# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29836/index.md

49. Ο μεν Νικίας επέμενεν εις τους ισχυρισμούς τούτους, διότι εγνώριζεν ακριβώς τα εν Συρακούσαις, την αμήχανον οικονομικήν των κατάστασιν και ότι υπήρχεν αυτόθι μία μερίς, η οποία θέλουσα να περιέλθη η εξουσία εις τους Αθηναίους τον παρεκίνει διά κηρύκων να μη λύση την πολιορκίαν· άλλως, εν περιπτώσει αποτυχίας, είχε πεποίθησιν εις τον στόλον πλειοτέραν παρά πρότερον. Αλλ' ο Δημοσθένης ουδ' επ' ελάχιστον παρεδέχετο την ιδέαν να εξακολουθήσουν την πολιορκίαν· εάν δεν ηδύναντο να απαγάγουν τον στρατόν άνευ ψηφίσματος των Αθηναίων, έλεγε, και αν έπρεπε να χρονοτριβούν, ήτο ανάγκη προς τούτο να εγείρουν το στρατόπεδον και να μεταβούν ή εις την Θάψον ή εις την Κατάνην, όπου θα ηδύναντο να τρέφωνται διατρέχοντες την χώραν εις πολλά μέρη με το πεζικόν, και να βλάπτουν τον εχθρόν λεηλατούντες τους αγρούς· τότε ο στόλος θα εναυμάχει όχι εις το στενόν, τούθ' όπερ ήτο υπέρ των Συρακουσίων, αλλ' εις το πέλαγος, όπου η εμπειρία των ήθελε τους ωφελήσει και όπου θα ηδύναντο να αποσύρωνται και να επιτίθενται χωρίς να απομακρύνωνται της παραλίας ουδέ να πλησιάζουν εις αυτήν, ως έπρατταν εις διάστημα στενόν και περιωρισμένον. Εν συνόλω είπεν ότι ουδόλως συγκατετίθετο να μείνουν ακόμη εις τον αυτόν τόπον και ότι έπρεπε να αναχωρήσουν όσον τάχιστα και άνευ αναβολής. Ο Ευρυμέδων συνεμερίσθη την γνώμην ταύτην· αλλ' επειδή αντέλεγεν ο Νικίας, προέκυψεν εκ τούτον κάποια χαλαρότης και βραδύτης, και ενόμιζαν επίσης ότι ο Νικίας, επιμένων ούτως εις την γνώμην του, είχε καλλιτέρας των άλλων πληροφορίας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησίν των και έμειναν εις την αυτήν θέσιν.

50. Εν τούτοις ο Γύλιππος και ο Σικανός επέστρεψαν εις τας Συρακούσας, ο μεν Σικανός αποτυχών εις τον Ακράγαντα διότι, ενώ ακόμη ευρίσκετο εις την Γέλαν, η φιλικώς προς τους Συρακουσίους διακειμένη μερίς είχεν εξορισθή), ο δε Γύλιππος φέρων μεθ' εαυτού και άλλον στρατόν εκ της Σικελίας και τους εν αρχή της ανοίξεως σταλέντας διά των φορτηγών πλοίων Πελοποννησίους στρατιώτας, οι οποίοι από της Λιβύης είχαν φθάσει εις τον Σελινούντα. Ριφθέντες ούτοι υπό της τρικυμίας εις τας ακτάς της Λιβύης, έλαβαν παρά των Κυρηναίων δύο πολεμικά πλοία και οδηγούς του πλου, και αφού κατά τον παράπλουν εβοήθησαν τους Ευεσπερίτας πολιορκουμένους υπό των Λιβύων και ενίκησαν τους τελευταίους τούτους, έφθασαν ακτοπλοούντες μέχρι της Νεαπόλεως (εμπορικού σταθμού των Καρχηδονίων), εκ της οποίας η Σικελία απέχει δύο μόνον ημέρας και μίαν νύκτα· από της Νεαπόλεως δε μετέβησαν εις τον Σελινούντα. Και οι μεν Συρακούσιοι, άμα εκείνοι έφθασαν, παρεσκευάσθηραν να επιτεθούν εκ νέου κατά των Αθηναίων διά ξηράς και διά θαλάσσης· οι δε στρατηγοί των Αθηναίων βλέποντες ότι οι μεν εχθροί ενισχύθησαν και δι' άλλων επικουριών, αι δε ιδικαί των υποθέσεις, αντί να καλυτερεύουν, εξ εναντίας εχειροτέρευαν καθ' ημέραν υπό πάσας τας επόψεις και ότι η ασθένεια προ πάντων εμάστιζε τον στρατόν, μετεμελούντο, διότι δεν είχαν αναχωρήσει ταχύτερον· επειδή δε ο Νικίας δεν επέμενε πλέον ανθιστάμενος, αλλ' εζήτει μόνον να μη γίνωνται φανεραί αι διασκέψεις, εγνωστοποίησαν εις όλους τους στρατιώτας, όσον το δυνατόν μάλλον κρυφίως, να εγείρουν το στρατόπεδον, διά να εισέλθουν εις τα πλοία, και να είναι έτοιμοι εις το πρώτον σημείον. Ότε όμως τα πάντα ητοιμάσθησαν και έμελλαν να αποπλεύσουν, αίφνης έγινεν έκλειψις σελήνης· ήτο δε πανσέληνος. Οι πλείστοι των Αθηναίων εξέλαβαν τούτο ως κακόν οιωνόν και εζήτησαν από τους στρατηγούς να αναβάλουν τον απόπλουν· ο Νικίας, ο οποίος απέδιδεν υπερβάλλουσαν σπουδαιότητα εις τους οιωνούς και τα τοιαύτα φαινόμενα, είπεν ότι δεν απεφάσιζε πλέον την αναχώρησιν, εάν δεν παρέλθουν τρις εννέα ημέραι. Και οι μεν Αθηναίοι ανέβαλαν ένεκα τούτου την αναχώρησίν των.

51. Μαθόντες δε οι Συρακούσιοι τα συμβαίνοντα επρόσεχαν ακόμη περισσότερον εις το να μη δώσουν ανάπαυσιν εις τους Αθηναίους, αφού ούτοι ωμολόγησαν πλέον την κατά ξηράν και θάλασσαν αδυναμίαν των, διότι άλλως δεν ήθελαν σκεφθή να αναχωρήσουν. Όπως εμποδίσουν δε οι Συρακούσιοι τον εχθρόν να αποκατασταθή εις άλλο μέρος της Σικελίας, όπου θα καθίστατο δυσκολώτερον να τον προσβάλουν, απεφάσισαν να τον αναγκάσουν εις ναυμαχίαν ως τάχιστα, εντός του λιμένος και εις θέσιν, η οποία να είναι συμφέρουσα εις αυτούς. Εισήλθαν λοιπόν εις τα πλοία των και εξησκήθησαν τόσας ημέρας, όσας ενόμισαν ότι ήσαν ικαναί. Έπειτα, κατά την παραμονήν της ορισθείσης διά την μάχην ημέρας, προσέβαλαν τα τείχη των Αθηναίων. Ότε δε εξήλθεν εις συνάντησίν των διά τινων πυλών έν απόσπασμα εξ οπλιτών και ιππέων, οι Συρακούσιοι περιεκύκλωσάν τινας των οπλιτών, τους έτρεψαν εις φυγήν και κατεδίωξαν αυτούς. Επειδή δε το πέρασμα ήτο στενόν, οι Αθηναίοι απώλεσαν εβδομήκοντα ίππους και ολίγους οπλίτας.

52. Και κατ' εκείνην μεν την ημέραν ο στρατός των Συρακουσίων απεχώρησε, κατά την επομένην δε εξήγαγον εβδομήκοντα έξ πλοία και συγχρόνως ο πεζός στρατός επροχώρησε κατά των τειχών των Αθηναίων. Ούτοι επροχώρησαν με ογδοήκοντα έξ πλοία και ήρχισαν ναυμαχούντες. Ο δε Ευρυμέδων, ο οποίος ωδήγει το δεξιόν κέρας των Αθηναίων, ηθέλησε να περικυκλώση τον εχθρικόν στόλον· αλλ' ο χειρισμός ούτος τον παρέσυρε πολύ πλησίον της παραλίας. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού ενίκησαν το κέντρον των Αθηναίων, εχώρισαν τον Ευρυμέδοντα από του επίλοιπου στόλου, τον ώθησαν εις κοίλωμά τι του λιμένος, κατέστρεψαν το πλοίόν του καθώς και όσα τον είχον ακολουθήσει, και τον εφόνευσαν· έπειτα δε κατεδίωξαν όλον τον στόλον των Αθηναίων και τον έσπρωξαν προς την ξηράν.

53. Ο δε Γύλιππος βλέπων τας ναυς των πολεμίων νικωμένας και καταστρεφομένας έξω των χαρακωμάτων και του στρατοπέδου αυτού ηθέλησε να εξολοθρεύση τους εις την ξηράν αποβαίνοντας και να ευκολύνη εις τους Συρακουσίους την ανέλκυσιν των πλοίων καταλαμβάνων την παραλίαν. Επροχώρησε λοιπόν κατά μήκος της ακτής έχων μέρος τι του στρατού· αλλ' οι Τυρρηνοί, οίτινες εφύλατταν εις το μέρος τούτο, βλέποντες τους εχθρούς πλησιάζοντας ατάκτως, επροχώρησαν και επιπεσόντες εναντίον των πρώτων τους έτρεψαν εις φυγήν και τους έρριψαν εις την λίμνην την καλουμένην Λυσιμέλειαν. Κατόπιν δε, επειδή προσήλθον πολλοί Συρακούσιοι και σύμμαχοι, οι Αθηναίοι έτρεξαν εις βοήθειαν, και φοβούμενοι διά τα πλοία των ήρχισαν να πολεμούν με τους εχθρούς· και νικήσαντες κατεδίωξαν αυτούς, εφόνευσαν πολλούς στρατιώτας, έσωσαν τα πλείστα των πλοίων των και τα συνήθροισαν πλησίον του στρατοπέδου. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι συνέλαβαν δεκαοκτώ πλοία και εφόνευσαν όλα τα πληρώματα αυτών· διά να καύσουν δε τον επίλοιπον στόλον, γεμίσαντες με κληματίδας και με δάδα ολκάδα παλαιάν (έπνεε δε ο άνεμος ούριος επί τους Αθηναίους) την ώθησαν αφού πρώτον έθεσαν εις αυτήν πυρ. Φοβηθέντες δε οι Αθηναίοι διά τα πλοία των μετεχειρίσθησαν πολλά μέσα διά να αποφύγουν το πυρπολικόν· σβέσαντες δε την φλόγα και απομακρύναντες την ολκάδα, απηλλάγησαν του κινδύνου.

54. Μετά ταύτα δε οι Συρακούσιοι έστησαν τρόπαιον διά την ναυμαχίαν και διά την περικύκλωσιν των στρατιωτών προ των τειχών των Αθηναίων, όπου ωσαύτως συνέλαβαν και τους ίππους. Έστησαν δε και οι Αθηναίοι τρόπαιον, επειδή οι Τυρρηνοί ώθησαν τους πεζούς εις την λίμνην και επειδή αυτοί ούτοι μετά του επιλοίπου στρατού τους έτρεφαν εις φυγήν.

55. Μετά δε την λαμπράν ταύτην νίκην του ναυτικού των Συρακκουσίων, οι οποίοι πρότερον εφοβούντο τον μετά του Δημοσθένους ελθόντα στόλον, οι Αθηναίοι απεθαρρύνθησαν εντελώς. Η διάψευσις των ελπίδων των υπήρξε μεγάλη, πολύ δε μεγαλυτέρα η μεταμέλεια ότι επεχείρησαν την εκστρατείαν εκείνην. Τωόντι μεταξύ των πόλεων, κατά των οποίων είχαν επιτεθή μέχρι τότε, αι της Σικελίας ήσαν αι μόναι, πού είχαν ήθη όμοια με τα ιδικά των, αι οποίαι εκυβερνώντο δημοκρατικώς ως αυτοί, και που είχαν πλοία, ίππους και κατοίκους πολλούς. Μη δυνηθέντες να τας διαιρέσουν και να τας ελκύσουν με το μέρος των, μη έχοντες πολεμικάς παρασκευάς ανωτέρας αυτών, περιπίπτοντες αδιακόπως από σφάλματος εις σφάλμα, προ πολλού περιήλθαν εις δυσχερή θέσιν· ότε όμως ενικήθησαν και κατά θάλασσαν, το οποίον δεν ηδύναντο να φαντασθούν, τότε η αθυμία των περισσότερον ηύξησεν.

56. Από της στιγμής δ' εκείνης οι Συρακούσιοι διέτρεχαν τον λιμένα αφόβως· διενοούντο μάλιστα να κλείσουν την είσοδον αυτού, ίνα οι Αθηναίοι, και αν ήθελαν, μη δυνηθούν να εξέλθουν κρυφίως· οι Συρακούσιοι δεν είχαν πλέον φροντίδα τόσον περί της ιδίας των σωτηρίας, όσον να εμποδίσουν την των πολεμίων, νομίζοντες, το οποίον ήτο και αληθές, ότι εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, είχαν μεγάλην υπεροχήν επί των Αθηναίων, και ότι, εάν κατώρθουν να νικήσουν αυτούς και τους συμμάχους των κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, το ανδραγάθημα τούτο θα τους εδόξαζε μεταξύ των Ελλήνων, εκ των οποίων οι μεν θα ηλευθερούντο αμέσως, οι δε θα απέβαλλον κάθε φόβον, διότι αι υπολειπόμεναι δυνάμεις των Αθηναίων δεν θα ήρκουν να υποστούν τον πόλεμον, τον οποίον θα ενήργουν εναντίον αυτών, ενώ οι Συρακούσιοι, θεωρούμενοι ως αίτιοι του ανδραγαθήματος τούτου, θα εθαυμάζοντο και υπό των συγχρόνων και υπό των επερχομένων γενεών. Βεβαίως ο αγών ήτο λίαν ένδοξος υπό την έποψιν ταύτην και προς τούτοις διότι εθριάμβευαν όχι μόνον κατά των Αθηναίων, αλλά και κατά πολλών άλλων συμμάχων των Αθηνών· άλλως τε δε και, μολονότι η νίκη ήτο κοινή μετά των συμμάχων, συνεμερίζετο όμως τώρα την ηγεμονίαν μετά των Κορινθίων και των Λακεδαιμονίων· η πόλις των είχεν εκτεθή πρώτη εις τους κινδύνους και το ναυτικόν των είχε κάμει μεγάλας προόδους. Ουδέποτε έγινεν εις μίαν πόλιν τόσων εθνών συρροή, εκτός της γενικής συναθροίσεως εκείνων, όσοι κατά τον παρόντα πόλεμον μετέσχον είτε υπέρ των Αθηναίων είτε υπέρ των Λακεδαιμονίων.

57. Ιδού δε η απαρίθμησις των λαών, όσοι εκατέρωθεν επολέμησαν υπέρ ή κατά της Σικελίας, οι μεν διά να μετάσχουν εις την κατάκτησιν αυτής, οι δε διά να συντελέσουν εις την σωτηρίαν της· οι λαοί δε ούτοι εβοήθησαν αλλήλους ουχί τόσον δικαιώματι συμμαχίας ή συγγενείας, όσον ένεκα των περιστάσεων, εις τας οποίας καθένας ευρίσκετο είτε εκ συμφέροντος είτε εξ ανάγκης. Οι Αθηναίοι, καταγωγής Ιωνικής όντες, ήλθαν εκουσίως να προσβάλουν τους Συρακουσίους, όντας Δωριείς. Οι Λήμνιοι, οι Ίμβριοι και οι Αιγινήται, οι οποίοι τότε είχαν την Αίγιναν, ηνώθησαν με τους Αθηναίους, των οποίων είχαν διατηρήσει την γλώσσαν και τα ήθη· μετ' αυτών ήλθαν οι Εστιαιείς, οι κατοικούντες την εν Εύβοια Εστίαιαν και άποικοι όντες των Αθηναίων. Μεταξύ των άλλων λαών, οι οποίοι μετέσχον της εκστρατείας ταύτης των Αθηναίων, οι μεν ήσαν υπήκοοι αυτών, οι δε σύμμαχοι ανεξάρτητοι· υπήρχαν επίσης και μισθοφόροι. Μεταξύ των υπηκόων και φόρου υποτελών ήσαν εκ μεν της Ευβοίας οι Ερετριείς, οι Χαλκιδείς, οι Στυρείς και οι Καρύστιοι, εκ δε των νήσων οι Κείοι, οι ’νδριοι και οι Τήνιοι, εκ δε της Ιωνίας οι Μιλήσιοι, οι Σάμιοι και οι Χίοι. Εκ τούτων οι Χίοι, μη όντες φόρου υποτελείς, έδωκαν πλοία και συνηκολούθησαν ελευθέρως, τοσούτω μάλλον, όσω όλοι ήσαν Ίωνες ή άποικοι των Αθηναίων, πλην των Καρυστίων, οι οποίοι είναι Δρύοπες. Μολονότι υπήκοοι και ηναγκασμένοι να συνεκστρατύυσουν, εν τούτοις ηκολούθουν ως Ίωνες εναντίον Δωριέων. Εκτός τούτων υπήρχαν και Αιολείς, μεταξύ των οποίων οι Μηθυμναίοι ήσαν ηναγκασμένοι να δίδουν πλοία και όχι φόρον, ενώ οι Τενέδιοι και οι Αίνιοι ήσαν φόρου υποτελείς. Ούτοι δε κατ' ανάγκην επολέμουν τους Βοιωτούς συμμάχους των Συρακουσών, αν και ήσαν Αιολείς ως αυτοί και ιδρυταί των. Οι Πλαταιείς, μολονότι Βοιωτοί, μόνοι κατά δίκαιον μίσος επολέμουν εναντίον των άλλων Βοιωτών. Οι Ρόδιοι και οι Κυθήριοι αμφότεροι είναι Δωριείς· οι μεν Κυθήριοι, άποικοι όντες των Λακεδαιμονίων έφεραν όπλα μετά των Αθηναίων και κατά των Λακεδαιμονίων του Γυλίππου· οι δε Ρόδιοι, το γένος Αργείοι, ηναγκάσθησαν να πολεμήσουν εναντίον των Συρακουσίων, οι οποίοι ήσαν Δωριείς, και κατά των Γελώων, οι οποίοι ήσαν άποικοι των και συνεπολέμουν με τους Συρακουσίους. Μεταξύ των περί την Πελοπόννησον νησιωτών οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι ήσαν μεν αυτόνομοι, αλλ' ως νησιώται ηναγκάσθησαν να ακολουθήσουν τους θαλασσοκρατούντας Αθηναίους· οι δε Κερκυραίοι όχι μόνον Δωριείς, αλλά και καταγωγής Κορινθιακής, συνεξεστράτευσαν εναντίον των Κορινθίων και των Συρακουσίων, των μεν άποικοι όντες, των δε συγγενείς, προφασιζόμενοι μεν την ανάγκην, πράγματι όμως μισούντες τους Κορινθίους. Οι Μεσσήνιοι, οι σήμερον ονομαζόμενοι της Ναυπάκτου και οι της τότε υπό των Αθηναίων κατεχομένης Πύλου συμπεριλήφθησαν εις τον πόλεμον· υπήρχαν επίσης καί τινες εξόριστοι Μεγαρείς, που ευρίσκοντο εις την λυπηράν ανάγκην να πολεμούν τους Σελινουντίους, οι οποίοι κατήγοντο εκ Μεγάρων. Εκ μέρους των άλλων λαών η εκστρατεία έγινε μάλλον εξ ελευθέρας θελήσεως· διότι οι μεν Αργείοι, Δωριείς όντες, ηκολούθησαν τους Ίωνας Αθηναίους εναντίον Δωριέων όχι ίσως ένεκα της μετά των Αθηναίων συμμαχίας των, αλλ' ένεκα του κατά των Λακεδαιμονίων μίσους των και χάριν ιδίας ωφελείας έκαστος, οι δε Μαντινείς και άλλοι μισθοφόροι Αρκάδες, συνηθισμένοι να πολεμούν πάντοτε κατ' εκείνων, τους οποίους υπεδείκνυαν εις αυτούς ως εχθρούς, ευρίσκοντο απέναντι των συμπατριωτών των ληφθέντων επί μισθώ παρά των Κορινθίων και εθεώρουν αυτούς ως εχθρούς· οι Αθηναίοι είχαν επίσης Κρήτας και Αιτωλούς μισθωτούς. Συνέπεσε δε οι Κρήτες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την Γέλαν μετά των Ροδίων, να έλθουν ουχί προς βοήθειαν των αποίκων, αλλ' εναντίον αυτών, ακουσίως και μετά μισθού. Ακαρνάνές τινες εστρατολογήθησαν επίσης είτε υπό ελπίδος κέρδους, είτε προ πάντων ένεκα φιλίας προς τον Δημοσθένην και ευνοίας προς τους συμμάχους των Αθηναίους. Όλοι ούτοι οι λαοί ορίζονται υπό του Ιονίου κόλπου. Μεταξύ δε των Ιταλιωτών οι Θούριοι και οι Μεταπόντιοι ηναγκάσθησαν ένεκα των εμφυλίων ερίδων των να ενωθούν με τους Αθηναίους, καθώς και μεταξύ των Σικελιωτών οι Νάξιοι και οι Καταναίοι· εκ των βαρβάρων δε οι Αθηναίοι είχαν με το μέρος των τους Εγεσταίους, οι οποίοι τους είχαν προσκαλέσει εις την Σικελίαν, καθώς και το πλείστον μέρος των Σικελών· εκ των λαών των έξω της Σικελίας οι Αθηναίοι είχαν παραλάβει Τυρρηνούς τινας εχθρικώς διακειμένους προς τους Συρακουσίους και Ιάπυγας μισθοφόρους. Τόσα ήσαν τα έθνη, όσα συνεξεστράτευσαν μετά των Αθηναίων.

58. Τους δε Συρακουσίους εκ του αντιθέτου μέρους εβοήθησαν οι Καμαριναίοι, γείτονες όντες, και οι απώτερον κατοικούντες Γελώοι· οι Ακραγαντίνοι έμειναν ουδέτεροι· αλλ' οι Σελινούντιοι οι ακόμη μάλλον απωτέρω εγκατεστημένοι, προς το μέρος της Σικελίας το εστραμμένον προς την Λιβύην, ηνώθησαν μετ' αυτών, καθώς και οι Ιμεραίοι, οι μόνοι Έλληνες, πού κατοικούν εις το μέρος της νήσου το κείμενον προς την Τυρρηνικήν θάλασσαν· ούτοι δε ήσαν οι μόνοι, οι οποίοι εκ του μέρους τούτου εβοήθησαν τους Συρακουσίους. Ταύτα είναι τα ελληνικά έθνη, Δωριείς και αυτόνομοι, όσα συνεμάχησαν με τους Συρακουσίους· μεταξύ δε των βαρβάρων δεν είχαν άλλους βοηθούς ειμή εκείνους εκ των Σικελών, όσοι δεν ηνώθησαν με τους Αθηναίους. Εκ των έξω της Σικελίας Ελλήνων οι μεν Λακεδαιμόνιοι έδωκαν στρατηγόν Σπαρτιάτην, νεοδαμώδεις (νεοδαμώδης δε δηλοί απελεύθερον) και είλωτας, οι δε Κορίνθιοι μόνοι ήλθαν μετά στρατού πεζού και πλοίων, οι δε Λευκάδιοι και οι Αμπρακιώται ένεκα συγγενείας εκ δε της Αρκαδίας απεστάλησαν υπό των Κορινθίων μισθοφόροι, και οι Σικυώνιοι εξεστράτευσαν αναγκασθέντες· τέλος έξωθεν της Πελοποννήσου ήλθαν Βοιωτοί. Σχετικώς προς όλα ταύτα τα στρατεύματα τα ελθόντα έξωθεν, οι Σικελιώται έδωκαν το όλον αριθμόν πολύ ανώτερον ένεκα του μεγέθους των πόλεων των, διότι συνήθροισαν πολλούς στρατιώτας, πλοία, ίππους και άπειρον πλήθος. Πάλιν όμως οι Συρακούσιοι, αυτοί μόνοι ούτως ειπείν συνεισέφεραν πλειότερον παρ' όλοι οι Σικελιώται, είτε διά το μέγεθος της πόλεως των είτε διότι ευρίσκοντο αυτοί εις τον μεγαλύτερον κίνδυνον. Και αι μεν συλλεγείσαι επικουρίαι εκατέρων τοσαύται ήσαν. Κατ' εκείνην δε την εποχήν ήσαν πλήρεις, και έκτοτε ουδεμία αύξησις έγινεν.

59. Οι Συρακούσιοι λοιπόν και οι σύμμαχοί των εσκέφθησαν ευλόγως ότι θα ήτο δι' αυτούς ένδοξον κατόρθωμα, μετά την ναυτικήν νίκην, να αιχμαλωτίσουν επί πλέον όλον τον πολυάριθμον στρατόν των Αθηναίων και να μη τον αφήσουν να διαφύγη ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης. Έκλεισαν λοιπόν ευθύς τον μέγαν λιμένα, το στόμιον του οποίου ήτο οκτώ περίπου σταδίων, διά τριήρων πλαγίως τοποθετηθεισών, διά πλοιαρίων και ακατίων προσηλωμένων υπό αγκυρών, συνεπλήρωσαν τας άλλας προετοιμασίας διά την περίπτωσιν, πού οι Αθηναίοι θα απετόλμων νέαν ναυμαχίαν, και ουδέν άλλο εσκέπτοντο ή μεγάλα.

60. Οι δε Αθηναίοι, βλέποντες ότι τους έκλειαν και μαντεύοντες την σκέψιν των Συρακουσίων, έκριναν ότι έπρεπε και αυτοί να σκεφθούν περί του πρακτέου. Συνήλθαν λοιπόν οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι, όπως διασκεφθούν περί της παρούσης αμηχάνου καταστάσεώς των· τα τρόφιμα είχαν εξαντληθή, διότι, αφ' ότου απεφάσισαν να εκπλεύσουν, παρήγγειλαν εις την Κατάνην να διακοπούν αι αποστολαί· δεν ηδύναντο δε πλέον να ελπίζουν τοιαύτα, εάν δεν επετύγχαναν νίκην τινά κατά θάλασσαν. Απεφάσισαν λοιπόν να εγκαταλίπουν τα ανώτερα τείχη των, να καταλάβουν πλησίον αυτών των πλοίων των χώρον γης όσον το δυνατόν ελάχιστον, τον οποίον να περιτειχίσουν, και να αποθέσουν εν αυτώ τα σκεύη και τους ασθενείς· αφού δε αφήσουν εκεί φρουρούς, να εισβιβάσουν όλον τον άλλον πεζόν στρατόν εις τα πλοία τα εν καλή καταστάσει ευρισκόμενα και τα ολιγώτερον εύχρηστα, και να επιχειρήσουν ναυμαχίαν, και, εάν μεν νικήσουν, να μεταβούν εις την Κατάνην, εάν δε νικηθούν, να πυρπολήσουν τον στόλον και να υποχωρήσουν διά ξηράς εν τάξει εις την πρώτην φιλικήν θέσιν, βαρβαρικήν ή ελληνικήν, την οποίαν θα ηδύναντο να καταλάβουν. Και οι μεν Αθηναίοι όσα απεφάσισαν, ταύτα και έπραξαν· διότι και εκ των άνω, τειχών κατέβησαν και τα πλοία όλα επλήρωσαν αναγκάσαντες να εισέλθουν εις αυτά όσοι ήσαν αξιόμαχοι. Και ούτω συνεπληρώθησαν εκατόν δέκα πλοία το όλον εισεβίβασαν δε εις αυτά ακοντιστάς και τοξότας εκ των Ακαρνάνων και εξ άλλων ξένων, και τέλος επρονόησαν περί όλων των άλλων, όσα απητούντο διά την κρίσιμον εκείνην περίστασιν και διά τον σκοπόν, τον οποίον επεδίωκαν. Ο δε Νικίας, ενώ όλα σχεδόν ήσαν έτοιμα, βλέπων τους στρατιώτας αποθαρρημένους διά το μέγεθος της ήττης, την οποίαν παρά το σύνηθες έπαθαν κατά θάλασσαν, και εν τούτοις απόφασιν έχοντας, ένεκα της ελλείψεως των εφοδίων, να διακινδυνεύσουν όσον τάχιστα, τους συνεκάλεσεν όλους και τους ενεθάρρυνε κατά πρώτον λέγων ταύτα:

61. «Στρατιώται Αθηναίοι και σύμμαχοι, ο μεν αγών, ο μέλλων, θα είναι κοινός εις όλους ομοίως· διά σας και διά τους εχθρούς πρόκειται περί σωτηρίας και περί πατρίδος· διότι, εάν νικήσωμεν σήμερον κατά θάλασσαν, θα δυνηθή έκαστος να επανίδη την γενέθλιον πόλιν του. Δεν πρέπει δε ούτε να αθυμήσετε ούτε να πάθετε ό,τι παθαίνουν οι απειρότατοι των ανθρώπων, οι οποίοι νικηθέντες εις τους πρώτους αγώνας νομίζουν ότι και εις το μέλλον πάντοτε ως και πρότερον θα περιπίπτουν εις δυστυχήματα. Αλλ' όλοι όσοι είσθε εδώ Αθηναίοι, πού είσθε ήδη έμπειροι πολέμων, και σεις σύμμαχοι, πού πάντοτε πολεμείτε πλησίον ημών, ενθυμηθήτε τας περιπετείας του πολέμου· ελπίσατε ότι η τύχη θα ευνοήση τέλος και ημάς, και ετοιμασθήτε να επανορθώσετε την προτέραν ήτταν διά νέας μάχης βλέποντες ενώπιόν σας το άπειρον τούτο πλήθος.

62. »Παν μέτρον, το οποίον ηδύνατο να μας επιτρέψη η στενότης του λιμένος κατά του πλήθους των πλοίων και κατά της παρασκευής των εχθρικών καταστρωμάτων, τα οποία τόσον μας έβλαπταν μέχρι τούδε εμελετήθη όσον το δυνατόν καλλίτερον παρ' ημών και παρά των κυβερνητών. Τοξόται και ακοντισταί πολλοί θέλουν εισέλθει εις τα πλοία, καθώς και πολύ άλλο πλήθος, το οποίον δεν θα μεταχειριζώμεθα, εάν η ναυμαχία εγένετο εις το πέλαγος, επειδή ο όχλος ήθελε παρεμποδίζει την επιδέξιον των πλοίων διοίκησιν, ενώ η τοιαύτη διευθέτησις θα αποβή υπέρ ημών εις την εντελώς εξ ανάγκης επιχειρουμένην αυτήν από των πλοίων πεζομαχίαν. Εύρομεν μέσα κατάλληλα διά να αντισταθώμεν εις την δύναμιν των επωτίδων του εχθρού, αι οποίαι τοσούτον μας έβλαπταν· σιδηραί χείρες ριπτόμεναι επί του καθ' ημών επιπίπτοντος πλοίου θα εμποδίζουν την υποχώρησιν αυτού, αρκεί οι επί των ημετέρων καταστρωμάτων να εκτελέσουν το καθήκόν των. Είμεθα αναγκασμένος να πεζομαχήσωμεν από των πλοίων· επομένως μας συμφέρει μήτε ημείς να υποχωρήσωμεν μήτε εις τον εχθρόν να επιτρέψωμεν να υποχωρήση· τοσούτω μάλλον, όσω, εκτός του χώρου του κατεχομένου υπό του πεζού ημών στρατού, όλη η παραλία κατέχεται υπό πολεμίων.

63. »Ταύτα ενθυμούμενοι επιμείνατε μέχρι τέλους εις την πάλην ταύτην χωρίς να σπρωχθήτε προς την ξηράν· άμα το εν πλοίον πλησιάση το άλλο, μη χωρισθήτε απ' αυτού πριν ή ρίψετε τους στρατιώτας εις την θάλασσαν από του εχθρικού καταστρώματος. Και ταύτα μεν απευθύνω προς τους στρατιώτας μάλλον ή προς τους ναύτας, διότι το έργον απόκειται εις τους επί του καταστρώματος και διότι επ' αυτών κυρίως στηρίζονται σήμερον αι περί της νίκης ελπίδες μας. Τους δε ναύτας παραινώ και παρακαλώ συγχρόνως να μη καταβληθούν δι' όσας υπέστημεν συμφοράς, τώρα ότε τα καταστρώματα έχουν καλυτέραν ετοιμασίαν και τα πλοία είναι πλείονα. Σεις δε οι μέτοικοι, οι οποίοι προ ολίγου ακόμη, νομιζόμενοι Αθηναίοι χωρίς να είσθε, διηγείρατε τον θαυμασμόν της Ελλάδος διά την γνώσιν της γλώσσης μας και την μίμησιν των ηθών μας και οι οποίοι συνεμερίζεσθε την ιδικήν μας αρχήν χαίροντες τα αυτά με ημάς προνόμια και ακόμη μεγαλύτερα, διότι φοβεροί όντες εις τους υπηκόους ημών διετελείτε πλειότερον απηλλαγμένοι των αδικιών, ενθυμηθήτε την ευτυχίαν, της οποίας απολαύετε, και πόσον αξίζει να διασωθή. Σεις μόνοι όντες κοινωνοί ελευθέρως της αρχής ημών, πόσον ηθέλατε καταστή ένοχοι προδίδοντες αυτήν σήμερον. Καταφρονούντες τους Κορινθίους τούτους, τους οποίους τοσάκις ενικήσατε, και τους Σικελιώτας τούτους, εκ των οποίων ουδείς, ενόσω ήκμαζε το ναυτικόν ημών, ετόλμα να αντιστή, αποκρούσατε αυτούς ανδρείως και αποδείξατε ότι και κατά την εποχήν ακόμη της εξασθενίσεως και της δυστυχίας η εμπειρία σας είναι ανωτέρα της ευτυχούσης αυτών δυνάμεως.

64. »Εις όσους δε από σας είναι Αθηναίοι υπενθυμίζω πάλιν και τα εξής, ότι εις τα νεώρια των Αθηνών ούτε άλλα πλοία όμοια με ταύτα, ούτε στρατιώται εις ώριμον ηλικίαν είναι. Εάν λοιπόν σας συνέβαινεν άλλο τι ή να νικήσετε, αμέσως οι εχθροί θα εκπλεύσουν εντεύθεν, διά να πολεμήσουν εν τη Αττική, και οι μείναντες εκεί συμπολίταί μας δεν θα δυνηθούν να αποκρούσουν και τους υπάρχοντας εχθρούς και τους επερχομένους. Και σεις μεν θέλετε υποταχθή εις τους Συρακουσίους, σεις πού γνωρίζετε με ποίον σκοπόν ήλθατε να τους προσβάλετε, οι δε εκεί εις τους Λακεδαιμονίους. Μόνη αύτη η ημέρα θ' αποφασίση και περί των δύο. Δείξατε αντοχήν εις την υπερτάτην ταύτην στιγμήν και ενθυμηθήτε καθένας ιδιαιτέρως και όλοι ομού ότι οι πολεμισταί, οι οποίοι θα εισέλθουν σήμερον εις τα πλοία, είναι συγχρόνως και ο στρατός των Αθηναίων, και ο στόλος, και η πόλις ολόκληρος, και το μέγα όνομα των Αθηνών. Προκειμένου περί τοιούτων συμφερόντων, εάν τις από σας υπερέχη είτε κατά την εμπειρίαν, είτε κατά την ευψυχίαν, ουδέποτε καλλιτέρα ευκαιρία θα παρουσιασθή να επιδείξη αυτάς και να γίνη του εαυτού του μεν ευεργέτης, σωτήρ δε όλων».

65. Ο μεν Νικίας ταύτα ειπών διέταξε να εισέλθουν εις τα πλοία. Ο δε Γύλιππος και οι Συρακούσιοι, ιδόντες τας ετοιμασίας ταύτας, δεν εδυσκολεύθησαν να εννοήσουν ότι οι Αθηναίοι είχαν σκοπόν να ναυμαχήσουν. Το σχέδιον της διά των σιδηρών χειρών προσβολής τους είχεν αναγγελθή προηγουμένως· διά να αποφύγουν λοιπόν τον κίνδυνον τούτον, περιετύλιξαν με δέρματα το ανώτερον μέρος της πρώρας, διά να γλυστρή η σιδηρά χειρ χωρίς να ευρίσκη λαβήν. Αφού δε ητοιμάσθησαν τα πάντα, οι στρατηγοί και ο Γύλιππος απηύθυναν προτροπάς προς τους στρατιώτας των, λέγοντες ταύτα:

