# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τέταρτος

## Part 11

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29836/index.md

80. Κατά το αυτό δε θέρος, ευθύς μετά τα συμβάντα ταύτα, οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι με όλην την συγκέντρωσιν των δυνάμεών των δεν ενόμιζαν ότι ήσαν ικανοί να αντιταχθούν προς τους Αθηναίους, ευρέθησαν εις λίαν αμήχανον θέσιν διά την συντήρησιν τόσου στόλου, προ πάντων επειδή τόσον ατάκτως επλήρωνεν ο Τισσαφέρνης. Εσκέφθησαν λοιπόν να εκτελέσουν τας οδηγίας, τας οποίας είχαν λάβει κατά την αναχώρησίν των εκ της Πελοποννήσου, στέλλοντες Κλέαρχον τον Ραμφίου με τεσσαράκοντα πλοία προς τον Φαρνάβαζον. Τωόντι ο Φαρνάβαζος τους είχε προσκαλέσει να έλθουν και ήτο έτοιμος να τους δώση τροφάς, συγχρόνως δε το Βυζάντιον διεπραγματεύετο μετ' αυτών, όπως αποσπασθή από τους Αθηναίους. Τα πλοία ταύτα ανοίχθησαν εις το πέλαγος, διά να κρύψουν την πορείαν των από τους Αθηναίους, αλλά κατελήφθησαν υπό τρικυμίας, και τα μεν πλείστα έφθασαν μετά του Κλεάρχου εις την Δήλον και εκείθεν επέστρεψαν εις την Μίλητον, εκ της οποίας ο Κλέαρχος μετέβη διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον, διά να λάβη την αρχηγίαν, τα δε δέκα τα μετά του Μεγαρέως στρατηγού Ελίξου διασωθέντα εις τον Ελλήσποντον επανεστάτησαν το Βυζάντιον. Μαθόντες τούτο οι εν τη Σάμω Αθηναίοι έστειλαν εις τον Ελλήσποντον επικουρίαν εκ πλοίων και στρατευμάτων· έγινε μάλιστα προ του Βυζαντίου μικρά ναυμαχία οκτώ πλοίων εναντίον οκτώ.

81. Μεταξύ δ' εκείνων, οι οποίοι εν τη Σάμω προΐσταντο των υποθέσεων, ήτο προ πάντων ο Θρασύβουλος, ο οποίος, αφ' ης στιγμής μετέβαλε τα πράγματα, επιμένων πάντοτε εις την αυτήν γνώμην να ανακαλέση τον Αλκιβιάδην, επέτυχε τέλος επ' εκκλησίας να πείση το πλήθος των στρατιωτών. ’μα δε εψηφίσθη υπ' αυτών η χάρις και η ανάκλησις, ο Θρασύβουλος μετέβη διά θαλάσσης προς τον Τισσαφέρνην και επανέφερεν εις την Σάμον τον Αλκιβιάδην, νομίζων ότι το μόνον μέσον σωτηρίας ήτο να αποσπασθή ο Τισσαφέρνης από τους Πελοποννησίους και να ενωθή με τους Αθηναίους. Γενομένης δ' εκκλησίας ο Αλκιβιάδης ήρχισε να θρηνή και να απαριθμή τας δυστυχίας της εξορίας του· ωμίλησεν επίσης πολύ περί των πολιτικών υποθέσεων και προσεπάθησε να εμπνεύση μεγάλας ελπίδας διά το μέλλον και εμεγαλοποίησεν υπερβολικά την ισχύν του επί του Τισσαφέρνους, διά να τον φοβηθούν οι αρχηγοί της ολιγαρχίας εν Αθήναις, διά να διαλύση τας συνωμοσίας, διά να καταστή μάλλον σεβαστός εις τους Αθηναίους της Σάμου και τους εμπνεύση εμπιστοσύνην προς εαυτούς, τέλος διά να διαβάλη όσον το δυνατόν περισσότερον τους εχθρούς του εις τον νουν του Τισσαφέρνους και να καταστρέψη τας ελπίδας, τας οποίας είχαν συλλάβει. Έδωκε λοιπόν ο Αλκιβιάδης πομπωδεστάτας υποσχέσεις λέγων επιδεικτικά ότι ο Τισσαφέρνης τον εβεβαίωσε μεθ' όρκου, ότι, εάν οι Αθηναίοι είλκυαν την εμπιστοσύνην του, ενόσω τω έμεναν πόροι, δεν θα τους εστέρει τροφών, έστω και εάν επί τέλους ηναγκάζετο να κατασκευάση αργύρια εκ της κλίνης του· ότι θα έφερε προς τους Αθηναίους και ουχί προς τους Πελλοποννησίους τον Φοινικικόν στόλον, ο οποίος ήτο τότε εις ’σπενδον, αλλ' ότι δεν ηδύνατο να εμπιστευθή εις τους Αθηναίους ειμή εάν ο Αλκιβιάδης ανακαλούμενος ανεδέχετο να τον διαβεβαιώση περί των αισθημάτων τούτων.

82. Οι δε στρατιώται, αφού ήκουσαν τας υποσχέσεις ταύτας και πολλά άλλα, τον εξέλεξαν αμέσως στρατηγόν μετά των προηγουμένως εκλεχθέντων και τω ανέθεσαν όλας τας υποθέσεις. Απ' εκείνης της στιγμής καθένας απ' αυτούς τόσον ενόμιζεν εαυτόν εξασφαλισθέντα περί της σωτηρίας του, και της τιμωρίας των τετρακοσίων, ώστε αντί ουδενός δεν θα αντήλλασσε την ελπίδα ταύτην. Ήδη μάλιστα, οι πιστεύοντες εις τους λόγους του Αλκιβιάδου, ήσαν διατεθειμένοι να πλεύσουν αμέσως εναντίον του Πειραιώς περιφρονούντες τους εχθρούς, τους οποίους είχαν ενώπιόν των. Αλλ' ο Αλκιβιάδης εναντίον της γενικής προθυμίας, ημπόδισε ζωηρώς να πλεύσουν κατά του Πειραιώς αφήνοντες εχθρούς πλησιεστέρους και τους είπεν, ότι εκλεχθείς στρατηγός θα μετέβαινε εις τον Τισσαφέρνην, διά να κανονίση εκ των προτέρων τα σχετικά με τον πόλεμον. Και τωόντι εξελθών της συνελεύσεως ανεχώρησεν αμέσως, διά να φανή εις μεν τους Αθηναίους ότι συνενοείτο μετ' εκείνου περί πάντων, εις δε τον Τισσαφέρνην ότι ήτο σπουδαιότερος και ότι εκλεχθείς στρατηγός ήτο εις θέσιν και να τον ωφελήση και να τον βλάψη. Τοιουτοτρόπως ο Αλκιβιάδης είχε το διπλούν πλεονέκτημα, να φοβίζη τους Αθηναίους διά του Τισσαφέρνους και τον Τισσαφέρνην διά των Αθηναίων.

83. Οι δε Πελοποννήσιοι, μαθόντες εις Μίλητον την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και δυσπιστούντες ήδη προς τον Τισσαφέρνην, εδείχθησαν τότε έτι μάλλον δύσπιστοι. Κατά σύμπτωσιν, η κατά της Μιλήτου επιδρομή των Αθηναίων, κατά την οποίαν οι Πελοποννήσιοι δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν και να ναυμαχήσουν, παρέσχε νέαν αιτίαν, ώστε ο Τισσαφέρνης, γενόμενο, αμελέστερος περί την πληρωμήν του μισθού, να προσελκύση έτι μάλλον το μίσος, το οποίον οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη δι' αυτόν ένεκα του Αλκιβιάδου. Συνερχόμενοι μεταξύ των εις ομίλους ως και πρότερον, οι στρατιώται καί τινες άνδρες διακεκριμένοι μεταξύ των στρατιωτικών ανελογίζοντο ότι ούτε μισθόν έλαβάν ποτε εντελή, ούτε εκείνο το οποίον τοις εδίδετο, αν και ολίγον, επληρώνετο τακτικώς· ότι, εάν δεν απεφάσιζαν να ναυμαχήσουν ή να μεταβούν εις τόπον, όπου θα ηδύναντο να εύρουν τροφάς, οι ναύται θα εγκατέλειπον τα πλοία· ότι τέλος ο αίτιος όλων των δεινών ήτο ο Αστύοχος, ο οποίος χάριν των ατομικών ωφελειών ενέδιδεν εις τας ιδιοτροπίας του Τισσαφέρνους.

84. Ενώ δε διεκοίνουν μεταξύ των τας τοιαύτας σκέψεις, ηγέρθη αίφνης θόρυβος τις εναντίον του Αστυόχου. Ναύται Συρακούσιοι και Θούριοι, τόσω μάλλον θρασείς, όσω ήσαν ελεύθεροι, ήλθαν εν σώματι προς τον Αστύοχον και εζήτουν τον μισθόν των παρ' αυτού. Ο Αστύοχος απεκρίθη κάπως αυθαδέστερον, τους ηπείλησε και ύψωσε μάλιστα την βακτηρίαν του, διά να κτυπήση τον Δωριέα, όπου υπεστήριζε τας αιτήσεις των ναυτών. Εις την θέαν ταύτην, το πλήθος των στρατιωτών, βίαιοι ως ναύτας ώρμησαν βοώντες κατά του Αστυόχου, διά να τον λιθοβολήσουν· αλλ' ούτος προϊδών τον κίνδυνον κατέφυγεν εις βωμόν τινα, δεν επληγώθη και το πλήθος διελύθη. Κατέλαβαν δε οι Μιλήσιοι και το εν τη Μιλήτω οικοδομημένον υπό του Τισσαφέρνους φρούριον εξαίφνης επιπεσόντες, και εδίωξαν τους εν αυτώ φύλακας. Την πράξιν ταύτην επεδοκίμασαν οι σύμμαχοι και προ πάντων οι Συρακούσιοι· αλλ' ο Λίχας δεν ηυχαριστήθη. Είπε μάλιστα ότι οι Μιλήσιοι και οι άλλοι Ελληνες, όσοι κατώκουν εις την χώραν του βασιλέως, ώφειλαν να μείνουν υποταγμένοι εις τον Τισσαφέρνην με όρους μετρίους και να είναι εις αυτόν αφωσιωμένοι μέχρις ου τελειώση αισίως ο πόλεμος. Οι λόγοι ούτοι και άλλοι παραπλήσιοι παρώργισαν τους Μιλησίους και διά τούτο, ότε βραδύτερον απέθανεν ο Λίχας υπό νόσου, δεν επέτρεψαν να τον θάψουν εις το μέρος, το οποίον ήθελαν οι παρόντες Λακεδαιμόνιοι.

85. Είς τοιούτο δε σημείον ευρίσκοντο τα πράγματα και ο κατά του Αστυόχου και του Τισσαφέρνους ερεθισμός, ότε ο Μίνδαρος έφθασεν εκ της Λακεδαίμονος, διά να αντικαταστήση τον Αστύοχον εις την ναυμαχίαν. Ο Αστύοχος παραδώσας την αρχήν ανεχώρησε συνοδευόμενος υφ' ενός πρεσβευτού του Τισσαφέρνους, του Καρός Γαυλίτου, ο οποίος ωμίλει τας δύο γλώσσας και ήτο επιφορτισμένος να μεφθή τους Μιλησίους διά την κατάληψιν του φρουρίου και συγχρόνως διά να δικαιολογήση τον Τισσαφέρνην που εγνώριζεν ότι οι Μιλήσιοι επίτηδες μετέβαιναν εις την Λακεδαίμονα, διά να τον κατηγορήσουν προ πάντων, και ότι μετ' αυτών ευρίσκετο ο Ερμοκράτης εντολήν έχων να παραστήση τον Τισσαφέρνην ως καταστρέφοντα μετά του Αλκιβιάδου τα πράγματα των Πελοποννησίων και ως διπρόσωπον. Ο Τισσαφέρνης επέμενε μισών αυτόν από της εποχής όπου προέκυψε το ζήτημα της μισθοδοσίας. Εσχάτως μάλιστα, ότε ο στρατηγός ούτος εξωρίσθη από τας Συρακούσας και αντικατεστάθη εις την αρχηγίαν των εν τη Μιλήτω πλοίων των Συρακουσίων υπό του Ποτάμιδος, του Μύσκωνος και του Δημάρχου, ο Τισσαφέρνης πολύ περισσότερον επετέθη κατά του φυγάδος ήδη Ερμοκράτους, και μεταξύ άλλων κατηγοριών έλεγαν ότι έγινεν εχθρός του, διότι κάποτε του εζήτησε χρήματα και ο Τισσαφέρνης δεν του έδωκεν. Ο μεν λοιπόν Αστύοχος, οι Μιλήσιοι και ο Ερμοκράτης απέπλευσαν εις την Λακεδαίμονα· ο δε Αλκιβιάδης παραιτήσας τον Τισσαφέρνην επέστρεψε πάλιν εις την Σάμον.

86. Τότε δε έφθασαν εκ της Δήλου παρόντος του Αλκιβιάδου οι πρεσβευταί οι αποσταλέντες προηγουμένως υπό των τετρακοσίων, διά να καθησυχάσουν τους εν τη Σάμω Αθηναίους και να τους οδηγήσουν. Ότε δε έγινε συνέλευσις, εζήτησαν να ομιλήσουν, αλλ' οι στρατιώται ηρνούντο να τους ακούσουν και εφώναζαν ότι έπρεπε να φονεύσουν εκείνους, οι οποίοι κατέλυαν την δημοκρατίαν. Επί τέλους μόλις και μετά βίας ησύχασαν και συγκατετέθησαν να τους ακούσουν. Είπαν λοιπόν οι πρεσβευταί ότι η μεταβολή εκείνη έγινε, διά να σώση και ουχί διά να καταστρέψη την πόλιν, μήτε διά να παραδώση αυτήν εις τους εχθρούς, όπερ θα ηδύναντο να πράξουν κατά την εισβολήν των Πελοποννησίων οι τετρακόσιοι, κύριοι ήδη όντες της εξουσίας· ότι όσον αφορά εις τους πεντακισχιλίους, όλοι κατά σειράν θα συμμετείχαν της αρχής· ότι οι συγγενείς των δεν είχαν υβρισθή, όπως, διά να συκοφαντήση, ανήγγειλεν ο Χαιρέας, και ότι όχι μόνον δεν έπαθαν κανέν κακόν, αλλ' όλοι έμεναν ήσυχοι ενασχολούμενοι εις τας υποθέσεις των. Εις μάτην όμως επανελάμβαναν τας διαβεβαιώσεις ταύτας· οι στρατιώται τίποτε δεν ήθελαν να ακούσουν, και ο ερεθισμός υπήρξε μέγας· διάφοροι γνώμαι επροτάθησαν και προ πάντων να πλεύσουν κατά του Πειραιώς. Εις την περίστασιν ταύτην ο Αλκιβιάδης πρώτος και ουδενός ολιγώτερον ωφέλησε την πατρίδα του· διότι καθ' ην στιγμήν οι εν τη Σάμω Αθηναίοι έσπευδον να πλεύσουν κατά των συμπολιτών των (το οποίον θα εγίνετο αιτία, ώστε αναμφιβόλως οι εχθροί να καταλάβουν την Ιωνίαν και τον Ελλήσποντον), κατώρθωσε να τους εμποδίση. Ουδείς άλλος θα ηδύνατο, εις τοιαύτην στιγμήν, ν' αναχαιτίση το πλήθος· αλλ' ο Αλκιβιάδης το απέτρεψεν από του σκοπού τούτου και διά των επιπλήξεών του μετέβαλε την γνώμην εκείνων, οι οποίοι ιδίως είχαν οργισθή κατά των πρέσβεων, τους οποίους εξεδίωξεν ο ίδιος λέγων προς απόκρισιν ότι δεν θα ημπόδιζε τους πεντακισχιλίους να έχουν την αρχήν, αλλ' ότι εζήτει να απαλλαγούν από τους τετρακοσίους και να αποκαταστήσουν ως πρότερον την βουλήν των πεντακοσίων· ότι επαινούσε πολύ το μέτρον των οικονομιών, διά να αυξηθή η μισθοδοσία των στρατιωτών. Προ παντός δε συνίστα εις αυτούς να αντέχουν και να μη ενδώσουν εις τους εχθρούς· διότι, εάν η πόλις εσώζετο, μεγάλη ελπίς υπήρχε συμφιλιώσεως μεταξύ των· ενώ, εάν κατεστρέφετο έν εκ των δύο μερών, ή οι εν τη Σάμω ή οι εν ταις Αθήναις, ουδείς πλέον θα έμενε, μετά του οποίου να φιλιωθούν. Υπήρχαν δε εκεί παρόντες πρέσβεις των Αργείων, οι οποίοι υπέσχοντο εις το δημοκρατικόν κόμμα των εν τη Σάμω Αθηναίων να το βοηθήσουν· ο δε Αλκιβιάδης, επαινέσας αυτούς και ειπών να έλθουν, όταν τους προσκαλέσουν, τους εξεδίωξεν. Ήλθαν δε οι Αργείοι ούτοι μετά των Παράλων, τους οποίους, ως είδομεν, εισεβίβασαν οι τετρακόσιοι εις το στρατιωτικόν πλοίον, διά να περιπλέουν την Εύβοιαν, και τους οποίους είχαν διατάξει τότε να φέρουν εις την Λακεδαίμονα, τον Λαισποδίαν, τον Αριστοφώντα και τον Μελησίαν, πρέσβεις των Αθηνών στελλόμενοι υπό των τετρακοσίων. Αλλ' οι Πάραλοι, ενώ έπλεαν προς το ’ργος, συνέλαβαν τους πρέσβεις εκείνους και τους παρέδωκαν εις τους Αργείους, ως αποτελούντας μέρος των κυριωτάτων ανατροπέων της δημοκρατίας· και αυτοί οι ίδιοι δεν επέστρεψαν πλέον εις Αθήνας, αλλ' ήλθαν με τα πλοίά των εις την Σάμον φέροντες και τους πρέσβεις των Αργείων.

87. Κατά το αυτό δε θέρος, και κατά τον καιρόν που διά πολλάς αιτίας και προ πάντων διά την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου οι Πελοποννήσιοι ήσαν ωργισμένοι κατά του Τισσαφέρνους, τον οποίον εθεώρουν ήδη ως φανερώς αττικίζοντα, ούτος, θέλων, ως εφαίνετο τουλάχιστον, να διαψεύση τα όσα δυσάρεστα του κατηγόρουν, ητοιμάσθη να μεταβή εις την ’σπενδον, διά να εύρη τα Φοινικικά πλοία. Προσεκάλεσε δε τον Λίχαν να τον συνοδεύση και υπεσχέθη να διατάξη τον ύπαρχόν του Ταμών να δίδη κατά την απουσίαν του τροφήν εις τον στρατόν. Διάφοροι γνώμαι επικρατούν περί της μεταβάσεως ταύτης και δεν είναι εύκολον να ηξεύρη τις μήτε διατί μετέβη ο Τισσαφέρνης εις την ’σπενδον, μήτε διατί, αφού μετέβη δεν έφερεν εκείθεν τα πλοία. Ότι τα Φοινικικά πλοία, εκατόν τεσσαράκοντα επτά τον αριθμόν, έφθασαν μέχρις Ασπένδου, τούτο γενικώς ομολογείται· διατί όμως δεν επροχώρησαν περαιτέρω, πολλαχώς σχολιάζεται. ’λλοι μεν νομίζουν ότι διά της αναχωρήσεώς του ταύτης ήθελε να εξασθενίση, όπως διενοήθη, τας δυνάμεις των Πελοποννησίων (τουλάχιστον ο Ταμώς, διαταχθείς να δίδη τροφήν, αντί να την αυξήση την ηλάττωσεν έτι μάλλον), άλλοι δε διά προσκαλέση τους Φοίνικας εις την ’σπενδον και να τους αποπέμψη, αφού τους αποσπάση χρήματα, διότι δεν είχε σκοπόν να τους μεταχειρισθή· άλλοι τέλος ότι δεν είχεν άλλον σκοπόν ειμή να αντικρούσει τα παράπονα τα εγερθέντα κατ' αυτού εις την Λακεδαίμονα, λέγων προς απολογίαν του ότι μετέβη, διά να εύρη τον στόλον εκείνον πράγματι πληρωμένον. Εγώ δε θεωρώ ως μάλλον πιθανόν ότι, διά να παραλύση και αποσυνθέση την δύναμιν των Ελλήνων, δεν έφερε τα πλοία· ήλπιζε την καταστροφήν των διά των πολλών αναβολών, τας οποίας επροξένει η απουσία του, και την διατήρησιν της ισορροπίας μη ενούμενος με καμμίαν εκ των δύο μερίδων, διά να μη καταστήση την μίαν ισχυροτέραν της άλλης. Τωόντι, εάν ήθελε να θέση τέρμα εις τον πόλεμον, ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι είχε το μέσον· διότι φέρων τον στόλον εις τους Λακεδαιμονίους θα έδιδε πιθανότατα την νίκην εις αυτούς, αφού ήδη ούτοι εστάθμευαν απέναντι του εχθρού μετά ναυτικού ίσου μάλλον παρά υποδεεστέρου. Προδίδει δε αυτόν έτι μάλλον η πρόφασις, την οποίαν είπε, μη οδηγήσας εκεί τα πλοία, ότι ταύτα είχαν συναθροισθή δήθεν ολιγώτερα παρ' όσα διέταξεν ο βασιλεύς. Αλλά κατά τούτο υπηρέτησε κάλλιστα τον κύριόν του μη δαπανήσας τα βασιλικά χρήματα και επιτυχών τον αυτόν σκοπόν με ολιγότερα έξοδα. Όπως και αν έχη το πράγμα, ο Τισσαφέρνης μετέβη εις ’σπενδον και εύρεν εκεί τους Φοίνικας, οι δε Πελοποννήσιοι κατ' αίτησιν αυτού έστειλαν εις προϋπάντησαν του στόλου τον Λακεδαιμόνιον Φίλιππον μετά δύο πλοίων.

88. Ο δε Αλκιβιάδης, άμα έμαθεν ότι ο Τισσαφέρνης διηυθύνετο προς την ’σπενδον, ανεχώρησε και αυτός μετά δεκατριών πλοίων υποσχόμενος εις τους Αθηναίους να τοις παράσχη ασφαλή και μεγάλην χάριν, ήτοι να φέρη αυτός ο ίδιος προς αυτούς τον Φοινικικόν στόλον, ή τουλάχιστον να τον εμποδίση να μεταβή με το μέρος των Πελοποννησίων. Εγνώριζεν ίσως εκ πολλού χρόνου ότι ο Τισσαφέρνης δεν είχε σκοπόν να φέρη τον στόλον τούτον, και ήθελε προ πάντων να τον διαβάλη εις τους Πελοποννησίους δεικνύων αυτόν φίλον ιδικόν του και των Αθηναίων, διά να τον αναγκάση τοιουτοτρόπως να ταχθή με το μέρος των Αθηναίων. Αναχωρήσας λοιπόν έπλευσε κατ' ευθείαν γραμμήν διά του πελάγους προς την Φάσηλιν και την Καύνον.

89. ’μα λοιπόν οι παρά των τετρακοσίων σταλέντες πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Σάμου εις τας Αθήνας, ανεκοίνωσαν την απόκρισιν του Αλκιβιάδου, η οποία συνίστατο εις το να αντέχουν και να μη ενδώσουν εις τους εχθρούς, διότι μεγάλας ελπίδας είχε να τους συμφιλιώση μετά του στρατού και να νικήσουν τους Πελοποννησίους. Διά του τρόπου δε τούτου ανεζωπύρωσαν το θάρρος εκείνων, οι οποίοι είχαν αρχίσει ήδη να δυσαρεστώνται διά την ολιγαρχίαν, εις την εγκαθίδρυσιν της οποίας είχαν συμπράξει, και οι οποίοι επεθύμουν ν' απαλλαγούν αυτής, αδιάφορον διά τίνος τρόπον, άμα ελάμβαναν υπόσχεσιν ασφαλείας. Συνήρχοντο λοιπόν εις ομίλους και εμέμφοντο μεταξύ των την κατάστασιν των πραγμάτων· επί κεφαλής αυτών ήταν στρατηγοί διακεκριμένοι, οι οποίοι ανήκον εις το ολιγαρχικόν κόμμα και είχαν αξιώματα, οίοι Θηραμένης ο του ’γνωνος, Αριστοκράτης ο Σκελλίου και άλλοι, και οι οποίοι ήσαν μεν πρώτοι μεταξύ των διοικούντων τα πράγματα, αλλ' εφοβούντο, ως έλεγαν, πολύ το εν τη Σάμω στρατόν και τον Αλκιβιάδην, και προ πάντων μήπως οι εις την Λακεδαίμονα σταλέντες κάμουν κανέν κακόν εις την πόλιν άνευ της συναινέσεως εκείνων, οι οποίοι τους απέστειλαν. Χωρίς λοιπόν να αποβάλουν την ολιγαρχίαν έλεγαν ότι έπρεπεν η αρχή των πεντακισχιλίων να εγκατασταθή πράγματι και ουχί κατ' όνομα, και να δοθή πλειοτέρα ισότης εις την πολιτείαν. Ίο τοιούτο ουδέν άλλο ήτο ή πρόσχημα δημοτικότητος, διότι κατά βάθος οι πλείστοι ένεκα της ατομικής φίλοδοξίας των ηρέσκοντο εις την κατάστασιν ταύτην, εις την οποίαν προ πάντων η εκ δημοκρατίας γινομένη ολιγαρχία καταστρέφεται, διότι πάντες έχουν την αξίωσιν όχι να είναι ίσοι, αλλά να πρωτεύουν κατά πολύ έκαστος επί όλων των άλλων, ενώ εξ εναντίας, όταν η εκλογή γίνεται εις δημοκρατίαν, ευκολώτερον υφίσταταί τις τας συνεπείας, επειδή δεν βλέπει προτιμωμένους τους ομοίους του. Ότι δε πλέον από κάθε τι άλλο εδυνάμωνε το θάρρος των ολιγαρχικών τούτων, υπήρξεν η ισχυρά επίδρασις του Αλκιβιάδου εν τη Σάμω και η ιδέα ότι η ολιγαρχική των κατάστασις δεν έμελλε να διατηρηθή επί πολύ. Έκαστος λοιπόν ηγωνίζετο πως να γίνη αυτός πρώτος αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος.

90. Όσοι δε εκ των τετρακοσίων ήσαν υπερβολικά ενάντιοι εις το τοιούτον είδος του πολιτεύματος και οι οποίοι ήσαν πρώτοι εις τα πολιτικά πράγματα, ο Φρύνιχος, ο οποίος άλλοτε στρατηγών εις την Σάμον είχεν έλθει εις διενέξεις προς τον Αλκιβιάδην, ο Αρίσταρχος, είς των θερμοτέρων και αρχαιοτέρων αντιπάλων της δημοκρατίας, ο Πείσανδρος, ο Αντιφών και άλλοι οι δυνατώτατοι, άμα τη εγκαταστάσει των, πρώτον μεν έστειλαν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα, διά να εργασθούν υπέρ του συμβιβασμού, έπειτα δε, ότε έμαθαν την δημοκρατικήν τροπήν πού έλαβαν τα πράγματα εν Σάμω, ήρχισαν να κατασκευάζουν τείχος εις την λεγομένην Ηετιώνειαν· πολύ δε μάλλον εδιπλασίασαν τας ενεργείας των, ότε επέστρεψαν εκ της Σάμου οι πρέσβεις και είδαν την μεταβολήν, η οποία έγινεν εις τους πολλούς και μάλιστα εις εκείνους, οι οποίοι εφαίνοντο οι μάλλον αφωσιωμένοι. Ανησυχούντες διά τα εν ταις Αθήναις και εν τη Σάμω συμβαίνοντα απέστειλαν βιαστικά εις την Λακεδαίμονα τον Αντιφώντα, τον Φρύνιχον και δέκα άλλους πρέσβεις με την διαταγήν να επιτύχουν να συμβιβασθούν με τους Λακεδαιμονίους με πάντα τρόπον οπωσούν ανεκτόν, και επέσπευσαν έτι μάλλον την οικοδομήν του τείχους της Ηετιωνείας. Το τείχος εκείνο, ως έλεγαν ο Θηραμένης και οι μετ' αυτού, δεν ωκοδομείτο προς τον σκοπόν να κλείση την είσοδον του Πειραιώς εις τους Αθηναίους της Σάμου, αλλά μάλλον διά να δέχωνται, όταν θέλουν, τους εχθρούς και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Είναι δε η Ηετιώνεια κατωφερής ακτή του Πειραιώς, πλησίον της οποίας ανοίγεται αμέσως ο λιμήν. Ύψωσαν λοιπόν τείχος, το οποίον ήνωσαν με εκείνο, το οποίον υπήρχε πρότερον προς το μέρος της ηπείρου, εις τοιούτον τρόπον, ώστε θέτοντες εκεί ολίγους ανθρώπους ηδύναντο να είναι κύριοι της εισόδου του λιμένος· διότι το αρχαίον τείχος το προς την ήπειρον καθώς και το νέον το εντός του παλαιού κτιζόμενον προς την θάλασσαν ετελείωναν ακριβώς εις ένα εκ των δύο πύργων των τεθειμένων εις το στόμιον του λιμένος, ο οποίος ήτο στενός. Περιέκλεισαν επίσης εντός του τείχους στοάν μεγίστην ενουμένην με τον Πειραιά και ηνάγκασαν όλους να αποθέτουν εκεί όσον σίτον είχαν και όσον έφεραν διά θαλάσσης· εκ της αποθήκης δε ταύτης ώφειλαν να τον εξάγουν και να τον πωλούν.

91. Προ πολλού μεν ο Θηραμένης διέσπειρε τας φήμας ταύτας· και αφού οι πρέσβεις επέστρεψαν εκ της Λακεδαίμονος χωρίς να κατορθώσουν ουδέ συμβιβασμόν, είπεν αναφανδόν ότι φόβος υπήρχε μήπως το τείχος εκείνο επιφέρη την καταστροφήν της πόλεως. Τωόντι κατά τον αυτόν χρόνον εξ αιτίας προσκλήσεως των Ευβοέων τεσσαράκοντα δύο πλοία, εξελθόντα της Πελοποννήσου εστάθμευον εν τη Λα της Λακωνικής και ητοιμάζοντο να κατευθυνθούν εις την Εύβοιαν· μεταξύ δε των πλοίων εκείνων ήσαν τινα Ιταλιωτικά και Σικελικά εκ του Τάραντας και των Λοκρών, ήτο δε άρχων αυτών ο Σπαρτιάτης Αγησανδρίδας ο Αγησάνδρου. Κατά τα λεγόμενα του Θηραμένους ο στόλος εκείνος έμελλε να μεταβή ουχί προς βοήθειαν της Ευβοίας, αλλά μάλλον προς υποστήριξιν εκείνων, οι οποίοι ετείχιζαν την Ηετιώνειαν και ότι, εάν δεν ελάμβαναν τα μέτρα των, η πόλις θα κατεστρέφετο ήσυχα, ήσυχα. Η κατηγορία αύτη ήτο κάπως αληθής και δεν ήτο καθαρά συκοφαντία· οι τετρακόσιοι ήθελαν προ πάντων ολιγαρχούμενοι να άρχουν και των συμμάχων, και, εάν τούτο δεν ήτο δυνατόν, να διατηρήσουν την ανεξαρτησίαν φυλάττοντες τα πλοία και τα τείχη, τέλος δε εν αποτυχία και τούτου να μη πέσουν αυτοί πρώτοι θύματα του λαού, αναλαμβάνοντος τα δικαιώματά του, αλλά μάλλον να εισαγάγουν τους εχθρούς, να παραδώσουν εις αυτούς τα τείχη και τα πλοία, να συνθηκολογήσουν μετ' αυτών και να σώσουν όσον μέρος ηδύναντο εκ της εξουσίας των, εν τη πόλει διατηρούντες την ατομικήν των ασφάλειαν.

