# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

## Part 9

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29835/index.md

34. »Θαρρούντες λοιπόν και μη παύοντες τας ενταύθα προετοιμασίας ας πέμψωμεν προς τους Σικελούς, ίνα τους μεν υπηκόους βέβαιους φίλους ποιήσωμεν, τους δε αυτονόμους προσπαθήμεν να καταστήσωμεν φίλους και συμμάχους· ας πέμψωμεν ωσαύτως πρέσβεις και εις τους Σικελιώτας, διά να παραστήσωμεν ότι ο κίνδυνος είναι κοινός· ας πέμψωμεν και προς τους Ιταλιώτας, διά να τους πείσωμεν να συμμαχήσουν μαζί μας ή τουλάχιστον να μη δεχθούν τους Αθηναίους. Νομίζω μάλιστα ωφέλιμον να πέμψωμεν και εις την Καρχηδόνα, διότι η πόλις αύτη είναι ανήσυχος και φοβείται πάντοτε μήπως ημέραν τινά επέλθουν κατ' αυτής οι Αθηναίοι. Και ίσως οι Καρχηδόνιοι, αναλογιζόμενοι τα δεινά, τα οποία θέλουν πάθει, εάν αφήσουν να τους διαφύγη η ευκαιρία αύτη, θελήσουν να μας βοηθήσουν αναφανδόν ή κρυφίως ή τουλάχιστον κατ' άλλον τινά τρόπον. Περισσότερον παρά πάντα άλλον είναι δυνατοί να μας βοηθήσουν, αρκεί να θελήσουν, διότι έχουν πλείστον χρυσόν και άργυρον, μέσα, τα οποία μεγίστην έχουν δύναμιν και εν τω πολέμω και εις όλα τα άλλα. Ας πέμψωμεν επίσης προς τους Λακεδαιμονίους και τους Κορινθίους, παρακαλούντες αυτούς να σπεύσουν ενταύθα εις βοήθειάν μας και να ανακινήσουν τον εκεί πόλεμον. Αλλ' ό,τι νομίζω έτι μάλλον συντελεστικόν, το οποίον η συνήθης απάθειά σας θα σας εμποδίση να παραδεχθήτε αμέσως, είναι το εξής. Εάν όλοι οι Σικελιώται, ή τουλάχιστον οι πλείστοι εξ αυτών, θελήσουν να ενωθούν με ημάς, να καθελκύσουν εις την θάλασσαν, όλον το υπάρχον ναυτικόν με τροφάς δύο μηνών, και να απαντήσουν τους Αθηναίους εις τον Τάραντα και το ακρωτήριον Ιαπυγίαν καθιστώντες εις αυτούς φανερόν ότι δεν θα γίνη μάχη περί την Σικελίαν πριν ή γίνη μάχη προς διαπεραίωσιν του Ιονίου κόλπου, θέλομεν φοβήσει αυτούς μεγάλως. Θα ίδουν ότι εξερχόμεθα εκ φιλικής χώρας ως φύλακες της Σικελίας (διότι οι Ταραντίνοι θα μας υποδεχθούν), ότι έχουν να διανύσουν μεθ' όλης της αποσκευής των μέγα πέλαγος, και ότι είναι δύσκολον ένεκα του μακρού ταξιδιού να μείνουν εν τάξει· τούτου ένεκα ευκόλως θα δυνηθώμεν να επιτεθώμεν κατ' αυτών βραδέως και κατά μικράς μοίρας προχωρούντων. Ας υποθέσωμεν ότι ελαφρύνουν τα πλοία των και προχωρούν εναντίον ημών μετά των μάλλον ταχυπλόων εάν μεν μεταχειρισθούν τας κώπας, θα επιτεθώμεν κατ' αυτών, άμα τους ίδωμεν κουρασμένους, εάν δε δεν νομίσωμεν τούτο φρόνιμον, υποχωρούμεν εις τον Τάραντα. Αυτοί όμως ολίγα έχοντες εφόδια και πλέοντες με τον σκοπόν να ναυμαχήσουν θα ευρεθούν στερούμενοι τοιούτων εις τα έρημα παράλια. Και, εάν μεν μείνουν εκεί, θα πολιορκηθούν, εάν δε προσπαθήσουν να πλέουν κοντά εις τα παράλια, θα εγκαταλείψουν τας αποσκευάς των και μη όντες βέβαιοι αν θα τους υποδεχθούν αι πόλεις θα χάσουν το θάρρος των. Είμαι λοιπόν πεισμένος ότι εμποδιζόμενοι υπό της σκέψεως ταύτης ούτε καν θα αναχωρήσουν εκ της Κερκύρας, αλλά σκεπτόμενοι και κατασκοπεύοντες πόσοι και εις ποίον μέρος είμεθα, ή θα καταληφθούν υπό του χειμώνος ή καταπλαγέντες διά την απροσδόκητον εμφάνισιν ημών θα παραιτηθούν της εκστρατείας. Τούτο δε τοσούτω μάλλον είναι πιθανόν, όσω, καθώς ακούω, ο εμπειρότατος των στρατηγών των διοικεί χωρίς την θέλησίν του, και, εάν κάμωμεν σπουδαίαν τινά επίδειξιν, πρόθυμα θέλει λάβει τούτο ως πρόφασιν. Είμαι βέβαιος ότι αι παρασκευαί ημών θέλουν αναγγελθή μεγαλοποιημέναι εις τους Αθηναίους, αι δε γνώμαι των ανθρώπων ρυθμίζονται προς τα λεγόμενα. Οι πρώτοι επιτιθέμενοι ή τουλάχιστον εκείνοι, οίτινες προδηλώνουν ότι θα αντισταθούν κατά των επιτιθεμένων, είναι μάλλον φοβεροί, διότι φαίνονται ισόπαλοι. Τούτου πείραν, εάν πεισθήτε εις εμέ, θα λάβουν σήμερον οι Αθηναίοι, επειδή επέρχονται εναντίον μας με την ιδέαν ότι δεν θα αντισταθώμεν και έχουν δίκαιον τοιαύτην λαβόντες περί ημών ιδέαν, επειδή δεν ηνώθημεν με τους Λακεδαιμονίους, διά να τους εξολοθρεύσωμεν. Αλλά, εάν μας ιδούν παρά την προσδοκίαν των τολμηρούς, μάλλον θέλουν φοβηθή διά το απρόοπτον τούτο τόλμημα, παρά διά την πραγματικήν δύναμιν ημών. Πεισθήτε λοιπόν εις τας συμβουλάς μου· τολμήσατε προ πάντων να αντεπεξέλθετε κατά των Αθηναίων ειδεμή, ετοιμασθήτε προς πόλεμον όσον τάχιστα και σκεφθήτε πάντες ότι μόνον διά γενναίων έργων καταφρονεί τις τους εχθρούς· από τούδε δε ωφελιμώτατον είναι να αρχίσετε τας ενεργείας σας ως εάν επεκρέματο κίνδυνος, πειθόμενοι ότι αι μετά φόβου γινόμεναι παρασκευαι είναι ασφαλέσταται. Είμαι βέβαιος ότι οι Αθηναίοι και επέρχονται, και πλέουν ήδη, και εντός ολίγου θα είναι εδώ».

35. Και ο μεν Ερμοκράτης ταύτα είπεν, ο δε δήμος των Συρακουσίων ήρχισε σφοδράν λογομαχίαν. Οι μεν έλεγαν ότι οι Αθηναίοι ουδόλως θα ήρχοντο και ότι αι διαβεβαιώσεις του Ερμοκράτους δεν ήσαν αληθείς, οι δε ότι, και αν ήρχοντο, τι κακόν θα έπραττον μεγαλύτερον εκείνου, το οποίον ήθελον πάθει; Και άλλοι τέλος μεγάλην περιφρόνησιν δεικνύοντες έστρεφαν το πράγμα επί το γελοιότερον. Ολίγιστοι ήσαν οι πιστεύοντες εις τον Ερμοκράτην και φοβούμενοι το μέλλον. Παρελθών δε εις το μέσον της συνελεύσεως ο Αθηναγόρας, ο οποίος ήτο αρχηγός της δημοκρατικής μερίδος και ρήτωρ ευφραδέστατος, είπε τα εξής:

36. «Όστις δεν θέλει να πράξουν οι Αθηναίοι τοιαύτην ανοησίαν, ώστε να έλθουν ενταύθα και να πέσουν εις τας χείράς μας, είναι δειλός ή κακός πολίτης· με εκείνους δε, οίτινες διαδίδουν τας ειδήσεις ταύτας και θέλουν να σας φοβήσουν, δεν εκπλήττομαι τόσον διά την θρασύτητά των, όσον διά την ανοησίαν των, να νομίζουν δηλαδή ότι δεν είναι κατάδηλοι οι σκοποί των. Οι έχοντες ίδιον τινα φόβον, ζητούν να εμβάλουν εις φόβον το κοινόν, διά να αποκρύψουν το συμφέρον των. Τοιούτος ο σκοπός των ειδήσεων τούτων, αι οποίαι δεν είναι έργον της τύχης, αλλ' εκείνων, οι οποίοι αρέσκονται εις τας αιωνίας ταραχάς. Σεις όμως, εάν σκεφθήτε καλώς, δεν κρίνετε εκείνα τα οποία τα συμβούν εξ εκείνων τα οποία ούτοι διαδίδουν, αλλ' εξ εκείνων τα οποία δύνανται να πράξουν άνθρωποι συνετοί και εμπειρότατοι, οποίοι φρονώ ότι είναι οι Αθηναίοι· διότι δεν είναι πιθανόν να αφήσουν όπισθέν των τους Πελοποννησίους, και πριν τελειώσουν οριστικώς τον εκεί πόλεμον όχι ολιγώτερον σπουδαίον. Το κατ' εμέ φρονώ ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι, διότι δεν επερχόμεθα εναντίον αυτών ημείς, των οποίων αι πόλεις είναι τοσαύται και τόσον ισχυραί.

37. »Αλλά και αν πράγματι έλθουν, όπως λέγεται, νομίζω την Σικελίαν ικανωτέραν της Πελοποννήσου να υποστή τον πόλεμον, τοσούτω μάλλον, όσω είναι καλλίτερον κατά πάντα παρεσκευασμένη. Ναι, μόνη η ημετέρα πόλις είναι πολύ ισχυροτέρα του στρατού, όστις, ως λέγουν, επέρχεται τώρα, έστω και αν ούτος ήτο άλλος τόσος. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα φέρουν μαζί τους ίππους, ουδέ θα δυνηθούν να προμηθευθούν ενταύθα ειμή ολίγους μόνον παρά των Εγεσταίων, και ότι οι οπλίται των δεν θα είναι ισοπληθείς με τους ημετέρους, επειδή θα έλθουν διά πλοίων. Μέγα πράγμα μάλιστα θα ήτο να διανύσουν τοσούτον διάστημα διά μόνων των ελαφρών πλοίων των και να προμηθευθούν την άλλην βαρείαν αποσκευήν, η οποία χρειάζεται εναντίον πόλεως τοσούτον ισχυράς. Πολύ καλά γνωρίζω ότι, εάν οι Αθηναίοι ήρχοντο, διά να ιδρύσουν ετέραν πόλιν γείτονα και μεγάλην, όση είναι η Συράκουσα, και ήρχιζαν να μας πολεμούν, μόλις ως φρονώ, ήθελον αποφύγει εντελή καταστροφήν· κατά μείζονα λόγον εν μέσω της Σικελίας πού όλη τους είναι εχθρική (διότι αύτη θα συνασπισθή εναντίον αυτών) μετά στρατού προ των πλοίων κατεσκηνωμένου, μικράς σκηνάς έχοντος και ανεπαρκή εφόδια, και μη δυναμένου να προχωρήση μακράν ένεκα των ημετέρων ιππέων καθόλου δε ειπείν, νομίζω ότι δεν θα δυνηθούν ουδέ εις την ξηράν να αποβιβασθούν· τόσον αι δυνάμεις ημών μου φαίνονται υπερτέραι.

38. »Όλα όσα λέγω οι μεν Αθηναίοι τα ηξεύρουν και είμαι βέβαιος ότι προσπαθούν να διασώσουν τα ίδια υπάρχοντά των, οι δε ενταύθα άνδρες εφευρίσκουν ό,τι δεν υπάρχει και ό,τι δεν είναι δυνατόν να υπάρξη. Η τακτική των ανθρώπων τούτων δεν είναι νέα· πάντοτε τους είδα ή διά τοιούτων και επικινδυνοτέρων λόγων, ή και δι' έργων να εκφοβίζουν τον λαόν, διά να καταλάβουν την εξουσίαν αυτοί. Και μα την αλήθειαν, φοβούμαι μήπως μετά πολλάς προσπαθείας, επιτύχουν και δεν δυνηθώμεν ημείς υπό αδυναμίας, πριν πάθωμέν τι, να προφυλαχθώμεν και να τους τιμωρήσωμεν διά τα τεκταινόμενα. Τούτου ένεκα η πόλις ημών σπανίως ησυχάζει και επιχειρεί στάσεις πολλάς και αγώνας ουχί περισσοτέρους εναντίον των εχθρών παρ' όσους εναντίον εαυτής, και ενίοτε τυραννίας και δυναστείας αδίκους. Θα προσπαθήσω λοιπόν, εάν θέλετε να ακούσετε τας συμβουλάς μου, να μη συμβή τίποτε παρόμοιον επί των ημερών μας, προς σας μεν τους πολλούς μεταχειριζόμενος την πειθώ, κατά των μηχανωμένων δε τα τοιαύτα επιβάλλων τιμωρίας όχι μόνον οσάκις συλλαμβάνω αυτούς επ' αυτοφώρω (όπερ δυσκόλως επιτυγχάνεται), αλλά και διά τα εγκλήματα εκείνα, τα οποία θέλουν μεν να πράξουν, δεν δύνανται δε, διότι πρέπει να προφυλάττεταί τις από τον εχθρόν όχι μόνον ως προς τα έργα του, αλλά και ως προς τα διανοήματά του, επειδή, αν δεν προφυλαχθή, διατρέχει τον κίνδυνον να πάθη πρώτος. Τους ολιγαρχικούς λοιπόν άλλους θα ελέγχω, άλλους θα επιτηρώ και άλλους θα παραινώ. Τούτον τον τρόπον νομίζω συντελεστικώτατον, διά να τους αποτρέψωμεν από τους εγκληματικούς σκοπούς των. ’λλως τε και πολλάκις εσκέφθην τούτο, τι θέλετε σεις οι νεώτεροι; να πάρετε τώρα δημόσια υπουργήματα; Αλλ' ο νόμος το απαγορεύει, και ο νόμος ούτος έγινε μάλλον διότι σας έκρινεν ανικάνους παρά διότι σας εθεώρει ικανούς και ήθελε να σας στερήση της τιμής ταύτης. Θέλετε προνόμια; αλλά πώς είναι δίκαιον οι πολίται της αυτής πόλεως να μη έχουν όλοι τα αυτά δικαιώματα;

39. »Θα είπη τις ίσως ότι η δημοκρατία ούτε συνετόν πράγμα είναι ούτε δίκαιον, και ότι μόνον οι έχοντες χρήματα είναι οι μάλλον ικανοί να κυβερνούν. Εγώ όμως λέγω πρώτον ότι ο λαός είναι το κράτος ολόκληρον, ενώ οι ολιγαρχικοί είναι μέρος μόνον αυτού· έπειτα ότι οι πλούσιοι είναι φύλακες άριστοι των χρημάτων, οι συνετοί άριστοι σύμβουλοι και το πλήθος άριστος κριτής των υποβαλλομένων εις αυτό ζητημάτων. Εις την δημοκρατίαν όλαι αύται αι τάξεις έχουν εντελή ισότητα, εκάστη κατά μέρος και όλαι κοινώς, ενώ η ολιγαρχία διαμοιράζουσα εις τον λαόν τους κινδύνους δεν ευχαριστείται να κρατή δι' εαυτήν τα πλείστα των κερδών, αλλά δημεύουσα τα πάντα έχει το όλον της ωφελείας. Ιδού τι επιδιώκουν μετά προθυμίας οι ισχυροί ανάμεσόν σας και οι νέοι, πράγμα αδύνατον να επιτύχη εις μεγάλην πόλιν.

40. »Εν τούτοις και σήμερον ακόμη, ω πάντων ασυνετώτατοι, είσθε ή οι τυφλότεροι πάντων των γνωστών εις εμέ Ελλήνων μη εννοούντες το άνομον των σχεδίων σας, ή αδικώτατοι εννοούντες και επιμένοντες εις την τόλμην σας. Καλύτερα λοιπόν διδασκόμενοι ή παραιτούντες τους κακούς σκοπούς σας προσπαθήσατε να αυξήσετε το καλόν, της πόλεως και εις όλους ωφέλιμον, έχοντες την πεποίθησιν ότι οι ανάμεσόν σας αγαθοί άνδρες θα μετάσχουν ομοίως και μάλιστα περισσότερον του λαού. Εάν σκέπτεσθε άλλως, διακινδυνεύετε να στερηθήτε των πάντων. Παύσατε λοιπόν διαδίδοντες τοιαύτας αγγελίας προς ανθρώπους πού μαντεύουν τα σχέδιά σας και δεν θα τα ανεχθούν· διότι η πόλις, και επί τη υποθέσει ότι οι Αθηναίοι έρχονται, θα δυνηθή να τους αποκρούση αξίως αυτής, και έχομεν στρατηγούς, οίτινες θα φροντίσουν περί τούτου. Εάν, ως πιστεύω, δεν είναι αληθές τίποτε, η πόλις δεν θα δειλιάση υπό των αγγελιών σας ουδέ θα υποβληθή εις εκουσίαν δουλείαν εκλέγουσα σας ως αρχηγούς. Αυτή εαυτήν συμβουλευομένη και τους λόγους σας θα θεωρήση ως πραγματικάς αποπείρας και την υπάρχουσαν ελευθερίαν δεν θα την χάση ακούουσα σας, αλλά δι' έργων προφυλασσομένη και μη επιτρέπουσα τούτο, θα προσπαθήση να διασώση αυτήν».

41. Ταύτα μεν είπεν ο Αθηναγόρας, είς δε εκ των στρατηγών αναστάς και μη αφήσας άλλον να προχωρήση διέλυσε την έριδα ειπών ταύτα : «Δεν είναι φρόνιμον ούτε διαβολάς να ρίπτωμεν κατ' αλλήλων ούτε να χειροκροτώμεν ακούοντες αυτάς, αλλά μάλλον κατά τα διαδιδόμενα να ίδωμεν πώς θα προετοιμασθώμεν καλώς καθένας ιδιαιτέρως και όλη η πόλις κοινώς, διά να αποκρούσωμεν τους επερχομένους. Και τούτο όμως εάν δεν είναι απαραίτητον, πάλιν δεν θεωρώ ως επιβλαβές να προμηθευθή η πόλις ίππους, όπλα και παν άλλο αναγκαίον εις τον πόλεμον. Ημείς θα φροντίσωμεν και θα προνοήσωμεν περί πάντων τούτων, ημείς θα πέμψωμεν εις τας πόλεις, διά να επισκοπήσωμεν και θα πράξωμεν παν το απαιτούμενον. Ήδη επρονοήσαμεν εν μέρει, και παν ό,τι μάθωμεν θα σας το αναφέρωμεν». Και οι μεν Συρακούσιοι, ότε είπε ταύτα ο στρατηγός, διέλυσαν την συνέλευσιν.

42. Οι δε Αθηναίοι ήσαν ήδη εις Κέρκυραν, αυτοί και οι σύμμαχοι όλοι· και πρώτον μεν οι στρατηγοί έκαμαν νέαν επιθεώρησιν του στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, με την οποίαν ώφειλαν να προσορμίζωνται και να στρατοπεδεύουν· διαιρέσαντες δε τον στόλον εις τρεις μοίρας έλαβον καθένας μίαν εξ αυτών διά κλήρου, ίνα μη πλέοντες όλοι ομού στερηθούν ύδατος, λιμένων και τροφών εις τα μέρη όπου ήθελον προσεγγίζει και ίνα ο στρατός έχη περισσοτέραν τάξιν και ευπείθειαν, με το να έχη καθεμία μοίρα ένα στρατηγόν. Έπειτα δε προαπέστειλαν εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν τρία πλοία, διά να μάθουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο, και διέταξαν αυτά να έλθουν εις συνάντησιν του στόλου μετά των αναγκαίων πληροφοριών.

43. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι μεθ' όλων των δυνάμεων των εκπλεύσαντες από την Κέρκυραν διηυθύνθησαν προς την Σικελίαν έχοντες εν συνόλω τριήρεις μεν εκατόν τριάκοντα τεσσάρας και δύο πεντηκοντόρους των Ροδίων (εκ τούτων Αττικαί μεν ήσαν εκατόν, εξ ων πάλιν αι μεν εξήκοντα ήσαν ταχείαι, αι δε άλλαι έφεραν στρατιώτας· το δε άλλο ναυτικόν συνέκειτο εκ Χίων και άλλων συμμάχων), οπλίτας δε εν όλω πεντακισχιλίους και εκατόν (και εκ τούτων χίλιοι πεντακόσιοι μεν ήσαν Αθηναίοι εκ των εγγεγραμμένων εις τους καταλόγους, επτακόσιοι δε θήτες στρατιώται του ναυτικού· οι δε επίλοιποι οπλίται συνέκειντο εκ συμμάχων υπηκόων, πεντακοσίων Αργείων και διακοσίων πεντήκοντα Μαντινέων και μισθοφόρων), τοξότας δε εν όλω τετρακοσίους ογδοήκοντα (εξ ων οι όγδοήκοντα ήσαν Κρήτες), σφενδονήτας Ροδίους επτακοσίους και τέλος εκατόν είκοσι φυγάδας των Μεγαρέων ψιλούς. Διά την μεταφοράν των ίππων έν μόνον πλοίον υπήρχε φέρον τριάκοντα ιππείς.

44. Τοιαύτη η πρώτη πολεμική παρασκευή, η οποία εξεκίνησε διά τον πόλεμον τούτον. Ηκολουθείτο δε υπό τριάκοντα ολκάδων σιταγωγών, αι οποίαι είχαν τας τροφάς, τους αρτοποιούς, τους λιθοτόμους, τους τέκτονας και όλα τα απαιτούμενα οχυρωματικά εργαλεία, υπό εκατόν πλοιαρίων, τα οποία εξ ανάγκης συνέπλεον μετά των ολκάδων και υπό πολλών άλλων πλοιαρίων και ολκάδων χάριν εμπορίου συνοδευόντων τον στρατόν. Όλα ταύτα τα πλοία εξελθόντα τότε εκ Κερκύρας διεπέρασαν τον Ιόνιον κόλπον. Αφού δε έφθασαν τα μεν εις την Ιαπυγίαν άκραν, τα δε εις τον Τάραντα, και τα άλλα όπου αλλαχού ηδυνήθησαν, ήρχισαν να παραπλέουν την Ιταλίαν. Αι πόλεις δεν επέτρεπον να εισέρχωνται μήτε εις το άστυ μήτε εις την αγοράν, αλλά μόνον εις τους λιμένας, διά να προμηθεύωνται ύδωρ, το οποίον μάλιστα τους ηρνήθησαν ο Τάρας και οι Λοκροί. Τέλος έφθασαν εις το Ρήγιον ακρωτήριον της Ιταλίας και συνηθροίσθησαν εκεί· επειδή δε δεν τους εδέχθησαν εντός της πόλεως, έστησαν το στρατόπεδόν των έξω, εις το ιερόν της Αρτέμιδος, όπου τους εδόθη και αγορά. Ανελκύσαντες δε τα πλοία ησύχαζον και ήρχισαν διαπραγματεύσεις μετά των Ρηγίνων ζητούντες παρ' αυτών, επειδή ήσαν Χαλκιδείς, να βοηθήσουν τους Λεοντίνους, οι οποίοι ήσαν ωσαύτως Χαλκιδείς. Οι Ρηγίνοι όμως απεκρίθησαν ότι θα έμεναν ουδέτεροι και ότι θα ενήργουν συσκεπτόμενοι από κοινού μετά των Ιταλιωτών. Οι δε Αθηναίοι επεσκόπουν τα εν τη Σικελία πράγματα, διά να μεταχειρισθούν τα καλύτερα μέσα προς επιτυχίαν, και συγχρόνως επερίμεναν εκ της Εγέστης την επιστροφήν των προαποσταλέντων πλοίων, θέλοντες να μάθουν αν υπήρχον όλα τα χρήματα, όσα οι εις τας Αθήνας επιστρέψαντες πρέσβεις ανήγγειλαν.

45. Εν τούτοις οι Συρακούσιοι ελάμβανον ήδη πολλαχόθεν και παρά των ιδίων κατασκόπων θετικάς ειδήσεις ότι τα πλοία των Αθηναίων ήσαν εις το Ρήγιον. Συνεπεία τούτου ήρχισαν να ετοιμάζωνται μετά μεγίστης δραστηριότητος και δεν είχαν πλέον απιστίαν περί της εκστρατείας. Έπεμψαν πανταχού προς τους Σικελούς, αλλού μεν φύλακας, αλλού δε πρέσβεις· έθεσαν φρουράς εις τα φρούρια της χώρας· επεθεώρησαν εν τη πόλει τα όπλα και τους ίππους και παρετήρησαν αν ήσαν όλα εντελή· και τέλος διέθεσαν τα πάντα καταλλήλως, ως εάν επέκειτο πόλεμος άφευκτος και σχεδόν αρχίσας.

46. Τα δε τρία προαποσταλέντα πλοία επέστρεψαν εις το Ρήγιον, διά να αναγγείλουν εις τους Αθηναίους ότι εξ όλων των υποσχομένων χρημάτων δεν εφαίνοντο υπάρχοντα ειμή μόνον τριάκοντα τάλαντα. Αμέσως οι στρατηγοί περιήλθον εις αθυμίαν διά την πρώτην εκείνην αποτυχίαν και διά την άρνησιν των Ρηγίνων, προς τους οποίους απετάθησαν κατά πρώτον, ελπίζοντες ότι κατά πάσαν πιθανότητα ήθελον τους πείσει, ένεκα της μετά των Λεοντίνων συγγενείας των και της αρχαίας φιλίας των προς τους Αθηναίους. Και ο μεν Νικίας είχε προϊδεί τας εκ της Εγέστης ειδήσεις, αλλ' οι δύο άλλοι στρατηγοί εξεπλάγησαν. Οι δε Εγεσταίοι ιδού τι εσοφίσθησαν, ότε οι πρώτοι πρέσβεις των Αθηναίων ήλθαν προς αυτούς, διά να πληροφορηθούν περί των χρημάτων. Οδηγήσαντες αυτούς εις το εν τη Έρυκι ιερόν της Αφροδίτης επέδειξαν τα αναθήματα, τας φιάλας, τας οινοχόας, τα θυμιατήρια και τα άλλα όχι ολίγα αντικείμενα, τα οποία, αργυρά όντα, είχον όψιν πολύ ανωτέραν της μικράς των αξίας· οι δε ιδιώται προσκαλέσαντες εις τας οικίας των τους ναύτας των τριηρών και συλλέξαντες όσα υπήρχον εν Εγέστη χρυσά και αργυρά εκπώματα και δανεισθέντες τα των εγγύς Φοινικικών και Ελληνικών πόλεων, τα παρέθετον καθένας εις τα συμπόσια ως ιδικά των. Επειδή δε ως επί το πολύ όλοι μετεχειρίζοντο τα αυτά και επειδή πανταχού εφαίνοντο πολλά, οι Αθηναίοι των τριηρών περιήλθον εις μεγάλην έκπληξιν, και επιστρέψαντες εις τας Αθήνας διέδιδον ότι είδον πολλούς θησαυρούς. Απατηθέντες τοιουτοτρόπως οι άνθρωποι ούτοι μετέδωκαν την απάτην των και εις τους άλλους· αλλ' ότε εγνώσθη η αλήθεια ότι εις την Εγεσταν δεν υπήρχον οι θρυλούμενοι θησαυροί, βαρείας επιπλήξεις έλαβον παρά των στρατιωτών. Οι δε στρατηγοί συνεκρότησαν συμβούλιον περί του πρακτέου.

47. Και του μεν Νικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν κατά του Σελινούντος, διά το οποίον προ πάντων εστάλησαν· και εάν μεν οι Εγεσταίοι παρείχον εις όλον το στράτευμα χρήματα, τότε θα εσκέπτοντο τι ώφειλον να πράξουν· εάν δε δεν παρείχον, θα τους εζήτουν τροφάς διά τα αιτηθέντα εξήκοντα πλοία· να παραμείνουν εις Σελινούντα μέχρις ου συμφιλιώσουν τους κατοίκους αυτού μετά των Εγεσταίων, είτε διά της βίας είτε διά συμβάσεως· να παραπλεύσουν ακολούθως τας άλλας πόλεις, και, αφού επιδείξουν την δύναμιν της πόλεως των Αθηναίων και δείξουν την υπέρ των φίλων και των συμμάχων προθυμίαν των, ναποπλεύσουν εις την πατρίδα των (εκτός εάν δυνηθώσιν εντός ολίγου χρόνου και απροσδοκήτως να φανούν ωφέλιμοι εις τους Λεοντίνους ή να προσελκύσουν τινά εκ των άλλων πόλεων), και τέλος να μη διακινδυνεύσουν την πόλιν των δαπανώντες μόνον εκ των ιδικών των μέσων.

48. Ο δε Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν ήρμοζεν, αφού εξέπλευσαν μετά τοσαύτης δυνάμεως, να απέλθουν αισχρώς και απράκτως· αλλ' έπρεπε να στείλουν πρέσβεις εις όλας τας πόλεις, εκτός του Σελινούντος και των Συρακουσών, να κάμουν αποπείρας εις τους Σικελούς, ίνα άλλους μεν αποσπάσουν από τους Συρακουσίους, άλλους δε καταστήσουν φίλους και διά του τρόπου τούτου προμηθεύωνται σίτον και στρατόν· ότι κατά πρώτον έπρεπε να προσελκύσουν τους Μεσσηνίους, των οποίων η πόλις εκείτο επί της προς την Σικελίαν γραμμής και καθίστα εύκολον την εις αυτήν άφιξιν, παρέχουσα λιμένα και όρμον καταλληλοτάτους διά τον στρατόν· τέλος ότι, αφού κάμουν συμμαχίαν με τας πόλεις και γνωρίσουν μετά τίνων θα πολεμήσουν, να προχωρήσουν κατά των Συρακουσών και του Σελινούντος, εκτός εάν η μεν πόλις αύτη συμβιβασθή μετά των Εγεσταίων, εκείνη δε επιτρέψη ναποκατασταθούν οι Λεοντίνοι.

49. Ο δε Λάμαχος τουναντίον απεφάνθη ότι έπρεπε να πλεύσουν κατά των Συρακουσών και να συγκροτήσουν μάχην τάχιστα πλησίον της πόλεως, ενόσω ακόμη οι εχθροί είναι απαράσκευοι και μάλιστα διετέλουν εις έκπληξιν, «Παν στράτευμα, είπεν, είναι κατ' αρχάς φοβερώτατον αλλά, εάν βραδύνη να εμφανισθή, ο εχθρός λαμβάνει θάρρος πριν το ιδή και το περιφρονεί ακόμη περισσότερον, αφού το ιδή. Εξ εναντία, η αιφνιδία επίθεσις μετά την πρώτην στιγμήν του τρόμου παρέχει συνήθως νίκην, είτε εκ του φόβου, ο οποίος αυξάνει τας δυνάμεις του επερχομένου, είτε εκ της προσδοκίας των επικειμένων λεηλασιών, είτε προ πάντων εκ του αφεύκτου κινδύνου της μάχης. Ως είναι επόμενον, πολλοί θα ευρεθούν εκτός της πόλεως εις τους αγρούς, μη πιστεύοντες την έλευσιν των Αθηναίων· άλλως δε οι Συρακούσιοι ματαίως θα εισεκομίζοντο, διότι ο στρατός δεν θα εστερείτο λαφύρων, εάν εστρατοπέδευε νικηφόρος πλησίον της πόλεως. Διά του τρόπου τούτου οι άλλοι Σικελιώται θα συμμαχήσουν μάλλον με τους Αθηναίους παρά με τους Συρακουσίους χωρίς να διστάσουν καραδοκούντες ποίοι ήθελον νικήσει». Ο Λάμαχος επρόσθεσεν ότι έπρεπε να επιστρέψουν εις τα Μέγαρα, να σταθμεύσουν εκεί και να καταστήσουν ορμητήριον την έρημον εκείνην θέσιν, η οποία ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης απείχε πολύ των Συρακουσών.

50. Ταύτα είπεν ο Λάμαχος, αλλά συνετάχθη με την γνώμην του Αλκιβιάδου, ο οποίος μετέβη ακολούθως μετά του πλοίου του εις Μεσσήνην και έκαμεν εις τους κατοίκους προτάσεις συμμαχίας, αι οποίαι δεν εγένοντο δεκταί· και επί τη αποκρίσει των ότι δεν θα εδέχοντο τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά θα του παρείχον αγοράν έξω της πόλεως, απέπλευσεν εις το Ρήγιον. Και εξοπλίσαντες ευθύς οι στρατηγοί εξήκοντα ναυς, τας οποίας εξέλεξαν εξ όλου του στόλου, και λαβόντες τροφάς παρέπλευσαν εις την Νάξον, καταλιπόντες εις το Ρήγιον το άλλο στράτευμα και ένα εκ των συστρατήγων των. Γενόμενοι δεκτοί εντός της πόλεως υπό των Ναξίων παρέπλευσαν μέχρι της Κατάνης. Και επειδή οι Καταναίοι δεν τους εδέχθησαν (διότι υπήρχαν εντός της πόλεως οπαδοί των Συρακουσίων) μετέβησαν προς τον Τηρίαν ποταμόν και διανυκτερεύσαντες εκεί έπλευσαν την επομένην προς τας Συρακούσας εν τάξει έχοντες τα άλλα πλοία· διότι είχαν προαποστείλει δέκα ναυς εις τον μέγαν λιμένα με την διαταγήν να μεταβούν εκεί, να κατασκοπεύσουν αν υπήρχον πλοία καθειλκυσμένα εις την θάλασσαν και πλησιάζοντες εις τα παράλια να κηρύξουν από των πλοίων ότι οι Αθηναίοι ήρχοντο, διά να αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις την πόλιν των, ένεκα της συμμαχίας και της συγγενείας πού υπήρχε μεταξύ αυτών, και ότι επομένως ηδύναντο οι εν ταις Συρακούσαις ευρισκόμενοι Λεοντίνοι να μεταβούν αφόβως προς τους φίλους και ευεργέτας αυτών Αθηναίους. Αφού λοιπόν εκήρυξαν ταύτα και κατεσκόπευσαν την πόλιν, τους λιμένας και τα πέριξ, εξ ων ορμώμενοι ηδύναντο να επιχειρήσουν προσβολάς, επέστρεψαν εις την Κατάνην.

51. Και συγκαλέσαντες εκκλησίαν οι Καταναίοι τον μεν στρατόν ηρνήθησαν να δεχθούν, εις δε τους στρατηγούς επέτρεψαν να εισέλθουν εις την πόλιν, διά να εκθέσουν όσα ήθελον. Ενώ δε ο Αλκιβιάδης ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εστραμμένη προς την συνέλευσιν, συντρίψαντες οι στρατιώται μίαν θυρίδα κακώς ωκοδομημένην και εισελθόντες απαρατήρητοι εις την πόλιν διεσπάρησαν εις την αγοράν. Ιδόντες δε αυτούς οι τα των Συρακουσίων φρονούντες Καταναίοι εγένοντο αμέσως περιδεείς και εδραπέτευσαν ολίγοι τινές· οι δε άλλοι Καταναίοι εψήφισαν υπέρ της συμμαχίας μετά των Αθηναίων και επέτρεψαν να έλθη εκ του Ρηγίου και το άλλο στράτευμα. Μετά ταύτα δε πλεύσαντες οι Αθηναίοι εις το Ρήγιον επέστρεψαν μεθ' όλου του στόλου εις την Κατάνην, όπου εστρατοπέδευσαν.

52. Ήλθον δε προς αυτούς δύο αγγελίαι, η μεν εκ Καμαρίνης, ότι η πόλις αύτη θα παρεδίδετο εις αυτούς, εάν επροχώρουν, η δε ότι οι Συρακούσιοι έθετον ναύτας εις τα πλοία των. Πανστρατιά λοιπόν έπλευσαν πρώτον μεν εις τας Συρακούσας, όπου μη ευρόντες να καταρτίζεται ναυτικόν εξηκολούθησαν τον πλουν των μέχρι της Καμαρίνης, επλησίασαν εις τον αιγιαλόν και έστειλαν κήρυκα προς τους Καμαριναίους. Αλλ' ούτοι δεν τον εδέχθησαν προφασιζόμενοι ότι κατά τους όρκους, τους οποίους είχον, δεν ηδύναντο να δεχθούν τους Αθηναίους ειμή εάν ήρχοντο επί ενός μόνου πλοίου, εκτός εάν αυτοί οι ίδιοι εζήτουν περισσότερα. Επέστρεψαν λοιπόν οι Αθηναίοι άπρακτοι και απεβιβάσθησαν εις ακρωτήριόν τι της χώρας των Συρακουσίων, όπου έκαμαν αρπαγάς τινας· αλλ' επειδή έτρεξαν εκεί οι Συρακούσιοι ιππείς και εφόνευσαν διεσπαρμένους τινάς ψιλούς, επέστρεψαν εις την Κατάνην.

