# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29835/index.md

18. » Ώστε τίνα πιθανόν λόγον λέγοντες ηθέλομεν διστάσει ή τίνα πιθανήν πρόφασιν προφασιζόμενοι ηθέλομεν αρνηθή να βοηθήσωμεν τους εκεί συμμάχους, αφού άπαξ, ως γνωστόν, δι' όρκων υπεχρεώθημεν να βοηθώμεν αυτούς χωρίς να προφασιζώμεθα ότι εκείνοι δεν θα μας βοηθήσουν; Προσελάβομεν αυτούς ως συμμάχους, ουχί διά να μας βοηθήσουν ενταύθα, αλλ' ίνα ενοχλούντες τους εν τη Σικελία εχθρούς μας εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν ημών τοιουτοτρόπως απεκτήσαμεν και ημείς όπως και πάντες όσοι απέκτησαν τοιαύτην, προθύμως πάντοτε βοηθούντες τους Έλληνας και τους βαρβάρους, οίτινες εζήτουν την βοήθειάν μας. Διότι, εάν εμέναμεν όλοι ησυχάζοντες ή ελεπτολογούμεν εξετάζοντες ποίας φυλής ήσαν οι ζητούντες βοήθειαν, ολίγον θα προσεθέτομεν εις την δύναμιν μας, ή μάλλον ηθέλομεν εκθέτει αυτήν ταύτην περισσότερον. Τωόντι δεν πρέπει τις μόνον να υπερασπίζη εαυτόν κατά του επερχομένου ισχυρού, αλλά και να προλαμβάνη την επίθεσιν αυτού. Δεν είμεθα ελεύθεροι να μεταχειριζώμεθα την δύναμιν ημών κατά βούλησιν, αλλ' ανάγκη, αφού ανήλθομεν εις το σημείον τούτο, τους μεν να απειλώμεν τους δε να συγκρατώμεν, διότι άλλως θα εκινδυνεύομεν να κυριαρχηθώμεν υπό άλλων, εάν επαύομεν να κυριαρχώμεν ημείς. Και δεν πρέπει να θεωρήτε την ησυχίαν ομοίως με τους άλλους εκτός εάν παραδεχθήτε και την πολιτικήν των άλλων. Πεποιθότες ότι η δύναμις ημών ακόμη περισσότερον θέλει αυξήσει, εάν εκστρατεύσωμεν κατά της Σικελίας, ας εισέλθωμεν εις τα πλοία, ίνα ταπεινώσωμεν την μεγαλοφροσύνην των Πελοποννησίων δεικνύοντες ότι, μη λαμβάνοντες καν υπ' όψιν την παρούσαν ησυχίαν, πλέομεν και κατ' αυτής της Σικελίας. Εκ τούτου έν από τα δύο θα προκύψη· ή θα γίνωμεν κύριοι της Σικελίας και κατά πάσαν πιθανότητα θα ηγεμονεύσωμεν εφ' όλης της Ελλάδος, ή τουλάχιστον θα προξενήσωμεν μεγίστην βλάβην εις τους Συρακουσίους, το οποίον επίσης θέλει ωφελήσει και ημάς και τους συμμάχους ημών. Την δε ασφάλειαν θα μας δώσουν τα πλοία, και να μείνωμεν, εάν τινες ενωθώσι με ημάς, και να απέλθωμεν, διότι το ναυτικόν μας θα είναι πάντοτε ανώτερον του ναυτικού όλων ομού των Σικελιωτών. Και ας μη σας αποτρέψη η εν τοις λόγοις του Νικίου συσταινομένη απραγμοσύνη και η διάκρισις των νέων από των πρεσβυτέρων, αλλά πιστοί εις την επικρατούσαν τάξιν και την συνήθειαν των πατέρων μας, οι οποίοι συσκεπτόμενοι νέοι μετά γερόντων ανύψωσαν την πατρίδα ημών εις το σημείον τούτο της δυνάμεως, προσπαθήσατε σήμερον να προαγάγετε την πόλιν διά του αυτού τρόπου. Σκεφθήτε ότι άνευ αλλήλων η νεότης και το γήρας ουδέν δύνανται, και ότι η απερισκεψία, η μεσότης και η άκρα σύνεσις, εάν συναναμιχθούν, αποτελούν την ισχύν· πεισθήτε ότι, εάν η πόλις ησυχάζη, θα κατατριβή αφ' εαυτής καθώς και οιονδήποτε άλλο πράγμα, και η γνώσις παντός επαγγέλματος θα φθαρή υπό του γήρατος, ενώ, εάν διηνεκώς αγωνίζεται, θα αποκτηση την χρειαστήν εμπειρίαν και θα συνηθίση όχι τόσον εις την διά του λόγου άμυναν, όσον εις την διά του έργου. Εν γένει δε φρονώ, κατά την γνώμην μου, ότι πόλις μη απράγμων καταστρέφεται ταχέως, εάν μεταβληθή εις απράγμονα, και ότι η σωτηρία των πολιτών ασφαλίζεται μόνον, όταν ούτοι διάγουν όσον το δυνατόν σύμφωνα προς τα υπάρχοντα ήθη και τους νόμους, έστω και αν είναι χειρότεροι άλλων».

19. Ούτω μεν ωμίλησεν ο Αλκιβιάδης. Οι δε Αθηναίοι, ακούσαντες αυτού και των Εγεσταίων και Λεοντίνων φυγάδων, οι οποίοι παρελθόντες εις το μέσον της συνελεύσεως παρεκάλουν και ικέτευον να τους βοηθήσουν υπενθυμίζοντες τους αρχαίους όρκους διετέθησαν ευνοϊκώτερον ή πρότερον υπέρ της εκστρατείας. Ο Νικίας εννοήσας ότι δεν θα ηδύνατο πλέον διά της αυτής γλώσσης να τους αποτρέψη από την απόφασιν των, και νομίσας ότι ήθελε τους μεταπείσει διά του μεγέθους των προπαρασκευών, εάν εζήτει πολλάς, ανέβη εκ δευτέρου επί το βήμα και είπε ταύτα :

20. «Επειδή σας βλέπω, ω Αθηναίοι, ότι έχετε απόφασιν να εκστρατεύσετε εξ άπαντος, εύχομαι μεν να αποβή εις καλόν η εκστρατεία, θα σας υποδείξω όμως όσα θεωρώ ωφέλιμα κατ' αυτήν την στιγμήν. Μέλλομεν να επιτεθώμεν κατά πόλεων, πού φημίζονται ως μεγάλαι, ανεξάρτητοι και μη έχουσαι ανάγκην πολιτικής μεταβολής, εις την οποίαν άλλαι καταφεύγουν μετά χαράς, διά να μεταβούν εκ της αναγκαστικής υποταγής εις ανετωτέραν κατάστασιν· κατά πόλεων τέλος, αι οποίαι, κατά πάσαν πιθανότητα, δεν θα θελήσουν νανταλλάξουν την ελευθερίαν των με την ηγεμονίαν μας. ’λλως μεταξύ των πόλεων τούτων ο αριθμός των Ελληνίδων είναι σημαντικός διά μίαν νήσον. Εκτός της Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι ελπίζω να προστεθούν εις ημάς διά την κοινήν μετά των Λεοντίνων καταγωγήν των, υπάρχουν επτά άλλαι πόλεις παρεσκευασμέναι καθ' όλα όσον το δυνατόν ομοίως με ημάς, και προ πάντων ο Σελινούς και αι Συράκουσαι, κατά των οποίων έχομεν σκοπόν να πλεύσωμεν. Οπλίται και τοξόται και ακοντισταί υπάρχουν πολλοί, καθώς και τριήρεις και άνθρωποι διά να καταρτίσουν τα πληρώματα των. Προσέτι έχουν χρήματα και ιδιωτικά και κοινά εις τα ιερά των Σελινουντίων· προς τούτοις οι Συρακούσιοι λαμβάνουν φόρον παρά τινων βαρβάρων λαών. Εκείνο δε, κατά το οποίον προ πάντων μας υπερτερούν, είναι ότι έχουν πολλούς ίππους και σίτον εγχώριον και όχι έξωθεν εισκομιζόμενον.

21. »Κατά τοιαύτης λοιπόν δυνάμεως δεν μας αρκεί στρατός ναυτικός και μέτριος, αλλ' είναι ανάγκη να συμπλεύση μαζί μας και πεζικόν πολύ, εάν θέλωμεν να πράξωμέν τι άξιον των σχεδίων μας και να μη παρακωλυθή η εις την ξηράν απόβασίς μας υπό πολλών ιππέων, προ πάντων εάν εκ του προς ημάς φόβου συνενωθούν αι πόλεις και εάν, εκτός των Εγεσταίων, δεν έχωμεν άλλους, οι οποίοι γινόμενοι φίλοι μας δυνηθούν να μας προμηθεύσουν ιππικόν, διά του οποίου να υπερασπισθώμεν. Θα είναι δε αίσχος εις ημάς, εάν αναγκασθώμεν να απέλθωμεν ή να προσκαλέσωμεν κατόπιν και άλλο, επειδή εξ αρχής δεν είχομεν λάβει συνετά μέτρα. Πρέπει λοιπόν ναναχωρήσωμεν εντεύθεν εντελώς παρεσκευασμένοι και να σκεφθώμεν ότι μέλλομεν να πλεύσωμεν μακράν· ότι η εκστρατεία αύτη δεν ομοιάζει με τας άλλοτε, ότε εμεταβαίνατε εναντίον τινός ως σύμμαχοι των ενταύθα υπηκόων σας, οπόθεν εύκολοι ήσαν αι μετακομίσεις, προερχόμεναι εκ τόπου φιλικού, αλλ' ότι μεταβαίνομεν εις χώραν, η οποία όλη είναι ξένη και όπου ούτε αγγελιαφόρος δύναται να έλθη κατά τους τέσσαρας χειμερινούς μήνας.

22. »Πρέπει λοιπόν, κατά την γνώμην μου, να έχωμεν πολλούς οπλίτας και εξ ημών αυτών και εκ των συμμάχων και εκ των υπηκόων και εξ αυτής της Πελοποννήσου, εάν δυνηθώμεν να επιτύχωμεν τοιούτους, είτε διά της πειθούς είτε διά μισθού. Έχομεν επίσης ανάγκην πολλών τοξοτών και σφενδονητών, όπως αντέχουν προς το εχθρικόν ιππικόν· πρέπει ωσαύτως να υπερτερώμεν παραπολύ κατά το ναυτικόν, διά να εισκομίζωμεν ευκόλως τα αναγκαιούντα τρόφιμα. Έχομεν ανάγκην ολκάδων διά να μεταφέρωμεν απ' εδώ τροφάς, σίτον και κριθάς οπτάς, και αρτοποιών εμμίσθων, τους οποίους να λάβωμεν διά της βίας αναλόγως των μυλώνων, διά να έχη ο στρατός τα αναγκαιούντα, εάν εμποδισθώμέν που υπό του κακού καιρού, διότι πάσα πόλις δεν θα είναι εις κατάστασιν να δέχεται στρατόν τόσον πολυάριθμον· πρέπει τέλος τα πάντα να προετοιμάσωμεν όσον είναι δυνατόν και να μη ελπίζωμεν εις άλλους. Προ πάντων ας λάβωμεν εντεύθεν πολλά χρήματα, διότι εκείνα τα οποία λέγουν οι Εγεσταίοι ότι υπάρχουν έτοιμα, πιστεύσατε, ότι μόνον με λόγους είναι έτοιμα.

23. »Τωόντι, εάν αναχωρήσωμεν εντεύθεν ουχί μόνον έχοντες στρατόν αντίπαλον, ουχί μόνον έχοντες τους οπλίτας τους απαιτουμένους να παραταχθούν προς τους οπλίτας αυτών, αλλά και όντες υπερβαλλόντως παρεσκευασμένοι κατά πάντα, πάλιν δυσκόλως τους μεν θα δυνηθώμεν να νικήσωμεν, τους δε να διασώσωμεν. Πρέπει να λάβετε υπ' όψιν ότι απέρχεσθε να συνοικίσετε πόλιν μεταξύ αλλοφύλων και πολεμίων και ότι οφείλετε να καταστήτε κύριοι της γης, εις την οποίαν θα προσορμισθήτε, ειδεμή, τα πάντα θέλετε έχει εχθρικά. Τούτο εγώ φοβούμενος και σκεπτόμενος, ότι έχομεν ανάγκην πολλής μεν καλής σκέψεως, μεγαλυτέρας δε καλής τύχης (το οποίον είναι δύσκολον, επειδή είμεθα άνθρωποι), θέλω, αναχωρών, να εμπιστευθώ όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην και να εκπλεύσω όσον το δυνατόν ασφαλής. Ταύτα νομίζω ασφαλέστατα δι' όλην την πόλιν και σωτήρια δι' ημάς που θα εκστρατεύσωμεν. Εάν άλλος τις φρονή τα εναντία, παραχωρώ εις αυτόν την αρχήν.

24. Και ο μεν Νικίας ταύτα είπε νομίζων ότι διά της μεγαλοποιήσεως των πραγμάτων ήθελεν αποτρέψει τους Αθηναίους από του μελετωμένου σχεδίου, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, ναναχωρήση τουλάχιστον διά του τρόπου τούτου μεθ' όλης της ασφαλείας· οι δε Αθηναίοι μακράν του να παραιτήσουν την εκστρατείαν ταύτην διά την δύσκολον προμήθειαν των εξοπλισμών, ησθάνθησαν πολύ πλειοτέραν επιθυμίαν δι' αυτήν. Και η ελπίς του Νικίου διεψεύσθη διότι εύρον ότι έδωκεν αρίστας συμβουλάς και ότι από της στιγμής εκείνης δεν είχαν πλέον τίποτε να φοβηθούν. Όλοι ομοίως κατελήφθησαν υπό της επιθυμίας να αναχωρήσουν· οι γέροντες, με την ιδέαν να υποτάξουν την Σικελίαν, το οποίον ήτον ο σκοπός της εκστρατείας των, ή τουλάχιστον να μη πάθη καμμίαν ατυχίαν τοιούτος μέγας στρατός· οι άνδρες, με την επιθυμίαν να ίδουν χώραν μακρυνήν και με την πεποίθησιν ότι ήθελον διαφύγει τους κινδύνους· το δε πλήθος και οι στρατιώται, με την ελπίδα να κερδίσουν χρήματα προς το παρόν, και να επεκτείνουν την ηγεμονίαν της πόλεως, το οποίον ήθελεν είσθαι δι' αυτούς πηγή αστείρευτος μισθού. Ώστε βλέποντες την ακράτητον ταύτην επιθυμίαν των περισσοτέρων οι μη αρεσκόμενοι εις την εκστρατείαν ταύτην δεν ετόλμησαν να ειπούν τίποτε φοβηθέντες μήπως, εάν αρνηθούν την ψήφόν των, εκληφθούν ως κακά σκεπτόμενοι.

25. Προχωρήσας τέλος Αθηναίος τις απετάθη προς τον Νικίαν και τω είπεν ότι δεν έπρεπε πλέον να προφασίζεται μήτε να αναβάλλη, αλλά να δηλώση αμέσως και παρουσία όλων, ποίας παρασκευάς ώφειλον οι Αθηναίοι να του ψηφίσουν. Ο δε Νικίας άκων απεκρίθη μεν ότι ήθελε συνομιλήσει περί του αντικειμένου τούτου μάλλον ανέτως μετά των συναρχόντων, ενόμιζεν όμως προς το παρόν ότι ώφειλον να πλεύσουν μετά τριηρών ουχί ολιγωτέρων των εκατόν· ότι τα οπλιταγωγά πλοία ώφειλον να προμηθευθούν κατ' αναλογίαν εν μέρει μεν υπό των Αθηναίων, εν μέρει δε υπό των συμμάχων, παρά των οποίων ήθελον ζητηθή τοιαύτα· ότι το όλον των οπλιτών τόσον των Αθηναίων, όσον και των συμμάχων, δεν έπρεπε να είναι ολιγώτερον των πεντακισχιλίων, μάλιστα δε, αν ήτο τούτο δυνατόν, περισσότερον ότι θα έκαμνον τας επίλοιπους προπαρασκευάς κατά την αυτήν αναλογίαν, τόσον εις τοξότας των Αθηνών και της Κρήτης, όσον εις σφενδονήτας και εν ενί λόγω έπρεπε να ετοιμασθή και τεθή εις την διάθεσίν των παν ό,τι ήθελε κριθή πρέπον.

26. Ακούσαντες ταύτα οι Αθηναίοι εψήφισαν αμέσως ότι ως προς τον αριθμόν των στρατευμάτων και τα άλλα της εκστρατείας οι στρατηγοί έχουν πάσαν πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι ήθελον κρίνει ώφελιμώτατον διά τους Αθηναίους. Και μετά ταύτα ενησχολήθησαν αμέσως εις τας προετοιμασίας πέμψαντες εις τους συμμάχους και στρατολογούντες εν τω τόπω των. Προ μικρού δε η πόλις είχεν αναλάβει εκ της νόσου και του συνεχούς πολέμου, ο πληθυσμός της ανεγεννάτο και είχε συναθροίσει χρήματα ένεκα της διακοπής των εχθροπραξιών. Και οι μεν Αθηναίοι ενησχολούντο εις τας προπαρασκευάς ταύτας.

27. Κατά το διάστημα δε τούτο όσοι λίθινοι Ερμαί ήσαν εν τη πόλει των Αθηναίων (είναι δε ούτοι, κατά την επιχώριον συνήθειαν, αγάλματα τετράγωνα τοποθετημένα εις πολλά ιδιωτικά πρόθυρα και εις ναούς) ευρέθησαν εις μίαν νύκτα με ακρωτηριασμένα πρόσωπα. Ουδείς εγνώριζε τους πράξαντας τούτο, αλλ' ήρχισαν τας αναζητήσεις υποσχεθέντες αδράς αμοιβάς εις εκείνους, οίτινες ήθελον καταγγείλει τους ενόχους, και προσέτι εψήφισαν ότι εάν τις, είτε πολίτης, είτε ξένος, είτε δούλος, εγνώριζεν άλλο τι ασέβημα διαπραχθέν, να το καταγγείλη αφόβως. Και έδιδον εις το πράγμα μεγαλυτέραν σπουδαιότητα, διότι το ενόμιζον ως οιωνόν σχετικόν προς την εκστρατείαν και ως συνωμοσίαν οργανωθείσαν προς ανατροπήν των καθεστώτων και κατάλυσιν της δημοκρατίας.

28. Και περί μεν των Ερμών ουδεμίαν καταγγελίαν έκαμαν οι μέτοικοι και οι υπηρέται, ανέφεραν όμως ότι άλλα αγάλματα είχον κολοβωθή προγενέστερον υπό νεανιών διασκεδαζόντων και μεθυόντων, και ότι, είς τινας οικίας, παρωδούντο τα μυστήρια. Δι' όλα ταύτα κατηγόρουν μεταξύ άλλων και τον Αλκιβιάδην· εκείνοι προ πάντων, οίτινες τον εμίσουν, επειδή τους ημπόδιζε να έχουν επί του πλήθους σημαντικήν επίδρασιν, επήραν με πολλήν προθυμίαν την πρόφασιν ταύτην. Ελπίζοντες δε ότι, εάν τον απεμάκρυνον, θα εγίνοντο πρώτοι εις τα πολιτικά πράγματα, παρέστησαν μεγαλοποιημένον το έγκλημα και εβόων ότι η βεβήλωσις των μυστηρίων και η κολόβωσις των Ερμών σκοπόν είχε την κατάλυσιν της δημοκρατίας και ότι ουδεμία των ιεροσυλιών εκείνων έγινε χωρίς την συνέργειαν εκείνου· προς απόδειξιν τούτου ανέφεραν την άλλην αυτού αντιδημοτικήν και παράνομον διαγωγήν.

29. Ο δε Αλκιβιάδης εναντίον των κατηγοριών εκείνων απελογήθη αμέσως και είπεν ότι ήτο πρόθυμος πριν αναχωρήση να δικασθή περί όσων τον κατηγόρουν ότι έπραξε, και επειδή αι προπαρασκευαί είχον ήδη περατωθή, να τιμωρηθή μεν, εάν αποδειχθή ότι έπραξε τίποτε από αυτά, να διατηρήση δε το στρατηγικόν αξίωμα, εάν αθωωθή. Διεμαρτύρετο κατά των διαβολών, αίτινες ήθελον εκτοξευθή απόντος αυτού και εζήτει να τον θανατώσουν αμέσως, εάν ήτο ένοχος, λέγων ότι ήθελεν είσθαι φρονιμώτερον να μη τον στείλουν, διατελούντα υπό το βάρος τοιαύτης κατηγορίας, επί κεφαλής τοσούτου στρατού πριν τον δικάσουν. Αλλ' οι εχθροί του εφοβούντο, εάν εδίκαζον αυτόν αμέσως, μήπως ο στρατός κηρυχθή υπέρ αυτού και ο λαός συμπαθήση, διότι εις αυτόν εχρεώστει την συμμετοχήν των Αργείων καί τινων Μαντινέων εις την παρούσαν εκστρατείαν. Διά να αποτρέψουν λοιπόν και αναβάλουν την υπόθεσιν ταύτην, εισήγαγον άλλους ρήτορας, οίτινες προέτεινον να εκπλεύση μεν ο Αλκιβιάδης προς το παρόν και να μη αναβληθή η αναχώρησις του στόλου, κατά την επιστροφήν του δε να δικασθή εις ημέραν ωρισμένην από τούδε. Ήθελον, επιρρίπτοντες εναντίον αυτού κατηγορίαν μεγαλυτέραν, την οποίαν ευκολώτερον ήθελον επινοήσει κατά την απουσίαν του, να τον επαναφέρουν και να τον δικάσουν. Απεφασίσθη λοιπόν να εκπλεύση ο Αλκιβιάδης.

30. Μετά ταύτα δε περί τα μέσα πλέον του θέρους ο στόλος έξέπλευσε διά την Σικελίαν. Είχε συμφωνηθή προηγουμένως ότι το πλείστον των συμμάχων, των σιταγωγών ολκάδων, των φορτηγών πλοίων και των άλλων επιτηδείων, όσα ακολουθούν μαζί με τα στρατεύματα, να συναθροισθούν εις Κέρκυραν, ίνα εκείθεν όλοι ομού διαπλεύσουν τον Ιόνιον κόλπον μέχρι της Ιαπυγίας άκρας. Αυτοί δε οι Αθηναίοι και όσοι σύμμαχοι παρευρίσκοντο καταβάντες εις τον Πειραιά κατά την ορισθείσαν ημέραν από πρωίας εισήλθον εις τα πλοία διά να εκπλεύσουν. Κατέβη δε μαζί, ούτως ειπείν, και όλος ο άλλος πληθυσμός ο εν τη πόλει, και οι ξένοι και οι πολίται. Οι εγχώριοι προέπεμπον τους ιδικούς των, οι μεν τους φίλους των, οι δε τους συγγενείς των, οι δε τους υιούς των· εβάδιζον κατεχόμενοι συγχρόνως υπό ελπίδος και λύπης, και σκεπτόμενοι αφ' ενός μεν τας μέλλουσας κατακτήσεις, αφ' έτερου δε την αβεβαιότητα του να επανίδουν αλλήλους και την απόστασιν, η οποία έμελλε να χωρίση αυτούς από της πατρίδος των.

31. Κατά την στιγμήν εκείνην πού επρόκειτο να χωρισθούν απ' αλλήλων, όπως εκτεθούν εις τους κινδύνους, τα δεινά παρουσιάζοντο ζωηρότερα εις το πνεύμά των ή ότε εψήφιζον την εκστρατείαν· εν τούτοις αι μεγάλαι προπαρασκευαί, τας οποίας έβλεπον προ των οφθαλμών των, τοις έδιδαν θάρρος. Οι δε ξένοι και ο άλλος όχλος κατέβησαν διά να ίδουν το θέαμα εκείνο, το οποίον τους εφαίνετο μεγαλοπρεπές και απίστευτον. Τωόντι ουδέποτε μέχρι της εποχής εκείνης εξήλθεν εξ ενός και του αυτού λιμένος ελληνικός στρατός πολυτελέστερα και ευπρεπέστερα εφωδιασμένος. Ναι μεν ως προς τον αριθμόν των πλοίων και των οπλιτών ο εις την Επίδαυρον μεταβάς μετά του Περικλέους και κατόπιν εις την Ποτείδαιαν μετά του ’γνωνος δεν ήτο κατώτερος, διότι συνέκειτο εκ τετρακισχιλίων Αθηναίων οπλιτών, τριακοσίων ιππέων, εκατόν τριηρών, πεντήκοντα άλλων των Λεσβίων και των Χίων, και προσέτι συμμάχων πολλών συνεκπλευσάντων, αλλά και βραχύτερον διάστημα είχε να διανύση και ατελή εφόδια είχεν· ενταύθα εξ εναντίας τα εφόδια έπρεπε να γίνουν τοιαύτα, ώστε να διαρκέσουν πλειότερον χρόνον και να χρησιμεύσουν κατά δύο τρόπους, και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης. Ο στόλος εξωπλίσθη δαπάναις των τριηράρχων και της πόλεως. Το δημόσιον ταμείον έδιδε καθ' ημέραν μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην και παρείχε τριήρεις κενάς, εξήκοντα μεν ταχείας, τεσσαράκοντα δε οπλιταγωγούς και πληρώματα δι' αυτά εκλεκτά. Οι τριήραρχοι, εκτός του εκ του δημοσίου μισθού, έδιδον εις τους ναύτας τους καλουμένους θρανίτας και εις τους κωπηλάτας επιμίσθιόν τι. Είχαν στολίσει τας τριήρεις διά πολυτελών εμβλημάτων και παντοειδών κοσμημάτων, έκαστος δε εξ αυτών πάσαν προσπάθειαν κατέβαλεν, ίνα το πλοίον του διακριθή διά τον καλόν στολισμόν και την ταχύτητα. Ο πεζός στρατός εξελέγη με επιμέλειαν εκ των καταλόγων και μεγάλη υπήρχεν αντιζηλία ως προς τα όπλα και τας στολάς, ουχί δε μικροτέρα άμιλλα εις το να εκπληροί καθείς την επιβαλλομένην εις αυτόν εργασίαν. Ενόμιζέ τις ότι έβλεπε μάλλον επίδειξιν δυνάμεως και εξουσίας προωρισμένην να καταπλήξη τους άλλους Έλληνας ή εξοπλισμόν εναντίον των εχθρών. Τωόντι, εάν υπελόγιζέ τις όλην την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιαιτέραν των πολεμιστών, τας ποσότητας, τας οποίας η πόλις είχεν ήδη δαπανήσει και εκείνας με τας οποίας εφοδιάσασα τους στρατηγούς απέστειλεν αυτούς, όσα καθένας ιδιώτης εδαπάνησε διά τον εαυτόν του και όσα καθ' ένας τριήραρχος εδαπάνησε και έμελλεν ακόμη να δαπανήση διά την τριήρη του, χωρίς να προσθέση όσα χρήματα καθένας, ανεξαρτήτως του μισθού, τον οποίον ελάμβανεν εκ του δημοσίου ταμείου, είχε προμηθευθή διά μακροχρόνιον εκστρατείαν, μήτε όσα στρατιώται και έμποροι είχον μεθ' εαυτών, διά να εμπορευθούν, θα εύρισκε πόση υπέρογκος χρηματική ποσότης εξήλθε τότε της πόλεως. Η εκστρατεία υπήρξε περιβόητος τόσον διά την καταπληκτικήν αυτής τόλμην και την λαμπρότητα της θέας της, όσον και διά την υπεροχήν του στρατού σχετικώς με εκείνους, εναντίον των οποίων μετέβαινον να πολεμήσουν· η άπειρος από της πατρίδος των απόστασις προσέθετε πλειότερον μεγαλείον εις επιχείρησιν παρέχουσαν μεγίστας ελπίδας λαμπρού μέλλοντος.

32. Αφού δε τα πληρώματα εισήλθαν εις τα πλοία και επεβιβάσθησαν όλα τα εφόδια, μετά των οποίων έπρεπε να εκπλεύσουν, η σάλπιγξ εσήμανε το σιωπητήριον. Αι συνήθεις προ της αναχωρήσεως ευχαί δεν έγιναν ιδιαιτέρως επί εκάστου πλοίου αλλ' επί ολοκλήρου του στόλου διά της φωνής του κήρυκος. Εκέρασαν τον οίνον, εντός κρατήρων εις όλον τον στρατόν, οι δε στρατηγοί έκαμαν σπονδάς μετά ποτηρίων χρυσών και αργυρών. Εις τας ευχάς των ανεμιγνύοντο και αι ευχαί όλου του επί της παραλίας μείναντος πλήθους, συγκειμένου εκ πολιτών και φίλων. Αφού δε έψαλαν τον παιάνα και ετελείωσαν τας σπονδάς, εξέπλευσαν εις το πέλαγος. Και κατ' αρχάς μεν εξήλθον του λιμένος εις στοίχον, και μέχρι της Αιγίνης ημιλλώντο ως προς την ταχύτητα· έπειτα όμως έσπευσαν να φθάσουν εις Κέρκυραν, όπου συνηθροίζετο επίσης και ο επίλοιπος στρατός των συμμάχων. Η δε είδησις της εκστρατείας ταύτης ηγγέλλετο μεν πολλαχόθεν εις τας Συρακούσας, αλλ' επί πολύν χρόνον δεν επιστεύετο τίποτε. Εν τούτοις γενομένης συνελεύσεως του λαού ελέχθησαν οι εξής λόγοι, οι μεν υπό των πιστευόντων τα περί της εκστρατείας των Αθηναίων, οι δε υπό των αμφισβητούντων την είδησιν. Παρελθών δε εις το μέσον της συνελεύσεως Ερμοκράτης ο Έρμωνος, ο οποίος ενόμιζεν ότι ήτο καλώς πληροφορημένος, είπε και συνεβούλευσε ταύτα:

33. «Θα φανώ μεν ίσως, ως και άλλοι τινές, απίστευτα λέγων περί της αληθείας της εκστρατείας. Hξεύρω επίσης ότι οι λέγοντες ή ανακοινούντες αγγελίας, τας οποίας παρ' άλλων έμαθον, ουδεμίαν εμπνέουν εμπιστοσύνην και νομίζονται μάλιστα ως άφρονες· αλλ' όμως δεν θα με κρατήση ο φόβος την στιγμήν που κινδυνεύει η πόλις, επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ομιλώ μετά περισσοτέρας βεβαιότητας. Οι Αθηναίοι εκίνησαν εναντίον μας, και εκπλήττεσθε διά τούτο, μετά πολλού στρατού ναυτικού και πεζικού, λόγω μεν διά την συμμαχίαν των Εγεσταίων και διά να επαναφέρουν εις την προτέραν των κατοικίαν τους Λεοντίνους, έργω δε διότι επιθυμούν την Σικελίαν, και προ πάντων την ιδικήν μας πόλιν, νομίζοντες ότι, εάν ήθελον λάβει αυτήν, ευκόλως θα ελάμβανον και τα άλλα. Θεωρούντες λοιπόν αυτούς ως μέλλοντας να φθάσουν από στιγμής εις στιγμήν, σκεφθήτε πώς να αντιτάξετε με τα υπάρχοντα μέσα ανδρικωτάτην αντίστασιν, και πώς μήτε καταφρονήσαντες καταληφθήτε απαράσκευοι, μήτε απιστήσαντες αμελήσετε περί όλων. Όποιος όμως πεισθή ότι αληθή λέγω, ας μη φοβηθή την τόλμην των και τας δυνάμεις των, διότι ούτε θα δυνηθούν να μας βλάψουν περισσότερον παρ' όσον θα βλαφθούν αυτοί, ούτε θα είναι επικίνδυνοι εις ημάς ερχόμενοι μετά μεγάλου στόλου. Αι μετά των άλλων Σικελιωτών υποθέσεις μας θα ευρεθούν εις πολύ ευαρεστότερον σημείον, επειδή ούτοι, κυριευθέντες από φόβον, θα ζητήσουν να συμμαχήσουν μαζί μας· και εάν μάλιστα κατορθώσωμεν να τους νικήσωμεν ή τους αναγκάσωμεν να αναχωρήσουν άπρακτοι (διότι βεβαίως δεν φοβούμαι μήπως και επιτύχουν όσα διανοούνται), τούτο θέλει είσθαι κατόρθωμα λαμπρότατον, και δεν πιστεύω να είναι ανέλπιστον. Και τωόντι ολίγιστοι μεγάλοι στόλοι Ελλήνων ή βαρβάρων, απομακρυνθέντες πολύ από της πατρίδος των, επέτυχον· διότι ο αριθμός των δεν δύναται να υπερτερήση τους κατοίκους της χώρας, εναντίον της οποίας επέρχονται, ή των γειτονικών μερών, τους οποίους κοινός φόβος αναγκάζει να συνασπισθούν. Και εάν δι' έλλειψιν τροφών αποτύχουν εις την ξένην γην, μολονότι αι δυστυχίαι των προέρχονται εκ των ιδίων των σφαλμάτων, μολαταύτα η δόξα μένει εις εκείνους, εναντίον των οποίων επετέθησαν. Τοιουτοτρόπως και αυτοί ούτοι οι Αθηναίοι, με όλα τα άπειρα και απροσδόκητα σφάλματα, εις τα οποία περιέπεσεν ο Μήδος, οφείλουν την αύξησίν των εις μόνην την διαδοθείσαν φήμην ότι είχε σκοπόν ούτος να εκστρατεύση εναντίον αυτών.

