθώς σου πρέπει, ήσυχος στέκεις στους εχτρούς αντίκρυ. Η τόλμη τους πληρώνεται σε λίγο• φεύγουν και πέφτουν οι δικοί τους κ' είναι στα χέρια μας το πλοίο τους. Πες μονάχα κ' ευθύς το καίμε!

ΘΟΑΣ. Σύρε! Το λαό μου πρόσταξε τον να πάψη! Όσο μιλούμε, ας μην πειράξη τον εχτρό κανένας!

(Ο Αρκάς φεύγει.)

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δέχομαι. Σύρε, φίλε, σύναξε όσους δικούς μας μένουν! Και προσμένετε όποιο στις πράξες μας οι ουράνιοι ορίζουν τέλος.

(Ο Πυλάδης φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ ς•

Ιφιγένεια, Θόας, Ορέστης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Λυτρώστε με απ την έννοια πριν αρχίστε! Κακή έριδα φοβούμαι, αν συ στου Δίκιου την ήμερη φωνή δεν υπακούσης, ω βασιλιά, κι αν συ αδερφέ, τη νιότη τη βιαστική δε θέλεις να δαμάσης.

ΘΟΑΣ. Την οργή μου κρατώ, καθώς αρμόζει στον πιο γέροντα. Πες! Πώς αποδείχνεις του Αγαμέμνονα ότ' είσαι γιός και τούτης αδερφός;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να το ξίφος, που της Τροίας τους αντρείους θανάτωνε. Το πήρα απ το φονιά του κ' έχω απ τους θεούς γυρέψει την καρδιά να μου χαρίσουν, το χέρι και την τύχη του μεγάλου ηγεμόνα και θάνατο πιο ωραίον. Διάλεξ' ένα γενναίο από το στρατό σου, τον καλύτερο βάλε αντικρινά μου! Όπου ήρωες τρέφ' η γης, αυτήν τη χάρη δεν την αρνούνται σε κανέναν ξένο.

ΘΟΑΣ. Αυτό παλιά συνήθεια εδώ στον ξένον ποτέ δεν το συχώρεσε.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ας αρχίση τότε από σε και μένα η νέα συνήθεια. Τη γενναία ακολουθώντας των αρχόντων πράξη, λαός ολάκερος την κάνει νόμο. Όχι μοναχά για τη δική μας τη λευτεριά ν' αγωνιστώ άφησέ με, αλλά σαν ξένος κιόλα για τους ξένους. Αν πέσω, η καταδίκη τους ειπώθη μαζί με τη δική μου, μα αν η τύχη με βοηθήση και δω νικήσω, τότε ποτέ αυτό το ακρογιάλι ας μην πατήση άντρας κανένας δίχως να μην τρέξη το βλέμμα της αγάπης σπλαχνικά να τον δεχτή, και πίσω του χωρίς παρηγοριά κανείς ας μην το αφήνη!

ΘΟΑΣ. Ανάξιος των προγόνων, που για κείνους καυχιέσαι, ω νέε, δε δείχνεις νάσαι. Οι πρώτοι πολλοί είναι κ' οι γενναίοι κοντά μου• ωστόσο ακόμα σε ηλικία είμαι ν' αντικρύσω μοναχός τον εχτρό, μ' εσέ των όπλων να δοκιμάσω είμ' έτοιμος την τύχη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ποτέ! Αυτό χρεία δεν είναι να το κρίνη, ω βασιλιά, το αίμα! Από το ξίφος κάτω το χέρι! Στοχαστήτε μένα και τη μοίρα μου! Η πάλη η βιαστική τον άντρα αθανατίζει. Αν πέση αμέσως, τον υμνεί το τραγούδι. Τ' άσωστα όμως τα δάκρυα της γυναίκας που απομένει παντέρημη οι κατόπι τ' αψηφούνε, κι ο ποιητής για χίλια μερονύχτια δακρυόβρεχτα σωπάζει, όταν του κάκου καλώντας το γοργά χαμένο φίλο μια αμίλητη ψυχή τρέμει και λιώνει. Μόνη φρόντισα αμέσως να ξετάσω, μήπως η απάτη κανενός ληστή απ το σίγουρο μ' άρπαζε άσυλό μου και στη σκλαβιά με πρόδινε. Για κάθε πράμα ρώτησα, απαίτησα σημεία κ' η καρδιά μου είναι τώρα βεβαιωμένη. Δες στο δεξί του χέρι τα τρία άστρα, σημάδι που την ίδια την ημέρα της γέννησης του εφάνη και με τούτο το χέρι δεινή πράξη πως θα κάμη το εξήγησε ο ιερέας. Διπλά με πείθει η ραφή εδώ στη μέση του φρυδιού του. Παιδί έπεσε απ τα χέρια της Ηλέκτρας, βιαστική αυτή κι απρόσεχτη όπως ήταν. Χτύπησε σ' έναν τρίποδα. — Αυτός είναι. — Πρέπει ακόμα πως μοιάζει του πατέρα, την αναγάλια της καρδιάς μου πρέπει να σου φέρω μαρτύρια που είναι ο ίδιος;

ΘΟΑΣ. Κι αν έσβηναν τα λόγια σου καθένα δισταγμό, κι αν στο στήθος την οργή μου δάμαζα, έπρεπε πάντα ανάμεσό μας τα όπλα να δικάσουν: Φιλιωμό δε βλέπω. Το λες μόνη σου πως ήρθαν της θεάς την εικόνα να μου κλέψουν, θαρρείτε τούτο ατάραχος το βλέπω; Ρίχνει συχνά άπληστο ο Έλληνας το μάτι σε θησαυρούς απόμακρους βαρβάρων, στο χρυσό δέρας, σ' άλογα, ώριες κόρες• μα η βία κι ο δόλος πάντα ευτυχισμένους με τα λάφυρα πίσω δεν τους φέραν.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η εικόνα, ω βασιλιά, ας μη μας χωρίση! Την πλάνη τώρα βλέπουμε, που ως πέπλο ένας θεός μας κρέμασε στα μάτια, όταν εδώ μας πρόσταξε ναρθούμε. Από τις Ερινύες να με λυτρώση του ζήτησα και κείνος μου αποκρίθη: «Την αδερφή από το γιαλό των Ταύρων, που στο άδυτο άθελά της μένει, αν φέρης στην Ελλάδα, σου λύνεται η κατάρα.» Στην αδερφή του Απόλλωνα μας πήγε ο νους• και κείνος εννοούσε σένα! Λυθήκαν τα σφιχτά δεσμά σου τώρα• χαρισμένη είσαι πάλι στους δικούς σου, ω ιερή. Μόλις συ μ' έχεις αγγίξει, γιατρεύτηκα• στερνή φορά η μανία μ' έπιασε μες στην αγκαλιά σου μ' όλη τη δύναμη της και μου τράνταξε όλα τα σπλάχνα τρομερά• κ' ύστερα εχάθη σα φίδι στη φωλιά. Μου δίνεις τώρα να χαίρουμαι καινούριο της ημέρας το διάπλατο το φως. Λαμπρή κι ωραία η βουλή της θεάς ανοίγει εμπρός μου. Σαν άγια εικόνα, που με αυτήν της χώρας την ανάλλαχτη τύχη κρυφός λόγος θεϊκός σφιχτά έχει δέσει, σ' έχει πάρει του γένους η προστάτρα• σε γαλήνη ιερή για σωτηρία σ' έχει φυλάξει του αδερφού και του γένους σου. Ενώ κάθε λυτρωμός στην πλατειά τη γη χαμένος φαινόταν, συ όλα πάλι μας τα δίνεις. — Στην ειρήνη ας γυρίσης την ψυχή σου, ω βασιλιά! Μην την μποδίζης τώρα τον αγιασμό του πατρικού σπιτιού μας να τελειώση, να φέρη εμένα πάλι στην ξαγνισμένη τη στοά, το στέμμα το αρχαίο να μου φορέση στο κεφάλι! Την ευλογία που σου έχει φέρει αντάμειψε, δώσ' να χαρώ το αδερφικό μου δίκιο! Βία και δόλος, του αντρός ύψιστη δόξα, θα ντροπιαστή μπρος στην αλήθεια τούτης της υψηλής ψυχής κι αθώα αγνή πίστη σ' έναν άντρα γενναίον πληρωμή θάβρη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τι μου έταξες θυμήσου κι ας σου αγγίξουν την καρδιά τα πιστά αυτά δίκια λόγια! Κοίταξέ μας! Περίσταση δε βρίσκεις τόσο συχνά για τέτοια γενναία πράξη. Δεν μπορείς ν' αρνηθής, στρέξε το αμέσως!

ΘΟΑΣ. Λοιπόν φύγετε!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όχι έτσι, βασιλιά μου! Χωρίς την ευλογία σου, θυμωμένον δε θα σ' αφήσω. Μη μας διώχνης! Νόμος γλυκειάς φιλοξενίας ανάμεσό μας να βασιλέψη κάμε! Έτσι για πάντα δε θα χωρίσουμε. Όσο κι ο πατέρας μου είσαι και συ ακριβός, κι αυτό θα μείνη μες στην ψυχή μου. Αν κάποτε στ' αφτιά μου κι ο στερνός του λαού σου ξαναφέρη τον αχό της φωνής, που εδώ έχω μάθει να τον ακούω, κι αν δω τη φορεσιά σας και στο φτωχότερο, όμοια με θεό θα τον δεχτώ, μονάχη μου την κλίνη θα του ετοιμάσω, στη φωτιά κοντά μου θα τον καθίσω, να ρωτώ μονάχα για σένα και την τύχη τη δική σου. Ας σου ανταμείψουν οι θεοί, ως αξίζει, τις πράξες και το σπλάχνος σου! Έχε γεια! Γύρισε δες μας και μ' ένα γλυκό σου λόγο ευχήσου μας! Τι έτσι θα φουσκώνη τα πανιά μας πιο ανάλαφρα το αγέρι και πιο ιλαρά του χωρισμού θα τρέχουν τα δάκρυα απ τα μάτια. Έχε γεια! και δώσ' μας το χέρι της παλιάς φιλίας σημάδι!

ΘΟΑΣ. Ώρα καλή σας!

Αθήνα, Τυπογραφείο «Εστία» Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη — 10805.

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ιδρύθηκε με σκοπό να βοηθήση την αναγέννηση της παιδείας στην Ελλάδα.

Το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου βγαίνει σε 250 — 300 σελί- δες το χρόνο.

Τα Γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου είναι στην οδ. Λέκα 4.

Η συνδρομή για τον Όμιλο είναι 10 δρ. το χρόνο. Η συνδρομή στα Δελτίο είναι 5 δρ. τα χρόνο. Μια φτηνότερη έκδοση φοιτητών και δημοδιδασκάλων : 2 δρ. το χρόνο.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Στη βιβλιοθήκη αυτή δημοσιεύονται μικρές διαφωτιστικές μελέτες για την παιδεία μας, τη γλώσσα και κάθε άλλο ζήτημα που συγγενεύει με την πνευματική μας κίνηση. Ως τώρα βγήκαν:

1. Μ. Τριανταφυλλίδη, Η παιδεία μας και η γλώσσα της (Εικό- νες από τα σχολεία μας), 2η έκδ., 1913, 43 σελ. Τιμή λ. 25.

2. Α. Δελμούζου, Τρία χρόνια δάσκαλος. Μέρος Α', Πώς πήρα τα παιδιά, 1913, 27 σελ. Τιμή λ. 2Ο.

3. Π. Σ. Δέλτα, Τα αναγνωστικά μας, 1913, 24 σελ. Τιμή λ. 20.

4. Απολογία της Δημοτικής, 1914, 196 σελ. Τιμή δρ. 1.

5. Α. Δελμούζου, Τρία χρόνια δάσκαλος. Μέρος Β', Προς τη φύση και προς τη ζωή, 1914, 87 σελ. Τιμή λ. 5Ο.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Βιβλία για παιδιά, γραμμένα στη γλώσσα τους, με 70 — 140 σελίδες το καθένα και με μια εικόνα στην αρχή.

1. Γ. Βλαχογιάννη Μεγάλα χρόνια, για παιδιά 12 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, όμορφα δεμένο δρ. 2.

2. Π. Σ. Δέλτα Για την Πατρίδα, για παιδιά 10 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, χαρτόδετο δρ. 1.10, όμορφα δεμένο δρ. 2.

3. Αδάμ Από το χωριό μου, (έχει εξαντληθή).

4. Π. Σ. Δέλτα Παραμύθια και άλλα, για παιδιά 12 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, όμορφα δεμένο δρ. 2.

5. Έβαλτ Παραμύθια, μεταφρασμένα από τον Α. Δελμούζο, για παιδιά 8 χρονών και απάνω. Με πέντε χρωματιστές εικόνες. Άδετο δρ. 1.50, όμορφα δεμένο δρ. 2.50.

Τα βιβλία αυτά βρίσκονται στα Γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, οδ. Λέκα 4, καθώς και στα Βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκη, Βασιλείου, Σιδέρη και Εστίας, και στέλνονται σε όποιον στείλη το αντίτιμό τους και 10 % για τα ταχυδρομικά.

End of Project Gutenberg's Ifigeneia In Tauris, by Johann Wolfgang von Goethe

