# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29836/index.md

27. Και οι μεν Πελοποννήσιοι επρόκειτο μόλις εξημέρωνε να μεταβούν εις βοήθειαν της Μιλήτου, ο δε στρατηγός των Αθηναίων Φρύνιχος, ο οποίος είχε λάβει εκ Λέρου ειδήσεις θετικάς περί του εχθρικού στόλου, βλέπων ότι οι συνάρχοντες αυτού ήθελαν να περιμείνουν και να ναυμαχήσουν, διεκήρυξεν ότι όχι μόνον αυτός δεν θα έπραττε τούτο, αλλά και θα κατέβαλλε πάσαν προσπάθειαν, διά να μη το πράξουν μήτε αυτός μήτε κανείς οιοσδήποτε. « Αφού δυνάμεθα, έλεγε, να γνωρίσωμεν βραδύτερον τον ακριβή αριθμόν των εχθρικών πλοίων, και να προετοιμάσωμεν ανέτως τα μέσα της υπερασπίσεως, θα ήτο παραφροσύνη να κινδυνεύσωμεν παρασυρόμενοι από ψευδοφιλοτιμίαν· ουδεμία ατιμία προσγίγνεται εις το ναυτικόν των Αθηναίων, εάν υποχωρήση εγκαίρως, ενώ υπό οιανδήποτε έποψιν θα ήτο μεγίστη ατιμία, εάν ενικάτο, διότι η πόλις τότε όχι μόνον θα περιέπιπτεν εις το αίσχος, αλλά και εις τον μέγιστον των κινδύνων· μετά τας προηγηθείσας δυστυχίας μόλις επετρέπετο με δοκιμασμένας δυνάμεις να επιτεθώμεν χωρίς να αναγκασθώμεν εις τούτο, κατά μείζονα λοιπόν λόγον θα ήτο ασυγχώρητον άνευ ανάγκης να ριφθώμεν εις εκουσίους κινδύνους. Συνεβούλευε δε να επιβιβάσουν όσον τάχιστα τους τραυματίας, τον πεζόν στρατόν και το υλικόν, το οποίον είχαν φέρει μεθ' εαυτών, να εγκαταλείψουν όλα τα λάφυρα, όσα έλαβαν εκ της πολεμίας χώρας, διά να ελαφρώσουν ούτω τα πλοία, να πλεύσουν προς την Σάμον, και εκείθεν συναθροίζοντες όλον τον στόλον των να κάμουν εκδρομάς οσάκις θα παρουσιάζετο ευκαιρία. Γενομένης δεκτής της γνώμης ταύτης, τα πάντα εξετελέσθησαν συμφώνως με αυτήν. Όχι μόνον δε τότε, αλλά και μετέπειτα, καθ' όλον το στάδιόν του, ο Φρύνιχος επέδειξε σύνεσιν. Και οι μεν Αθηναίοι την ιδίαν ημέραν, μόλις ενύκτωσεν, αφήνοντες ατελή την νίκην των ανεχώρησαν από της Μιλήτου, και οι Αργείοι, μανιώδεις διά την αποτυχίαν των, απέπλευσαν εκ της Σάμου εις τα ίδια.

28. Οι δε Πελοποννήσιοι σηκώσαντες τας αγκύρας άμα τη αυγή εκ της Τειχιούσσης έφθασαν εις την Μίλητον, όπου έμειναν μίαν ημέραν· κατά δε την επομένην προσλαβόντες και τα Χιακά πλοία, τα μετά του Χαλκιδέως κατά πρώτον συγκαταδιωχθέντα, ηθέλησαν να επιστρέψουν εις την Τειχιούσσαν, διά να λάβουν τα σκεύη, τα οποία είχαν αφήσει εκεί. Μόλις δε έφθασαν, ο Τισσαφέρνης, ο οποίος είχε μεταβή εκεί μετά του πεζού στρατού, τους έπεισε να πλεύσουν κατά της Ιάσου, την οποίαν κατείχεν ο πολέμιος αυτού Αμόργης. Προσέβαλαν λοιπόν αυτήν αιφνιδίως, και, επειδή οι κάτοικοι δεν επερίμεναν να ίδουν ειμή Αττικά πλοία, την εκυρίευσαν· εις την άλωσιν δε ταύτην διεκρίθησαν προ πάντων οι Συρακουσίοι. Συλλαβόντες δε οι Πελοποννήσιοι ζώντα τον νόθον υιόν του Πισσούθνου Αμόργην, ο οποίος είχεν επαναστατήσει κατά του βασιλέως, παρέδοσαν αυτόν εις τον Τισσαφέρνην, διά να τον απαγάγη, εάν ήθελεν, εις τον βασιλέα, συμφώνως με την διαταγήν, την οποίαν είχε λάβει. Ο στρατός έλαβεν άφθονα λάφυρα, διότι η πόλις ήτο καθ' υπερβολήν πλουσία. Παραλαβόντες τους περί τον Αμόργην επικούρους και μη κακοποιήσαντες διόλου κατέταξαν αυτούς εις τον στρατόν των, διότι οι πλείστοι ήσαν Πελοποννήσιοι. Και παραδώσαντες εις τον Τισσαφέρνην και την πόλιν και τους αιχμαλώτους πάντας, είτε δούλους είτε ελευθέρους, συνεφώνησαν να λάβουν παρ' αυτού ένα στατήρα δαρεικόν κατά κεφαλήν, και έπειτα επέστρεψαν εις την Μίλητον. Έστειλαν δε εις Χίον, διά ξηράς μέχρις Ερυθρών μετά των επικούρων του Αμοργού, τον υιόν του Λέοντος Πεδάριτον, ελθόντα εκ Λακεδαίμονος, διά να αναλάβη την διοίκησιν της Χίου· η δε διοίκησις της Μιλήτου ανετέθη εις τον Φίλιππον. Τοιουτοτρόπως ετελείωσε το θέρος.

29. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα ο Τισσαφέρνης, αφού εξησφάλισε την Ίασον, μετέβη εις την Μίλητον, και συμφώνως με την προς τους Λακεδαιμονίους υπόσχεσίν του διένειμε κατά κεφαλήν εις όλα τα πλοία ανά μίαν αττικήν δραχμήν δι' ενός μηνός τροφήν, διά τον επίλοιπον όμως χρόνον δεν ηθέλησε να δώση ειμή τρείς οβολούς (2) μέχρις ου ερωτηθή ο βασιλεύς, και υπέσχετο, εάν τον διέταττε, να δώση ολόκληρον την δραχμήν. Ο Συρακούσιος στρατηγός Ερμοκράτης αντέστη μόνος· διότι ο Θηριμένης, μη ων ναύαρχος, αλλ' απλώς αναλαβών την φροντίδα να κομίση τον στόλον εις τον Αστύοχον, δεν αντέτεινεν εντόνως ως προς το ζήτημα της μισθοδοσίας. Συνεφωνήθη εν τούτοις, ίνα ανά πέντε πλοία δίδηται μικρά ποσότης περιπλέον των τριών οβολών κατά κεφαλήν· τωόντι ο Τισσαφέρνης επλήρωνε τρία τάλαντα κατά μήνα διά πέντε πλοία, και ανάλογόν τι ποσόν διά τα περιπλέον(3).

30. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν εις την Σάμον, λαβόντες εξ Αθηνών και άλλην επικουρίαν εκ τριάκοντα πέντε πλοίων, διοικουμένων υπό του Χαρμίνου, του Στρομβιχίδου και του Ευκτήμονος, και συνενώσαντες μετά των της Χίου όλα τα άλλα πλοία ήθελαν να ρίψουν κλήρον προς τον διπλούν σκοπόν να αποκλείσουν την Μίλητον κατά θάλασσαν και να στείλουν κατά της Χίου ναυτικόν και πεζικόν. Ούτω και έπραξαν· διότι ο μεν Στρομβιχίδης, ο Ονομακλής και ο Ευκτήμων, έχοντες τριάκοντα πλοία και παραλαβόντες εντός των οπλιταγωγών μέρος εκ των εις την Μίλητον ελθόντων χιλίων στρατιωτών, απεφασίσθη υπό του λαχνού να πλεύσουν κατά της Χίου, οι δε άλλοι στρατηγοί μετά πλοίων εβδομήκοντα τεσσάρων έμειναν εις την Σάμον θαλασσοκράτορες και ενεργούντες εκδρομάς εναντίον της Μιλήτου.

31. Ο δε Αστύοχος, ο οποίος ευρίσκετο τότε εις την Χίον, όπου ένεκα της προδοσίας εσύναζεν ομήρους, παρητήθη του μέτρου τούτου, άμα έμαθε την προσεχή άφιξιν του υπό τας διαταγάς του Θηριμένους στόλου και την καλλιτέραν θέσιν των συμμμάχων· λαβών δε τα δέκα πλοία των Πελοποννησίων και δέκα των Χίων ανεχώρησε και προσέβαλε τον Πτελεόν· αλλά μη δυνηθείς να καταστή κύριος αυτού παρέπλευσε μέχρι των Κλαζομενών και διέταξε τους φρονούντας τα των Αθηναίων να μετοικήσουν εις τον Δαφνούντα και να υποταχθούν εις τους Λακεδαιμονίους. Την διαταγήν ταύτην υπεστήριξε και ο Ταμώς, ύπαρχος ων της Ιωνίας. Επειδή όμως εκείνοι δεν υπήκουον, ο Αστύοχος επετέθη εναντίον της πόλεώς των, η οποία ήτο ατείχιστος· και μη δυνηθείς να κυριεύση αυτήν απέπλευσεν, ενώ έπνεε σφοδρός άνεμος, και προσήγγισεν αυτός μεν εις την Φώκαιαν και την Κύμην, τα άλλα δε πλοία ηγκυροδόλησαν εις τας παρακειμένας νήσους των Κλαζομενών, Μαράθουσσαν, Πήλην και Δρύμουσσαν. Κρατηθέντες εις τας νήσους ταύτας υπό των εναντίων ανέμων ημέρας οκτώ διήρπασαν και κατηνάλωσαν εν μέρει όσα οι Κλαζομένιοι είχαν αποθέσει εκεί, τα δε άλλα εισβιβάσαντες εις τα πλοία απέπλευσαν εις την Φώκαιαν και την Κύμην προς τον Αστύοχον.

32. Ενώ δε αυτός ευρίσκετο εκεί, φθάνουν πρέσβεις των Λεσβίων προσφερόμενοι να αποστατήσουν πάλιν και αυτόν μεν πείθουν, αλλά, επειδή οι Κορίνθιοι και οι άλλοι σύμμαχοι δεν έδειξαν την αυτήν προθυμίαν ενθυμούμενοι την προτέραν αποτυχίαν, σηκώσας τας αγκύρας έπλευσε προς την Χίον, όπου τα υπό της τρικυμίας διασπαρέντα πλοία του έφθασαν κατόπιν διαφόρων μερών. Μετά ταύτα ο Πεδάριτος αναχωρήσας διά ξηράς εκ της Μιλήτου διεπεραιώθη από τας Ερυθράς εις την Χίον μετά του στρατεύματος του· είχε δε επίσης μαζί του έως πεντακοσίους άνδρας ενόπλους, προερχομένους εκ των πέντε πλοίων, των αφεθέντων υπό του Χαλκιδέως. Ο Αστύοχος, επί τη υποσχέσει, η οποία εδόθη εις αυτόν υπό τινων Λεσβίων, ότι θα επαναστατήσουν την νήσον εκείνην, παρέστησαν εις τον Πεδάριτον και εις τους Χίους ότι έπρεπε να μεταβούν μετά του στόλου, διά επαναστατήσουν την Λέσβον, και ή θα ηύξαναν τον αριθμόν των συμμάχων ή, εν περιπτώσει αποτυχίας, θα επροξένουν τουλάχιστον βλάβην τινά εις τους Αθηναίους. Αλλά δεν εισηκούσθη, και ο Πεδάριτος μάλιστα είπεν εις αυτόν ότι ουδέ τα πλοία των Χίων δεν θα τω άφηνεν.

33. Ο δε Αστύοχος λαβών τα πέντε πλοία των Κορινθίων, έν των Μεγάρων, έν της Ερμιονίδος και εκείνα τα οποία είχε μαζί του ελθών εκ της Λακωνικής, έπλευσε προς την Μίλητον, διά να λάβη την ναυαρχίαν, απειλήσας τους Χίους και ειπών ότι, εάν ποτε ελάμβαναν ανάγκην συνδρομής, δεν έπρεπε να ελπίζουν εις αυτόν. Προσεγγίσας εις Κώρυκον διενυκτέρευσεν εκεί. Εν τούτοις οι Αθηναίοι, οι οποίοι εκ της Σάμου έπλεαν κατά της Χίου μετά των στρατευμάτων των, δεν εχωρίζοντο από του εχθρού, ειμή υπό του λόφου, όπισθεν του οποίου είχαν αγκυροβολήσει· αλλά δεν έβλεπαν αλλήλους. Διαρκούσης της νυκτός επιστολή εστάλη υπό του Πεδαρίτου, αναγγέλλουσα ότι Ερυθραίοι αιχμάλωτοι εις Σάμον και αφεθέντες επί σκοπώ προδοσίας είχαν φθάσει εις Ερυθράς. Μόλις έλαβε την είδησιν αυτήν ο Αστύοχος έσπευσε να επιστρέψη πάλιν εις Ερυθράς, ώστε ολίγον έλειψε να περιπέση εις τους Αθηναίους. Ο Πεδάριτος ήλθεν ωσαύτως προς αυτόν, και ότε έγιναν ανακρίσεις περί των υποτιθεμένων προδοτών, απεδείχθη ότι η προδοσία εκείνη δεν ήτο άλλο ειμή πρόφασις των αιχμαλώτων τούτων, διά να αποδράσουν εκ της Σάμου· συνεπεία λοιπόν τούτου απήλλαξαν αυτούς από την κατηγορίαν και απέπλευσαν ο μεν Πεδάριτος διά την Χίον, ο δε Αστύοχος, ως αρχικώς είχε σκοπόν, εις την Μίλητον.

34. Εν τούτοις ο στρατός των Αθηναίων, αναχωρήσας εκ του Κωρύκου, περιέπλεεν, ότε συνήντησε πλησίον του Αργίνου, τρία μακρά πλοία των Χίων· άμα δε τα είδεν, ήρχισε να τα καταδιώκη, αλλά, επειδή συνέβη μεγάλη τρικυμία, τα μεν πλοία των Χίων μόλις επρόφθασαν να καταφύγουν εις τον λιμένα, εκ δε των πλοίων των Αθηναίων τρία μεν, τα μάλλον προχωρήσαντα προς καταδίωξιν, απωλέσθησαν και εξώκειλαν πλησίον της πόλεως των Χίων, και εκ των ανδρών αυτών άλλοι συνελήφθησαν και άλλοι εφονεύθησαν, τα δε άλλα κατέφυγαν εις τον κάτωθεν του Μίμαντος λιμένα, τον ονομαζόμενον Φοινικούντα. Εντεύθεν δε ύστερον καθωρμίσθησαν εις την Λέσβον και ήρχισαν τας προετοιμασίας της πολιορκίας.

35. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα, ο Λακεδαιμόνιος Ιπποκράτης, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου με δέκα πλοία των Θουρίων, διοικούμενα υπό του Δωριέως, του Διαγόρου, και δύο άλλων στρατηγών, έν της Λακωνικής και έν των Συρακουσών, και ήλθεν εις Κνίδον, η οποία είχεν ήδη αποστατήσει διά των ενεργειών του Τισσαφέρνους. Οι Πελοποννήσιοι οι ευρισκόμενοι εις την Μίλητον, μαθόντες την άφιξίν του διέταξαν ίνα με το ήμισυ μεν του στόλου φυλάσσεται η Μίλητος, με το άλλο δε ήμισυ μεταβούν εις Τριόπιον, διά να συλλάβουν τα εκ της Αιγύπτου ερχόμενα φορτηγά· είναι δε το Τριόπιον άκρα προέχουσα της Κνιδίας αφιερωμένη εις τον Απόλλωνα. Εις την είδησιν ταύτην οι Αθηναίοι ανεχώρησαν εκ της Σάμου και έβαλαν έξ πλοία εις Τριόπιον να φρουρούν· αλλά τα πληρώματα αυτών διέφυγαν. Οι Αθηναίοι κατέπλευσαν ακολούθως εις την Κνίδον και προσβαλόντες την πόλιν, ατείχιστον ούσαν, παρ' ολίγον να την κυριεύσουν. Την επιούσαν επανέλαβαν την προσβολήν αλλά, επειδή οι κάτοικοι περιεχαρακώθησαν καλλίτερον κατά την νύκτα και ενισχύθησαν υπό των πληρωμάτων των πλοίων του Τριοπίου, οι Αθηναίοι δεν ηδυνήθησαν να τους βλάψουν όσον το πρώτον. Υπεχώρησαν λοιπόν και, αφού ελεηλάτησαν τους αγρούς, απέπλευσαν εις την Σάμον.

36. Κατά την αυτήν δε εποχήν, ότε ο Αστύοχος ήλθεν εις Μίλητον, διά να αναλάβη την ναυαρχίαν, οι Πελοποννήσιοι είχαν ακόμη τα πάντα άφθονα εις το στρατόπεδόν των. Τωόντι τους εδίδετο μισθός αρκετός, οι θησαυροί οι διαρπαγέντες εκ της Ιάσου είχαν εναποταμιευθή υπό των στρατιωτών και οι Μιλήσιοι προθύμως υπέφεραν τα βάρη του πολέμου. Εν τούτοις η πρώτη συνθήκη, η συνομολογηθείσα μεταξύ του Τισσαφέρνους και του Χαλκιδέως, εφαίνετο ανεπαρκής εις τους Πελοποννησίους και ουχί τόσον επωφελής προς αυτούς. Κατά τον καιρόν λοιπόν, κατά τον οποίον ήτο ακόμη ο Θηριμένης εις την Μίλητον, συνωμολόγησαν άλλην συμμαχίαν, την εξής.

37. «Μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων αφ' ενός, και του βασιλέως Δαρείου, των υιών του και του Τισσαφέρνους αφ' έτερου συνωμολογήθη συνθήκη ειρήνης και φιλίας υπό τους ακολούθους όρους: Όλαι αι χώραι και όλαι αι πόλεις, όσαι ανήκουν εις τον βασιλέα Δαρείον ή ανήκαν εις τον πατέρα του ή τους προγόνους του, θα διατελούν απηλλαγμέναι από οιανδήποτε εχθροπραξίαν και βλάβην εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων, μήτε οι Λακεδαιμόνιοι δε μήτε οι σύμμαχοι θα εισπράττουν κανένα φόρον παρά των πόλεων τούτων. Ο βασιλεύς Δαρείος υποχρεούται, καθώς και οι υπήκοοί του, να μη πολεμήση μήτε να βλάψη τους Λακεδαιμονίους ή τους συμμάχους. Εάν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι έχουν ανάγκην της συνδρομής του βασιλέως, ή εάν ο βασιλεύς έχη ανάγκην της συνδρομής των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων. Από ό,τι πράξουν μετά αμοιβαίαν συνεννόησιν θα θεωρηθή ως καλώς έχον. Οι δύο συνάπτοντες την συνθήκην ταύτην υποχρεούνται να εξακολουθήσουν ομού τον πόλεμον κατά των Αθηναίων και των συμμάχων και να καταπαύσουν αυτόν από κοινού. Ο βασιλεύς θα παρέχη την δαπάνην δι' όλον τον στρατόν ο οποίος επί τη αιτήσει του θα ευρίσκετο εις την χώραν του. Εάν πόλις τις εκ των μετά του βασιλέως συμβληθεισών επέλθη εναντίον της χώρας του βασιλέως, οι άλλοι θα αντισταθούν και θα υπερασπίσουν τον βασιλέα δι' όλων των δυνάμεών των. Εάν τις εκ των εις την χώραν του βασιλέως ή εκ των υποταγμένων εις αυτόν πόλεων βαδίση κατά των Λακεδαιμονίων ή των συμμάχων, ο βασιλεύς θα αντισταθή και θα υπερασπίση αυτούς δι' όλων των δυνάμεων του».

38. Μετά τας συνθήκας δε ταύτας ο Θηριμένης παρέδωκε τον στόλον εις τον Αστύοχον και εισελθών εντός κέλητος έφυγεν αμέσως. Οι δε Αθηναίοι, οίτινες ήσαν εις την Λέσβον, μετέβησαν ήδη εις την Χίον μετά του στρατού των και όντες κύριοι της γης και της θαλάσσης ωχύρωσαν το Δελφίνιον, χωρίον ισχυρόν προς το μέρος της ξηράς, έχον λιμένας και όχι πολύ απέχον της των Χίων πόλεως. Οι Χίοι νικηθέντες εις πολλάς προηγουμένας μάχας έμεναν ησυχάζοντες, προ πάντων διότι δεν ήσαν σύμφωνοι μεταξύ των και είχαν υποψίας οι μεν προς τους δε αφ' ότου ο Πεδάριτος εφόνευσε τους μετά Τυδέως του υιού του Ίωνος ως οπαδούς των Αθηναίων και υπέταξε το πλήθος εις σύστημα ολιγαρχικόν· ούτε εαυτούς ούτε τους μετά του Πεδαρίτου επικούρους ενόμιζαν ικανούς να αντισταθούν εις τους εχθρούς. Εν τούτοις έπεμψαν εις την Μίλητον, διά να ζητήσουν επικουρίαν παρά του Αστυόχου· αρνηθέντος δε τούτου, ο Πεδάριτος έγραψεν εις την Λακεδαίμονα εναντίον του ως αδικούντος. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των Αθηναίων εις την Χίον, εις δε την Σάμον ο στόλος των έκαμνεν εκδρομάς εναντίον των εις την Μίλητον σταθμευόντων πλοίων· αλλά, επειδή ταύτα δεν εξήρχοντο εις συνάντησίν του, επανήλθεν εις την Σάμον και ησύχαζεν.

39. Κατά δε τον αυτόν χειμώνα τα εικοσιεπτά πλοία, τα οποία οι Λακεδαιμόνιοι είχαν εξοπλίσει διά τον Φαρνάβαζον, κατά παράκλησιν του Μεγαρέως Καλλιγείτου και του Κυζικηνού Τιμαγόρου, ανεχώρησαν εκ της Πελοποννήσου περί ήλιου τροπάς και έπλευσαν διά την Ιωνίαν έχοντα ως αρχηγόν τον Σπαρτιάτην Αντισθένην. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν επί του αυτού στόλου ένδεκα Σπαρτιάτας, διά να χρησιμεύουν ως σύμβουλοι του Αστυόχου· είς εξ αυτών ήτο ο Λίχας υιός του Αρκεσιλάου. Τους είχαν δε διατάξει να ενασχοληθούν από κοινού, άμα τη αφίξει των εις Μίλητον, εις το να βελτιώσουν τας εκεί υποθέσεις, να πέμψουν, εάν έκρινον κατάλληλον, εις τον Ελλήσποντον προς τον Φαρνάβαζον τα αυτά εκείνα πλοία, είτε όλα, είτε περισσότερα, είτε ολιγώτερα, να υποδείξουν ως άρχοντα τον μετ' αυτών συμπλέοντα Κλέαρχον τον Ραμφίου και να αφαιρούν την ναυαρχίαν, εάν ενόμιζαν πρέπον, από τον Αστύοχον, ίνα αναθέσουν αυτήν εις τον Αντισθένην· διότι μετά τας επιστολάς του Πεδαρίτου οι Λακεδαιμόνιοι είχαν συλλάβει υπονοίας εναντίον του Αστυόχου. Αναχωρήσας ο στόλος ούτος από του Μαλέα και πλεύσας διά του πελάγους προσήγγισεν εις την Μήλον, όπου συνήντησε δέκα πλοία των Αθηναίων, συνέλαβε τρία κενά και τα έκαυσε. Μετά δε τούτο φοβηθείς μήπως τα πλοία των Αθηναίων τα διαφυγόντα εκ της Μήλου αναγγείλουν την προσέγγισίν του εις τους Αθηναίους (όπερ και εγένετο) έπλευσε προς την Κρήτην, προφυλαττόμενος κατά το πλείστον διάστημα του ταξιδιού και εισήλθεν εις τον λιμένα της Καύνου εν Ασία. Εκείθεν νομίζων τον εαυτόν του, ασφαλή έστειλεν αγγελίαν προ τον στόλον της Μιλήτου, διά να τον παραλάβη και τον φέρη εις την Καύνον.

40. Κατά τον αυτόν δε χρόνον οι Χίοι και ο Πεδάριτος, με όλην την κακήν θέλησιν του Αστυόχου, πέμπουσι προς αυτόν απεσταλμένον επί απεσταλμένου, διά να τον παρακαλέσουν να έλθη εις βοήθειάν των μεθ' όλου του στόλου, ενώ ήσαν πολιορκημένοι, και να μη ανέχεται ώστε η μεγίστη των εν τη Ιωνία συμμαχίδων πόλεων να αποκλείεται μεν της θαλάσσης, να λεηλατήται δε κατά ξηράν υπό των ληστειών. Ουδεμία πόλις, πλην της Λακεδαίμονος, είχε τοσούτους δούλους, όσους η Χίος, ένεκα δε του πλήθους αυτών τους ετιμώρουν αυστηρώς οσάκις έπταιον. Διά τούτο, άμα ο στρατός των Αθηναίων εφάνη οριστικώς αποκατασταθείς και περιχαρακωθείς, ηυτομόλησαν οι περισσότεροι προς αυτούς και ένεκα της γνώσεως την οποίαν είχον των μερών διέπραξαν τα πλείστα κακά. Επέμεναν λοιπόν οι Χίοι να τους βοηθήση ο Αστύοχος, ενόσω ήτο ακόμη ελπίς και ήτο δυνατόν να εμποδίσουν τας ημιτελείς εργασίας του Δελφινίου και πριν ή ο εχθρός περιβάλη διά μεγαλειτέρων περιχαρακωμάτων το στρατόπεδον και τα πλοία του. Ο δε Αστύοχος, μολονότι κατά την πρώτην απειλήν δεν είχε διάθεσιν να τους βοηθήση, ηναγκάσθη να το πράξη, άμα είδεν ότι οι σύμμαχοι ήσαν πρόθυμοι να σπεύσουν εις βοήθειαν.

41. Εν τούτω δε τω μεταξύ έφθασεν εκ της Καύνου η αγγελία ότι τα εικοσιεπτά πλοία και οι σύμβουλοι των Λακεδαιμονίων έφθασαν. Ο Αστύοχος κρίνων πάσαν άλλην υπόθεσιν ολιγώτερον σπουδαίαν από το να συνοδεύση τόσα πολλά πλοία, διά να γίνη κύριος της θαλάσσης και να εξασφαλίση την διαπεραίωσιν εις τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήρχοντο διά να επιτηρήσουν την διαγωγήν του, παρητήθη του εις την Χίον πλου και έπλευσε προς την Καύνον. Κατά τον διάπλουν απέβη εις την Κων την Μεροπίδα, η οποία ήτο ατείχιστος και κατεστραμμένη υπό σεισμού, του μεγίστου από όσους ενθυμούμεθα, και ελεηλάτησεν αυτήν, ενώ οι κάτοικοι είχαν φύγει εις τα όρη. Επιδραμών την χώραν ήρπασε τα πάντα, πλην των ελευθέρων ανδρών, τους οποίους απέλυσεν. Εκ δε της Κω φθάσας διά νυκτός εις την Κνίδον ηναγκάσθη υπό των παραινούντων Κνιδίων να μη αποβιβάση τους ναύτας, αλλά, ως είχε, να πλεύση ευθύς εναντίον των είκοσι πλοίων των Αθηναίων, τα οποία έχων ο Χαρμίνος, εις των στρατηγών της Σάμου, παρεμόνευε τα εικοσιεπτά εκείνα πλοία, τα οποία ήρχοντο εκ της Πελοποννήσου και τα οποία ανεζήτει ο Αστύοχος. Οι Αθηναίοι οι όντες εις την Σάμον είχαν μάθει εκ της Μήλου την προσέγγισιν του στόλου εκείνου και ανέθεσαν εις τον Χαρμίνον την φυλακήν των πέριξ της Σύμης, της Χάλκης, της Ρόδου και της Λυκίας· ήδη μάλιστα ούτος είχε μάθει ότι τα εχθρικά πλοία ήσαν εις την Καύνον.

42. Ο Αστύοχος λοιπόν, πριν γίνη γνωστή η πορεία του, έπλευσε προς την Σύμην ελπίζων να συναντήση που τον εχθρικόν στόλον εις το πέλαγος· αλλ' η βροχή και ο νεφελώδης καιρός διεσκόρπισαν τα πλοία του εν τη σκοτία, Κατά την πρωίαν, ενώ ο στόλος του Αστυόχου έπλεεν ατάκτως, του αριστερού κέρατος ευρισκομένου ήδη απέναντι των Αθηναίων, του δε άλλου πλανωμένου ακόμη περί την νήσον, ο Χαρμίνος και οι Αθηναίοι επροχώρησαν με ταχύτητα μετά πλοίων ολιγωτέρων των είκοσι νομίζοντες ότι ο στόλος εκείνος ήτο ο της Καύνου, τον οποίον παρεμόνευαν επιπεσόντες δε αμέσως κατ' αυτού εβύθισαν τρία πλοία και επέφεραν μεγάλας βλάβας εις τα άλλα. Εις τούτο το σημείον ευρίσκετο η ναυμαχία, εφαίνετο δε ούσα υπέρ αυτών, ότε απροσδοκήτως ενεφανίσθη το πλείστον μέρος του πελοποννησιακού στόλου και τους περιεκύκλωσε πανταχόθεν. Τότε οι Αθηναίοι ετράπησαν εις φυγήν, έχασαν έξ πλοία και κατέφυγαν μετά των λοιπών εις την νήσον Τεύτλουσαν και εκείθεν εις Αλικαρνασόν. Οι Πελοποννήσιοι προσωρμίσθησαν ύστερον εις τον λιμένα της Κνίδου, όπου ηνώθησαν μετ' αυτών τα εκ της Καύνου ερχόμενα εικοσιεπτά πλοία· και όλοι ομού έπλευσαν διά να στήσουν τρόπαιον εις την Σύμην, εκ της οποίας έπειτα επέστρεψαν πάλιν εις την Καύνον.

43. Οι δε Αθηναίοι, άμα έμαθαν τα της ναυμαχίας ταύτης, ανεχώρησαν εκ της Σάμου διά την Σύμην μεθ' όλου του στόλου των. Και κατά μεν του ναυτικού του ευρισκομένου εις την Κνίδον ούτε αυτοί επροχώρησαν, καθώς ούτε εκείνο, κατ' αυτών, λαβόντες δε τα εν Σύμη σκεύη προσέβαλαν τα επί της (ασιατικής) ηπείρου Λώρυμα και απέπλευσαν διά την Σάμον. Ήδη όλος ο στόλος, συναθροισμένος εις την Κνίδον, όπου ευρίσκετο τότε ο Τισσαφέρνης, έκαμνε τας απαιτουμένας επισκευάς· οι ένδεκα Λακεδαιμόνιοι διεσκέπτοντο μαζί του περί πάντων των συμβαινόντων, περί παντός ό,τι δεν ήρεσεν εις αυτούς, και περί των μέσων να εξακολουθήσουν τον πόλεμον όσον το δυνατόν καλλίτερον και συμφερώτερον δι' αμφοτέρους. Ο Λίχας προ πάντων λεπτομερώς εξήταζε τα πάντα· έλεγαν ότι ουδεμία συνθήκη συνετάχθη καλώς, ούτε η του Χαλκιδέως ούτε η του Θηριμένους· ότι θα ήτο φοβερόν να έχη την αξίωσιν ο βασιλεύς να κατέχη ακόμη και τώρα τας αυτάς χώρας, επί των οποίων άλλοτε αυτός ή οι πρόγονοι του ήρχον (τωόντι εις τας συνθήκας ταύτας όλαι αι νήσοι, η Θεσσαλία, οι Λοκροί και αι της Βοιωτίας χώραι ώφειλον να υποταγώσι πάλιν εις αυτόν), και ότι αντί της ελευθερίας οι Λακεδαιμόνιοι θα επέβαλλον εις τους Έλληνας τον Μηδικόν ζυγόν. Εζήτησε λοιπόν να συντάξουν καλλιτέραν συνθήκην λέγων ότι η υπάρχουσα δεν θα εγίνετο δεκτή και ότι υπό τοιούτους όρους δεν ήθελαν κανέν σιτηρέσιον. Και ο μεν Τισσαφέρνης αγανακτών απεχωρίσθη απ' αυτών μετ' οργής και άπρακτος.

44. Οι δε Λακεδαιμόνιοι σκοπόν είχαν να πλεύσουν εις την Ρόδον, της οποίας οι εξέχοντες (πρόκριτοι) κάτοικοι τοις είχον πέμψει κήρυκας· ήλπιζαν να προσελκύσωσι με το μέρος των την νήσον ταύτην, την οποίαν καθίστα σπουδαίαν ο μέγας αριθμός των ναυτικών και των πεζών στρατιωτών της. Ήλπιζαν άλλως με τους συμμάχους, τους οποίους είχον τότε, να δυνηθούν αυτοί μόνοι να συντηρήσουν τον στόλον, χωρίς να ζητήσουν χρήματα παρά του Τισσαφέρνους. Αναχωρήσαντες λοιπόν αμέσως εκ της Κνίδου κατά τον αυτόν χειμώνα προσήγγισαν πρώτον εις Κάμειρον της Ροδίας μετά πλοίων ενενήκοντα τεσσάρων και εφόβησαν τον λαόν, ο οποίος, μη γνωρίζων τα διατρέχοντα, έφυγε διότι η πόλις ήτο ατείχιστος. Έπειτα οι Λακεδαιμόνιοι συνεκάλεσαν τους κατοίκους αυτής και τους Ροδίους των δύο άλλων πόλεων, της Λίνδου και της Ιηλυσού, και έπεισαν αυτούς να επαναστατήσουν κατά των Αθηναίων. Και τοιουτοτρόπως η Ρόδος συνετάχθη με τους Πελοποννησίους. Οι δε Αθηναίοι κατά τον αυτόν χρόνον, πληροφορηθέντες περί του σχεδίου τούτου, διά να εμποδίσουν την εκτέλεσιν αυτού, ανεχώρησαν μετά του στόλου, όπου ήτο εις την Σάμον, και εφάνησαν εις τα πέλαγος· αλλ' ήτο πλέον αργά, και διά τούτο έπλευσαν πρώτον μεν εις την Χάλκην, έπειτα δε εις την Σάμον. Ακολούθως επέδραμον κατά της Ρόδου αναχωρούντες εκ της Χάλκης, εκ της Κω και εκ της Σάμου. Οι δε Πελοποννήσιοι σενέλεξαν παρά των Ροδίων αναγκαστικήν χρηματικήν συνεισφοράν εκ τριάκοντα ταλάντων, έσυραν τα πλοία των εις την ξηράν και έμειναν ησυχάζοντες επί ημέρας ογδοήκοντα.

