# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29834/index.md

91. Κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι τριάκοντα μεν πλοία έστειλαν περί την Πελοπόννησον, των οποίων ήτο στρατηγός Δημοσθένης ο Αλκισθένους και Προκλής ο Θεοδώρου, εξήκοντα δε εις Μήλον μετά δισχιλίων οπλιτών, των οποίων ήτο στρατηγός Νικίας ο Νικηράτου, διότι ήθελον να υποτάξουν τους Μηλίους, οίτινες νησιώται όντες ηρνούντο να υπακούσουν και να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των. Επειδή όμως οι Μήλιοι, μολονότι ελεηλατείτο η χώρα των, δεν υπέκυπτον, αποπλεύσαντες οι Αθηναίοι εκ της Μήλου έπλευσαν προς τον Ωρωπόν κείμενον εις την άντικρυ στερεάν. Πλησιάσαντες εκεί νύκτα απεβίβασαν ευθύς τους οπλίτας, οίτινες επορεύθησαν πεζή προς την Τάναγραν της Βοιωτίας. Εις σημείον δοθέν οι κάτοικοι των Αθηνών, στρατηγούντος Ιππονίκου του Καλλίου και Ευρυμέδοντος του Θουκλέους, ήλθον διά ξηράς και τους συνήντησαν. Και στρατοπεδεύσαντες ελεηλάτουν κατ' εκείνην την ημέραν τα πέριξ της Τανάγρας και διενυκτέρευσαν εκεί. Κατά δε την επομένην ημέραν ενίκησαν εν μάχη τους εξελθόντας Ταναγραίους και μερικούς ελθόντας εις βοήθειαν Θηβαίους, και λαβόντες όπλα και στήσαντες τρόπαιον ανεχώρησαν, οι μεν εις Αθήνας, οι δε εις τα πλοία. Παραπλεύσας δε ο Νικίας μετά των εξήκοντα πλοίων ελεηλάτησε τα παραθαλάσσια μέρη της Λοκρίδος και επέστρεψεν εις τας Αθήνας.

92. Κατά τον αυτόν χρόνον οι Λακεδαιμόνιοι ίδρυσαν την εν Τραχινία αποικίαν της Δεκελείας κατά την ακόλουθον περίστασιν. Όλοι οι Μαλιείς είναι διηρημένοι εις τρία μέρη, εις Παραλίους, εις Ιερείς και εις Τραχινίους, αλλ' οι τελευταίοι ούτοι νικηθέντες υπό των γειτόνων Οιταίων, εσκέφθησαν κατ' αρχάς να παραδοθούν εις τους Αθηναίους· έπειτα όμως, φοβηθέντες μήπως δεν τους εύρουν πιστούς, έστειλαν εις την Λακεδαίμονα εκλέξαντες ως πρεσβευτήν τον Τισαμενόν. Εις την πρεσβείαν ταύτην ηνώθη και η πόλις των Δωριέων, μητρόπολις ούσα των Λακεδαιμονίων, διά να ζητήση τα αυτά, επειδή οι κάτοικοι αυτής έπασχον ομοίως από τας εχθροπραξίας των Οιταίων. Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εγνωμάτευσαν να πέμψουν αποικίαν, όπως προστατεύση και τους Τραχινίους και τους Δωριείς, τοσούτω μάλλον όσω και η πόλις τοις εφαίνετο κειμένη εις επίκαιρον θέσιν διά τον κατά των Αθηναίων πόλεμον διότι και ναυτικόν ηδύναντο να παρασκευάζουν εκεί, και να διαπερούν ταχέως εις την Εύβοιαν, και εις την Θράκην να μεταβαίνουν ευκολώτερον. Δι' όλους αυτούς τους λόγους επεχείρησαν μετά ζήλου την ίδρυσιν εκείνην. Και πρώτον μεν ηρώτησαν τον εν Δελφοίς θεόν ότε δε αυτός προέτρεψεν εις τούτο, έστειλαν εκεί ιδίους οικήτορας και περιοίκους, προσκαλούντες να συνοδεύσουν την αποικίαν όσοι ήθελον εκ των άλλων Ελλήνων πλην των Ιώνων, των Αχαιών καί τινων άλλων λαών. Την διεύθυνσιν της εγκαταστάσεως εκείνης ανέλαβον τρεις Λακεδαιμόνιοι, ο Λέων, ο Αλκίδας και ο Δαμάγων. Φθάσαντες δε ετείχισαν εκ νέου την πόλιν, η οποία καλείται σήμερον Ηράκλεια και απέχει από μεν των Θερμοπυλών τεσσαράκοντα σταδίους, από δε της θαλάσσης είκοσι. Κατεσκεύασαν ωσαύτως και νεώρια, τα οποία ήρχισαν από αυτό το στενόν των Θερμοπυλών, διά να τα προφυλάττουν ευκολώτερον.

93. Οι δε Αθηναίοι καθ' ον καιρόν συνωκίζετο η πόλις αυτή πρώτον μεν εφοβήθησαν και ενόμισαν ότι κυρίως ηπειλείτο η Εύβοια, διότι πολύ μικρόν διάστημα την χωρίζει από το Κήναιον ακρωτήριον της Ευβοίας. Έπειτα όμως δεν επηλήθευσαν οι φόβοι των, διότι δεν έπαθαν τίποτε εκ της αποικίας εκείνης και ιδού ο λόγος. Οι Θεσσαλοί, κύριοι των χωρών εκείνων και του μέρους όπου εκτίσθη η πόλις, φοβηθέντες μήπως οι γείτονές των κατασταθούν πολύ ισχυροί, δεν έπαυαν πολεμούντες τους νεωστί εγκαταστημένους εκείνους ανθρώπους μέχρις ου κατέστρεψαν αυτούς εντελώς, μολονότι αυτοί ήσαν κατ' αρχάς πολυαριθμότατοι (διότι πας τις ήρχετο θαρραλέως νομίζων ότι η πόλις ήθελεν είσθαι σταθερά οικιζομένη υπό των Λακεδαιμονίων)· αλλ' αυτοί ούτοι οι εκ Λακεδαίμονος ερχόμενοι άρχοντες συνετέλεσαν εις την ελάττωσιν του πληθυσμού εκφοβούντες τους πολλούς και κυβερνώντες μετά ταχύτητος, ενίοτε δε μετ' αδικίας, εις τρόπον ώστε ευκόλως ηδυνήθησαν να κατισχύσουν αυτών οι γείτονες.

94. Κατά το αυτό δε θέρος και περί τον αυτόν χρόνον καθ' ον οι Αθηναίοι ησχολούντο περί της Μήλου οι άλλοι Αθηναίοι οι μετά των τριάκοντα πλοίων πλέοντες περί την Πελοπόννησον πρώτον εφόνευσαν εν τω Ελλομένω της Λευκαδίας φρουρούς τινας ενεδρεύσαντες, και έπειτα ήλθον κατά της Λευκάδος μετά μεγαλυτέρου στόλου. Σύμπαντες οι Ακαρνάνες, εκτός των Οινιαδών, ηκολούθουν αυτούς, καθώς καί τινες Ζακύνθιοι και Κεφαλλήνες και δεκαπέντε πλοία των Κερκυραίων. Και οι μεν Λευκάδιοι, μολονότι ελεηλάτουν την χώραν των και την έξω και την έσω του ισθμού, όπου και η Λευκάς υπάρχει και το ιερόν του Απόλλωνος, ησύχαζον εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από την υπεροχήν του αριθμού· οι δε Ακαρνάνες παρεκάλουν τον στρατηγόν των Αθηναίων Δημοσθένην να περιτειχίση αυτούς, ελπίζοντες ότι ευκόλως ήθελον εκπολιορκήσει αυτήν και απαλλαγή πόλεως η οποία πάντοτε ήτον έχθρα προς αυτούς. Αλλά κατά τον αυτόν χρόνον οι Μεσσήνιοι έπεισαν τον Δημοσθένην ότι θα ήτο άξιον αυτού, αφού είχε μαζί του τόσον στρατόν συνηθροισμένον, να επιτεθή κατά των Αιτωλών, οι οποίοι ήσαν εχθροί της Ναυπάκτου, και μάλιστα διότι, εάν ήθελε τους υποτάξει, ευκόλως υπό τους Αθηναίους θα καθυπέτασσε τους προς τα μέρη ταύτα άλλους λαούς της Ηπείρου· έλεγον ότι τωόντι οι Αιτωλοί είναι έθνος μέγα και μάχιμον, αλλ' επειδή είναι ελαφρώς ωπλισμένον και κατοικεί κατά κώμας ατείχιστους, απομακρυσμένας δε πολύ απ' αλλήλων δεν θ' απέβαινε δύσκολον να τους νικήσουν πριν βοηθήσουν αλλήλους. Τον συνεβούλευον δε να προσβάλη πρώτον τους Αποδότους, έπειτα τους Οφιονείς, και μετά τούτους τους Ευρυτάνας, οίτινες απήρτιζον το πλείστον μέρος των Αιτωλών, ωμίλουν γλώσσαν όλως ακατάληπτον και έτρωγαν, ως έλεγον, ωμά κρέατα. Εάν οι λαοί ούτοι υπετάσσοντο, ευκόλως ήθελον υποταγή και τα άλλα μέρη.

95. Ο δε Δημοσθένης, διά να αρέση εις τους Μεσσηνίους, επείσθη νομίσας μάλιστα ότι και άνευ της δυνάμεως των Αθηναίων θα ηδύνατο μετά των ηπειρωτικών συμμάχων και μετά των Αιτωλών να επιτεθή κατά των Βοιωτών διά ξηράς. Προς τούτο ήρκει να διέλθη διά των Οπουντίων Λοκρών και να φθάση εις το Κυτίνιον το Δωρικόν έχων εν δεξιά τον Παρνασσόν μέχρις ου καταβή εις τους Φωκείς, οίτινες ένεκα της φιλίας η οποία υπήρχε πάντοτε μεταξύ αυτών και των Αθηναίων, θα συνεξεστράτευον προθύμως μετ' αυτού, ή τουλάχιστον θα εξηναγκάζοντο να πράξουν τούτο (καθότι η Βοιωτία συνορεύει με τους Φωκείς προς τούτο το μέρος)· εκπλεύσας λοιπόν μετά παντός του στρατού από της Λευκάδος παρά την θέλησιν των Ακαρνάνων παρέπλευσε μέχρι του Σολλίου. Ανακοινώσας το σχέδιόν του εις τους Ακαρνάνας, οίτινες ηρνήθησαν να το παραδεχθούν δυσαρεστηθέντες διότι δεν επολιάρκησε την Λευκάδα, μετέβη να πολεμήση τους Αιτωλούς μετά του υπολειπομένου στρατού, δηλαδή μετά των Κεφαλλήνων, των Μεσσηνίων, των Ζακυνθίων και τριακοσίων επιβατών Αθηναίων, οίτινες ευρίσκοντο επί των ιδικών των πλοίων, διότι τα δεκαπέντε πλοία των Κερκυραίων είχον απέλθει. Ανεχώρησε δε εκ του εν Λοκρίδι Οινεώνος. Οι δε Οζόλαι ούτοι Λοκροί ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων και ώφειλαν να ενωθούν πανστρατιά με τους Αθηναίους εις το εσωτερικόν της χώρας. Όντες γείτονες των Αιτωλών και τα αυτά όπλα φέροντες ενομίζοντο ότι μεγάλην ωφέλειαν ήθελον παράσχει εις την εκστρατείαν ταύτην, καθότι και την χώραν εγνώριζον και τον τρόπον του πολέμου.

96. Διανυκτερεύσας δε μετά του στρατού εντός του ιερού του Νεμείου Διός, όπου, ως λέγεται, ο ποιητής Ησίοδος εφονεύθη υπό των ανθρώπων του μέρους εκείνου, προρρηθέντος εις αυτόν υπό τινος χρησμού ότι έμελλε να πάθη τούτο εν τη Νεμέα, ανεχώρησεν άμα τη πρωία και επροχώρει προς την Αιτωλίαν. Και κατά μεν την πρώτην ημέραν εκυρίευσε την Ποτιδανίαν, κατά δε την δευτέραν το Κροκύλειον, και κατά την τρίτην το Τείχιον. Εκεί εσταμάτησε και έπεμψε την λείαν εις το Ευπάλιον της Λοκρίδος, διότι εσκόπευε, μετά την καθυπόταξιν της χώρας, να επιστρέψη εις Ναύπακτον και να εκστρατεύση ακολούθως κατά των Οφιονέων, εάν ηρνούντο να υποταχθούν. Αλλά τους Αιτωλούς δεν διέφυγαν αι προετοιμασίαι αύται, ενόησαν μάλιστα το σχέδιον ευθύς εξ αρχής· και, ότε ο στρατός εισήλθεν εις την χώραν, όλοι έσπευσαν εναντίον του προς συνάντησίν του με ισχυράς δυνάμεις· εις τρόπον ώστε και αυτοί οι εις τα έσχατα σύνορα των Οφιονέων λαοί, πλησίον του Μαλιακού κόλπου, Βωμιείς και Καλλιείς, έτρεξαν εις βοήθειαν.

97. Οι δε Μεσσήνιοι εξηκολούθουν δίδοντες εις τον Δημοσθένην την αυτήν συμβουλήν ως και πρότερον, παριστώντες εις αυτόν ότι ήθελεν είσθαι εύκολος η καθυπόταξις των Αιτωλών, και τον ηνάγκαζον να βαδίση όσον τάχιστα κατά των κωμών και να προσπαθή να καταλαμβάνη όσας εύρισκε προχείρους, χωρίς να περιμείνη ώστε να συναθροισθούν όλαι αι δυνάμεις εναντίον του. Ο δε Δημοσθένης πεισθείς εις αυτούς και αποθέσας τας ελπίδας του εις την τύχην, επειδή αύτη ουδέποτε του υπήρξεν εναντία, δεν περιέμεινε τους Λοκρούς οίτινες έμελλον να έλθουν εις βοήθειάν του (μολονότι είχε μεγίστην ανάγκην ψιλών ακοντιστών), αλλά προχωρήσας κατά του Αιγιτίου εκυρίευσεν αυτό αμαχητί, διότι οι κάτοικοι έφυγαν και απεσύρθησαν επί των λόφων των υπεράνω της πόλεως· ήτο δε η πόλις αύτη κτισμένη επί μέρους υψηλού, ογδοήκοντα σταδίους απέχουσα της θαλάσσης. Οι δε Αιτωλοί (οίτινες είχαν φθάσει εις βοήθειαν του Αιγιτίου) προσέβαλλαν τους Αθηναίους και τους συμμάχους, ορμώντες πανταχόθεν εκ των λόφων και ακοντίζοντες αυτούς. Και, ότε μεν επροχώρει ο στρατός των Αθηναίων, υπεχώρουν, ότε δε ανεχώρει, επετίθεντο. Το είδος τούτο της μάχης, η οποία συνίστατο εις διώξεις και υποχωρήσεις, διήρκεσεν επί πολύ, και κατ' αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι Αθηναίοι εφάνησαν υποδεέστεροι.

98. Οι δε Αθηναίοι, ενόσω μεν οι τοξόται είχον τα βέλη των και ηδύναντο να τα μεταχειρίζωνται, αντείχον· διότι οι Αιτωλοί, ελαφρώς ωπλισμένοι, υπεχώρουν τοξευόμενοι· φονευθέντος όμως του τοξάρχου διεσπάρησαν, οι δε Αθηναίοι εκουράσθησαν υπό της αδιάκοπου επαναλήψεως των αυτών κινημάτων τότε οι Αιτωλοί, διπλασιάζοντες τας προσπαθείας των, εκάλυψαν αυτούς διά βελών, εις τρόπον ώστε οι Αθηναίοι ετράπησαν επί τέλους εις φυγήν, και πίπτοντες εις χαράδρας αδιεξόδους και εις μέρη τα οποία δεν εγνώριζον, κατεστρέφοντο, διότι ο οδηγός των οδών, Χρόμων ο Μεσσήνιος, είχεν ήδη φονευθή. Οι δε Αιτωλοί, ταχύποδες και ελαφρώς ωπλισμένοι, ηκόντιζον τους φυγάδας και καταδιώκοντες αυτούς από κοντά, τους έφθανον και τους εφόνευον· τους πλείστους όμως, παραπλανηθέντας εις τον δρόμον και εμπεσόντας εις δάσος αδιέξοδον, ανάψαντες πυρ κατέκαυσαν. Οι δε Αθηναίοι υποστάντες πανωλεθρίαν έφυγον καθ' όλας τας διευθύνσεις, και μόλις οι περισωθέντες ηδυνήθησαν να φθάσουν εις την θάλασσαν και τον Οινεώνα της Λοκρίδος, εκ του οποίου είχον αναχωρήσει. Απέθαναν δε και εκ των συμμάχων πολλοί και εξ αυτών των Αθηναίων εκατόν είκοσιν οπλίται· τοσούτοι ήσαν κατά το πλήθος οι εν τη ακμή της ηλικίας εκείνοι πολεμισταί, τους οποίους απώλεσεν η πόλις των Αθηναίων κατά τον πόλεμον τούτον. Απέθανε δε και ο έτερος στρατηγός Προκλής. Τους δε νεκρούς συναθροίσαντες διά συνθήκης προς τους Αιτωλούς ανεχώρησαν εις την Ναύπακτον και ύστερον εφέρθησαν (οι νεκροί ούτοι) διά των πλοίων εις τας Αθήνας. Ο δε Δημοσθένης έμεινε περί την Ναύπακτον και τας πέριξ πόλεις, φοβούμενος την οργήν των Αθηναίων διά τα συμβάντα.

99. Κατά τον αυτόν χρόνον οι Αθηναίοι οίτινες ήσαν περί την Σικελίαν έπλευσαν προς την Λοκρίδα, και αποβιβασθέντες ενίκησαν τους εναντίον των δραμόντας Λοκρούς και κατέλαβον ισχυράν τινα θέσιν κειμένην εις το στόμιον του ’ληκος ποταμού.

100. Κατά το αυτό δε θέρος οι Αιτωλοί, έχοντες στείλει προηγουμένως πρέσβεις εις Κόρινθον και εις Λακεδαίμονα, τον Οφιονέα Τόλοφον, τον Ευρυτάνα Βοριάδην και τον Απόδωτον Τίσανδρον, επέτυχον να τοις αποσταλή στρατός προωρισμένος να προσβάλη την Ναύπακτον, η οποία είχε προσκαλέσει την βοήθειαν των Αθηναίων. Και εξαπέστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι περί το φθινόπωρον τρισχιλίους οπλίτας εκ των συμμάχων. Τούτων πεντακόσιοι ήσαν εκ της εν Τραχίνι πόλεως Ηρακλείας, νεοκτίστου τότε ούσης· αρχηγός δε της εκστρατείας ταύτης ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος, τον οποίον συνώδευον οι Σπαρτιάται Μακάριος και Μενεδάϊος.

101. Ότε δε συνηθροίσθη ο στρατός εις Δελφούς, ο Ευρύλοχος έπεμψε κήρυκα εις τους Λοκρούς τους Οζόλας, διότι και δι' αυτών έπρεπε να διέλθη διά να υπάγη εις Ναύπακτον και διότι ήθελε να τους αποσπάση από τους Αθηναίους. Εις την διαπραγμάτευσιν ταύτην τον εβοήθησαν προ πάντων οι Λοκροί της Αμφίσσης διά τον φόβον τον οποίον τοις ενέπνεε το μίσος των Φωκέων. Αυτοί δε πρώτοι δώσαντες ομήρους υπεχρέωσαν και τους άλλους, οίτινες εφοβούντο την προσέγγισιν του στρατού, να δώσουν και αυτοί. Και πρώτον μεν έπεισαν τους Μυονείς (διά τούτων δε είναι δυσχερεστάτη η εις την Λοκρίδα είσοδος), έπειτα δε τους Ιπνείς, τους Μεσσαπίους, τους Τριταιείς, τους Χαλαίους, τους Τολοφωνίους, τους Ησσίους και τους Οιανθείς. Πάντες δε ούτοι και συνεξεστράτευσαν. Οι δε Φωκιείς έδωκαν μεν ομήρους, όμως δεν συνεξεστράτευσαν· και οι Υαίοι δεν έδωκαν ομήρους παρά αφού εκυριεύθη η κώμη των, ήτις εκαλείτο Πόλις.

102. Ότε δε όλα ητοιμάσθησαν και οι όμηροι αφέθησαν φυλαττόμενοι εις το Κυτίνιον το Δωρικόν, ο Ευρύλοχος επροχώρησε μετά του στρατού κατά της Ναυπάκτου διά των Λοκρών, και καθ' οδόν εκυρίευσε τας πόλεις του Οινεώνος και του Ευπαλίου, αι οποίαι είχον αρνηθή να ενωθούν μετ' αυτού. Φθάσας δ' ο στρατός εις Ναυπακτίαν και ενωθείς ήδη μετά των Αιτωλών ελεηλάτει την χώραν και εκυρίευσε το προάστιον το οποίον ήτο ατείχιστον. Ελθών δε και εις το Μολύκρειον, αποικίαν μεν των Κορινθίων, υπήκοον όμως των Αθηναίων, εκυρίευσεν αυτό· Δημοσθένης δε ο Αθηναίος, (ο οποίος έτυχε να ευρίσκεται ακόμη εις τα πέριξ της Ναυπάκτου μετά την εκστρατείαν της Αιτωλίας) προϊδών την εισβολήν του στρατού και φοβηθείς διά την Ναύπακτον μετέβη και έπεισε τους Ακαρνάνας να στείλουν βοήθειαν. Μετά δυσκολίας όμως επέτυχε τούτο ένεκα της αναχωρήσεώς του εκ της Λευκάδος. Εν τούτοις τω έδωκαν χιλίους οπλίτας, τους οποίους επεβίβασεν επί των πλοίων και οι οποίοι εισελθόντες εις την πόλιν έσωσαν αυτήν· διότι, επειδή ήτο μεγάλον το τείχος και ολίγοι οι αμυνόμενοι, υπήρχε φόβος ότι δεν ήθελεν ανθέξει. Ο δε Ευρύλοχος και οι μετ' αυτού, μαθόντες ότι εισήλθεν εις την πόλιν στρατός και ότι ήτο αδύνατον να την κυριεύσουν διά της βίας, ανεχώρησαν όχι εις την Πελοπόννησον, αλλ' εις την Αιολίδα, την σήμερον ονομαζομένην Καλυδώνα και Πλευρώνα, εις τα περίχωρα αυτής και εις το Πρόσχιον της Αιτωλίας. Διότι ελθόντες οι Αμπρακιώται προς αυτούς τους έπεισαν να προσβάλουν από κοινού το Αμφιλοχικόν ’ργος, την επίλοιπον Αμφιλοχίαν και την Ακαρνανίαν, προσθέτοντες ότι, εάν γίνουν κύριοι των χωρών τούτων, όλοι οι ηπειρώται ήθελαν γίνει σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Και ο μεν Ευρύλοχος πεισθείς και αποπέμψας τους Αιτωλούς έμεινεν ησυχάζων μετά του στρατού κατά τους τόπους εκείνους, μέχρις ου θα ήρχετο ο καιρός να ενωθή με τους Αμπρακιώτας, οίτινες είχον αναχωρήσει διά να πολιορκήσουν το ’ργος. Και το θέρος ετελείωνε τότε.

103. Κατά τον ακόλουθον δε χειμώνα οι εν τη Σικελία Αθηναίοι ενωθέντες με τους Έλληνας συμμάχους των και με όσους εκ των Σικελών είχαν αφήσει την συμμαχίαν των Συρακουσίων ένεκα της τυραννικής αυτών διοικήσεως και προσέλθουν εις τους Αθηναίους, προσέβαλαν από κοινού την Ίνησσαν, μικράν Σικελικήν πόλιν, της οποίας την ακρόπολιν κατείχον οι Συρακούσιοι· μη δυνηθέντες όμως να την κυριεύσουν ανεχώρησαν. Αλλά κατά την αναχώρησιν εκείνην οι σύμμαχοι, οι οποίοι εβάδιζαν όπισθεν των Αθηναίων, προσεβλήθησαν υπό των Συρακουσίων του φρουρίου, οι οποίοι επετέθησαν κατ' αυτών, έτρεψαν μέρος του στρατού εις φυγήν και εφόνευσαν όχι ολίγους. Μετά το συμβάν τούτο ο Λάχης και οι Αθηναίοι επιχειρήσαντες μερικάς αποβάσεις εις την Λοκρίδα, ενίκησαν πλησίον του Καικίνου ποταμού τριακόσιους Λοκρούς ελθόντας να τους πολεμήσουν μετά του Προξένου και Καπάτωνος και λαβόντες όπλα ανεχώρησαν.

104. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι εκαθάρισαν την Δήλον υπακούοντες εις ένα χρησμόν. Ήδη ο τύραννος Πεισίστρατος είχε καθαρίσει αυτήν πρότερον, όχι καθ όλην αυτής την έκτασιν, αλλά μόνον κατά το μέρος της νήσου όπου εφαίνετο ο ναός· τότε δε εκαθαρίσθη ολόκληρος κατά τον ακόλουθον τρόπον. Όλοι οι τάφοι όσοι ευρέθησαν εκεί αφηρέθησαν, και εδόθη διαταγή μήτε θάνατος μήτε τοκετός να μη γίνεται εις την νήσον, αλλ' οι ψυχορραγούντες και αι ετοιμόγεννοι γυναίκες να μεταφέρονται εις την Ρήνειαν. Τόσον ολίγον δε απέχει η Ρήνεια από της Δήλου, ώστε ο τύραννος των Σαμίων Πολυκράτης, ο οποίος επί τινα χρόνον είχεν ισχυρόν ναυτικόν και υπέταξεν υπό την κυριαρχίαν του τας άλλας νήσους, κυριεύσας την Ρήνειαν την ανέθηκεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα δέσας αυτήν δι' αλύσεως μετά της Δήλου. Και τότε κατά πρώτον μετά την κάθαρσιν εώρτασαν οι Αθηναίοι τα ανά πάσαν πενταετίαν τελούμενα Δήλια. ’λλοτε, εις απωτάτην εποχήν, εγίνετο εις Δήλον μεγάλη συρροή Ιώνων και γειτόνων νησιωτών, οι οποίοι μετέβαινον μετά γυναικών και τέκνων, καθώς σήμερον μεταβαίνουν οι Ίωνες εις τα Εφέσια. Εγίνετο δε εκεί αγών γυμνικός και μουσικός, και αι πόλεις έστελλαν εκεί χορούς (θρησκευτικάς συνοδείας). Τούτο μαρτυρεί και ο Όμηρος εις τους ακολούθους στίχους του ύμνου προς τον Απόλλωνα·

«Αλλ', ω Φοίβε, εις την Δήλον προ πάντων ευχαριστήθη, η ψυχή σου Εκεί προς τιμήν σου συναθροίζονται οι μακροχίτωνες Ίωνες με τα τέκνα και τας συζύγους των εις την πανήγυρίν σου.

Εκεί, διά του χορού και διά του άσματος, σε τέρπουν ψάλλοντές σε, όταν κατέρχωνται εις αγώνας.

Ότι δε υπήρχε και αγών μουσικής και ήρχοντο όπως αγωνισθούν εις τα τοιαύτα, τούτο το μαρτυρεί διά των άλλων στίχων του αυτού ύμνου. Διότι υμνήσας τον Δηλιακόν χορόν των γυναικών τελειώνει τον έπαινον διά των εξής επών, εις τα οποία αναφέρει και τον εαυτόν του·

«Αλλ' ας είναι εις ημάς ίλεοι ο Απόλλων και η ’ρτεμις· σεις δε πάσαι, χαίρετε. Εμέ δε και κατόπιν ενθυμηθήτε, όταν βραδύτερον κανείς ξένος έλθη ενταύθα ταλαιπωρημένος και σας ερωτήση : Ω κόραι, ποίος εξ όλων των αοιδών είναι μάλλον ευάρεστος εις σας αφ' όσους έρχονται εδώ κ' ευχαριστείσθε απ'αυτόν περισσότερον;

Σεις δε πρόθυμοι όλαι αποκριθήτε επαινετικά: Ο τυφλός, ο κατοικών εις την πετρώδη νήσον της Χίου».

Ιδού λοιπόν πώς ο Όμηρος, υπέδειξεν ότι άλλοτε εγίνετο μεγάλη συρροή και εορτή εις την Δήλον· ύστερον δε τους μεν χορούς και τα αναθήματα εξηκολούθουν να στέλλουν οι νησιώται και οι Αθηναίοι, οι αγώνες όμως και τα άλλα κατελύθησαν, πιθανώς υπό των συμφορών, μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν οι Αθηναίοι αποκατέστησαν αυτούς πάλιν προσθέσαντες και ιπποδρομίας, αι οποίαι δεν υπήρχον πρότερον.

105. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αμπρακιώται, συμφώνως με την υπόσχεσιν, την οποίαν είχον δώσει εις τον Ευρύλοχον διά να κρατήση τον στρατόν του, εξεστράτευσαν κατά του Αμφιλοχικού ’ργους μετά τρισχιλίιων οπλιτών και εισβαλόντες εις την Αργείαν κατέλαβον τας Όλπας, τείχος ισχυρόν επί λόφου πλησίον της θαλάσσης, το οποίον κτίσαντες άλλοτε οι Ακαρνάνες μετεχειρίζοντο ως κοινόν δικαστήριον· απέχει δε τούτο εικοσιπέντε σταδίους από της πόλεως των Αργείων, η οποία είναι παραθαλασσία. Εκ των Ακαρνάνων μέρος μεν έσπευσε προς βοήθειαν του ’ργους, μέρος δε εστρατοπέδευσεν εις χωρίον τι της Αμφιλοχίας, το οποίον ονομάζεται Κρήναι, όπως εμποδίσουν την ένωσιν των Αμπρακιωτών μετά του Ευρυλόχου και των Πελοποννησίων. Έστειλαν επίσης να προσφέρουν την αρχηγίαν εις τον Δημοσθένην, ο οποίος υπήρξε στρατηγός των Αθηναίων εις την Αιτωλίαν, και ειδοποίησαν τα είκοσι πλοία των Αθηναίων, τα οποία ευρίσκοντο περί την Πελοπόννησον και τα οποία εκυβερνώντο από τον Ιεροφώντα του Αντιμνήστου. Απέστειλαν δε και οι περί τας Όλπας Αμπρακιώται άγγελον εις την Αμπρακίαν, διά να ζητήσουν πολλήν συνδρομήν. Εφοβούντο μήπως οι μετά του Ευρυλόχου δεν δυνηθούν να διέλθουν διά των Ακαρνάνων και αναγκασθούν να πολεμήσουν μόνοι των ή να κινδυνεύσουν, εάν επεχείρουν υποχώρησιν.

106. Οι μεν λοιπόν μετά του Ευρυλόχου Πελοποννήσιοι, άμα έμαθαν την άφιξιν των Αμπρακιωτών εις τας Όλπας, ανεχώρησαν εκ του Προσχίου και έσπευσαν να τους συναντήσουν. Και διαβάντες τον Αχελώον επροχώρουν κατά της Ακαρνανίας, η οποία είχε μείνει έρημος ένεκα της συγκεντρώσεως των κατοίκων της εις το ’ργος, εν δεξιά μεν έχοντες την πόλιν των Στρατιών και την φρουράν αυτών, εν αριστερά δε την άλλην Ακαρνανίαν. Διελθόντες την χώραν των Στρατιών επροχώρουν διά της Φυτίας, έπειτα διά των έσχατων του Μεδεώνος και διά της Λιμναίας· εισήλθον δε εις την χώραν των Αγραίων, η οποία δεν ανήκεν ακόμη εις την Ακαρνανίαν, αλλ' ήτο χώρα φιλική. Φθάσαντες εις το όρος Θύαμον, το οποίον είναι άγριον, επροχώρουν δι' αυτού και κατέβησαν εις την Αργείαν, ενώ είχεν επέλθει ήδη νυξ, και διελθόντες απαρατήρητοι μεταξύ της πόλεως των Αργείων και της φρουράς των εν ταις Κρήναις Ακαρνάνων, ηνώθησαν μετά των εν ταις Όλπαις Ακαρνάνων.

107. Ενωθέντες δ' ούτω εσταμάτησαν άμα τη ημέρα πλησίον της ονομαζομένης Μητροπόλεως, όπου και εστραποπέδευσαν. Οι δε Αθηναίοι ολίγον μετά ταύτα ήλθον και μετά των είκοσι πλοίων εις τον Αμπρακικόν κόλπον, διά να βοηθήσουν τους Αργείους. Ήλθεν ωσαύτως και ο Δημοσθένης οδηγών διακοσίους οπλίτας Μεσσηνίους και εξήκοντα τοξότας Αθηναίους. Και τα μεν πλοία ηγκυροβόλησαν ενώπιον του λόφου τον οποίον κατείχον αι Όλπαι· οι δε Ακαρνάνες και ολίγοι Αμφίλοχοι (επειδή οι περισσότεροι εκρατούντο διά της βίας υπό των Αμπρακιωτών) συνελθόντες ήδη εις το ’ργος ητοιμάζοντο να πολεμήσουν τους εναντίους και εξέλεξαν ηγεμόνα όλου του συμμαχικού στρατού τον Δημοσθένην συνεργούντων και των ιδίων αυτών στρατηγών. Ούτος δε προσαγαγών τον στρατόν πλησίον της Όλπης εστρατοπέδευσεν εκεί· βαθεία δε χαράδρα εχώριζε τους δύο στρατούς. Και επί πέντε μεν ημέρας ησύχαζον, κατά δε την έκτην παρετάχθησαν αμφότεροι προς μάχην. Επειδή δε ο στρατός των Πελοποννησίων ήτον ισχυρότερος και κατείχε μέγα διάστημα, φοβηθείς ο Δημοσθένης μήπως κυκλωθή, έθεσεν ενέδραν εις οδόν τινα κοίλην και λοχμώδη οπλίτας και ψιλούς τετρακοσίους εν άλω, ίνα κατά την συμπλοκήν εγερθούν και προσβάλουν κατά νώτον τον εχθρόν προς το μέρος όπου ούτος ήθελεν είσθαι υπέρτερος κατά τον αριθμόν. Αφού δ' αμφότεροι ητοιμάσθησαν, ήλθον εις χείρας, και ο μεν Δημοσθένης κατείχε το δεξιόν κέρας μετά των Μεσσηνίων και ολίγων Αθηναίων, το δε άλλο, παραταγμένον εις σώματα ωρισμένα, κατείχον οι Ακαρνάνες μετά των ακοντιστών Αμφιλόχων, οίτινες ήσαν παρόντες εις την μάχην. Οι δε Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται ήσαν παραταγμένοι ανάμικτοι, πλην των Μαντινέων, οι οποίοι ήσαν συνηθροισμένοι προς το αριστερόν κέρας, αλλ' όχι εις την άκραν, την οποίαν κατείχεν ο Ευρύλοχος και οι μετ' αυτού, οι οποίοι ήσαν απέναντι των Μεσσηνίων και του Δημοσθένους.

108. Ήδη η συμπλοκή έγινε και το κέρας των Πελοποννησίων, υπέρτερον κατά τον αριθμόν, περιεκύκλωνε το δεξιόν των εναντίων, ότε οι εκ της ενέδρας Ακαρνάνες επιπεσόντες κατ' αυτού το προσέβαλον εκ των όπισθεν και το έτρεψαν εις φυγήν, ούτως ώστε μη δυνηθέν να υπομείνη την προσβολήν και κυριευθέν υπό φόβου παρέσυρεν εν τη φυγή του και το πλείστον μέρος του στρατεύματος· διότι, άμα είδον οι Πελοποννήσιοι καταστρεφόμενον το υπό τον Ευρύλοχον σώμα, το οποίον ήτο και το ισχυρότερον όλων, εφοβήθησαν πολύ περισσότερον. Οι Μεσσήνιοι, οίτινες ευρίσκοντο εις το μέρος τούτο, διεξήγαγον το πλείστον του έργου· οι δε Αμπρακιώται και οι κατά το δεξιόν κέρας ενίκων εις το μέρος των και εδίωξαν τον εχθρόν προς το ’ργος, διότι είναι οι μαχιμώτατοι των περί τα μέρη εκείνα κατοικούντων. Αλλ' ότε κατά την επιστροφήν των είδον την ήτταν του πλειοτέρου στρατού, πιεζόμενοι και αυτοί πολύ υπό των άλλων Ακαρνάνων, μόλις εσώθησαν εις τας Όλπας. Πλείστοι όμως αυτών εφονεύθησαν, άτακτα και συγκεχυμένα πίπτοντες εις το μέσον του εχθρού. Μόνοι οι Μαντινείς υπεχώρησαν εις καλήν τάξιν μετά του υπολοίπου στρατού. Και η μεν μάχη ετελείωσε περί την εσπέραν.

