# Νεφέλαι

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/30719/index.md

(Εξέρχεται ο Σωκράτης).

ΣΚΗΝΗ Β'.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Τον Στρεψιάδη χαιρετώ!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Κ' εγώ το ίδιο.

(Προσφέρων τον σάκκον)

Πρώτον μεν, να πάρης το σακκί αυτό. Πρέπει κανείς στο δάσκαλο να κάνη κάποια χάρι. Κι' ο γυιός μου, που τον έβαλες μαθήματα να πάρη, τον λόγο [τον αρνητικό] το έχει καταφέρη; για πες μου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ναι, τον ξέρει.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ενθουσιωδώς:) Εύγε, ω παμβασίλισσα Απάτη!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ώστε τώρα στην κάθε δίκη θα γλιστράς.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Καλά, και αν την ώρα που δανειζόμουν, μάρτυρες ήσαν μπροστά;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Και πάλι θα ήταν πειο καλήτερο και χίλιοι αν ήσαν άλλοι.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μετά χαράς:) θα βγάλω ένα ξεφωνητό το πειο τρανό και δυνατό!

(Απειλητικώς:)

Κλάφτε, ω τοκογλύφοι! — Σεις και τα κεφάλαιά σας, κ' οι τόκοι από τους τόκους σας! Κακό [η αφεντιά σας] δεν θα μπορή κανένα να κάνη πειά 'ς εμένα! Ωχ! τι παιδί που τρέφω εγώ στο σπίτι αυτό! [τι άνδρα!] λάμπει με γλώσσα δίκοπη, κ' είνε για μένα μάνδρα, είνε σωτήρας του σπιτιού, μα και στον κάθε μου εχθρό θα ήνε σκιάχτρο τρομερό, και καταλύτης στα κακά του [δόλιου του] πατέρα. Για κάλεσέ τον γρήγορα για να μου ρθή δω πέρα!

(εκ της θύρας:)

Άκουσε τον πατέρα σου κ' έβγ' απ' το σπίτι, γυιέ μου! παιδί μου!.. ε!..

(Εξέρχεται ο ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ)

ΣΚΗΝΗ Γ'

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Να τος αυτός!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Φίλτατε! φίλτατέ μου!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ Παρ' τον λοιπόν και πήγαινε.

(Εισέρχεται εις τον οίκον του παραλαμβάνων και τον σάκκον του αλεύρου)

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (θωπεύων τον Φειδιππίδην). Ωχ! ωχ! παιδί μου! να χαρώ! μ' αυτή την όψι που θωρώ! Που μόνο να σε ιδή κανείς νοιώθει πως είσαι _αρνητικός και αντιλογικός•_ κ' η όψι σου στολίζεται μ' αυτό που [συνηθίζεται] να λεν εδώ: «_μώρ' τι μας λες!_» και άδικος αν είσαι, μα και κακούργος, θα φανής εσύ πως αδικείσαι. Στο μάτι σου η αττική αστράφτει πονηρία• εσύ που με κατάστρεψες, δος μου τη σωτηρία.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Και φόβο λόγου χάρι, έχεις σε τι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Στο νέο, αχ! και στο παληό φεγγάρι.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Υπάρχει νέο και παληό φεγγάρι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πώς; εκείνο που πρέπει εγώ τα έξοδα της δίκης μου να δίνω.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ θα χάσουν όσοι δώσουνε• δεν ημπορεί, [πατέρα] η μέρες και η δυό μαζύ, και μια να είνε μέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βέβαια δεν μπορεί, [καλέ]!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Και πώς μπορεί να γίνη ναν' η γυναίκα και γρηά και νηά να είν' εκείνη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ο νόμος έτσι δέχεται το πράμα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ναι, και όμως θαρρώ πως δεν κατάλαβαν καλά τι λέει ο νόμος.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Τι λέει, αι;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ήταν πολύ φιλόδημος ο παλαιός ο Σόλων.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα τι ωφελεί κι' αν ήτανε, οπού αυτό δεν έχει σχέσι τόση με το φεγγάρι το παληό και νέο;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Είχε δώση για κάθε κλίσι [χάρι] δυο μέρες, απ' το νέο κι' απ' το παληό φεγγάρι, να γίνεται η δίκη στο νέο.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και τι [θέσι θα είχε τάχα] το παληό που είχε αυτός προσθέση;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Μια μέρα οι αντίδικοι να βρίσκωνται προτήτερα, και έτσι ο συμβιβασμός να γίνεται καλήτερα• ειδ' άλλως να βιάζωνται κι' από της νέας το πρωί της μέρας να δικάζωνται.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και πώς δεν δέχεται η αρχή τα έξοδα να πάρη της δίκης [όπου θα γενή] στο νέο το φεγγάρι, αλλά στο νέο και παληό μαζύ!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Το κάνουνε [σωστά] όπως και οι λιχούδηδες: για να βουτήξουν πειο μπροστά τα έξοδα [εκεί πέρα], για τούτο και προτήτερα τα χάφτουνε μια μέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(απευθυνόμενος προς τους θεατάς:)

Εύγε! ω παληανθρώποι σεις! τι κάθεσθε, χαμένοι! που πάντοτε σας γδέρνουμεν εμείς οι διαβασμένοι, και είσθε τούβλα, νούμερα ξερά, [κοπάδι] αρνιά, και σωριασμένοι σαν σταμνιά; Μα τώρα πρέπει να ψαλή και το εγκώμιό μου γι' αυτήν την ευτυχία μου 'ς εμένα και στο γυιο μου!

(Στομφωδώς:)

Ω Στρεψιάδη μου μακαρισμένε! οπού σοφός και συ εβγήκες [πρώτης], μα και ποιο έθρεψες παιδί θα λένε, ο κάθε φίλος μου και συνδημότης, από τη ζήλεια τους, που [θα γνωρίζης] με λόγια δίκες να μου κερδίζης! Θέλω στο σπίτι [να επιστρέψω] μαζύ μ' εσένα, να σε φιλέψω.

(Αποσύρεται μετά του Φειδιππίδου εις τον οίκον του. — Εισέρχεται ο Πασίας και ο Μάρτυς).

ΣΚΗΝΗ Δ'.

ΠΑΣΙΑΣ. — Ο Μάρτυς και μετ' ολίγον ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

ΠΑΣΙΑΣ (προς τον Μάρτυρα:) Πρέπει στον άλλο να πετά κάνεις τα χρήματά του [αυτά]; Ποτέ! αλλά μπορεί να ειπή πως είνε κάλλιο τη ντροπή να την ξεχνά πολλές φορές, παρά να βρίσκη συφορές. Και να που τώρα μάρτυρά μου σε παίρνω για τα χρήματά μου• θα πέσω μάλιστα 'ς εχθρότη μ' ένα δικό μου συνδημότη. Μα εγώ ποτέ δεν θα ντροπιάσω και την πατρίδα μου όσο ζώ• και εγκαλώ τον Στρεψιάδη ...

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (εξερχόμενος:) Καλέ ποιο είν' αυτό [το ζω];!

ΠΑΣΙΑΣ (εξακολουθών:) στο νέο και παληό φεγγάρι.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τον Μάρτυρα:) Ακούς; δυο μέρες είπε [αντάμα] μάρτυρας νάσαι!

(Προς τον Πασίαν:)

— Για τι πράμα;

ΠΑΣΙΑΣ Να, για της δώδεκα της μναις, που έλαβες [ένα καιρό] να πάρης άλογο ψαρό.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μώρ' δεν ακούτε; άλογο! εγώ την ιππασία δεν ξέρετε πως την μισώ;

ΠΑΣΙΑΣ Ωρκίσθης, μα τον Δία, εις τους θεούς, τα χρήματα να μου τα δώσης.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ναι, γιατί δεν είχε ο Φειδιππίδης μου τον λόγο [αυτόν] τον νικητή ακόμη μαθημένον.

ΠΑΣΙΑΣ Μπα; ώστε και τούτη τη στιγμή γι' αυτόν τον λόγο σκέπτεσαι να μ' αρνηθής την πληρωμή;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και τότε απ' τα μαθήματα εγώ τι κέρδος θάχα;

ΠΑΣΙΑΣ Κι αν σε καλέσω στους θεούς να πάρης όρκο τάχα, μήπως να κάνης σκέπτεσαι καμμιά επιορκία;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Σε ποιους θεούς να ορκισθώ;

ΠΑΣΙΑΣ Να, στον Ερμή, στον Δία. στον Ποσειδώνα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Θα 'δινα τρεις οβολούς ευθύς, μα τον θεό, να ορκισθώ.

ΠΑΣΙΑΣ Βρε άντε να χαθής με την ξεδιαντροπιά σου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(κτυπών δια του αναστρόφου της χειρός την κοιλίαν του Πασία:)

Καλό ασκί που θάφτιανε κανείς [με την κοιλιά σου]!

ΠΑΣΙΑΣ Αλλοί μου! με περιγελάς!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα κ' έξη [θα μπορούσε] χοείς {136} να τους χωρούσε!

ΠΑΣΙΑΣ [Ε μα λοιπόν], μα τους θεούς και τον μεγάλο Δία, δεν θα μου γίνη δωρεάν μια τέτοια κοροϊδεία.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (καγχάζων:) Παίρνω μια ευχαρίστησι με τους θεούς μεγάλη• και τι γελοίος πούν' ο Ζευς για τους σοφούς, οι άλλοι όταν ορκίζωνται 'ς αυτόν!

ΠΑΣΙΑΣ Καλά• μα θάρθη μια φορά που θα τιμωρηθής [σκληρά]. Πες μου, θα δώσης χρήματα ή όχι, για να φύγω;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ησύχασε, και καθαρά θα σου το ειπώ σε λίγο.

(Εισέρχεται εις τον οίκον του).

ΠΑΣΙΑΣ (προς τον μάρτυρα:) Ε, τι θαρρείς θα κάνη αυτός;

ΜΑΡΤΥΣ Μα καθώς κρίνω απ' όλα αυτά, θα σου τα δώση.

(Εξέρχεται ο Στρεψιάδης φέρων σκάφην του ζυμώματος).

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πούν' αυτός που μου γυρεύει τα λεφτά; — Τ' είν' τούτο; πες μου.

ΠΑΣΙΑΣ Ποιο; αυτό; σκαφίδα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Κι' [από μένα], τέτοιος που είσαι χρήματα γυρεύεις; σε κανένα ούτ' οβολό δεν θα 'δινα, οπού το σκάφος [πάλι] σκαφίδα θάχε βγάλη. {137}

ΠΑΣΙΑΣ Λοιπόν δεν δίνεις;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Σκέπτομαι πως όχι• μα ευθύς από τη θύρα του σπιτιού δεν θα ξεκουμπισθής;

ΠΑΣΙΑΣ Φεύγω• μα ξέρε το κι' αυτό: και τη ζωή θα δώσω, μα για τη δίκη έξοδα [θα βρω και] θα πληρώσω.

(Φεύγει ακολουθούμενος από τον Μάρτυρα).

ΣΚΗΝΗ Ε'

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ μόνος και μετά μικρόν ΑΜΥΝΙΑΣ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(προς το μέρος όπου έφυγεν ο Πασίας:)

Θα χάσης και τα έξοδα, μα και της μναις αντάμα• και μ' όλο που δεν ήθελα να πάθης τέτοιο πράμα, αφού' η κουταμάρα σου σκαφίδα μας τη λέει [τη σκάφη].

(Εισέρχεται ο Αμυνίας κλαίων).

ΑΜΥΝΙΑΣ Ωχ! αλλοίμονο!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ποιος είν' αυτός που κλαίει; μήπως κανείς απ' τους θεούς, που έχει βάλη [εκείνος στα δράματα], ο Καρκίνος {138};

ΑΜΥΝΙΑΣ Ε, τι γυρεύεις τάχα συ; να μάθης πώς με λένε; Δυστυχισμένον.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (ωθών αυτόν:) Δρόμο σου!

ΑΜΥΝΙΑΣ Σκληρέ! δαιμονισμένε!

«Τροχοαπάστρες των αλόγων τύχες! Αθηνά, ω πόσο με κατάστρεψες!»

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Για πες μου τι κακό έκαμε [ως τόσο] ο Τληπόλεμος {139} 'ς εσένα;

ΑΜΥΝΙΑΣ Μη με κοροϊδεύης, φίλε, μα το γυιο σου τώρα στείλε, να μου δώση τα λεφτά μου οπού πήρε δανεικά, γιατί βρίσκομαι κακά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Δηλαδή σαν ποια λεφτά;

ΑΜΥΝΙΑΣ Που δανείσθηκεν, αυτά.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Φαίνετ' αλήθεια από πολλά πως δεν θα ήσαι και καλά.

ΑΜΥΝΙΑΣ Εξω έπεσα [ο δόλιος] οδηγώντας τάλογά μου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Τι γκρινιάζεις, σαν να σ' έχη γάιδαρος ριγμένον χάμου;

ΑΜΥΝΙΑΣ Γκρίνια συ το λες αυτό που το χρήμα μου ζητώ;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Δεν είσαι καλά.

ΑΜΥΝΙΑΣ Πώς τάχα;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Απ' τη θέσι του έχει βγη το μυαλό σου.

ΑΜΥΝΙΑΣ [Σου το λέω]: θα σου κάνω αγωγή, ναι, μα τον Ερμή, αν ίσως δεν μου δώσης της δραχμές μου.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ [Σε παρακαλώ] για πες μου: Έχεις τάχα την ιδέα που ο Ζευς κάθε φορά είν' εκείνος, όπου νέα ρίχνει απάνω μας νερά, ή ο ήλιος τα τραβάει και τα ρίχνει, κάτω πάλι;

ΑΜΥΝΙΑΣ Τίποτ' απ' αυτά δεν ξέρω, ούτε κ' έννοια έχω μεγάλη.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Κι' όταν δεν έχεις τίποτα στο νου από τας υποθέσεις τουρανού, τι χρήματα γυρεύεις να σου δώκω;

ΑΜΥΝΙΑΣ Δεν τάχεις όλα; δόσε μου τον τόκο.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Κι' ο τόκος τ' είν' αυτός, θηριό μεγάλο;

ΑΜΥΝΙΑΣ Θηριό; μα και τι θέλεις νάνε άλλο, που μέρα, μήνας και καιρός περνάει κι' όλω το χρήμα, δος του και γεννάει;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Λαμπρά! για πες μου: είνε τώρα τα νερά της θάλασσας περσσότερ' απ' άλλη φορά;

ΑΜΥΝΙΑΣ Μα το θεό, η θάλασσα είν' ίση• δεν είνε δίκηο πράμα ν' αυγατίση.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Κι' αφού μ' όσα ποτάμια μέσα χύνονται η θάλασσες περσσότερες δεν γίνονται, είσαι λοιπόν, δυστυχισμένε, στα σωστά σου όπου ζητείς ν' αυξήσουνε τα χρήματά σου; Τώρ' από δω δεν θα ξεκουμπισθής; Φέρτε μου [ένας] το κεντρί [ευθύς].

ΑΜΥΝΙΑΣ Διαμαρτύρομαι γι' αυτά, [οπού μου είπες τώρα].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τον ωθεί:) Βρε, δίνε του! τι καρτερείς και δεν τράβας, σαμφόρα {140};

ΑΜΥΝΙΑΣ Μ' αυτό είνε πολύ μεγάλη προσβολή!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Φεύγεις; γιατί εγώ ευθύς θα σε τσακίσω κεντώντας σ' από πίσω, σαν άλογο ζευγμένο απ' όξω απ' το ζυγό! {141}

(Προσποιείται ότι ζητεί γύρωθέν του κέντρον τι. — Ο Αμυνίας φεύγει έμφοβος).

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος) Φεύγεις! γιατί θα σ' έκανα εγώ να ξεκινήσης μαζύ και με τ' αμάξια σου και τους τροχούς σου επίσης!

(Εισέρχεται εις τον οίκον του).

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ Τι είνε ν' αγαπά κανείς τα πράματα πούνε κακά! Αυτόν [εις τα γεράματα] τον έχει πιάση πάθος, για να φάη το χρήμα που δανείσθη [και χρωστάει!] Και βέβαιο θάρθη κακό σε λίγη ώρα εξαφνικό στο σοφιστή, για τιμωρία, που άρχισε την πονηρία. Θαρρώ πως γρήγορα θα βρη εκείνο που γυρεύει: ήθελε νανε ικανός ο γυιός του, ν' αγορεύη, κι' όλα τα δίκηα να νικά με εναντία γνώμη, λέγοντας και παμπόνηρα, μ' όσους βρεθή, ακόμη. Μα ίσως — ίσως ευχηθή [ο γυιόκας του] να βουβαθή!

(Εξέρχεται εκ της οικίας του ο Στρεψιάδης καταδιωκόμενος από τον Φειδιππίδην και δερόμενος διά ξύλου).

ΣΚΗΝΗ ς'.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ — ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ — ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (τυπτόμενος:) Ωχ! ωχ! ωχ! ω συνδημότες!. συγγενείς μου και γειτόνοι! σώστε με με κάθε τρόπο απ' το ξύλο... Το σαγόνι ... το κεφάλι... συφορά μου!.. —Μωρέ σίχαμα [πού πας;] τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ναι, πατέρα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:) Για κυττάχτε! οπού τέτοιο ξύλο πέφτει από τούτον, και το λέει!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (απαθώς: Βέβαια!

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βρε νυχτοκλέφτη! πατραλοία! σιχαμένε!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Πες ακόμα, πες τα ίδια, λέγε κι' άλλα• μα δεν νοιώθεις πως για μένα τα βρισίδια έχουν χάρι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ξεκωλιάρη!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ (κτυπών αυτόν.) Ω, τι ρόδα μου σκορπάς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (αμυνόμενος:) Τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Μα τον Δία! και θα ειπώ ότι δίκηα σε χτυπώ.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βρε σιχαμερέ! πώς δίκηα τον πατέρα σου χτυπάς;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Εγώ [τώρ' αν αγαπάς] θα σ' το δείξω και με λόγια και θα σε νικήσω [επίσης]

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Συ γι' αυτό να με νικήσης;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Είνε εύκολο• από τους δυό τους λόγους διάλεξ' ένα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ποιους λόγους [λες 'ς εμένα];

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ [Να, δηλαδή] τον Κ ρ ε ί τ τ ο ν α [διαλέγεις], ή τον Ή τ τ ο ν α;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Φίλε μου, εγώ σ' έστειλα να μάθης, μα τον Δία, στα δίκηα αντιλογία• εκτός αν συ με πείσης πως είνε δίκηο επίσης να τρώη ο γονηός ραβδιές κι' απ' τα παιδιά του ακόμη

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Εγώ θαρρώ πως θα πεισθής και τίποτα δεν θα μου πης, αν θέλης να μ' ακροασθής.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Λέγε, ν' ακούσω δέχομαι ποιαν έχεις τάχα γνώμη.

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ Είν' η δουλειά σου, γέρο, να φροντίσης τον άνθρωπον αυτόν πώς θα νικήσης. Και δεν θα ήταν τόσον δυνατός, εάν δεν ήταν ασφαλής αυτός. Γι' αυτό είν' η θρασύτης του βαρειά, και δείχνει στην ψυχή παλληκαριά. Συ θα το κάμης βέβαια, να ειπής εις το χορό πώς πιάσατε τον πόλεμον αυτό [το φοβερό].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Το βρισίδι μεταξύ μας θα σας πω πούθ' έχει αρχίση: καθώς ξέρετε, να φάμε είχαμε κ' οι δυο καθίση• στην αρχή λοιπόν του είπα την κιθάρα του να πάρη το τραγούδι να μου ψάλη [το γνωστό], του Σιμωνίδη, πώς κουρεύθη το κριάρι {142} Τότ' εκείνος λέει πάλι ότι είνε κουταμάρα πίνοντας να τραγουδάμε και να παίζουμε κιθάρα, σαν γυναίκα που αλέθει [στο χερόμυλο] κριθάρι.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ε, και δεν έπρεπε τότε να σου δώσω ένα στηλιάρι και να σε τσαλαπατήσω, που 'θελες να τραγουδήσω, λες και είχαμε τζιτζίκια στο τραπέζι;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ε, και τώρα, να, τα ίδια κοπανάει που 'λεγε κ' εκείν' την ώρα• και τον Σιμωνίδη [πάλι] ποιητήν κακόν τον είπε• με προσπάθεια μεγάλη εκρατήθηκα• κατόπιν από την μυρτιά [κλωνάρι] τον επρόσταξα να πάρη, να ειπή κάτι απ' τον Αισχύλο {143}. Και μου λέει εκείνος: πρώτο έχω τον Αισχύλο απ' όλους, μα γεμάτος είναι κρότο, ακατάστατος [στους στίχους], και τραχύς και σκληρολόγος. Πόσο τάραξε, σκεφθήτε, την καρδιά μου αυτός ο λόγος! Ε, λοιπόν και μ' όλ' αυτό, τον θυμό μου τον κρατώ, και του λέω: τότε ειπέ μας τα σοφά που έχουν γράψει και οι νέοι ποιηταί μας. Τότε στίχους του Ευριπίδη άρχισε και τραγουδούσε, που την ομομήτριά του αδελφή, την εγαμούσε [ποιος; ο ίδιος] αδελφός της {144}, — ω φρικτέ! — μα εγώ πειά [σαν κι' αυτή ξαδιαντροπιά] μη βαστώντας, στο βρισίδι άσχημα πολύ τον στρώνω. Εννοείται [λοιπόν τώρα], ότι απ' αυτό [και μόνο], τσακωθήκαμε στα λόγια• τότε απάνω μου πηδάει, με τσακίζει και με πνίγει, με χτυπά και με κυλάει.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Δίκαια λοιπόν δεν ήταν, αφού τράβηξες βρισίδι στο σοφώτατο Ευριπίδη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ποιον σοφώτατον; εκείνον; αχ! μωρέ τι να σου ειπώ... που θα ξαναφάω ξύλο.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Μα και δίκηα σε χτυπώ.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βρε ξαδιάντροπε! πώς δίκηα, όπου σ' έχω αναθρεμμένο; κι' όταν τραύλιζες, ζητούσα πάντα να καταλαβαίνω τ' ήθελες να ειπής• κι' αν ίσως β ρ υ ν είχες ειπή μονάχα, έννοιωθα ευθύς νεράκι πως εγύρευες, [βρε χάχα]• κι' αν μ α μ ά είχες γυρέψη, έτρεχα [εις τη στιγμή] και σου έφερνα ψωμί• και δεν πρόφθανες ακόμη να μου ειπής καλά τα κ ά κ κ α, οπού σ' έβγαζ' απ' την πόρτα και σε βάσταγα στη λάκκα! Και συ τώρα, βρε, με πνίγεις, κ' ενώ γύρευα [να τρέξω] και να χέσω, στης φωνές μου δεν με βγάζεις εσύ έξω απ' τη θύρα, σιχαμένε! — μ' απ' τη στεναχώρια, χάμου είχα κάμη τα κακά μου!

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ Μ' όσα θα ειπή, νομίζω, θα πηδήση των νεωτέρων η καρδιά [στα στήθη]• κι' αν τέτοιο πράμα κάνοντας νικήση στα λόγια, όσο κ' ένα καν ρεβίθι, αξία δεν θα πάρη των γέρων το τομάρι. Δουλειά σου είνε, αναμοχλευτή και των καινούργιων λόγων κινητή, για να ζήτησης τρόπο να [μας πείσης], και να φανής πως δίκηα θα μιλήσης.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ωραία να μιλή κανείς με πράγματα νεοφανή και έξυπνα, και να μπορή τους νόμους να περιφρονή. Εγώ, σαν είχα μια φορά στην ιππασία πάθος, τρεις λέξεις δεν θα έλεγα χωρίς να κάνω λάθος• να, τέτοιος ήμουν• σήμερα, όπου να την αφήσω μ' έκαμε αυτός, ξέρω καλά με γνώμες να μιλήσω λεπτές, μ' επιχειρήματα και λόγους να διδάξω, πως πρέπει του πατέρα μου τη ράχη να τινάξω.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα το θεό ξανάρχισε καβάλλα [σε παρακαλώ]• είνε για μένα πειο καλό [ολόκληρο] τετράλογο να σου κρατώ αμάξι, παρά [η δόλια] η ράχη μου στο ξύλο να ρημάξη.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ξανάρχομαι [εγκαίρως] 'ς αυτό που με διέκοψες του λόγου μου το μέρος• και τούτο πρώτα σε ρωτώ: δεν μ' έδερνες εμένα παιδί σαν ήμουν;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Βέβαια• από πολλή για σένα αγάπη και φροντίδα μου.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Για πες μου: και να σ' αγαπώ με ίδιον τρόπο δεν μπορώ, ώστε να σε ξυλοκοπώ, μια που το ξυλοκόπημα είνε κι' αγάπη [ακόμα]; Και πώς λοιπόν ελεύθερο θάν' το δικό σου σώμα, από ξυλοκοπήματα; [μονάχα], και δεν θα ήνε το δικό μου [τάχα]; ελεύθερος γεννήθηκα κ' εγώ• [και που το λένε] πως πρέπει μόνο τα παιδιά, κι' όχ' οι γονείς να κλαίνε;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μωρ' τ' είν' αυτά;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ θα ειπής εσύ πως έτσι το περνάνε, και [μόνη] του παιδιού δουλειά [το ξύλο πρέπει] νάνε• μα θα μπορούσα να σου ειπώ κ' εγώ, το πως οι γέροι γίνονται δυο φορές παιδιά, και πειο πολύ συμφέρει να κλαίη ο γέρος παρά ο νιος, όπως κι' ο γέρος πάλι είνε σωστό λιγώτερο από το νηο να σφάλη;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα πουθενά ο νόμος δεν το λέει, απ' το παιδί του ο γονηός να κλαίη.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Κι' αυτός που είχε τους νόμους κανωμένα δεν ήταν πρώτα σαν εσέ κ' εμένα, και έπεισε τον κόσμο τον παληότερο με λόγια; Και μπορώ κ' εγώ λιγώτερο να κάνω νέο νόμον [εδώ πέρα], που το παιδί να δέρνη τον πατέρα; κι' όσες ξυλιές [στη ράχ'] είχαμε πάρη πριν γίνη ο νόμος, ας της έχουν χάρι, κι' ας γίνουνε κομμάτια• δεν κυττάνε τα ζώα, τους γονηούς των πώς χτυπάνε, κ' οι πετεινοί; Διαφορά ποια τάχα έχουν εκείνοι από μας, [μονάχα] παρ' ότι [σαν εμάς δεν συνηθίζουνε] όλο ψηφίσματα να ξεφουρνίζουνε;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Και τάχα πώς, τους πετεινούς αφού μιμείσαι 'ς όλα αυτά, σε ξύλο δεν κουρνιάζεις συ, και πώς δεν τρως και συ σκατά;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Μα τούτο το παράδειγμα, κακόμοιρε, που φέρνεις, ούτ' ο Σωκράτης θαύρισκε σωστό.

(Τον δέρει).

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Μα μη με δέρνης γι' αυτό, γιατί θαρθή καιρός να θυμηθής εμένα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Γιατί;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Γιατί όπως τιμωρώ δικαίως τώρα εσένα, έτσι και το παιδί σου συ, [θα τιμωρής επίσης], όταν θα ταποκτήσης.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Και αν δεν έχω εγώ παιδί, άδικα θα με κάνης να κλάψω, και του λόγου σου γελώντας θα πεθάνης.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς το κοινόν:) Μου φαίνεται, ω συνομήλικοί μου, πως δίκαια τα λέει [το παιδί μου], και πως 'ς αυτούς αρμόζει [να χαρίσουμε] τα δίκαια, και να τους συγχωρήσουμε• κ' εμείς όταν δικαίως δεν φερνώμαστε, μας πρέπει [απ' τα παιδιά μας] να δερνώμαστε!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

(ωθών τον πατέρα του εις την ράχιν με την ράβδον:)

Άκουσε μια σκέψιν άλλη:

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

(εξαφνιζόμενος και αμυνόμενος:)

Ωχ! εχάθηκα και πάλι!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Κ' ίσως ούτε στενοχώρια, ούτε λύπη θα σου φέρη μ' όσα έχεις υποφέρη.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πώς λοιπόν; για λέγε: τάχα πώς μ' αυτά θα μ' ωφελήσης;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Ναι, θα δέρν' όπως εσένα, και τη μάννα μου επίσης.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Πώς;!... Τι λες!... τι λες!... να κι' άλλο κακό τούτο πειο μεγάλο!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Τι λες: αν με τον _Ήττονα_ τον λόγον σε νικήσω, λέγοντας και τη μάννα μου πως πρέπει να χτυπήσω;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Τι άλλο τάχα να σου ειπώ αν [έχης τέτοια γνώμη] κι' αυτό να εκτελέσης, δεν σ' εμποδίζει τίποτε 'ς ένα γκρεμό να πέσης παίρνοντας και τον _Ήττονα_ και τον Σωκράτη ακόμη:

(Προς τας Νεφέλας:)

— Σε τι κακό κατάντησα, Νεφέλες μου, να πέσω, που θέλησα 'ς ελόγου σας δουλειές μου ν' αναθέσω!

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ Συ είσαι η αιτία, που τώρα [στα γεράματα] εστράφηκες σε πράματα γεμάτα πονηρία.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Γιατί αυτά απ' την αρχή δεν μου τα εξηγήσατε, μα ένα άνδραν αμάθευτον και γέρο ξεμυαλίσατε;

ΧΟΡΟΣ ΝΕΦΕΛΩΝ Τέτοια πράματα εμείς φτιάνουμε κάθε φορά εις αυτόν που θα φανή ν' αγαπάη τα πονηρά, ως που μεγάλη συφορά να πάθη, για να φοβάται τους θεούς να μάθη.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (προς τας Νεφέλας:) Αλλοίμονό μου! είνε κακό και δίκηο [άλλο τόσο]• δεν έπρεπε τα χρήματα που πήρα να μη δώσω.

(προς τον Φειδιππίδην)

Έλα λοιπόν, ω φίλτατε, μαζύ μου ν' αφανίσης κι' αυτόν τον Χαιρεφώντα [σου] τον βρωμερόν, [επίσης κ' εκείνον] τον Σωκράτη, που και 'ς εμένα και 'ς εσέ φτιάσανε τέτοι' απάτη.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Μα στους δασκάλους μου εγώ δεν κάνω αδικία.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Ναι, ναι! να σεβασθήτε σεις τον πατρικόν μας Δία!

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Για κύττα! Δία πατρικόν! Και πού λοιπόν υπάρχει ο Ζευς, μωρέ ανόητε;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Υπάρχει.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Όχι! άρχει ο Στρόβιλας {145}, που έδιωξε τον Δία [απ' τον ουρανό].

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ Δεν έδιωξε• κ' εμέν' αυτά [μ' έκαμε] τότε να φρονώ: ο Στρόβιλας πως είναι Ζευς• αλλοίμονο 'ς εμένα,

(αποτείνεται προς μηχάνημα τι κυλινδροειδές, ευρισκόμενον εις την αυλήν του Σωκράτους:)

— που για θεό επέρασα μια χύτρα σαν κ' εσένα! {146}

(Λακτίζει μετ' αγανακτήσεως το μηχάνημα).

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ Κάθησ' εδώ πέρα τώρα, πες τα με τον εαυτό σου! και με το ζουρλό μυαλό σου!

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ (μόνος). Ωχ! τι τρέλλα μ' είχε πιάση! το μυαλό πώς είχα χάση, που για τον Σωκράτην είχα τους θεούς αποστραφή. Μα, ω φίλτατε Ερμή μου, μη με ρίψης, θυμωμένος [σήμερα] και συ μαζύ μου, σε καμμια καταστροφή• μα και συ συχώρεσέ με, που σ' αδίκησα πολύ απ' τη φλυαρία τούτων δος μου τώρα συμβουλή: μ' αγωγή να τους ενάξω, ή τι άλλο να τους σιάξω;

(Σκέπτεται προς στιγμήν, κατόπιν δε ωσεί εμπνευσθείς από τον Ερμήν:)

Συμβουλή καλήν [ευρήκες]• ναι, ας μην ανοίξω δίκες, μα να τρέξω δίχως άλλο, και φωτιά ευθύς να βάλω στων σαχλών την κατοικία.

