# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος τρίτος

## Part 13

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29835/index.md

101. Την δε επομένην ημέραν οι Αθηναίοι αρχίζοντες από του κύκλου ετείχιζαν τον κρημνόν, ο οποίος κείται υπεράνω του έλους και ο οποίος, εκ του μέρους των Επιπολών, βλέπει προς τον μέγαν λιμένα· γινομένη κατά το μέρος της ομαλωτέρας οδού η περιτείχισις ώφειλε να ακολουθήση την κατωφέρειαν ταύτην και να φθάση εις τον λιμένα διά της πεδιάδος και του έλους. Κατ' αυτό το διάστημα εξήλθον και οι Συρακούσιοι και ήρχισαν να χαρακούνται από της πόλεως και διά μέσου του έλους· έσκαψαν επίσης τάφρον, διά να εμποδίσουν εις τους Αθηναίους την μέχρι της θαλάσσης αποτείχισιν. Ούτοι δε, άμα ετελείωσαν τας επί του κρημνού εργασίας, επεχείρησαν δευτέραν επίθεσιν κατά του χαρακώματος και της τάφρου των Συρακουσίων, τα μεν πλοία διατάξαντες να πλεύσουν εκ της Θάψου εις τον μέγαν λιμένα των Συρακουσίων, αυτοί δε, καταβάντες περί τα εξημερώματα εκ των Επιπολών εις την πεδιάδα, και διαβάντες το έλος τη βοηθεία θυρών και πλατέων ξύλων, τα οποία έρριπταν εις τα μάλλον πηλώδη και στερεώτερα μέρη, εκυρίευσαν άμα τη πρωία την τάφρον και το χαράκωμα, εκτός μικρού μέρους, το οποίον εκυρίευσαν ύστερον. Μάχη συνήφθη, κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι· και εκ των Συρακουσίων οι μεν εις το δεξιόν κέρας ευρισκόμενοι κατέφυγαν εις την πόλιν, οι δε εις το αριστερόν προς τον ποταμόν. Τούτους θέλοντες να αποκλείσουν οι των Αθηναίων τριακόσιοι εκλεκτοί έτρεξαν μετά πάσης σπουδής προς την γέφυραν. Φοβηθέντες δε οι Συρακούσιοι (διότι ήσαν ενταύθα μεταξύ αυτών πολλοί ιππείς) ώρμησαν κατά των τριακοσίων τούτων, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και εισέβαλαν εις το δεξιόν κέρας των Αθηναίων· εις την έφοδον ταύτην η πρώτη φυλή του κέρατος τούτου κατελήφθη υπό φόβου. Ιδών τούτο ο Λάμαχος έσπευσεν εκ του αριστερού κέρατος προς βοήθειαν μετά τινων τοξοτών και ολίγων Αργείων, αλλά την στιγμήν πού διέβαινε τάφρον τινά και ευρίσκετο σχεδόν μόνος μετά τινων εκ των ακολουθούντων αυτόν ανδρών εφονεύθη αυτός και πέντε ή έξ εκ των μετ' αυτού. Και τούτους μεν οι Συρακούσιοι έσπευσαν να τους αρπάσουν και να τους φέρουν πέραν του ποταμού εις μέρος ασφαλές, αυτοί δε, επειδή επήρχετο ήδη ο επίλοιπος στρατός των Αθηναίων, απεχώρησαν.

102. Εις το μεταξύ δε τούτο εκείνοι εκ των Συρακουσίων, οι οποίοι είχαν καταφύγει κατ' αρχάς εις την πόλιν, ιδόντες τα γινόμενα, ανέλαβαν θάρρος και εξήλθαν πάλιν εκ της πόλεως, διά να επιτεθούν κατά των εναντίον αυτών επιτεθέντων Αθηναίων· έπεμψαν επίσης μέρος του στρατού των, διά να κυριεύση τον πλησίον των Επιπολών κύκλον, νομίζοντες ότι θα τον εύρισκαν ανυπεράσπιστον. Και το μεν δεκάπλεθρον προτείχισμα αυτών κυριεύουν, αυτόν δε τον κύκλον τους ημπόδισε να κυριεύσουν ο Νικίας μένων εκεί ένεκα αδιαθεσίας. Ιδών ούτος ότι δι' έλλειψιν υπερασπιστών δεν υπήρχεν άλλο καταφύγιον διέταξε τους υπηρέτας να καύσουν τας μηχανάς και τα ξύλα όσα ήσαν κατατεθειμένα προ του τείχους. Το μέσον τούτο επέτυχεν· οι Συρακούσιοι δεν επλησίασαν περισσότερον ένεκα της πυρκαϊάς, αλλ' επέστρεψαν οπίσω, τοσούτω μάλλον, όσω ισχυρόν απόσπασμα των Αθηναίων ανέβη εκ της πεδιάδος εις τον κύκλον, διά να διώξη τον εκεί ευρισκόμενον εχθρόν, και συγχρόνως ο στόλος αναχωρήσας εκ της Θάψου, συμφώνως με τας δοθείσας διαταγάς, εισήρχετο ήδη εις τον μέγαν λιμένα. Ταύτα βλέποντες οι άνωθεν ευρισκόμενοι έσπευσαν να επιστρέψουν εις την πόλιν, καθώς και όλος ο στρατός των Συρακουσίων μη νομίζων δυνατόν με τας παρούσας αυτού δυνάμεις να εμποδίση την εξακολούθησιν του μέχρι της θαλάσσης τειχισμού.

103. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, απέδοσαν εις τους Συρακουσίους τους νεκρούς των διά συνθήκης και έλαβαν τα σώματα του Λαμάχου και των μετ' αυτού φονευθέντων. Ευρισκομένων δε τότε συνηθροισμένων όλων των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων των, ήρχισαν να περιτειχίζωσι τους Συρακουσίους διά διπλού τείχους από των Επιπολών και των κατωφερών μερών μέχρι της θαλάσσης. Τα τρόφιμα έφθαναν εις τον στρατόν εξ όλων των μερών της Ιταλίας· ήλθαν δε επίσης εις τους Αθηναίους πολλοί σύμμαχοι Σικελοί, οι οποίοι είχαν καθυστερήσει μέχρι τότε, καθώς και τρεις πεντηκόντοροι εκ της Τυρρηνίας· όλα τα λοιπά επήγαιναν αισίως. Οι Συρακούσιοι, ουδεμίαν βοήθειαν βλέποντες ερχομένην εκ της Πελοποννήσου ή αλλαχόθεν, ήρχισαν να απελπίζωνται ότι ήθελαν νικήσει· ωμίλουν μεταξύ των περί συμβιβασμού και επρότειναν μάλιστα αυτόν εις τον Νικίαν, διότι μετά τον θάνατον του Λαμάχου εις αυτόν και μόνον έμεινεν η αρχηγία του στρατού. Και κύρωσις μεν ουδεμία έγινεν, αλλά, όπως συμβαίνει εις ανθρώπους ευρισκομένους εις απελπισίαν και πάντοτε στενώτερον πολιορκουμένους, προτάσεις πολλαί απηυθύνοντο προς τον Νικίαν και εις την πόλιν ωμίλουν πολύ περισσότερον περί του αντικειμένου τούτου, διότι η δυστυχία είχεν ενσπείρει την δυσπιστίαν μεταξύ των Συρακουσίων. Καθαιρέσαντες τους πρώην στρατηγούς, διότι ενόμιζαν ότι έγιναν θύματα της ατυχίας των ή της απιστίας των, εξέλεξαν άλλους αντ' αυτών, τον Ηρακλείδην, τον Εύκλέα και τον Τελλίαν.

104. Εν τούτοις ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος και τα αναχωρήσαντα εκ της Κορίνθου πλοία ήσαν ήδη περί την Λευκάδα, διά να σπεύσουν προς βοήθειαν της Σικελίας. Αλλ' επειδή αι κομισθείσαι αγγελίαι ήσαν δυσάρεστοι και όλαι ομοίως ψευδείς περί του εντελούς αποκλεισμού των Συρακουσών, ο Γύλιππος απέβαλε πλέον πάσαν ελπίδα περί της Σικελίας· θέλων όμως να προφυλάξη τουλάχιστον την Ιταλίαν διεπέρασε βιαστικά αυτός και ο Κορίνθιος Πυθήν, τον Ιόνιον κόλπον, διά να φθάση εις τον Τάραντα, μετά δύο πλοίων Λακωνικών και δύο Κορινθιακών.

Οι Κορίνθιοι, ανεξαρτήτως των δέκα πλοίων, τα οποία τοις ανήκον, έβαλαν ναύτας ακόμη και εις δύο της Λευκάδος και τρία της Αμπρακίας, τα οποία έμελλαν να αποστείλουν κατόπιν. Και ο μεν Γύλιππος, αναχωρήσας εκ του Τάραντος, ήλθε πρώτον εις την Θουρίαν, διά να διαπραγματευθή μετά των κατοίκων αυτής, στηριζόμενος εις τα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία είχεν άλλοτε ο πατήρ του εις την χώραν ταύτην· μη δυνηθείς όμως να πείση τους κατοίκους ανεχώρησε και παρέπλεε την Ιταλίαν. Αναρπασθείς κατά τον Τεριναίον κόλπον υπό βορείου ανέμου, ο οποίος πνέει βιαιότατα εις τα παράλια ταύτα, εφέρθη εις το πέλαγος και, αφού εβασανίσθη πολύ, προσήγγισε πάλιν εις τον Τάραντα και ανελκύσας εις την ξηράν τα παθόντα υπό της τρικυμίας πλοία επεσκεύαζεν αυτά. Ο δε Νικίας μαθών ότι επλησίαζεν ο Γύλιππος επεριφρόνησε τον μικρόν αριθμόν των πλοίων του (το οποίον έπραξαν και οι Θούριοι), και με την ιδέαν ότι οι εχθροί έπλεαν παρεσκευασμένοι ως πειραταί ουδεμίαν έλαβε κατ' αυτών προφύλαξιν.

105. Κατά την αυτήν δε εποχήν του θέρους τούτου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι των εισέβαλαν εις το ’ργος και ελεηλάτησαν πολύ μέρος της χώρας. Και οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειαν των Αργείων με τριάκοντα πλοία, τούτο δε επροκάλεσε φανεράν ρήξιν μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων. Τωόντι, μέχρις εκείνης της στιγμής, οι Αθηναίοι εξήρχοντο εκ της Πύλου μόνον διά να ληστεύουν, και αποβαίνοντες μάλλον εις τα λοιπά μέρη της Πελοποννήσου ή εις την Λακωνικήν συνεπολέμουν μετά των Αργείων και των Μαντινέων. Πολλάκις μάλιστα, προσκαλούμενοι υπό των Αργείων να αποβούν μόνον εις την Λακωνικήν ένοπλοι και να αναχωρήσουν μετ' αυτών, αφού λεηλατήσουν ελάχιστον μέρος της χώρας, ηρνήθησαν. Αλλά κατά την περίστασιν ταύτην, υπό την αρχηγίαν του Πυθοδώρου, του Λαισποδίου και του Δημαράτου, αποβιβασθέντες εις Επίδαυρον την Λιμηράν, εις τας Πρασιάς και εις άλλα μέρη, ελεηλάτησαν την χώραν και έδωκαν τοιουτοτρόπως εις τους Λακεδαιμονίους αιτίαν παρέχουσαν πολύ πλέον εύλογον πρόφασιν εκδικήσεως. Ότε δε ανεχώρησαν εκ του ’ργους οι Αθηναίοι μετά των πλοίων και οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αργείοι εισέβαλαν εις την Φλιασίαν, ελεηλάτησαν την χώραν, εφόνευσαν κατοίκους τινάς και επέστρεψαν εις τα ίδια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, Ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ, προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις του Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 654.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

___________________________________ 1) Δωδέκατον έτος του πολέμου, 420 π. Χ.

2) Το κείμενον είναι: «μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πόλεως». Δια το ασαφές του κειμένου ο Haase επρότεινε την διόρθωσιν: «Μη κύριον είναι απάγειν στρατόν εκ της πολεμίας» ήτοι να μη έχη εξουσίαν να αποσύρη τον στρατόν από εχθρικήν χώραν.

3) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι δωρικόν και εις κάποια μέρη ασαφές.

4) Το κείμενον της συνθήκης αυτής είναι εις δωρικήν διάλεκτον, έχει δε και αυτό ασαφείας.

5) Δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου, 417 π. Χ.

