# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29835/index.md

64. Εν τω μεταξύ τούτω οι Λακεδαιμόνιοι έμαθαν παρά των εν Τεγέα φίλων των ότι εάν δεν έσπευδαν να μεταβούν εκεί, η πόλις αύτη θα απεσπάτο απ' αυτών και θα ενώνετο μετά των Αργείων και των συμμάχων των, και ότι ήτο ήδη εις την ακμήν να αποστατήση. Αμέσως λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Είλωτες έδραμον πανδημεί μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου μέχρι τότε, και επροχώρησαν προς το Ορέσθειον της Μαιναλίας· και τους μεν Αρκάδας οι οποίοι ήσαν σύμμαχοι των επροσκάλεσαν να τους ακολουθήσουν εις Τεγέαν, αυτοί δε φθάσαντες όλοι εις το Ορέσθειον, απέπεμψαν εις τα ίδια το έκτον μέρος του στρατού των, ήτοι τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, διά να φρουρή τον τόπον, και με τον επίλοιπον στρατόν έφθασαν εις την Τεγέαν. Μετ' ολίγον έφθασαν και οι Αρκάδες σύμμαχοι. Έστειλαν μήνυμα επίσης εις την Κόρινθον, εις τους Βοιωτούς, εις τους Φωκείς και εις τους Λοκρούς προσκαλούντες να σπεύσουν, βιαστικά εις την Μαντίνειαν. Αλλ' ούτοι έλαβαν την διαταγήν ταύτην πολύ εξ απροόπτου, και δεν τοις ήτο εύκολον να διέλθουν από την εχθρικήν χώραν χωρίς να βαδίσουν όλοι ομού και χωρίς να περιμείνουν ο ένας τον άλλον διότι ευρισκομένη εν τω μέσω η χώρα των εχθρών απέκλειεν αυτούς· εν τούτοις έσπευσαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, λαβόντες τους παρόντας Αρκάδας συμμάχους, εισέβαλαν εις την Μαντινικήν, και στρατοπεδεύσαντες πλησίον του ναού του Ηρακλέους ελεηλάτουν την χώραν.

65. Οι Αργείοι και οι σύμμαχοι άμα είδαν αυτούς, κατέλαβαν θέσιν τινά οχυράν και δύσβατον, και παρετάχθησαν εις μάχην. Αμέσως οι Λακεδαιμόνιοι επροχώρησαν κατ' αυτών. Είχαν δε προσεγγίση εις απόστασιν βολής λίθου ή ακοντίου, ότε γέρων τις, ιδών αυτούς διευθυνομένους εναντίον της οχυράς θέσεως, εβόησε προς τον ’γιν ότι διανοείται να θεραπεύση το έν κακόν δι' άλλου κακού, δηλών τοιουτοτρόπως ότι ο ’γις, διά της παρούσης ακαίρου προθυμίας, ήθελε να εξαλείψη την εναντίον του μομφήν διά την εξ ’ργους υποχώρησιν, Ο δε ’γις είτε διά την κραυγήν του γέροντος, είτε διότι μετέβαλε γνώμην αιφνιδίως, απήγαγε βιαστικά τον στρατόν πριν αρχίση η μάχη. Και φθάσας εις την Τεγεάτιδα μετωχέτευσε προς την Μαντινικήν το ύδωρ περί του οποίου, ως προξενούντος παλλάς βλάβας όπου και αν επιπίπτη, πολεμούν οι Μαντινείς και οι Τεγεάται. Ήλπιζεν ότι εις την είδησιν ταύτην οι Αργείοι και οι σύμμαχοί των, οι οποίοι ήσαν επί του λόφου, ήθελαν καταβή εκ της θέσεώς των διά να εμποδίσουν την εκτροπήν του ύδατος και ούτως η μάχη ήθελε γίνη εις την πεδιάδα. Και ο μεν ’γις μείνας αυτού όλην την ημέραν εξέτρεπε το ύδωρ, οι δε Αργείοι και σύμμαχοι, εκπλαγέντες κατ' αρχάς διά την αιφνιδίαν αναχώρησιν των Λακεδαιμονίων, δεν ήξευραν τι να υποθέσουν· έπειτα όμως, όταν εκείνοι αναχωρήσαντες έγιναν άφαντοι χωρίς ούτοι να καταδιώξουν αυτούς, ήρχισαν πάλιν να μέμφωνται τους στρατηγούς των λέγοντες ότι και κατά την παρελθούσαν ευκαιρίαν αφήκαν να διαφύγουν οι περικυκλωμένοι πλησίον του ’ργους Λακεδαιμόνιοι, και κατά την παρούσαν, ενώ έφευγαν, ουδείς καταδιώκει αυτούς, αλλ' εν ησυχία εκείνοι μεν σώζονται, οι δε Αργείοι προδίδονται. Και κατ' αρχάς μεν οι στρατηγοί εφοβήθησαν, ύστερον δε κατεβίβασαν τον στρατόν από του λόφου και προχωρήσαντες εις την πεδιάδα εστρατοπέδευσαν διά να προσβάλουν τους εχθρούς.

66. Την επομένην ημέραν οι Αργείοι και οι σύμμαχοι παρετάχθησαν εις τρόπον ώστε να πολεμήσουν εάν συνήντων τον εχθρόν· οι δε Λακεδαιμόνιοι ενώ επανήρχοντο από τας όχθας του ύδατος προς το πλησίον του ναού του Ηρακλέους στρατόπεδόν των, είδαν αίφνης όλους τους εναντίους παραταγμένους ήδη, και από του λόφου προελθόντας. Κατ' εκείνην την στιγμήν οι Λακεδαιμόνιοι κατελήφθησαν υπό πανικού φόβου, οίον ουδέποτε άλλοτε ησθάνθησαν· μόλις ολίγας στιγμάς είχαν όπως προετοιμασθούν διά την μάχην, και κατέλαβαν αμέσως τας θέσεις των ενώ ο βασιλεύς ’γις έδιδεν όλας τας διαταγάς ως ορίζει ο νόμος. Διότι όταν ο βασιλεύς οδηγή τον στρατόν, όλοι γενικώς υπακούουν εις αυτόν· αυτός διατάττει τα δέοντα εις τους πολεμάρχους, ούτοι εις τους λοχαγούς, ούτοι εις τους πεντηκοντήρας, ούτοι εις τους ενωμοτάρχας και οι τελευταίοι ούτοι εις την ενωμοτίαν. Όλαι αι διαταγαί, καθ' όσον παρίσταται αυτών ανάγκη, διά των αρχηγών τούτων διαβιβάζονται και φθάνουν ταχέως· διότι, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ο στρατός των Λακεδαιμονίων σύγκειται από αρχηγούς αρχηγών, εις τρόπον ώστε η ευθύνη των πραττομένων διαμοιράζεται εις πολλούς.

67. Κατ' εκείνην την ημέραν το αριστερόν κέρας των Λακεδαιμονίων κατείχον οι Σκιρίται, οι οποίοι πάντοτε κατέχουν την τάξιν ταύτην και μόνοι μεταξύ των Λακεδαιμονίων σχηματίζουν ιδιαίτερον σώμα· πλησίον αυτών ήσαν οι μετά του Βρασίδου εκστρατεύοντες εις την Θράκην και μετ' αυτών υπήρχον νεωστί απελευθερωθέντες δούλοι· έπειτα αμέσως ήρχοντο οι Λακεδαιμόνιοι τακτοποιημένοι κατά λόχους, και πλησίον αυτών οι Αρκάδες Ηραιείς, μετά δε τούτους οι Μαινάλιοι· εις το δεξιόν κέρας ήσαν οι Τεγεάται και ολίγοι εκ των Λακεδαιμονίων εις το έσχατον μέρος, το δε ιππικόν ήτο διανεμημένον και εις τα δύο κέρατα. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ούτω παρετάχθησαν· εις δε το εχθρικόν στρατόπεδον, το μεν δεξιόν κέρας κατείχον οι Μαντινείς, καθότι η μάχη εδίδετο επί του εδάφους των, πλησίον δε αυτών ήσαν οι σύμμαχοι Αρκάδες, έπειτα οι χίλιοι λογάδες των Αργείων, εις τους οποίους η πόλις των παρείχε προ πολλού δι' εξόδων της τα μέσα να ασκώνται εις την πολεμικήν τέχνην, κατόπιν αυτών ήρχοντο οι άλλοι Αργείοι, και μετ' αυτούς οι σύμμαχοι των Κλεωναίοι και Ορνεάται, τελευταίοι δε ήρχοντο οι Αθηναίοι κατέχοντες το αριστερόν κέρας και έχοντες τους ιδικούς των ιππείς.

68. Η τάξις και αι προετοιμασίαι από τα δύο μέρη τοιαύται ήσαν. Αλλ' ο στρατός των Λακεδαιμονίων εφάνη ανώτερος τον αριθμόν. Εν τούτοις δεν δύναμαι να είπω ακριβώς τας δυνάμεις εκατέρου ή και των δύο ομού, διότι ο μεν στρατός των Λακεδαιμονίων, διά την μυστικότητα, την οποίαν έχει ο πολιτικός οργανισμός των, ήτο άγνωστος, ο δε των εναντίων, ένεκα της αλαζονείας των ανθρώπων εις το να μεγαλοποιούν τους ιδικούς των αριθμούς, καθίστατο απίστευτος. Δυνάμεθα εν τούτοις εκ του εξής υπολογισμού να εύρωμεν κατά προσέγγισιν την αριθμητικήν δύναμιν του σπαρτιατικού στρατού. Επτά λόχοι εμάχοντο κατ' εκείνην την ημέραν άνευ των Σκιριτών οι οποίοι ήσαν εξακόσιοι· έκαστος λόχος είχε τεσσάρας πεντηκοστύας, και εκάστη πεντηκοστύς τεσσάρας ενωμοτίας. Και εις μεν τον πρώτον ζυγόν εκάστης ενωμοτίας εμάχοντο τέσσαρες άνδρες, δεν είχαν δε όλοι το αυτό βάθος, αλλ' όπως ήθελεν έκαστος λοχαγός. Εν γένει παρετάχθησαν επί οκτώ ζυγών κατά βάθος, όλη δε η πρώτη τάξις, πλην των Σκιριτών, απετελείτο εκ τετρακοσίων τεσσαράκοντα οκτώ ανδρών.

69. Ολίγον προ της συμπλοκής οι στρατηγοί των δύο στρατοπέδων απέτειναν προς τους οικείους στρατιώτας τας εξής προτροπάς, προς μεν τους Μαντινείς παρέστησαν ότι η μάχη θα είναι όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά συγχρόνως και υπέρ της ηγεμονίας ή της δουλείας, να μη χάσουν την μεν αφού την εγνώρισαν και να μη περιπέσουν πάλιν εις την άλλην· προς δε τους Αργείους ότι ο αγών θα είναι υπέρ της αρχαίας αυτών ηγεμονίας, και διά να εκδικηθούν συγχρόνως απείρους ύβρεις εναντίον ανθρώπων εχθρών και γειτόνων· προς δε τους Αθηναίους ότι ήτο καλόν, ενώ μάχονται μετά πολλών και γενναίων συμμάχων, να μη υποχωρήσουν εις κανένα και ότι, νικώντες τους Λακεδαιμονίους εις την Πελοπόννησον, ήθελαν καταστήση την ηγεμονίαν των βεβαιοτέραν και μεγαλυτέραν, εις δε το μέλλον ουδείς θα ηδύνατο να εισβάλη εις την χώραν των. Τοιαύται ήσαν αι παραινέσεις αίτινες εδόθησαν εις τους Αργείους και εις τους συμμάχους· οι δε Λακεδαιμόνιοι, έκαστος ιδιαιτέρως και μετά των εμβατηρίων μελών, παρωτρύνοντο να ενθυμηθούν την αγωγήν την οποίαν είχαν λάβη. Εγνώριζαν ότι μακρά πρακτική άσκησις είναι καλύτερα εγγύησις της νίκης ή στιγμιαίαι προτροπαί ευγλώττως ειπωμέναι.

70. Έπειτα οι δύο στρατοί εκινήθησαν· και οι μεν Αργείοι και οι σύμμαχοι εχώρουν ταχέως και ζωηρώς, οι δε Λακεδαιμόνιοι αργά και εις τον ήχον πολλών αυλητών ομού συνηγμένων· τούτο δε δεν είναι έθιμον ιερόν, αλλά τρόπος διά να κανονίζωνται τα βήματα των προς τον ρυθμόν της μουσικής και διά να μη διασπάται η τάξις των, ως συμβαίνει συνήθως εις τους μεγάλους στρατούς εις την στιγμήν της προσβολής.

71. Ενώ οι δύο στρατοί επλησίαζαν αλλήλους, ο βασιλεύς ’γις επενόησε το εξής. Εις όλα τα στρατόπεδα συμβαίνει εν γένει κατά την ώραν της συμπλοκής να εκτείνουν περισσότερον το δεξιόν κέρας, εις τρόπον ώστε εκατέρου η δεξιά πτέρυξ να είναι ανωτέρα της του εναντίου αριστεράς. Τούτο προέρχεται διότι ο καθείς, υπό φόβου, προσπαθεί να προφυλάττη τα άοπλα μέρη του σώματος του όπισθεν της ασπίδος του προς τα δεξιά γείτονός του, και διότι νομίζουν ότι όσον μάλλον πυκνωμένοι είναι, τόσον μάλλον ασφαλείς· και είναι μεν η πρώτη αιτία της κλίσεως ταύτης ο δεξιός οδηγός, ο οποίος σπεύδει πάντοτε να προφυλάττη το δεξιόν μέρος του σώματός του από τας προσβολάς του εχθρού, τον μιμούνται δε και οι άλλοι στρατιώται διά τον αυτόν φόβον. Κατ' εκείνην την ημέραν το κέρας των Μαντινέων ήτο πολύ υπέρτερον του κέρατος των Σκιριτών, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, ένεκα της αριθμητικής υπεροχής των, ήσαν πολύ μάλλον υπέρτεροι του κέρατος των Αθηναίων. Φοβηθείς δε ο ’γις μήπως περικυκλωθή το αριστερόν κέρας και νομίσας ότι οι Μαντινείς εξετείνοντο πολύ, διέταξε τους Σκιρίτας και τους μετά του Βρασίδου συνεκστρατεύοντας να εξαπλώσουν μέρος των στρατευμάτων των και να εξισώσουν το κέρας των προς το των Μαντινέων· εις το κενόν δε το οποίον έμελλε να μείνη εις το μέσον διέταξε να προχωρήσουν και να παραταχθούν οι πολέμαρχοι Ιππονοΐδας και Αριστοκλής μετά δυο λόχων. Εσκέπτετο ότι τοιουτοτρόπως και το δεξιόν κέρας δεν θα εξησθενίζετο πολύ και το προς τους Μαντινείς αντιταγμένον ήθελε καταστή ασφαλέστερον.

72. Συνέβη όμως ότι δοθείσης της διαταγής απροόπτως καθ' ην στιγμήν επρόκειτο να γίνη η προσβολή, ο Ιππονοΐδας και ο Αριστοκλής δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν· ένεκα δε της αιτίας ταύτης εξωρίσθησαν κατόπιν από την Σπάρτην ως ένοχοι ανανδρίας. Τοιουτοτρόπως οι εχθροί επρόφθασαν να επιτεθούν και όταν ο ’γις, βλέπων ότι οι δύο λόχοι δεν ήρχοντο προς τους Σκιρίτας ανεκάλεσε τους τελευταίους τούτους εις τας τάξεις των, δεν ηδυνήθησαν ούτοι να τας επανακτήσουν ούτε και να συμπληρώσουν το κενόν. Αλλ' εάν, εις την περίστασιν εκείνην, οι Λακεδαιμόνιοι εφάνησαν κατά πάντα υποδεέστεροι εν εμπειρία, δεν εδείχθησαν όμως εν ανδρεία ολιγώτερον ή άλλοτε ανώτεροι. Καθ' ην στιγμήν συνεπλάκησαν με τους εναντίους, το μεν δεξιόν κέρας των Μαντινέων έτρεψεν εις φυγήν τους Σκιρίτας και τους Βρασιδείους· και επιπεσόντες οι Μαντινείς και οι σύμμαχοι αυτών και οι χίλιοι λογάδες των Αργείων εις το κενόν και μη συγκλεισθέν διάστημα, κατέκοψαν τους Λακεδαιμονίους και περικυκλώσαντες τους έτρεψαν εις φυγήν, τους εδίωξαν μέχρι των αμαξών και εφόνευσάν τινας εκ των φυλασσόντων τας αποσκευάς γερόντων· και εις τούτο το μέρος ενικήθησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Ο επίλοιπος δε στρατός, και προ πάντων το κέντρον, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς ’γις και περί αυτόν οι ιππείς οι καλούμενοι τριακόσιοι, επιπεσών κατά των Αργείων γερόντων, των καλουμένων πεντελόχων, κατά των Κλεωναίων, κατά των Ορνεατών και κατά των πλησίον αυτών τεταγμένων Αθηναίων, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν. Εκ τούτων πολλοί δεν υπέμειναν την επίθεσιν των Λακεδαιμονίων, αλλ' υπεχώρησαν αμέσως, καί τινες μάλιστα κατεπατήθησαν, μη δυνηθέντες να φύγουν εγκαίρως.

73. Ότε υπεχώρησε το μέρος τούτο του στρατού των Αργείων και των συμμάχων, αι δύο αυτών πτέρυγες διεσπάσθησαν ομοίως, και συγχρόνως η δεξιά των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών ανεπτύχθη και κατέστησε δύσκολον την θέσιν των Αθηναίων, οι οποίοι ευρέθησαν εις κίνδυνον από τα δύο μέρη, ένθεν μεν περικυκλωμένοι, ένθεν δε ηττημένοι· ήθελαν δε πάθη πλειότερον του λοιπού στρατού εάν δεν εβοήθουν αυτούς οι ιππείς οι οποίοι τους συνώδευαν. Αλλ' ευτυχώς ο ’γις, μαθών την καταστροφήν του αριστερού κέρατος του παραταγμένου κατά των Μαντινέων και των χιλίων Αργείων, διέταξε τον στρατόν να χωρήση προς το ηττηθέν μέρος. Και ότε τούτο έγινεν, οι μεν Αθηναίοι, άμα ο στρατός των Λακεδαιμονίων επροχώρησε και εμακρύνθη, εσώθησαν ησύχως και μετ' αυτών οι ηττηθέντες Αργείοι. Οι δε Μαντινείς, οι σύμμαχοί των και οι λογάδες των Αργείων δεν εσκέφθησαν πλέον να αντισταθούν κατά των εναντίων, αλλ' ιδόντες την ήτταν των ιδικών των και την επίθεσιν των Λακεδαιμονίων, ετράπησαν εις φυγήν. Και εκ μεν των Μαντινέων έπεσαν πολλοί, εκ δε των Αργείων λογάδων εσώθησαν οι περισσότεροι. Η φυγή και η υποχώρησις μήτε εσπευσμέναι εγένοντο μήτε με ακεραίαν παράταξιν· διότι οι Λακεδαιμόνιοι, μέχρις ου αναγκάσουν τον εχθρόν να ενδώση, μάχονται επί πολύ και σταθερώς, αφού όμως τρέψουν αυτόν εις φυγήν δεν τον καταδιώκουν μήτε επί πολύ μήτε μακράν.

74. Τοιαύτη υπήρξε περίπου η μάχη εκείνη, η αιματηροτάτη όλων όσαι εγένοντο από πολλού χρόνου μεταξύ Ελλήνων και εις την οποίαν ευρέθησαν συνηνωμέναι αι δυνάμεις των αξιολογωτάτων πόλεων. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, παραταχθέντες έμπροσθεν των φονευθέντων εχθρών, έστησαν αμέσως τρόπαιον, απεγύμνωσαν τα πτώματα, εσύναξαν τους νεκρούς των, έφεραν αυτούς εις την Τεγέαν, όπου τους έθαψαν, και διά συνθήκης απέδωκαν τους των πολεμίων. Απέθαναν δε εκ μεν των Αργείων, των Ορνεατών και των Κλεωναίων επτακόσιοι, εκ δε των Μαντινέων διακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων και Αιγινητών διακόσιοι και αμφότεροι οι στρατηγοί των Αθηναίων. Οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων δεν έπαθαν τόσον, ώστε η απώλειά των να είναι αξία μνείας· ως προς δε τους Λακεδαιμονίους ιδίως δεν ήτο εύκολον να μάθω την αλήθειαν· ελέγετο εν τούτοις ότι εφονεύθησαν τριακόσιοι περίπου.

75. Ολίγον προ της μάχης, ο έτερος βασιλεύς Πλειστοάναξ, έχων μεθ' εαυτού τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, έδραμεν εις βοήθειαν αλλά φθάσας εις την Τεγέαν και μαθών την νίκην ανεχώρησεν. Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν διά να αναστείλουν τους από της Κορίνθου και έξω του ισθμού ερχομένους συμμάχους. ’ναχωρήσαντες δε και αυτοί οι ίδιοι και αποπέμψαντες τους συμμάχους (ένεκα της εορτής των Καρνείων τα οποία ετελούντο τότε) επανηγύρισαν. Δι' αυτού και μόνου του πολεμικού κατορθώματος, απέπλυναν την μομφήν διά χαυνότητα, δι' απερισκεψίαν και διά βραδύτητα την οποίαν επέρριπταν τότε κατ' αυτών οι Έλληνες διά την εν τη Σφακτηρία καταστροφήν. Τους έκαμε μεν η τύχη, ως εφαίνετο, να χάσουν το θάρρος των, αλλά κατά την ανδρείαν ήσαν πάντοτε οι αυτοί. Κατά την προτεραίαν της μάχης συνέβη να εισβάλουν οι Επιδαύριοι πανδημεί εις την χώραν των Αργείων, ανυπεράσπιστον ούσαν, και εφόνευσαν πολλούς φύλακας μείναντας μετά την αναχώρησιν των Αργείων. Αλλ' οι Μαντινείς, λαβόντες ενίσχυσιν τρισχιλίων οπλιτών Ηλείων και χιλίων Αθηναίων, εκτός εκείνων οι οποίοι είχαν έλθη πρότερον, εξεστράτευσαν ευθύς μεθ' όλων τούτων των ηνωμένων δυνάμεων κατά της Επιδαύρου, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζαν τα Κάρνεια, και διανεμηθέντες μεταξύ των τας εργασίας ήρχισαν να περιτειχίζουν την πόλιν. Και οι μεν άλλοι απέκαμαν, οι δε Αθηναίοι, όπως διετάχθησαν, ωχύρωσαν την άκραν, όπου ευρίσκεται ο ναός της Ήρας. Μετά το πέρας της εργασίας ταύτης αφήσαντες φρουράν εξ όλων των συμμαχικών στρατευμάτων, ανεχώρησαν εις τα ίδια, και το θέρος ετελείωσε.

76. Ευθύς από των πρώτων ημερών του επομένου χειμώνος οι Λακεδαιμόνιοι, μετά την εορτήν των Καρνείων, εξεστράτευσαν, και φθάσαντες εις την Τεγέαν μετεβίβασαν εις το ’ργος προτάσεις ειρήνης. Υπήρχαν ήδη εις την πόλιν ταύτην άνδρες οι οποίοι ήσαν αφωσιωμένοι εις αυτούς και οι οποίοι επεθύμουν να καταργήσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα του ’ργους. Η έκβασις της μάχης επέτρεπεν εις αυτούς να καταπείσουν ευκολώτερον τους περισσοτέρους εις συμβιβασμόν. Ήθελαν δε να κάμουν πρώτον σπονδάς μετά των Λακεδαιμονίων, έπειτα να κλείσουν συμμαχίαν, και ακολούθως να επιχειρήσουν την ανατροπήν της δημοκρατίας. Λίχας ο Αρκεσιλάου, πρόξενος των Αργείων, φθάνει εκ μέρους των Λακεδαιμονίων φέρων εις το ’ργος δύο προτάσεις, την μεν εν περιπτώσει καθ' ην οι Αργείοι ήθελαν να πολεμήσουν, την δε εάν εδέχοντο να κλείσουν ειρήνην. Μετά πολλάς συζητήσεις (διότι και ο Αλκιβιάδης έτυχε παρών) οι οπαδοί των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι ήδη ενήργουν αναφανδόν, έπεισαν τους Αργείους να παραδεχθούν την εξής συμβιβαστικήν πρότασιν.

77. (3) «Απεφασίσθη υπό της εκκλησίας των Λακεδαιμονίων να συμβιβασθούν μετά των Αργείων υπό τους εξής όρους. Οι Αργείοι θα αποδώσουν εις τους Ορχομενίους τα τέκνα των, εις τους Μαιναλίους τους άνδρας τους οποίους είχαν συλλάβη αιχμαλώτους και εις τους Λακεδαιμονίους τους άνδρας τους οποίους είχαν συλλάβη εις την Μαντίνειαν, θα εξέλθουν εκ της Επιδαύρου και θα κατεδαφίσουν το τείχος το οποίον είχαν εγείρη. Εάν οι Αθηναίοι δεν θελήσουν να εξέλθουν της Επιδαύρου, θα θεωρηθούν ως εχθροί των Αργείων και των Λακεδαιμονίων καθώς και των συμμάχων των δύο τούτων λαών. Οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν αποδώση εις όλας τας πόλεις τους παίδας όσους έλαβον ως ομήρους. Ως προς την θυσίαν την οφειλομένην εις τον θεόν, οι Αργείοι θα είναι ελεύθεροι να επιβάλουν τον όρκον, εις τους Επιδαυρίους ή να τον δώσουν αυτοί οι ίδιοι. Αι εν τη Πελοποννήσω κείμεναι πόλεις, μεγάλαι ή μικραί, θα είναι όλαι αυτόνομοι κατά τα πάτρια. Εάν λαός τις έξωθεν της Πελοποννήσου εισβάλη εις το πελοποννησιακόν έδαφος διά να το βλάψη, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα συνεννοηθούν πως να αποδιώξουν αυτόν διά του τρόπου πού ήθελε φανή δικαιότατος εις τους Πελοποννησίους. Όσοι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων ευρίσκονται εκτός της Πελοποννήσου, θα μείνουν εις την αυτήν κατάστασιν εις την οποίαν και οι εντός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, δηλαδή κύριοι των ιδιοκτησιών των. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα ανακοινώσουν εις τους συμμάχους των τας συμφωνίας ταύτας διά να τας παραδεχθούν και αυτοί, εάν θέλουν· εάν δε οι σύμμαχοι ούτοι επιθυμήσουν να προστεθή τι, ας στείλουν πρέσβεις εις την Λακεδαίμονα.»

78. Κατ' αρχάς οι Αργείοι παρεδέχθησαν την συνθήκην ταύτην και ο στρατός των Λακεδαιμονίων ανεχώρησεν εκ της Τεγέας εις τα ίδια· μετά τούτο ήρχισαν συνεννοούμενοι μεταξύ των, και μετ' ου πολύ οι αυτοί άνδρες έπεισαν πάλιν τους Αργείους να αφήσουν την μετά των Μαντινέων, Ηλείων και Αθηναίων συμμαχίαν και να κλείσουν μετά των Λακεδαιμονίων την ακόλουθον συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας.

79. (4) «Απεφασίσθη υπό των Λακεδαιμονίων και των Αργείων να γίνη ειρήνη και συμμαχία διά πεντήκοντα έτη υπό τους ακολούθους όρους· Θα κρίνωνται εν ισότητι κατά την συνήθειαν των πατέρων των. Αι άλλαι πόλεις της Πελοποννήσου δύνανται να συμπεριληφθούν εις τας σπονδάς και την συμμαχίαν ταύτην μένουσαι ελεύθεραι και αυτόνομοι και δικαζόμεναι με ισότητα κατά τας πατρογονικάς συνηθείας. Οι εκτός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων θα είναι ίσοι καθ' όλα με τους Αργείους και κύριοι της χώρας των. Εάν ποτε επιστή ανάγκη κοινής εκστρατείας, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα λαμβάνουν περί τούτου μέτρα δικαιότατα προς τους συμμάχους. Εάν προκύψη έρις τις μεταξύ των πόλεων της Πελοποννήσου, ή των εντός ή των εκτός, είτε περί των ορίων είτε περί άλλου τινός, η δικαιοσύνη θα επικρατή. Εάν προκύψη έρις τις μεταξύ δύο συμμάχων πόλεων, αμφότεραι θα υποβάλλωνται εις την διαιτησίαν άλλης πόλεως ουδετέρας την οποίον ήθελαν εκλέξη αμφότεραι. Οι πολίται θα δικάζωνται κατά τα πάτρια.»

80. Τοιαύται υπήρξαν αι σπονδαί και η συμμαχία· απέδωκαν δε αμοιβαίως όσα είχαν κυριεύση και ετακτοποίησαν τας λοιπάς διαφοράς των. Διασκεπτόμενοι δε ήδη περί των υποθέσεων των από κοινού, εψήφισαν να μη δεχθούν μήτε κήρυκα μήτε πρεσβείαν εκ μέρους των Αθηναίων πριν ή ούτοι εξέλθουν της Πελοποννήσου εγκαταλείποντες τα τείχη και να μη κάμουν μετ' αυτών ειρήνην ή πόλεμον πριν αποφασίσουν από κοινού. Επιλαμβανόμενοι παντός πράγματος μετά ζήλου, έπεμψαν αμφότεροι πρέσβεις και εις τας πόλεις της Θράκης και προς τον Περδίκκαν πείσαντες αυτόν να εισέλθη εις την συμμαχίαν των. Ούτος εν τούτοις δεν διέλυσεν αμέσως την μετά των Αθηναίων συμμαχίαν, διενοείτο όμως να το πράξη βλέπων ότι το έπραττον και οι Αργείοι (διότι κατήγετο και αυτός εξ ’ργους). Επί τέλους ανενέωσαν τους μετά των Χαλκιδέων αρχαίους όρκους των και προσέθεσαν νέους. Έπεμψαν δε οι Αργείοι πρέσβεις και προς τους Αθηναίους προσκαλούντες αυτούς να εκκενώσουν το τείχος της Επιδαύρου. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι οι ιδικοί των φύλακες ήσαν πολύ κατώτεροι κατά τον αριθμόν από τους άλλους συμφύλακας, έπεμψαν τον Δημοσθένην να τους επαναφέρη. Φθάσας αυτός επροφασίσθη αγώνα γυμνικόν, τον οποίον εσύστησεν έξω του φρουρίου, και άμα εξήλθον οι άλλοι στρατιώται της φρουράς, αυτός έκλεισε τας πύλας. Ύστερον δε ανανεώσαντες οι Αθηναίοι τας μετά των Επιδαυρίων σπονδάς, απέδωκαν εις αυτούς το φρούριον εκείνο.

81. Μετά την απομάκρυνσιν των Αργείων εκ της συμμαχίας των Αθηναίων, οι Μαντινείς εις την αρχήν μεν αντέστησαν, αλλ' έπειτα αισθανόμενοι ότι ήσαν αδύνατοι άνευ των Αργείων, συνεβιβάσθησαν και αυτοί με τους Λακεδαιμονίους και παρητήθησαν της ηγεμονίας των πόλεων. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι συνεξεστράτευσαν, χίλιοι εξ εκατέρου μέρους. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι μετέβησαν μόνοι εις την Σικυώνα και κατέστησαν εκεί το ολιγαρχικόν πολίτευμα, κατόπιν δε κατήργησαν ενωθέντες το δημοκρατικόν πολίτευμα του ’ργους και εγκαθίδρυσαν ολιγαρχίαν αφωσιωμένην εις τους Λακεδαιμονίους. Τα συμβάντα ταύτα εγένοντο περί τα τέλη του χειμώνος και τας αρχάς της ανοίξεως, και τοιουτοτρόπως παρήλθε το δέκατον τέταρτον έτος του πολέμου.

82. Κατά δε το ακόλουθον θέρος (5) οι Διείς του ’θω απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους, διά να ενωθούν με τους Χαλκιδείς, και οι Λακεδαιμόνιοι ετακτοποίησαν τα πράγματα της Αχαΐας, τα οποία πρότερον δεν ήσαν αρεστά εις αυτούς. Η δημοκρατική μερίς του ’ργους, συνασπισθείσα ολίγον κατ' ολίγον, εσχημάτισε πάλιν καλάς ελπίδας και επετέθη κατά της ολιγαρχίας περιμείνασα προς τούτο τας ημέρας πού οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζαν τας γυμνοπαιδίας. Και γενομένης μάχης εν τη πόλει υπερίσχυσεν ο δήμος, και άλλους μεν εκ των ολιγαρχικών εφόνευσεν, άλλους δε εδίωξεν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν και προ πολλού προσκαλούμενοι υπό των φίλων, δεν έσπευδον μολαταύτα να έλθουν· αλλά τέλος, αναβαλόντες τας γυμνοπαιδίας, έσπευσαν εις βοήθειαν. Μαθόντές δε εν Τεγέα, ότι ενικήθησαν οι ολιγαρχικοί, δεν ηθέλησαν να προχωρήσουν, μολονότι τους παρεκάλουν οι φυγάδες, αλλ' επιστρέψαντες εις τα ίδια εξηκολούθησαν τας γυμνοπαιδίας. Έπειτα ήλθαν προς αυτούς πρέσβεις και από των εν τη πόλει Αργείων και από των έξω, μετά πολλάς δε μεταξύ των συζητήσεις, γενομένας ενώπιον των συμμάχων, οι Λακεδαιμόνιοι απεφάνθησαν ότι οι ευρισκόμενοι εντός της πόλεως είχαν άδικον, και απεφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον του ’ργους· αλλά συνέβησαν πολλαί αναβολαί και αργοπορίαι. Εν τω μεταξύ δε τούτω ο δήμος των Αργείων φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους και συνδέσας πάλιν μετά των Αθηναίων συμμαχίαν, εκ της οποίας ήλπιζε μεγάλην ωφέλειαν, έκτισε μακρά τείχη μέχρι της θαλάσσης, διά να δύναται να εισάγη τρόφιμα διά της συνδρομής των Αθηναίων εν περιπτώσει που ήθελεν αποκλεισθή η διά ξηράς μετακόμισις. Τον τειχισμόν τούτον εγνώριζαν και πολλαί των εν Πελοποννήσω πόλεων. Και οι μεν Αργείοι ειργάζοντο εις τούτο όλοι ανεξαιρέτως, άνδρες, γυναίκες και οικιακοί δούλοι, επίσης δε και εξ Αθηνών ήλθαν προς αυτούς ξυλουργοί και λιθοτόμοι. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσε το θέρος.

