# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος δεύτερος

## Part 14

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29834/index.md

120. Περί δε τας ημέρας ταύτας, όποτε έγινεν η ανταλλαγή των επικυρώσεων, η Σκιώνη, πόλις κειμένη εν τη Παλλήνη, απεστάτησεν από τους Αθηναίους και συνετάχθη με τον Βρασίδαν. Λέγουν δε οι Σκιωναίοι ότι κατάγονται εκ της εν Πελοποννησω Παλλήνης, και, ότι οι πρόγονοί των επιστρέφοντες εκ της Τροίας κατελήφθησαν υπό της τρικυμίας, ήτις διεσκόρπισε τους Αχαιούς και ερρίφθησαν εις την χώραν εκείνην, όπου εγκαθιδρύθησαν. Μετά την αποστασίαν δ' αυτών ο Βρασίδας έπλευσε διά νυκτός εις την Σκιώνην. Πλοίον πολεμικόν φιλικόν έπλεεν εμπρός, αυτός δε ηκολούθει μακρόθεν δι' ενός ταχυπλόου μικρού πλοίου, ίνα, εάν μεν τούτο συναντήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον, να τον υπερασπίση το πολεμικόν πλοίον, εάν δε συνήντα άλλο ισοδύναμον πλοίον, κατά πάσαν πιθανότητα τούτο δεν θα εστρέφετο κατά του μικροτέρου πλοίου, αλλά κατά του μεγαλυτέρου, κατ' αυτό δε το διάστημα θα ηδύνατο ούτος να διασωθή. Περαιωθείς δε ούτω και συγκαλέσας τους Σκιωναίους εις εκκλησίαν έλεγαν εις αυτούς τα αυτά όσα είπεν εις την ’κανθον και εις την Τορώνην, προσθέτων ότι ήσαν άξιοι μεγίστων επαίνων, αυτοί οίτινες κλεισμένοι εν τω ισθμώ της Παλλήνης υπό των εχόντων την Ποτείδαιαν Αθηναίων και όντες ουδέν άλλο ή νησιώται, μόνοι των θεληματικώς συνετάχθησαν με τους επιδιώκοντας την ελευθερίαν και δεν ανέμειναν δειλώς να τους βιάση η ανάγκη εις το να ζητήσουν εκείνο, το οποίον προφανώς ήτο συμφέρον των, και ότι η πραξίς των αυτή ήτο απόδειξις ότι ανδρείως ήθελαν υπομείνει και τας μεγίστας δοκιμασίας, εάν αι υποθέσεις των εκανονίζοντο κατ' ευχήν· ότι τους εθεώρει ως πιστοτάτους αληθώς φίλους των Λακεδαιμονίων, και ότι ουδεμίαν θα παρέβλεπε περίστασιν όπως τοις απονείμη τιμήν.

121. Και οι μεν Σκιωναίοι υπερηφανεύθησαν υπό των λόγων τούτων και ενθαρρυνθέντες όλοι ομοίως, ως και εκείνοι εις τους οποίους πρότερον δεν ήρεσκον τα πραττόμενα, διενοήθησαν και τον πόλεμον να υποστούν προθύμως και τον Βρασίδαν να υποδεχθούν λαμπρώς· και δημοσία μεν η πόλις τον περιέβαλε διά χρυσού στεφάνου ως ελευθερωτήν της Ελλάδος, ιδία δε τον εκόσμουν διά ταινιών και τον επευφήμουν ως αθλητήν. Ο δε Βρασίδας αφήσας προσωρινήν φρουράν ανεχώρησε· μετ' ολίγον δε έστειλε πλειότερον στρατόν θέλων να επιχειρήση με αυτόν απόπειράν τινα κατά της Μένδης και της Ποτειδαίας, καθότι εσκέπτετο ότι οι Αθηναίοι δεν θα εχρονοτρίβουν προκειμένου να στείλουν βοήθειαν εις πόλιν την οποίαν εθεώρουν ως νήσον, και ήθελε διά τούτο να τους προλάβη· συγχρόνως δε συνενοείτο μετά των πόλεων τούτων να του παραδοθούν διά προδοσίας.

122. Ενώ κατεγίνετο εις ταύτα, οι επιφορτισθέντες την ανακοίνωσιν της ανακωχής, εκ μεν των Αθηναίων ο Αριστώνυμος, εκ δε των Λακεδαιμονίων ο Αθηναίος, έφθασαν προς αυτόν με πολεμικόν πλοίον. Και ο μεν στρατός επέστρεψε πάλιν εις την Τορώνην, οι δε απεσταλμένοι ανεκοίνωσαν εις τον Βρασίδαν την συνθήκην, και όλοι οι εν τη Θράκη σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων παρεδέχθησαν τα γενόμενα. Αλλ' ο Αριστώνυμος, ο οποίος συγκατένευεν εις όλα όσα απέβλεπαν εις τους άλλους συμμάχους, αναγνωρίσας διά της αριθμήσεως των ημερών ότι οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει μετά την συνθήκην, δεν ήθελε να συμπεριληφθούν και αυτοί. Ο δε Βρασίδας υπεστήριζεν εξ εναντίας ότι η αποστασία αυτών ήτο προτέρα και δεν ήθελε να εγκαταλείψη την πόλιν. Μόλις ο Αριστώνυμος ανήγγειλεν εις τας Αθήνας τα διατρέχοντα, αμέσως οι Αθηναίοι εφάνησαν έτοιμοι να εκστρατεύσουν εναντίον της Σκιώνης. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πιστεύοντες εις τον Βρασίδαν διεξεδίκουν ως φίλην αυτών την πόλιν και έστειλαν πρέσβεις διά να παραστήσουν εις τους Αθηναίους ότι παρέβαινον την συνθήκην· άλλως ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν την υπόθεσιν εις διαιτησίαν. Αλλ' οι Αθηναίοι δεν ήθελαν να διατρέξουν τον κίνδυνον δίκης και επροτιμούσαν να εκστρατεύσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον, αγανακτούντες διότι και οι εν ταις νήσοις ήδη όντες επρόβαλαν την αξίωσιν ν' αποστατούν απ' αυτούς. Η αλήθεια δε ήτο ότι ως προς την αποστασίαν της Σκιώνης αι αξιώσεις των Αθηναίων ήσαν δίκαιαι, διότι οι Σκιωναίοι απεστάτησαν δύο ημέρας μετά την συνθήκην. Πεισθέντες οι Αθηναίοι εις την γνώμην του Κλέωνος εψήφισαν αμέσως να καταστρέψουν την Σκιώνην και να φονεύσουν όλους τους κατοίκους· καταπαύσαντες δε πάσαν άλλην ασχολίαν ητοιμάζοντο εις τούτο.

123. Εν τούτω τω αναμεταξύ αποστατεί από αυτούς η Μένδη, πόλις εν τη Παλλήνη και αποικία των Ερετριέων· ο Βρασίδας την εδέχθη χωρίς ουδόλως να διστάση εκ του ότι απεστάτησε φανερά ενώ υπήρχεν ανακωχή, διότι και αυτός ο ίδιος απέδιδε κατηγορίαν εις τους Αθηναίους ότι παρεβίασαν άρθρα τινά της συνθήκης. Τούτο ενεθάρρυνε πλειότερον τους Μενδαίους, διότι έβλεπαν την καλήν θέλησιν του Βρασίδου, και εκ των συμβάντων της Σκιώνης εσυμπέραιναν ότι δεν ήθελε τους προδώσει· άλλως οι μεταξύ αυτών οπαδοί των Λακεδαιμονίων ολίγοι όντες δεν ήθελαν να παραιτηθούν επιχειρήσεως όπου τόσον είχε προχωρήση, και φοβηθέντες μήπως ανακαλυφθούν ώθησαν τον λαόν να αποστατήση ακουσίως. Ότε δε οι Αθηναίοι έμαθαν ταύτα, οργισθέντες περισσότερον ακόμη ητοιμάζοντο να εκστρατεύσουν και κατά των δύο πόλεων. Ο δε Βρασίδας περιμένων την προσεχή επίθεσίν των μετεκόμισεν εις την Χαλκιδικήν Όλυνθον τα παιδία και τας γυναίκας των Σκιωναίων και των Μενδαίων· έπειτα έστειλε προς αυτούς πεντακοσίους οπλίτας Πελοποννησίους και τριακοσίους πελταστάς Χαλκιδείς, όλους υπό την οδηγίαν του Πολυδαμίδου. Και αι μεν πόλεις περιμένουσαι από στιγμής εις στιγμήν την εμφάνισιν των Αθηναίων παρεσκεύαζαν από κοινού τα προς άμυναν μέσα.

124. Είς το αναμεταξύ δε ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν εκ δευτέρου από κοινού εις Λύγκον κατά του Αρριβαίου. Και ο μεν Περδίκκας ωδήγει τον στρατόν των Μακεδόνων τον οποίον είχεν υπό την εξουσίαν του, καθώς και οπλίτας στρατολογηθέντας μεταξύ των εκεί κατοικούντων Ελλήνων, ο δε Βρασίδας, εκτός του υπολοίπου Πελοποννησιακού στρατού, είχε Χαλκιδείς και Ακανθίους και όσους βοηθούς του έστειλαν αι άλλαι πόλεις. Οι Έλληνες οπλίται απετέλουν σώμα εκ τρισχιλίων περίπου ανδρών, οι δε ιππείς Μακεδόνες και Χαλκιδείς ήσαν σχεδόν χίλιοι, εκτός πολλού πλήθους βαρβάρων. Εισβαλόντες δε εις την χώραν του Αρριβαίου και ευρόντες τους Λυγκηστάς αντιστρατοπεδευμένους κατ' αυτών εστάθησαν απέναντι. Οι πεζοί παρετάχθησαν από τα δύο μέρη επί λόφου, εις δε το μέσον ηπλώνετο πεδιάς· και πρώτον μεν κατέβησαν εις αυτήν οι ιππείς αμφοτέρων και ιππομάχησαν, έπειτα δε και ο Βρασίδας και ο Περδίκκας, αφού επροχώρησαν πρότερον από του λόφου μετά των ιππέων των Λυγκηστών οπλιτών και, αφού ήσαν έτοιμοι να πολεμήσουν, επετέθησαν κατ' αυτών και συμπλακέντες τους έτρεφαν εις φυγήν· και πολλούς μεν εξ αυτών εφόνευσαν, οι δε λοιποί διεσώθησαν εις τα υψώματα και έμειναν ησυχάζοντες. Μετά τούτο στήσαντες τρόπαιον έμειναν εκεί επί δύο ή τρεις ημέρας περιμένοντες τους Ιλλυριούς, οίτινες μισθωθέντες υπό του Περδίκκου επεριμένοντο να φθάσουν· έπειτα ο Περδίκκας ηθέλησε να προχωρήσουν κατά των τοποθεσιών που είχεν ο Αρριβαίος και να μη μένωσιν αργοί· αλλ' ο Βρασίδας, φοβούμενος μη συμβή δυστύχημά τι εις την Μένδην ένεκα αιφνιδίου ερχομού των Αθηναίων και βλέπων συγχρόνως ότι οι Ιλλυριοί δεν ήρχοντο, με κανένα τρόπον δεν ήθελε να προχωρήση, αλλά μάλλον επεθύμει να επιστρέψη.

125. Ενώ εξηκολούθει η φιλονεικία αυτών, ηγγέλθη ότι οι Ιλλυριοί, προδώσαντες τον Περδίκκαν, ηνώθησαν μετά του Αρριβαίου· τούτο ακούσαντες απεφάσισαν αμφότεροι να αναχωρήσουν, διότι εφοβούντο τους φιλοπολέμους εκείνους ανθρώπους· αλλ' ένεκα της έριδός των δεν ώρισαν την στιγμήν της αναχωρήσεως. Ότε επήλθεν η νυξ, οι Μακεδόνες και το πλήθος των βαρβάρων, καταληφθέντες αμέσως υπό φόβου (τοιούτος δε φόβος καταλαμβάνει ενίοτε τα μεγάλα στρατόπεδα), ενόμισαν ότι οι εχθροί ήσαν πολυπληθέστεροι παρ' ό,τι ήσαν πράγματι και ότι μετ' ολίγον έμελλον να εμφανισθούν· αίφνης λοιπόν ετράπησαν εις φυγήν και επέστρεφαν εις τα ίδια. Ο Περδίκκας, ο οποίος δεν είχεν εννοήσει κατ' αρχάς την κίνησίν των, άμα ενόησεν αυτήν ηναγκάσθη να αναχωρήση πριν ιδή τον Βρασίδαν (διότι τα στρατόπεδά των ευρίσκοντο πολύ απομακρυσμένα αναμεταξύ των). ’μα δε εξημέρωσεν, ο Βρασίδας, ιδών τους Μακεδόνας μακρυνθέντας και τους μετά του Αρριβαίου Ιλλυριούς ετοίμους να τον προσβάλουν, συνήθροισε και αυτός τους οπλίτας του, έταξεν αυτούς εις τετράγωνον, έθεσε τους ψιλούς εν τω μέσω και διενοείτο να υποχωρήση. Και τους μεν νεωτέρους διέταξε να εξέλθουν από τας τάξεις και να τρέξουν προς όλα τα απειλούμενα μέρη, αυτός δε έχων τριακοσίους λογάδας απόφασιν είχε να υποχωρήση τελευταίος, ανθιστάμενος σταθερώς κατά των πρώτων, που θα επετίθεντο. Πριν δε πλησιάσουν οι εχθροί παρεκίνει βιαστικά, και ενεθάρρυνε τους στρατιώτας του με την εξής προσφώνησιν:

126. Εάν δεν σας υπώπτευον, ω Πελοποννήσιοι, ότι εφοβήθητε διότι απεμονώθητε και διότι οι βάρβαροι επέρχονται πολλοί, θα ηρκούμην να σας ενθαρρύνω χωρίς άλλην συμβουλήν· αλλ' η αναχώρησις των συμμάχων μας και το πλήθος των εχθρών, με αναγκάζει διά βραχείας υπενθυμίσεως να σας συμβουλεύσω τα κυριώτερα. Η εις τας μάχας σταθερότης σας βασίζεται ουχί επί της συνεχούς παρουσίας των συμμάχων σας αλλ' επί της ατομικής ανδρείας σας και εις την συνήθειαν την οποίαν έχετε να μη φοβήσθε τον εχθρόν, οιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός αυτού. Δεν έρχεσθε από πολιτειών όπου οι πολλοί διοικούν τους ολίγους, αλλ' από πολιτειών όπου οι ολίγοι διοικούν τους πολλούς, και εις ουδέν άλλο χρεωστείτε την δύναμίν σας παρά εις την νίκην σας εις τους πολέμους. Οι βάρβαροι ούτοι, τους οποίους φοβείσθε, διότι δεν τους εγνωρίσατε, μάθετε ότι δεν είναι επίφοβοι, και αποκτήσατε πεποίθησιν περί τούτου εκ των αγώνων τους οποίους προ ολίγου εκάματε κατά των βαρβάρων της Μακεδονίας και εξ όσων εγώ συμπεραίνω και ήκουσα παρ' άλλων. Όταν εχθρός τις, ασθενής πράγματι, παρουσιάζεται κατ' επιφάνειαν ισχυρός, αρκεί να εννοήση κανείς την αληθινήν αξίαν του διά να αποκτήση πλειότερον θάρρος προς άμυναν· όταν όμως ο εχθρός είναι ομολογουμένως ισχυρός, ο μη γινώσκων επακριβώς την αξίαν ταύτην διατρέχει τον κίνδυνον να προσβάλη τολμηρότερον του πρέποντος. Ούτοι δε οι βάρβαροι εις όσους μεν δεν τους γνωρίζουν είναι επίφοβοι πριν συμπλακούν, τρομεροί διά το πλήθος των, αφόρητοι διά τας μεγάλας κραυγάς των, και ο μάταιος κραδασμός των όπλων έχει και αυτός κάτι απειλητικόν. ’μα όμως συμπλακούν, δεν φαίνονται πλέον οι ίδιοι, διότι ωρισμένην θέσιν δεν έχουν ούτε εντρέπονται, εάν την εγκαταλείψουν βιαζόμενοι. Η φυγή και η έφοδος την αυτήν έχουν δι' αυτούς αξίαν και ούτε ανδρείαν ούτε ανανδρίαν δεν μαρτυρούν. Μάχη κατά την οποίαν καθείς είναι αυτεξούσιος να πράττη ό,τι θέλει, δύναται να παράσχη ευκόλως εύσχημον πρόφασιν προς φυγήν. Ασφαλέστερον νομίζουν να αποπειρώνται την εκφόβισιν ημών παρά να έρχωνται εις χείρας· διότι άλλως θα επροτιμούσαν την μάχην παρά τας απειλάς. Βλέπετε φανερά ότι όλα ταύτα τα προηγούμενα φοβερίσματα είναι πράγματι μεν όλως ακίνδυνα, βλεπόμενα δε και ακουόμενα εκπλήττουν. Αντισταθήτε εις τα φοβερίσματα ταύτα, εάν επέλθουν εναντίον σας, και όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή υποχωρήσατε με τάξιν και ευκοσμίαν. Μετ' ολίγον θα φθάσωμεν εις μέρος ασφαλές και θα γνωρίζετε εις το εξής ότι διά τους υπομείναντας την πρώτην προσβολήν οι τοιούτοι όχλοι μόνον μακρόθεν δείχνουν προκλητικά υπερηφάνειαν διά την ανδρείαν των και απειλούν να επιτεθούν αλλ' επίσης, άμα δεν υπάρχη πλέον κίνδυνος, επιδεικνύουν την γενναιότητά των διώκοντες ταχέως και σφοδρώς τους υποχωρούντας».

127. Τοιαύτα συμβουλεύσας ο Βρασίδας ήρχισε την υποχώρησιν. Ιδόντες δε οι βάρβαροι επετέθησαν κατ' αυτού με πολλήν βοήν και θόρυβον νομίζοντες ότι έφευγε και ότι ήρκει να τον φθάσουν διά να τον καταστρέψουν. Αλλ' επειδή πανταχού όπου επετίθεντο συνήντων τους προσκόπους, και ο Βρασίδας αυτός μετά των λογάδων υφίστατο τας επιθέσεις των, επειδή ο στρατός του Βρασίδου αντισταθείς παρά την προσδοκίαν των εις την πρώτην έφοδον ημύνετο, όταν εκείνοι επετίθεντο, και υπεχώρει, όταν εκείνοι ησύχαζαν, τότε οι πλείστοι των βαρβάρων διέκοψαν την καταδίωξιν των μετά του Βρασίδου Ελλήνων εις την πεδιάδα, και μικρόν μεν μέρας αυτών έμεινε διά να τους παρακολουθή και τους προσβάλλη, οι δε λοιποί, έτρεξαν εναντίον των φευγόντων Μακεδόνων και εφόνευον όσους επρόφθανον. Φθάσαντες δε πριν έλθη ο εχθρός κατέλαβον την στενήν ατραπόν, η οποία κείται μεταξύ δύο λόφων και φέρει εις το βασίλειον του Αρριβαίου, ηξεύροντες ότι δεν υπήρχεν άλλη δίοδος διά τον Βρασίδαν· και, ενώ ούτος επλησίαζεν εις το δυσχερές εκείνο μέρος, διεσπάρησαν εις τα πέριξ διά να τον περικυκλώσουν.

128. Ο δε Βρασίδας εννοήσας τον σκοπόν των διέταξεν αμέσως τους μετ' αυτού τριακοσίους να τρέξουν ατάκτως και όσον το δυνατόν ταχύτερον προς τον λόφον, του οποίου η κατάληψις του εφαίνετο ευκολωτέρα, και να προσπαθήσουν να αποκρούσουν τους βαρβάρους όσοι ευρίσκοντο ήδη εις αυτόν πριν συναθροισθούν περισσότεροι. Και οι μεν επιπεσόντες διεσκόρπισαν τους ευρισκομένους εις τον λόφον βαρβάρους και διηυκόλυναν την δίοδον εις τον πολύν στρατόν των Ελλήνων διότι οι βάρβαροι διωχθέντες εκ του ύψους το οποίον κατείχον κατελήφθησαν υπό φόβου και δεν ηθέλησαν πλέον να καταδιώξουν τους Έλληνας νομίζοντες πλέον αυτούς ότι ήσαν ήδη εις τα μεθόρια και εκτός κινδύνου. Ο δε Βρασίδας, άμα κατέλαβε τα ύψη, εξηκολούθησε την υποχώρησιν μετά πλειοτέρας ασφαλείας, και αυθημερόν έφθασε πρώτον εις την ’ρνισαν πόλιν του βασιλείου του Περδίκκου. Οι στρατιώται, οργιζόμενοι διότι οι Μακεδόνες είχαν προαναχωρήσει, άμα εύρισκον καθ' οδόν τους βόας των εζευγμένους, ή σκεύός τι πεσόν κατά γης (όπως συμβαίνει συνήθως όταν η υποχώρησις γίνεται βιαστικά και την νύκτα) τους μεν βόας αποζεύγοντες κατέκοπτον, τα δε σκεύη διήρπαζαν. Από της ημέρας δε εκείνης ο Βερδίκκας εθεώρησε τον Βρασίδαν ως εχθρόν και του λοιπού έδειξε προς τους Πελοποννησίους χάριν των Αθηναίων ασύνηθες μίσος και εναντίον των αναγκαίων συμφερόντων του ενήργει διά παντός τρόπου να συμφιλιωθή τάχιστα με τους μεν και να απαλλαγή από τους δε.

129. Επιστρέψας δε ο Βρασίδας εκ της Μακεδονίας εις την Τορώνην εύρε τους Αθηναίους κατέχοντας ήδη την Μένδην. Κρίνων δε ότι δεν ηδύνατο πλέον να εισχωρήση εις την Παλλήνην, διά να φέρη βοηθείας, έμεινεν ησυχάζων εις την Τορώνην και φυλάττων αυτήν. Διότι, ενώ συνέβαινον ταύτα εν τη Λύγκω, οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν προπαρασκευασθή προηγουμένως, εξεστράτευσαν διά θαλάσσης κατά της Μένδης και της Σκιώνης μετά πεντήκοντα πλοίων, εξ ων δέκα ήσαν της Χίου, και χιλίων Θρακών μισθωτών και άλλων πελταστών εκ των εκεί συμμάχων· Νικίας δε ο Νικηράτου και Νικόστρατος ο Διιτρέφους ήσαν στρατηγοί αυτών. Αναχωρήσαντες εκ της Ποτειδαίας απεβιβάσθησαν εις το Ποσειδώνιον και επροχώρησαν κατά των Μενδαίων. Ούτοι δε μετά τριακοσίων Σκιωναίων, οπού ήλθον εις βοήθειαν, και των Πελοποννησίων επικούρων, εν όλω επτακόσιοι οπλίται υπό τον στρατηγόν Πολυδαμίδαν, έτυχον στρατοπεδευμένοι έξω της πόλεως επί λόφου αποτόμου. Ο Νικίας, έχων εκατόν είκοσι Μεθωναίους ψιλούς και εξήκοντα λογάδας πεζούς στρατιώτας Αθηναίους και όλους τους τοξότας, απεπειράθη διά τίνος ατραπού του λόφου να πλησιάση τους εχθρούς· αλλ' επειδή ο στρατός του επάθαινεν απωλείας υπ' αυτών δεν ηδυνήθη να παραβιάση την δίοδον. Ο δε Νικόστρατος, δι' άλλης οδού μικροτέρας, αναβάς μεθ' όλου του επιλοίπου στρατού επί του δυσπροσίτου εκείνου λόφου, περιήλθεν εις πλείστην αταξίαν και ολίγον έλειψε να νικηθή όλος ο στρατός των Αθηναίων και επειδή κατ' εκείνην την ημέραν δεν ενέδωκαν οι Μενδαίοι και οι σύμμαχοί των, αναχωρήσαντες οι Αθηναίοι εστρατοπέδευσαν. Επελθούσης δε της νυκτός, οι Μενδαίοι επέστρεψαν εις την πόλιν των.

130. Κατά την επομένην δε ημέραν οι μεν Αθηναίοι περιπλεύσαντες μέχρι της προς την Σκιώνην παραλίας και το προάστιον κατέλαβον και ελεηλάτησαν τους αγρούς δι' όλης της ημέρας χωρίς να εξέλθη κανείς εναντίον των (διότι υπήρχε στάσις εις την πόλιν), οι δε τριακόσιοι Σκιωναίοι επέστρεψαν εις τα ίδια κατά την επομένην νύκτα. Κατά την ακόλουθον ημέραν ο μεν Νικίας με το ήμισυ του στρατού προχωρών προς τα μεθόρια των Σκιωναίων ελεηλάτει τους αγρούς, ο δε Νικόστρατος μετά του λοιπού στρατεύματος έφθασε προ της πόλεως εις το μέρος όπου είναι αι ανώτεραι πύλαι αι άγουσαι προς την Ποτείδαιαν. Ο δε Πολυδαμίδας (διότι οι Μενδαίοι και οι επίκουροι έτυχαν να είναι παραταγμένοι εντός του τείχους εις τούτο το μέρος) παρέταξε τους Μενδαίους εις μάχην και τους παρεκίνει να εξέλθουν. Αλλά άνθρωπός τις εκ του δήμου αντέστη εις αυτόν από πνεύματος στασιαστικού και του είπεν ότι δεν θα εξέλθη ουδέ πρέπει να πολεμήση. Ο Πολυδαμίδας τον λαμβάνει εκ της χειρός και τον σύρει προς το μέρος του· ο άλλος ανθίσταται. Τότε ο λαός μανιώδης λαμβάνει αμέσως τα όπλα, ορμά κατά των Πελοποννησίων και εκείνων, οι οποίοι μετ' αυτών ενήργουν εναντίον αυτού, και προσβαλών αυτούς τους τρέπει εις φυγήν. Φοβηθέντες δε ούτοι ένεκα της αιφνιδίας εκείνης επιθέσεως και βλέποντες τας πύλας ανοιγομένας εις τους Αθηναίους ενόμισαν ότι το πραξικόπημα εγένετο μετά προηγουμένην συνεννόησιν. Και άλλοι μεν, όσοι δεν εφονεύθησαν αμέσως, κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, την οποίαν κατείχον πρότερον· οι δε Αθηναίοι (διότι ο Νικίας είχεν επιστρέψει εκ της εκδρομής του και ήτο πλησίον της πόλεως), εισορμήσαντες εις την πόλιν μεθ' όλου του στρατού, ελεηλάτησαν αυτήν ως πόλιν κυριευθείσαν εξ εφόδου και ουχί παραδοθείσαν διά συνθήκης και ανοίξασαν εις αυτούς τας πύλας· μόλις δε και μετά βίας ηδυνήθησαν οι στρατηγοί να εμποδίσουν την σφαγήν των κατοίκων. Τους διέταξαν ακολούθως να διοικώνται κατά τα έθιμά των και να δικάσουν αυτοί οι ίδιοι τους πολίτας όσους εθεώρουν ως αυτουργούς της αποστασίας· τους δε καταφυγόντας εις την ακρόπολιν περιέκλεισαν από τα δύο μέρη διά τείχους όπου έφθανε μέχρι θαλάσσης και αφήκαν φρουράν. Αφού δε κατέλαβον τοιουτοτρόπως την Μένδην, επροχώρησαν ακολούθως εναντίον της Σκιώνης.

131. Οι δε Σκιωναίοι και οι Πελοποννήσιοι εξελθόντες ιδρύθησαν επί λόφου αποκρήμνου προ της πόλεως, τον οποίον εάν δεν εκυρίευαν οι εχθροί, θα ήτο αδύνατον να περιτειχίσουν την πόλιν. Προσέβαλαν λοιπόν οι Αθηναίοι επίμονα και με όλας τας δυνάμεις των τον λόφον και απώθησαν μαχόμενοι τους ευρισκομένους εκεί. Στρατοπεδεύσαντες δε έστησαν τρόπαιον και ητοιμάζοντο να περιτειχίσουν την πόλιν. Ολίγον μετά ταύτα, ενώ κατεγίνοντο εις την εργασίαν αυτήν, οι πολιορκούμενοι εντός της ακροπόλεως της Μένδης επίκουροι, διά της βίας διελθόντες διά μέσου της προς το μέρος της θαλάσσης φρουράς, έφθασαν διά νυκτός· και διαφυγόντες οι πλείστοι το προ της Σκιώνης στρατόπεδον εισήλθον εις αυτήν.

132. Ενώ δε επεριβάλλετο διά του κτιζομένου τείχους η Σκιώνη, ο Περδίκκας, πέμψας κήρυκα προς τους στρατηγούς των Αθηναίων, έκαμε σύμβασιν με τους Αθηναίους· ταύτην δε την διαπραγμάτευσιν είχεν αρχίσει ένεκα μίσους προς τον Βρασίδαν αμέσως μετά την αναχώρησιν αυτού εκ της Λύγκου. Ο Λακεδαιμόνιος Ισχαγόρας έμελλε τότε να φέρη διά ξηράς στρατόν εις τον Βρασίδαν· αλλ' ο Περδίκκας, επειδή αφ' ενός εβιάζετο υπό του Νικίου, συμφώνως προς τα συνομολογηθέντα, να δώση εις τους Αθηναίους απόδειξιν της πίστεώς του, και αφ' ετέρου δεν ήθελε να εισέρχωνται πλέον οι_ Πελοποννήσιοι εις το βασίλειον του, συνενοήθη μετά των εν Θεσσαλία φίλων του, οίτινες ήσαν πάντοτε εκ των ισχυροτέρων ανδρών, και ημπόδισε τον στρατόν και τας παρασκευάς των Πελοποννησίων εις τρόπον ώστε δεν απεπειράθησαν να διέλθουν διά της Θεσσαλίας. Εν τούτοις ο Ισχαγόρας, ο Αμεινίας και ο Αριστεύς μετέβησαν αυτοπροσώπως προς τον Βρασίδαν σταλέντες υπό των Λακεδαιμονίων διά να ίδουν την κατάστασιν των πραγμάτων· είχαν δε μαζί τους νέους Σπαρτιάτας, εις τους οποίους παρά την συνήθειαν έμελλε να ανατεθή η διοίκησις των πόλεων, ίνα μη ανατίθεται αύτη εις ανθρώπους τυχόντας. Και ο μεν Κλεαρίδας ο Κλεωνύμου εγένετο άρχων της Αμφιπόλεως, ο δε Πασιτελίδας ο Ηγησάνδρου της Τορώνης.

133. Κατά το αυτό θέρος οι Θηβαίοι κατηδάφισαν το τείχος των Θεσπιέων, κατηγορήσαντες αυτούς ως αττικίζοντας. Και είχαν μεν πάντοτε κατά νουν το σχέδιον τούτο, αλλ' η εκτέλεσις αυτού κατέστη ευκολωτέρα αφ' ότου εν τη μάχη κατά των Αθηναίων οι Θεσπιείς απώλεσαν το άνθος του στρατού των. Κατά το αυτό ωσαύτως θέρος κατεκαύθη ο εις το ’ργος ναός της Ήρας υπό της ιερείας Χρυσίδος η οποία είχε θέσει πλησίον των ιερών στεφάνων λύχνον ανημμένον και καταληφθή υπό του ύπνου, εις τρόπον ώστε ήναψαν τα πάντα χωρίς να το εννοήση και κατεφλέχθησαν. Και η μεν Χρυσίς την ιδίαν νύκτα, φοβηθείσα τους Αργείους, έφυγεν αμέσως εις Φλειούντα· οι δε Αργείοι, κατά τον κρατούντα νόμον, εγκατέστησαν άλλην ιέρειαν ονομαζομένην Φαεινίδα. Οκτώ δε έτη και ήμισυ είχον παρέλθει από της ενάρξεως του παρόντος πολέμου μέχρι της φυγής της Χρυσίδος. Τελευτώντος δε του θέρους και η Σκιώνη είχε περιτειχισθή εντελώς και οι Αθηναίοι αφήσαντες εκεί φρουράν επέστρεψαν μετά του επιλοίπου στρατού.

134. Κατά τον ακόλουθον χειμώνα οι μεν Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι ησύχαζαν ένεκα της ανακωχής, οι δε Μαντινείς και οι Τεγεάται και οι σύμμαχοι εκατέρων συνεπλάκησαν εις το Λαοδίκιον της Ορεσθίδος και η νίκη υπήρξεν αμφίβολος, διότι έκαστος των πολεμούντων τρέψας εις φυγήν την απέναντι αυτού εχθρικήν πτέρυγα, έστησε τρόπαιον και έπεμψε λάφυρα ληφθέντα από νεκρούς εις τους Δελφούς. Το αληθές όμως είναι ότι πολλοί έπεσαν εκατέρωθεν, ότι η μάχη διεξήχθη μετ' ίσης επιτυχίας και ότι η νυξ διεχώρισε τους μαχομένους· ουχ ήττον οι Τεγεάται διενυκτέρευσαν επί του πεδίου της μάχης και έστησαν τρόπαιον αργότερα.

135. Κατά τα τέλη δε του αυτού χειμώνος και αρχάς του έαρος ο Βρασίδας έκαμε μίαν απόπειραν κατά της Ποτειδαίας. Πλησιάσας εις αυτήν διά νυκτός εστήριξε κλίμακα χωρίς να τον εννοήσουν· διότι, ότε ο κώδων του επόπτου των φρουρών είχε περάσει και πριν να επιστρέψη εις το μέρος εκείνο ο στρατιώτης ο οποίος ενεχείριζε τον κώδωνα εις τον πλησιέστερον, σκοπόν, η κλίμαξ εφηρμόσθη εις το αναμεταξύ μέρος. Αλλά, επειδή τον ενόησαν πριν αναβή, απεσύρθη ταχέως μετά του στρατού χωρίς να περιμείνη να γίνη ημέρα. Και τοιουτοτρόπως ετελείωσεν ο χειμών και το ένατον έτος του πολέμου τούτου, τον οποίον συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Β' ΤΟΜΟΥ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικά της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά. συστηματικά, στην Ελλάδα.

Πελοποννησιακός πόλεμος είναι η θαυμασία ιστορία του εμφυλίου μακρού πολέμου των Ελλήνων, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξεν η ανεπανόρθωτος εξασθένισις της Ελλάδος. Ανατρέχων εις τα απώτατα αίτια ο Θουκυδίδης εξηγεί τα της αναπτύξεως του Ελληνισμού από των αρχαιοτάτων χρόνων, περιγράφει την σύστασιν και την ζωήν των καθέκαστα πολιτειών, παρέχει δε συγχρόνως ούτως αρτίαν εικόνα της εθνικής των Ελλήνων ζωής.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ

ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

_______________________________________ 1) Τέταρτον έτος του πολέμου, 428 π. Χ.

2) Ολυμπιάς 88 428 π. Χ.

3) Ο στατήρ ήτο ο χρυσούς στατήρ, ήτοι 20 δραχμαί.

4) Οικίαι εντός των οποίων κατώκουν πολλαί οικογένειαι.

5) Οι κωπηλάται της πρύμνης ελέγοντο Θρανίται· οι του μέσσου Ζευγίται και οι της πρώρας Θαλάμιοι.

6) Ο Φωκαΐτης στατήρ ήτο νόμισμα χρυσούν ίσον με είκοσι δραχμάς

