# Ομήρου Οδύσσεια Τόμος Γ

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/30615/index.md

Και ο συνετός Τηλέμαχος απάντησέ της κ' είπε• «Μητέρα μου, ότι οργίζεσαι για τούτα, δεν σε ψέγω• όλα εγώ μέσα αισθάνομαι, διακρίνω το καθένα, και το καλό και το κακό• και πλειά μωρό δεν είμαι• αλλά 'ς όλα δεν δύναμαι ν' αποφασίσ' ως πρέπει• 230 ότι μου φέρουν ταραχήν εδώθ' εκείθεν όλοι τούτοι 'ς το πλάγι μου οι κακοί, κ' εγώ βοηθούς δεν έχω. όμως δεν βγήκε, ως ήθελαν, του ξένου και του Ίρου η μάχη, αλλ' ανδρειότερος του Ίρου εδείχθη ο ξένος. Δία πατέρα, και Αθηνά, και Απόλλων', αχ! ομοίως 235 να 'βλεπα εδώ 'ς το σπίτι μας αμέσως τους μνηστήραις ταις κεφαλαίς τους να κρεμούν, πεσμένοι άλλοι 'ς το δώμα, άλλοι 'ς το γύρο της αυλής, κοντά να ξεψυχήσουν, ως τώρ' ο Ίρος κάθεται κει 'ς της αυλής την θύρα, την κεφαλήν του σείοντας, ως κάμνει ο μεθυσμένος• 240 και ορθός 'ς τα πόδια να σταθή δεν δύναται ή να γύρη 'ς την έρμη κατοικιά του, κοντά να ξεψυχήση».

Τους λόγους τούτους έλεγαν εκείνοι ανάμεσόν τους. και ωμίλησεν ο Ευρύμαχος της Πηνελόπης κ' είπε• «Ω Πηνελόπη φρόνιμη του Ικαρίου κόρη, 245 αν οι Αχαιοί, 'που κατοικούν 'ς το Ιάσιον Άργος, όλοι σ' έβλεπαν, αύριο το πρωί πλειότεροι μνηστήρες εδώ θα συμποσίαζαν, ότ' είσαι απ' όλαις πρώτη 'ς το κάλλος και 'ς τ' ανάστημα και 'ς ταις ακέρηαις φρέναις».

Και η Πηνελόπ' η φρόνιμη 'ς εκείνον αποκρήθη• 250 «Ευρύμαχε, τα δώρα μου, το κάλλος και το σώμα, οι αθάνατοι μου αφάνισαν απ' ότε 'ς την Τρωάδα με τους Αργείους έπλευσεν ο άνδρας μου Οδυσσέας. αχ! την ζωή μου αν έρχονταν να θεραπεύη εκείνος, και η δόξα μου θε ν' αύξαινε και θα 'σαν όλα ωραία. 255 τώρ' έχω λύπη, τι πολλά μώδωκε πάθ’ η μοίρα. ωιμέ, την ώρα 'π' άφινε την ποθητήν πατρίδα, το χέρι εκείνος μου 'πιασε με το δεξί του κ' είπε• γυνή μου, δεν στοχάζομαι πώς άβλαπτοι απ' την Τροία οι ευκνήμιδες οι Αχαιοί θε να γυρίσουν όλοι• 260 ότι ανδρειωμένοι λέγονται πολεμισταίς και οι Τρώες, 'ς τ' ακόντι και 'ς το τόξευμα• και ακόμ' είναι αναβάταις εις τ' ανεμόποδ' άλογα• και τούτοι αποφασίζουν ογλήγορα τον όμοιον αγώνα του πολέμου• όθεν δεν ξεύρ' αν ο θεός μ' αφήσ' ή αυτού θα πέσω 265 'ς την Τροίαν και ως προς όλα εδώ συ θα 'χης την φροντίδα. 'ς τα μέγαρά μου τους γονείς να μου περιποιήσαι 'σαν τώρα και καλήτερα, όσ' είμ' εγώ 'ς τα ξένα• και όταν ιδής το πρόσωπο του υιού μας να γενειάση, τότ' άφησε το σπίτι σου και άνδρ' όποιον θέλης πάρε. 270 εκείνος τούτα μου 'λεγε, και όλα θα γείνουν τώρα• θα 'λθη ποτέ του μισητού γάμου 'ς εμένα η νύκτα, την έρμη, οπού μ' αφαίρεσε κάθε χαράν ο Δίας. και πάλιν άλλος την καρδιά φρικτός μου θλίβει πόνος• ως τώρα δεν ήταν αυτός ο τρόπος των μνηστήρων. 275 οπόταν νέαν ευγενή πατρός πλουσίου κόρη θέλουν, και συνερίζονται ποιος να την πάρη νύμφη, βώδια και αρνία διαλεκτά δικά τους φέρουν, γεύμα της κόρης εις τους συγγενείς, και δίδουν λαμπρά δώρα• όχ', οι μνηστήρες χάρισμα το ξένο βιο δεν τρώγουν». 280

Αυτά 'πε, και ο πολύπαθος εχάρηκε Οδυσσέας, ότι να πάρη επάσχιζε τα δώρα τους, κ' εκείνους με λόγια μάγευε γλυκά και άλλ' έτρεφ' η καρδιά της, Και ο υιός του Ευπείθη Αντίνοος απάντησέ της κ' είπε• «Ω Πηνελόπη φρόνιμη, του Ικαρίου κόρη, 285 των Αχαιών όποιος εδώ θέλη να φέρη δώρα, δέξου τα• δεν είναι καλό χαρίσματα ν' αρνήσαι• κ' εμείς δεν πάμε 'ς τους αγρούς ή αλλού πριν άνδρα πάρης τον αξιολογώτερον των Αχαιών μνηστήρων».

Αυτά 'π' ο Αντίνοος, και άρεσε 'ς όλους εκείνου ο λόγος• 290 κ' έστειλε κήρυκα ο καθείς τα δώρ' αυτού να φέρη. του Αντίνου πέπλον έφερε πανεύμορφον μεγάλον, και πλουμιστόν και δώδεκα χρυσαίς είχε περόναις, 'που 'ς τα θηλύκια αγκυστρωτά εταίριαζαν ωραία. και του Ευρυμάχου τεχνικήν έφερεν αλυσίδα 295 χρυσή, πλεγμένη μ' ήλεκτρα, κ' είχε του ηλιού την λάμψι. και οι δούλοι του Ευρυμέδοντα δυο σκολαρίκια φέραν τριόφθαλμα, πολύτεχνα, 'π' άστραπταν όλα χάρι. και απ' του Πεισάνδρου βασιληά Πολυκτορίδη εφέραν λαμπρήν κουλλούρα του λαιμού, στολίδι ζηλεμμένο. 300 όμοια καθείς των Αχαιών λαμπρόν έφερε δώρο.

Κατόπ' η ασύγκριτη γυνή 'ς τ' ανώγια της ανέβη, και η κόραις με τα υπέρλαμπρα τα δώρ' ακολουθούσαν, πάλιν εκείνοι 'ς τον χορό και 'ς το τερπνό τραγούδι γύρισαν, κ' εξεφάντοναν, το εσπέρας ως να φθάση. 305 και ακόμη ως εξεφάντοναν το μαύρο εσπέρας ήλθε. ευθύς τρεις έσταιναν φανούς 'ς το μέγαρο να φέγγουν, κ' έβαλαν ξύλ' ηλιόκαυτα, νεόσχιστα, τριγύρω, δαδιά κατόπιν έσμιγαν κ' εμψύχοναν την φλόγα η δούλαις τότε αραδικώς του αδάμαστου Οδυσσέα. 310 και ο διογενής πολύγνωμος εστράφηκε Οδυσσέας 'ς αυταίς τότε και ωμίλησεν «Ω δούλαις του κυρίου, του Οδυσσέα, 'που καιρούς λείπει μακρυά 'ς τα ξένα, της σεβαστής βασίλισσας πηγαίνετε 'ς το δώμα, και αυτού την ρόκα στρήφετε σιμά της, καθισμέναις 315 'ς το μέγαρον, ή γνέθετε, να χαίρεται κ' εκείνη. και 'ς αυτούς όλους 'που 'ναι δω θα 'μαι αρκετός να φέγγω• και ακόμη αν την καλόθρονην Ηώ θα περιμείνουν, δεν θα δειλιάσ', ότι πολύ τον κόπον υπομένω».

Είπε, και αυταίς εγέλασαν, κ' έβλεπε η μια την άλλη, 320 και άσχημα η καλοπρόσωπη τον ύβρισε Μελάνθω, οπ' ο Δολίος γέννησε, και ανάστησε ως παιδί της η Πηνελόπη και αρεστά παιγνίδια της εδώρει• την Πηνελόπη μ' όλ' αυτά ποσώς δεν συμπονούσε, αλλά με τον Ευρύμαχον έσμιγ' ερωτεμμένη. 325 εκείνη τότε ωνείδισε πικρά τον Οδυσσέα• «Άθλιε ξέν', ανόητος, ξεμυαλισμένος είσαι• εις εργαστήρι χαλκουργού δεν πας να ξενυκτήσης ή και εις χωνάκι, μόν' εδώ μωρολογείς με θάρρος 'ς άνδραις πολλούς ανάμεσα και δεν σε πιάνει φόβος. 330 ή το κρασί σ' εμώρανεν, ή πάντοτ' είναι ο νους σου ως είναι τώρα, και γι' αυτό λόγια πετάς χαμένα. ή επαίρεσ' ότι ενίκησες τον ψωμοζήτην Ίρο; κύττα μην άλλος σηκωθή καλήτερος του Ίρου, και με τα χέρια τ' ανδρικά το καύκαλο σού σπάση, 335 και από το δώμα διώξη σε 'ς το αίμα βουτημένον».

Μ' άγριο βλέμμα ο πολύγνωμος απάντησ' Οδυσσέας• Όλα θα υπάγω να τα ειπώ του Τηλεμάχου, σκύλλα κακόγλωσση, για να 'λθη εδώ τετάρτια να σε κάμη».

Μ' αυτά τα λόγια δείλιασεν εκείνος ταις γυναίκαις• 340 τους κόπηκαν τα ήπατα, 'ς τα δώματα εσκορπίσαν τρέμοντας, ότι επίστευαν πως την αλήθειαν είπε. και 'ς τους φανούς, οπ' έκαιαν, ορθός έμεν' εκείνος να φέγγη, και όλους έβλεπε 'ς το πρόσωπ', αλλ' ο νους του άλλα κινούσ', οπ' άπρακτα κατόπι δεν εμείναν. 345 Αλλ' η Αθηνά δεν άφινε τους ανδρικούς μνηστήραις απ' τους πικρούς ονειδισμούς να παύσουν, όπως κάμη του Οδυσσέα πλειά βαθειά να 'μπη 'ς τα σπλάγχα ο πόνος. κ' επείραζεν ο Ευρύμαχος, το τέκνο του Πολύβου, τον Οδυσσέα πρώτ' αυτός, για να γελούν οι φίλοι• 350 «Προσέξετε, της θαυμαστής βασίλισσας μνηστήρες, να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει. θεόθεν ήλθ' ο άνθρωπος 'ς το δώμα του Οδυσσέα• κύττ', όπως λάμπουν τα δαδιά και η κεφαλή του λάμπει, ότι μεγάλην ή μικρή τρίχα δεν έχει μία». 355

Και αμέσως προς την πορθητήν ωμίλησε Οδυσσέα• «Θα ' θελες, ξένε, αν σ' έπαιρνα, εργάτης μου να γείνης εις κάποιαν άκρην εξοχής, και θα 'χης τον μισθό σου, λίθους να φέρης για φραγμό και δένδρα να φυτεύης• αυτού τροφή θα σου 'διδα ποτέ να μη σου λείπη, 360 και θα 'χες τα ενδύματα και τα υποδήματά σου. αλλά τώρα κακόμαθες, να εργάζεσαι δεν θέλεις, αλλά σ' αρέγει ελεεινά να σέρνεσαι 'ς την πόλι, να βόσκης με την διακονιά την λαίμαργη κοιλία».

Απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας• 365 «Ήθελ' αγώνα, Ευρύμαχε, του κόπου εμείς οι δύο να είχαμε, την άνοιξι, 'που 'ναι μεγάλ' η ημέρα, 'ς την χλόη• να κρατούσα εγώ καλόγυρτο δρεπάνι, παρόμοιο να κρατής εσύ, 'ς το έργο να φανούμε, ως να βραδιάση νηστικοί και να μη λείπ' η χλόη. 370 ή να οδηγήσω αν μ' έβαζαν δυο βώδια πρώτα μόνος, λαμπρά, μεγάλα, και τα δυο χορτάτα εις το γρασίδι, ομήλικα, ισοδύναμα, και αδάμαστα θηρία, και ο σβώλος 'ς το τετράπλεθρο να πέφτη εμπρός 'ς τ' αλέτρι, θα μ' έβλεπες πώς θα 'σχιζα τ' αυλάκι απ' άκρ' εις άκρη. 375 και αν κάπουθε μας σήκονε πολέμου αρχήν ο Δίας σήμερα, κ' είχ' ασπίδα εγώ, και λόγχαις δυο κρατούσα, και ολόχαλκο περίκρανον αρμόδιο 'ς το κεφάλι, μες τους προμάχους θα 'βλεπες εγώ να ορμήσω πρώτος, και πλέον δεν θα ωνείδιζες εμέ για την κοιλία. 380 αλλ' υβριστής είσαι πολύ και άπονος είναι ο νους σου• και οπ' είσαι μέγας άνθρωπος και δυνατός λογιάζεις, ότι συναναστρέφεσαι μ' ολίγους και όχι ανδρείους• αλλ' αν εις την πατρίδα του γυρίσ' ο Οδυσσέας, η πύλαις, αν κ' είναι πλατειαίς, θα στενωθούν εμπρός σου, 385 ενώ μέσ' απ' το πρόθυρο θα πεταχθής 'ς τον δρόμο».

Αυτά' 'πε και ο Ευρύμαχος βαρύτερα εχολώθη, και άγρια κυττώντας είπε του με λόγια πτερωμένα• «Άθλιε, θα πάθης απ' εμέ γι' αυτά 'που λέγεις τώρα 'ς άνδραις πολλούς ανάμεσα και δε σεν πιάνει φόβος. 390 ή το κρασί σ' εμώρανε ή πάντοτ' είναι ο νους σου ως είναι τώρα, και γι' αυτό λόγια πετάς χαμένα. ή επαίρεσ' ότι ενίκησες τον ψωμοζήτην Ίρο;»

Αυτά 'πε, και άδραξε σκαμνί• και τότε από τον φόβο προς του Αμφινόμου εκάθισε τα γόνατ' ο Οδυσσέας• 395 εκτύπησεν ο Ευρύμαχος του κεραστή το χέρι το δεξιό• και, ως έπεσεν, εβόμβησε ο προχύτης, και αυτός βογγώντας έπεσεν ανάσκελα 'ς το χώμα. και 'ς τα ισκιωμένα μέγαρα οι μνηστήρες θορυβήσαν, και απ' αυτούς κάποιος έλεγε κυττώντας τον πλησίον• 400 «Να' χε χαθή 'ς την ερημιά πριν εδώ φθάση ο ξένος• ιδού, πώς μας ετάραξε• τώρα για ψωμοζήταις φιλονεικίαις έχουμε, και της καλής τραπέζης χάθ' η γλυκάδα 'ς το εξής, αφού νικούν τ' αχρεία».

Και ο σεβαστός Τηλέμαχος τότ' είπε μεταξύ τους• 405 «Ελεεινοί, φρενιάζετε• και την καρδιά σας ήδη το φαγοπότι ενίκησε• κάποιος θεός σας σπρώχνει. τώρα, 'που εκαλοφάγετε, 'ς το σπίτι του ο καθένας, αν θέλη, ας πα να κοιμηθή, δεν διώχνω εγώ κανέναν»,

Αυτά 'πε, και όλοι εδάγκασαν τα χείλη τους εκείνοι• 410 θαυμάζαν τον Τηλέμαχον πως θαρρετά 'μιλούσε. και άρχισεν ο Αμφίνομος λαμπρός υιός του Νίσου του Αρητιάδη βασιληά, και ανάμεσόν τους είπε• «Ω φίλοι, οπόταν ειπωθή λόγος ορθός, δεν πρέπει ενάντια να λογομαχή κανείς ή να θυμόνη. 415 τον ξένον μην υβρίζετε μήτε κανέναν άλλον των δούλων εις τα δώματα του θείου Οδυσσέα. αλλ' ας αρχίση ο κεραστής, και άμα η σπονδή τελειώση θα υπάγουμε 'ς τα σπίτια μας να κοιμηθούμεν όλοι. τον ξένον ας αφήσουμε 'ς το δώμα του Οδυσσέα• 420 ικέτην ο Τηλέμαχος τον έχει και ας φροντίζη».

Είπε και ο λόγος αρεστός 'ς όλους αυτούς εφάνη. και ο Μούλιος ήρωας, κήρυκας, Δουλίχιος, του Αμφινόμου θεράποντας, συγκέρασε τότε 'ς αυτούς κρατήρα, και 'ς όλους γύρω εμοίρασε• και αφού των αθανάτων 425 σπόνδισαν, τότε το κρασί, γλυκό 'σαν μέλι, επίναν, και, αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελε η ψυχή τους, κίνησαν προς τα σπίτια τους να κοιμηθή καθένας.

ΤΕΛΟΣ Γ' ΤΟΜΟΥ

