# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

## Part 9

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29834/index.md

27. Ότε δε έμαθαν εις τας Αθήνας ότι ο στρατός ταλαιπωρείται και ότι εισάγονται τρόφιμα εις τους εν τη νήσω, ηπόρουν περί του πρακτέου και εφοβήθησαν μη καταλάβη ο χειμών τους πολιορκούντας και κατασταθή αδύνατον να τους στείλουν ζωοτροφίας από τα παράλια της Πελοποννήσου, αφού και κατ' αυτήν την εποχήν του θέρους δυσκόλως ηδύναντο να στέλλουν αρκετάς προμηθείας εις χώραν στερημένην των πάντων επειδή δε τα παράλια δεν είχαν λιμένας, ο στόλος των δεν θα ηδύνατο να προσορμίζεται· κατά συνέπειαν δε οι εν τη νήσω άνδρες, ή χαλαρωμένου του αποκλεισμού θα συνετηρούντο ή με τα πλοιάρια, τα οποία τους έφεραν τα τρόφιμα θα διέφευγον εν καιρώ τρικυμίας. Οι Αθηναίοι εφοβούντο προ πάντων τους Λακεδαιμονίους, διότι ενόμιζαν ότι ούτοι, άμα ανελάμβαναν δύναμίν τινα, ήθελαν παύσει στέλλοντες κήρυκας περί ειρήνης, και μετενόουν, διότι δεν εδέχθησαν τας προτάσεις των. Ο δε Κλέων εννοήσας ότι ήρχισαν να εγείρωνται δυσαρέσκειαι κατ' αυτού ως εμποδίσαντος την σύμβασιν, ισχυρίσθη ότι αι ειδήσεις δεν ήσαν αληθείς. Επειδή δε οι ελθόντες παρεκίνουν να γίνη, εάν τους επίστευαν, αποστολή μερικών ανδρών, διά να επισκοπήσουν τα συμβαίνοντα, οι Αθηναίοι εξέλεξαν προς τον σκοπόν τούτον τον Κλέωνα αυτόν και τον Θεαγένην. Τότε ο Κλέων ησθάνθη ότι θα ηναγκάζετο ή να επιβεβαιώση την έκθεσιν εκείνων τους οποίους εσυκοφάντει, ή, εάν έλεγε τα εναντία, θα κατηγορείτο ως ψεύστης· ιδών όμως τους Αθηναίους κλίνοντας μάλλον προς τον πόλεμον συνεβούλευσεν αυτούς να μη στείλουν εξεταστάς των πραγμάτων μηδέ να χάνουν την ευκαιρίαν δι' αναβολών, αλλ' εάν τα αγγελλόμενα τοις εφαίνοντο αληθή, να πλεύσουν αμέσως εναντίον των ευρισκομένων εις την νήσον. Απευθύνων έπειτα υπαινιγμούς τινας εναντίον του στρατηγού Νικίου του Νικηράτου, του οποίου ήτο εχθρός προσωπικός και αντίπαλος πολιτικός, είπεν ότι, εάν ήσαν άνδρες οι στρατηγοί, ευκόλως θα ηδύναντο με τας δυνάμεις, τας οποίας είχαν, να πλεύσουν εναντίον των ευρισκομένων εις την νήσον και να συλλάβουν αυτούς· προσέθετε δε ότι και αυτός ούτος θα το έπραττεν, εάν ήτο στρατηγός.

28. Επειδή δε οι Αθηναίοι υποκώφως εθορυβούσαν κατά του Κλέωνος διατί τάχα αυτός δεν ανεχώρει αμέσως, αφού η επιχείρησις του εφαίνετο εύκολος, ο Νικίας, πειραχθείς διά τον σαρκασμόν του Κλέωνος, απεκρίθη ότι οι στρατηγοί του επέτρεπαν να λάβη όσας ήθελε δυνάμεις και να επιχειρήση την προσβολήν. Ο Κλέων, νομίσας εις τας αρχάς ότι παρεχώρει την θέσιν του με λόγους μόνον, ητοιμάζετο να δεχθή· εννοήσας όμως ότι ούτος ήθελε τωόντι να παραδώση εις αυτόν την στρατηγίαν υπεχώρησε λέγων ότι όχι αυτός, αλλ' ο Νικίας ήτο στρατηγός. Ήρχισε δε ήδη να φοβήται και δεν επίστευεν ότι ο Νικίας θα ετόλμα να παραχωρήση προς αυτόν την θέσιν του· και πάλιν όμως ο Νικίας επέμεινε και καταθέσας την εναντίον της Πύλου στρατηγίαν επεκαλείτο ως μάρτυρας τούτου τους Αθηναίους. Ούτοι δε (κατά την συνήθειαν του όχλου) όσον μάλλον ο Κλέων έκαμνεν υπεκφυγάς διά την εκστρατείαν και ανεκάλει όσα είπε, τόσον μάλλον εβίαζαν τον Νικίαν να παραδώση την αρχήν και έκραζαν προς τον Κλέωνα να αναχωρήση. Τότε ο Κλέων, μη δυνάμενος πλέον να αντείπη, εδέχθη την εκστρατείαν, και προχωρήσας εις το μέσον της συνελεύσεως είπεν ότι δεν φοβείται τους Λακεδαιμονίους, ότι θα πλεύση χωρίς να συμπαραλάβη κανένα εκ της πόλεως, αλλά μόνον τους παρόντας εκ των Λημνίων και των Ιμβρίων, τους εκ της Αίνου ελθόντας εις βοήθειαν πελταστάς, και τετρακοσίους τοξότας άλλων τόπων. Διά τούτων και των εις την Πύλον υπαρχόντων στρατιωτών υπέσχετο ή να φέρη εντός είκοσιν ημερών ζώντας τους Λακεδαιμονίους, ή να τους φονεύση επί τόπου. Οι Αθηναίοι εγέλασαν ολίγον διά την κουφότητα των λόγων τούτων, αλλ' οι φρόνιμοι εχάρησαν σκεφθέντες ότι εκ των δύο αγαθών ήθελον επιτύχει το έν ή θα απηλλάσσοντο του Κλέωνος, το οποίον ήτο πιθανώτερον, ή, εν εναντία περιπτώσει, θα εκράτουν τους Λακεδαιμονίους υπό την εξουσίαν των.

29. Και αφού εκανόνισε τα πάντα εις την εκκλησίαν και έλαβε διά την εκστρατείαν ταύτην τας ψήφους των Αθηναίων, επέσπευσε την αναχώρησιν παραδεχθείς ως συστράτηγον ένα μόνον εκ των εν τη Πύλω στρατηγών, τον Δημοσθένην. Προσέλαβε δε τον Δημοσθένην μαθών ότι διενοείτο και αυτός να κάμη απόβασιν εις την νήσον· διότι οι στρατιώται, κακοπαθούντες από στερήσεις και όντες μάλλον πολιορκούμενοι ή πολιορκούντες, ζωηρά επεθύμουν να διακινδυνεύσουν. Εις την απόφασιν ταύτην τον ενεθάρρυνεν ακόμη περισσότερον ο εμπρησμός της νήσου, διότι πριν συμβή τούτο εφοβείτο να αποβή εις νήσον, η οποία, διότι πάντοτε έμενεν ακατοίκητος, ήτο δασώδης και άβατος· η ιδιότης δε αύτη του εφαίνετο ότι ωφέλει μάλλον τους εχθρούς, οι οποίοι εξερχόμενοι εξ αφανών μερών ηδύναντο να βλάπτουν τους εις την νήσον αποβαίνοντας, διότι τα σφάλματα και αι προπαρασκευαί των, ένεκα της πυκνότητος του δάσους, δεν θα εφαίνοντο καθαρά, ενώ όλα τα σφάλματα του στρατού των Αθηναίων, μένοντα καταφανή, θα επέτρεπαν εις τον εχθρόν να επιπίπτη απροσδοκήτως όπου ήθελε, διότι θα ήτο κύριος της προσβολής. ’λλως ο Δημοσθένης εσκέπτετο ότι, εάν ηναγκάζετο να πολεμήση εντός του δάσους, στρατιώται ολιγώτεροι μεν τον αριθμόν, γνωρίζοντες δε τα μέρη, θα ενίκων στρατόν πολυαριθμότερον μεν, μη γνωρίζοντα δε τα μέρη· τέλος δε ότι ο πολυάριθμος στρατός του θα κατεστρέφετο σιγά σιγά, χωρίς να δύνανται τα διάφορα σώματα να βλέπουν τον εχθρόν μακρόθεν και να βοηθώνται αμοιβαίως.

30. Προ πάντων δ' ένεκα του εις την Αιτωλίαν παθήματος (το οποίον εν μέρει συνέβη ως εκ του δάσους) ήρχοντο εις τον νουν του αι σκέψεις αύται. Επειδή δε οι Αθηναίοι στρατιώται ένεκα της στενοχωρίας του στρατοπέδου των επλησίαζαν τα άκρα της νήσου, διά να ετοιμάσουν το γεύμα των θέτοντες γύρω φρουρούς και κάποιος χωρίς να το θέλη έκαυσεν ολίγους θάμνους και ηγέρθη άνεμος κατεκάη εκείθεν ανεπαισθήτως το πλείστον μέρος του δάσους. Εκ τούτου ο Δημοσθένης ηδυνήθη να ίδη καλλίτερον ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν περισσότεροι, και απ' εκείνης της στιγμής επείσθη ότι οι Αθηναίοι έπρεπε να σκεφθούν σπουδαίως περί τοσούτον σοβαράς επιχειρήσεως· διότι εις τας αρχάς είχε νομίσει ότι εισήγοντο εις την νήσον τρόφιμα, δι' ολιγωτέρους ανθρώπους· βλέπων δε επίσης ότι η εις την νήσον απόβασις καθίστατο ευχερεστέρα ητοιμάζετο να την εκτελέση ζητήσας στρατόν από τους γειτονικούς συμμάχους και τα άλλα ετοιμάζων. Εν τούτοις ο Κλέων, στείλας προηγουμένως εις τον Δημοσθένην άγγελον, διά να τον ειδοποιήση ότι έμελλε να έλθη μετ' ολίγον και να του φέρη τον ζητηθέντα στρατόν, φθάνει εις την Πύλον· και ενωθέντες οι δύο στρατηγοί στέλλουν πρώτον εις το επί της αντικρύ ξηράς στρατόπεδον κήρυκας προσκαλούντες αυτούς, εάν ήθελαν, να διατάξουν τους εν τη νήσω πολεμιστάς των να παραδοθούν μετά των όπλων των, με την υπόσχεσιν ότι οι Αθηναίοι θα κρατούν μέτριον αποκλεισμόν μέχρις ου συνομολογήσουν οριστικόν συμβιβασμόν.

31. Επειδή δε αυτοί δεν εδέχθησαν, οι Αθηναίοι στρατηγοί περιέμειναν ακόμη μίαν ημέραν αλλά κατά την επομένην εμακρύνθησαν από τον λιμένα διά νυκτός, αφού επεβίβασαν τους οπλίτας επί ολίγων πλοίων· ολίγον δε προ της αυγής απέβησαν εις την νήσον εκ δύο μερών, εκ του πελάγους και προ του λιμένος, οκτακόσιοι οπλίται εν συνόλω, και ώρμησαν εναντίον της πρώτης φρουράς της νήσου. Οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν παραταγμένοι κατά τον ακόλουθον τρόπον. Εις ταύτην μεν την πρώτην φρουράν ήσαν τριάκοντα περίπου οπλίται, το μέσον δε και ομαλώτατον, το πέριξ του ύδατος, κατείχον οι πλείστοι εξ αυτών και ο άρχων Επιτάδας· τέλος μικρόν σώμα εφύλαττε την εσχατιάν της νήσου την προς την Πύλον, η οποία και απόκρημνος είναι προς το μέρος της θαλάσσης και δυσπρόσιτος διά ξηράς, επειδή υπήρχεν εκεί παλαιόν οχύρωμα εκ λίθων ακατεργάστων, το οποίον ενόμιζον οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήθελεν είναι εις αυτούς ωφέλιμον, εάν ηναγκάζοντο εις βιαίαν υποχώρησιν. Ούτω λοιπόν ήσαν ταγμένοι οι Λακεδαιμόνιοι.

32. Οι δε Αθηναίοι τους μεν πρώτους φύλακας, εναντίον των οποίων ώρμησαν, εφόνευσαν ευθύς, και μάλιστα ενώ ακόμη εκοιμώντο ή μόλις έπαιρναν τα όπλα. Η απόβασις είχεν ενεργηθή μετά τοσαύτης σιωπής, ώστε οι εχθροί την εξέλαβον ως την συνήθη κίνησιν των προσορμιζομένων κατά την νύκτα πλοίων. ’μα δε εξημέρωσε απέβαινον και οι λοιποί στρατιώται μετά των ιδίων όπλων καθένας, από εβδομήκοντα πλοία ή ολίγον περισσότερα, επί των οποίων δεν αφήκαν άλλους ειμή τους θαλαμίους (5). Ήσαν οκτακόσιοι τοξόται, ισάριθμοι πελτασταί, οι εις βοήθειαν ελθόντες Μεσσήνιοι καθώς και όλη η φρουρά της Πύλου εκτός εκείνων πού επρόκειτο να φυλάξουν τα τείχη. Ταχθέντες υπό του Δημοσθένους διηρέθησαν κατά διακοσίους, κατά το μάλλον ή ήττον, και κατέλαβον τας υψηλοτέρας θέσεις, ίνα ο εχθρός, περικυκλούμενος πανταχόθεν, ευρεθή εις εντελή αμηχανίαν, χωρίς να ηξεύρη προς ποίον μέρος να αντιταχθή, και να προσβληθή κατά πάσαν διεύθυνσιν υπό του πλήθους, κατά νώτον μεν, εάν ήθελε προχωρήσει, εις τα πλάγια δε, εάν εφέρετο προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Δεν θα ηδύνατο ουδέ βήμα να κάμη χωρίς να έχη κατόπιν του τους ψιλούς και εκείνους οίτινες μη έχοντες κανέν όπλον θα τον προσέβαλλον διά βελών, ακοντίων, λίθων και σφενδονών. Δεν θα ηδύνατο δε και να προχωρήση κατά των στρατιωτών τούτων, διότι και φεύγοντες είχον υπεροχήν, και άμα αυτός υπεχώρει θα τον προσέβαλλον εκ των όπισθεν. Τοιούτον ήτο το σχέδιον της προσβολής το οποίον προηγουμένως είχε καταρτίσει ο Δημοσθένης και ήδη επραγματοποίει.

33. Οι δε περί την Επιτάδαν, οι οποίοι ήσαν οι περισσότεροι, άμα είδον ότι η πρώτη φρουρά κατεστράφη και ότι επροχώρει κατ' αυτών στρατός, παρετάχθησαν εις μάχην και επροχώρησαν κατά των Αθηναίων οπλιτών θέλοντες να συμπλακούν προς αυτούς, διότι τους είχαν απέναντι, εκ πλαγίου δε και εις τα νώτα είχαν τους ελαφρά ωπλισμένους· και με τους οπλίτας μεν δεν ηδυνήθησαν να συμπλακούν ουδέ να χρησιμοποιήσουν την εμπειρίαν των· διότι οι μεν ψιλοί τους ημπόδιζαν τοξεύοντες εκατέρωθεν, οι δε Αθηναίοι οπλίται δεν αντεπεξήλθον, αλλ' έμεναν ησυχάζοντες. Τους ψιλούς όμως τους έτρεπον εις φυγήν πανταχού όπου επλησίαζον πολύ· αλλ' ούτοι, ελαφρώς ωπλισμένοι, εμάχοντο υποχωρούντες και έφευγαν εύκολα πριν τους φθάσουν, ένεκα της ανωμαλίας των μερών, τα οποία, ακατοίκητα έως τότε, ήσαν δύσβατα, και οι Λακεδαιμόνιοι, βαρέως ωπλισμένοι, δεν ηδύναντο να καταδιώξουν αυτούς.

34. Και επί τινα μεν χρόνον εμάχοντο ακροβολιστικά τοιουτοτρόπως· αλλά μετ' ολίγον οι Λακεδαιμόνιοι δεν ηδύναντο πλέον να τρέχουν αρκετά ταχέως προς τα απειλούμενα μέρη, οι δε ψιλοί ενόησαν ότι οι προς υπεράσπισιν αγώνες των καθίσταντο ολονέν πλέον δύσκολοι, και έλαβον πλειότερον θάρρος βλέποντες εαυτούς περισσοτέρους και συνηθίσαντες πλέον να μη τους νομίζουν επίσης φοβερούς όσον πρότερον, διότι δεν έπαθαν ευθύς όσα επερίμεναν, ότε κατά πρώτον απέβησαν εις την νήσον κατεχόμενοι υπό τρόμου ότι έμελλον να πολεμήσουν Λακεδαιμονίους. Περιφρονούντες λοιπόν αυτούς εξέβαλον κραυγάς και ώρμησαν αθρόοι κατ' αυτών ρίπτοντες λίθους, βέλη, ακόντια, και παν ό,τι είχεν έκαστος πρόχειρον. Αι συν τη βιαία ταύτη επιθέσει κραυγαί κατέπληξαν ανθρώπους μη συνηθισμένους εις τοιαύτην μάχην. Νέφη στάκτης από το δάσος, το οποίον εσχάτως είχε καή, υψώνοντο εις τον αέρα και ήτο αδύνατον να ίδη κανείς τα προ των οφθαλμών του ένεκα των βελών και των λίθων που ερρίπτοντο υπό πολλών ανθρώπων και μετά του κονιορτού εφέροντο. Από της στιγμής ταύτης τρομερά υπήρξεν η θέσις των Λακεδαιμονίων, διότι και τα μάλλινα θωράκιά των δεν ηδύναντο να τους προφυλάττουν πλέον κατά των τοξευμάτων, και τα δοράτια συνετρίβοντο εις τας χείρας των, ενώ τους προσέβαλαν πανταχόθεν. Δεν ήξευραν δε πλέον πώς να μεταχειρισθούν τον εαυτόν τους, διότι δεν ηδύναντο να βλέπουν τα προ των οφθαλμών των, και η μεγάλη βοή των πολεμίων τους ημπόδιζε να ακούουν τα προστάγματα. Ο κίνδυνος τους είχε περικυκλώσει από παντού και ουδεμίαν πλέον είχαν ελπίδα να σωθούν μαχόμενοι.

35. Τέλος δε, αφού ετραυματίσθησαν πολλοί, διότι περιεστρέφοντο εις την ιδίαν θέσιν πάντοτε, επύκνωσαν τους ζυγούς και επροχώρησαν μέχρι του εσχάτου οχυρώματος της νήσου, το οποίον δεν απείχε πολύ, και των φυλασσόντων αυτό ανδρών. Οι ψιλοί, ιδόντες αυτούς υποχωρούντας, ενεθαρρύνθησαν περισσότερον και επετέθησαν ζωηρότερα και μετά μεγαλυτέρων κραυγών. Και όσοι μεν εκ των Λακεδαιμονίων περιεκυκλώθησαν κατά την υποχώρησιν κατεστράφησαν· οι δε περισσότεροι, καταφυγόντες εις το οχύρωμα, παρετάχθησαν μετά των φυλάκων προς κάθε μέρος ευπρόσβλητον, όπως υπερασπίσουν τον εαυτόν τους. Οι Αθηναίοι τους ηκολούθησαν από κοντά, αλλά μη δυνάμενοι να τους περικυκλώσουν, διότι ήτον απόκρημνος η θέσι επλησίασαν κατά μέτωπον και προσεπάθουν να τους πιέσουν. Επί πολύ και κατά το πλείστον μέρος της ημέρας ταλαιπωρούμενοι αμφότεροι υπό της μάχης, της δίψης και του καύσωνας αντείχον και προσεπάθουν οι μεν να διώξουν τους εχθρούς από τα ύψη, οι δε να μη υποχωρήσουν. Εν τούτοις οι Λακεδαιμόνιοι ημύνοντο ευκολώτερα παρά πριν, διότι είχαν εξησφαλισμένα τα πλάγια.

36. Επειδή δε τοιουτοτρόπως δεν εδίδετο τέλος, προσελθών ο στρατηγός των Μεσσηνίων εις τον Κλέωνα και τον Δημοσθένην τους είπεν ότι μάταια εκοπίαζαν· αλλ' εάν ήθελαν να του δώσουν μέρος των τοξοτών και των ψιλών, θα προσεπάθει να προσβάλη τον εχθρόν από τα νώτα διά τινος οδού, την οποίαν θα εύρισκε και θα κατώρθωνε διά της βίας την διάβασιν. Λαβών δε όσα εζήτει ανεχώρησεν αθορύβως, και αποκρύπτων την πορείαν του εις τους εχθρούς έφθασε μετά πολλούς κόπους και περιστροφάς διά τινος οδού, την οποίαν εύρε βατήν μεταξύ των κρημνών της νήσου, μέχρι του μέρους, το οποίον οι Λακεδαιμόνιοι πιστεύσαντες ως ισχυρόν δεν εφύλαττον. Ότε δε αυτός ενεφανίσθη αιφνιδίως επί του ύψους όπισθεν, οι μεν Λακεδαιμόνιοι κατελήφθησαν υπό τρόμου διά την απροσδόκητον εκείνην εμφάνισιν, οι δε Αθηναίοι πολύ μάλλον ενεθαρρύνθησαν ιδόντες ό,τι επερίμεναν. Από της στιγμής δε εκείνης οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι εκατέρωθεν ευρέθησαν (διά να παραβάλωμεν τα μικρά προς τα μεγάλα) εις θέσιν ομοίαν των εν Θερμοπύλαις, όταν οι Πέρσαι τους περιεκύκλωσαν και κατέστρεψαν αυτούς. Περικυκλωθέντες λοιπόν και ούτοι από τα δύο μέρη δεν ηδυνήθησαν πλέον να αντισταθούν, αλλά μαχόμενοι ολίγοι προς πολλούς και εξηντλημένοι εκ της πείνης ήρχισαν να υποχωρούν και οι Αθηναίοι ήσαν ήδη κύριοι των διόδων.

37. Εν τούτοις ο Κλέων και ο Δημοσθένης βλέποντες ότι ο στρατός των έμελλε να καταστρέψη εντελώς τους Λακεδαιμονίους, εάν ολίγον ακόμη υπεχώρουν, έπαυσαν την μάχην και εκράτησαν τους στρατιώτας των, θέλοντες να φέρουν ζώντας τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας, εάν νικώμενοι υπό τόσων παθημάτων υπήκουαν εις το κήρυγμα και εταπεινούντο τόσον, ώστε να παραδώσουν τα όπλα. Τους προσεκάλεσαν λοιπόν διά κήρυκος να παραδώσουν τα όπλα και εαυτούς εις τους Αθηναίους, οι οποίοι θα απεφάσιζαν περί της τύχης των ό,τι ήθελαν κρίνει εύλογον.

38. Ακούσαντες δε την προκήρυξιν κατέθεσαν οι πλείστοι τας ασπίδας και ανέσεισαν τας χείρας δηλούντες ότι εδέχοντο. Έπειτα, γενομένης ανακωχής, ο Κλέων και ο Δημοσθένης ήλθον εις διαπραγματεύσεις μετά του Στύφωνος του Φαρνάκου, στρατηγού των Λακεδαιμονίων διότι, εκ των προηγουμένων στρατηγών ο μεν Επιτάδας είχε φονευθή πρώτος, ο δε Ιππαγρέτας, ο οποίος είχεν εκλεχθή κατόπιν, μολονότι έζη ακόμη, έκειτο κατά γης ωσάν αποθαμμένος. Ο δε Στύφων είχεν εκλεχθή τρίτος, σύμφωνα με τον νόμον, διά να άρχη, εάν ετύχαινε να πάθουν τίποτε οι δύο άλλοι. Έλεγε δε ο Στύφων και οι μετ' αυτού ότι ήθελαν να στείλουν κήρυκα εις τους επί της ηπείρου μείναντας Λακεδαιμονίους περί του πρακτέου. Αλλ' οι Αθηναίοι δεν άφησαν να εξέλθη κανείς Λακεδαιμόνιος, επροσκάλεσαν δε οι ίδιοι κήρυκας εκ της ηπείρου και, γενομένων επερωτήσεων δις ή τρις, ο τελευταίος από των εκ της ηπείρου Λακεδαιμονίων ελθών εις την νήσον είπεν ότι «οι Λακεδαιμόνιοι σας δίδουν εντολήν να σκεφθήτε μόνοι σας διά τον εαυτόν σας, μηδέν ατιμωτικόν πράττοντες». Ούτοι δε διασκεφθέντες παρέδωκαν τα όπλα και εαυτούς. Και ταύτην μεν την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα εφρούρουν αυτούς οι Αθηναίοι· την επομένην δε ημέραν, οι μεν Αθηναίοι στήσαντες τρόπαιον ητοίμασαν τα πάντα προς απόπλουν και ενεπιστεύθησαν τους αιχμαλώτους εις την φύλαξιν των τριηράρχων, οι δε Λακεδαιμόνιοι στείλαντες κήρυκα μετέφεραν τους νεκρούς. Ιδού δε ο αριθμός των φονευθέντων εν τη νήσω και εκείνων, οι οποίοι συνελήφθησαν ζώντες· τετρακόσιοι είκοσιν οπλίται εν όλοις είχαν διαβή εις την νήσον· εκ τούτων διακόσιοι ενενήκοντα δύο μετεκομίσθησαν εις τας Αθήνας ζώντες, οι δε λοιποί εφονεύθησαν. Μεταξύ των ζώντων ήσαν εκατόν είκοσι περίπου Σπαρτιάται. Εκ δε των Αθηναίων εφονεύθησαν όχι πολλοί, διότι η μάχη δεν ήτον εκ του συστάδην.

39. Ο καιρός δε όσος παρήλθεν, αφ' ότου οι άνδρες εκείνοι έμεναν αποκλεισμένοι εις την νήσον, από της ναυμαχίας μέχρι της εν τη νήσω μάχης, ήτον εβδομήκοντα δύο ημέραι. Εκ τούτων περί τας είκοσιν ημέρας, κατά τας οποίας οι πρέσβεις απήλθον, όπως διαπραγματευθούν συνθήκην, οι Λακεδαιμόνιοι εσιτοδοτούντο, κατά τας υπολοίπους δε διετρεφόντο από τους εισπλέοντας κρυφά· ευρέθησαν εν τούτοις εις την νήσον σίτος και άλλαι τροφαί αφεθείσας εκεί, διότι ο άρχων Επιτάδας εμοίραζεν εις καθένα ολιγωτέρας μερίδας αφ' όσας είχε διαθέσιμους. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι μετά του στρατού των εκ της Πύλου και μετέβη καθείς εις την πατρίδα του, η δε υπόσχεσις του Κλέωνος, αν και παράλογος, εξεπληρώθη· διότι εντός είκοσιν ημερών έφερε τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας, ως υπεσχέθη.

40. Και εξ όλων των κατά τον πόλεμον εκείνον συμβάντων, τούτο υπήρξε το μάλλον απροσδόκητον, διότι επίστευον ότι ούτε η πείνα ούτε ουδεμία άλλη ανάγκη θα ηδύνατο να αναγκάση τους Λακεδαιμονίους να παραδώσουν τα όπλα, αλλ' ότι θα απέθνησκον έχοντες αυτά και μαχόμενοι μέχρι τέλους· δεν ηδύναντο δε να πιστεύσουν ότι οι αποθανόντες ήσαν όμοιοι με τους παραδοθέντας. Και πρός τινα σύμμαχον των Αθηναίων, ο οποίος ηρώτησε κάποτε ένα εκ των αιχμαλώτων ειρωνικώς, αν ήσαν ανδρείοι οι φονευθέντες, ο αιχμάλωτος απεκρίθη ότι ο χάρος (εννοών το βέλος) θα, ήτο ανεκτίμητος, εάν ηδύνατο να διακρίνη τους ανδρείους, φανερώνων διά των λέξεων τούτων ότι τα τοξεύματα και οι λίθοι εφόνευαν τυχαίως.

41. Ότε δε εφέρθησαν οι άνδρες, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να τους φυλάττουν σιδηροδεσμίους, μέχρις ου γίνη συμβιβασμός τις· εάν δε προ τούτου εισβάλουν εις την Αττικήν οι Πελοποννήσιοι, να τους εξαγάγουν από την φυλακήν και να τους φονεύσουν. Και εις την Πύλον αφήκαν φρουράν. Οι δε Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου θεωρούντες αυτήν ως πατρίδα των (διότι η Πύλος ανήκεν άλλοτε εις την Μεσσηνίαν) έστειλαν τους μάλλον ικανούς προς τούτο εκ των συμπολιτών των, οι οποίοι ελήστευαν την Λακωνικήν και έβλαπταν μεγάλως καθό ομιλούντες την αυτήν διάλεκτον. Οι Λακεδαιμόνιοι, αγνοούντες μέχρις εκείνης της εποχής την ληστείαν και το είδος εκείνο του πολέμου και φοβούμενοι μήπως ένεκα της αυτομολήσεως των ειλώτων το πνεύμα της αποστασίας επεκταθή εις όλην την χώραν ήρχισαν να ανησυχούν πολύ· και μολονότι δεν ήθελαν να φανερωθούν οι φόβοι των εις τους Αθηναίους, έστειλαν όμως προς αυτούς κήρυκας, διά να διαπραγματευθούν την απόδοσιν των αιχμαλώτων και της Πύλου. Αλλ' οι Αθηναίοι είχαν μεγαλυτέρας αξιώσεις και έστειλαν οπίσω απράκτους πολλάς πρεσβείας, αι οποίαι ήλθαν εκ της Πελοποννήσου. Και ταύτα μεν ήσαν τα γεγονότα της Πύλου.

42. Κατά το αυτό δε θέρος και αμέσως μετά ταύτα οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν κατά της Κορινθίας με ογδοήκοντα πλοία και δύο χιλιάδας ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς επί ιππαγωγών πλοίων· ηκολούθουν δε αυτούς εκ των συμμάχων οι Μιλήσιοι, οι ’νδριοι και οι Καρύστιοι, στρατηγός δε ήτο Νικίας ο Νικηράτου μετά δύο άλλων. Πλέοντες εις την ανοικτήν θαλασσαν έφθασαν το πρωί μεταξύ της Χερσονήσου και του Ρείτου εις τον αιγιαλόν όπου υψούται ο Σολύγειος λόφος και επί του οποίου εγκατασταθέντες τον παλαιόν καιρόν οι Δωριείς επολέμουν κατά των εν τη πόλει Κορινθίων, οι οποίοι ήσαν Αιολείς· ακόμη δε και σήμερον σώζεται εκεί κώμη ονομαζομένη Σολύγεια. Από του αιγιαλού δε εκείνου, όπου τα πλοία επλησίασαν, η μεν κώμη αύτη απέχει δώδεκα σταδίους, η δε πόλις των Κορινθίων εξήκοντα, ο δε ισθμός είκοσι. Μαθόντες οι Κορίνθιοι εξ ’ργους ότι ο στρατός των Αθηναίων δεν θα εβράδυνε να φθάση συνηθροίσθησαν ενωρίτερα εις τον ισθμόν όλοι, πλην των έξω του ισθμού· και εξ αυτών πεντακόσιοι μεν επήγαν να φυλάξουν την Αμπρακίαν και την Λευκάδα, όλοι δε οι λοιποί επετήρουν τους Αθηναίους πού ήθελον προσορμισθή· αλλ' ούτοι τους ηπάτησαν και προσωρμίσθησαν εν καιρώ νυκτός. Αμέσως λοιπόν υψώθησαν τα σημεία και οι Κορίνθιοι, υπόσαντες τους ημίσεις εκ των στρατιωτών εις την Κεγχρειάν, διά τον φόβον μήπως οι Αθηναίοι διευθυνθούν κατά του Κρομμυώνος, επροχώρησαν γρήγορα προς συνάντησίν των.

43. Ο είς δε των στρατηγών, ο Βάττος (διότι ήσαν παρόντες δύο εις την μάχην), λαβών ένα λόχον ήλθεν εις την Σολύγειαν κώμην, διά να την φυλάξη, διότι ήτο ατείχιστος, ο δε Λυκόφρων επετέθη μετά των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν οι Κορίνθιοι επετέθησαν κατά του δεξιού κέρατος των Αθηναίων, άμα αποβιβασθέντος προ της Χερσονήσου, έπειτα δε και κατά του λοιπού στρατού. Η μάχη έγινε πεισματώδης και πάντοτε σώμα προς σώμα. Και το μεν δεξιόν κέρας των Αθηναίων και Καρυστίων (οίτινες ήσαν οι τελευταίοι της παρατάξεως) εδέχθη την προσβολήν των Κορινθίων και με πολλήν δυσκολίαν τους απέκρουσεν· ούτοι δε οπισθοχωρήσαντες έως εις κάποιον υψηλόν μέρος (διότι όλον το έδαφος είναι κατωφερικόν) έρριπταν εκ του ύψους εκείνου λίθους και ψάλλοντες τον παιάνα επανέλαβον την επίθεσιν. Οι Αθηναίοι όμως τους εδέχθησαν με σταθερότητα και ήρχισε πάλιν η μάχη σώμα προς σώμα. Εν τούτοις λόχος τις των Κορινθίων, ελθών προς βοήθειαν του αριστερού κέρατος, έτρεψεν εις φυγήν το δεξιόν κέρας των Αθηναίων και το κατεδίωξε μέχρι της θαλάσσης· αλλ' οι Αθηναίοι και οι Καρύστιοι, εξελθόντες πάλιν εκ των πλοίων, επέστρεψαν εις την μάχην, ο δε άλλος στρατός εμάχετο αδιάκοπα από τα δύο μέρη, και μάλιστα το δεξιόν κέρας των Κορινθίων, όπου ευρισκόμενος ο Λυκόφρων εμάχετο εναντίον των Αθηναίων, διότι εφοβείτο μήπως ούτοι προχωρήσουν κατά της Σολυγείας κώμης.

44. Επί πολύ μεν αντείχον και οι δύο μη υποχωρούντες ο είς προς τον άλλον· αλλ' έπειτα, επειδή οι Αθηναίοι επλεονέκτουν κατά το ιππικόν το οποίον εμάχετο μετ' αυτών, ενώ οι εχθροί δεν είχαν ίππους, ετράπησαν εις φυγήν οι Κορίνθιοι και υπεχώρησαν προς τον λόφον· καταθέσαντες δε τα όπλα έμειναν εκεί εις ησυχίαν και δεν κατέβησαν πλέον. Εις την φυγήν αυτήν πλείστοι Κορίνθιοι εφονεύθησαν εκ του δεξιού κέρατος, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Λυκόφρων. Ο δε άλλος στρατός, μολονότι νικηθείς, δεν κατεδιώχθη ζωηρά, αλλ' αναγκασθείς να υποχωρήση απεσύρθη βραδέως προς τα ύψη και εγκατεστάθη εκεί. Τότε οι Αθηναίοι, επειδή δεν επανήρχοντο πλέον οι εχθροί, διά να τους προσβάλουν, σκυλεύσαντες τους νεκρούς των εχθρών και συναθροίσαντες τους ιδικούς των, έστησαν αμέσως τρόπαιον. Εν τούτοις οι ημίσεις των Κορινθίων, οι οποίοι έμενον φυλάσσοντες την Κεγχρειάν διά τον φόβον μήπως οι Αθηναίοι, πλεύσουν κατά του Κρομμυώνος, δεν ηδύναντο να ίδουν την μάχην, διότι ευρίσκετο εις το αναμεταξύ το Όνειον όρος· αλλ' άμα είδον τον κονιορτόν ενόησαν τα διατρέχοντα και έτρεξαν αμέσως εις βοήθειαν. Επίσης έτρεξαν εις βοήθειαν εκ της πόλεως και οι πρεσβύτεροι των Κορινθίων, άμα έμαθαν τα συμβαίνοντα. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι επερχομένους όλους τούτους και νομίσαντες ότι ήτο βοήθεια στελλομένη εκ των πλησιοχώρων γειτόνων Πελοποννησίων απεσύρθησαν με βίαν εις τα πλοία έχοντες τα σκυλεύματα και τους νεκρούς των εκτός δύο τους οποίους εγκατέλιπον μη δυνάμενοι να τους εύρουν. Και αναβάντες εις τα πλοία επεραιώθησαν εις τας παρακειμένους νήσους, οπόθεν έπεμψαν κήρυκα και έλαβον διά συμφωνίας τους νεκρούς τους οποίους εγκατέλιπον. Απέθανον δε εις ταύτην την μάχην εκ μεν των Κορινθίων διακόσιοι δώδεκα, εκ δε των Αθηναίων πεντήκοντα ως έγγιστα.

45. Αναχωρήσαντες δ' εκ των νήσων οι Αθηναίοι έπλευσαν αυθημερόν προς τον Κρομμυώνα της Κορινθίας· απέχει δε ούτος εκατόν είκοσι σταδίους από της πόλεως. Και προσορμισθέντες εκεί ελεηλάτησαν την χώραν και διενυκτέρευσαν εκεί. Την δε επιούσαν, παραπλεύσαντες πρώτον μέχρι της Επιδαυρίας, έκαμαν απόβασίν τινα· έπειτα έφθασαν εις την Μεθώνην (Μέθανα) την μεταξύ Επιδαύρου και Τροιζήνος, και καταλαβόντες τον ισθμόν της Χερσονήσου όπου κείται η Μεθώνη, έκλεισαν αυτόν διά τείχους και ήγειραν φρούριον. Εκείθεν δε ελήστευαν τας χώρας της Τροιζηνίας, της Αλιάδος και της Επιδαυρίας· και, αφού ωχύρωσαν το μέρος εκείνο, επέστρεψαν εις τα ίδια.

