# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29833/index.md

61. Αμέσως δε ήλθεν εις τους Αθηναίους η αγγελία ότι απεστάτησαν αι πόλεις· άμα δε έμαθον και την άφιξιν του υπό τον Αριστέα στρατού, πέμπουν κατά των πόλεων αι οποίαι απεστάτησαν δισχιλίους οπλίτας Αθηναίους και τεσσαράκοντα πλοία υπό την στρατηγίαν Καλλίου του Καλλιάδου μετά τεσσάρων άλλων. Φθάσαντες δε ούτοι πρώτον εις την Μακεδονίαν ευρίσκουν τους προ αυτών αναχωρήσαντας χιλίους κυριεύσαντας ήδη την Θέρμην και πολιορκούντας την Πύδναν. Στρατοπεδεύσαντες δε και αυτοί επολιόρκουν την Πύδναν, έπειτα όμως, επειγόμενοι να φθάσωσιν εις Ποτείδαιαν όπου ήτο ήδη ο Αριστεύς, συνομολογήσαντες συμφωνίαν και συμμαχίαν βιαστικά προς τον Περδίκκαν, ανεχώρησαν εκ της Μακεδονίας. Αφικόμενοι δε εις Βέρροιαν και εκείθεν επιστρέφοντες αφού πρώτον προσεπάθησαν να την κυριεύσουν και απέτυχον, επορεύθησαν διά ξηράς προς την Ποτείδαιαν, αριθμούμενοι εις τρισχιλίους οπλίτας Αθηναίους, εκτός πολλών συμμάχων και εξακοσίων ιππέων Μακεδόνων των μετά του Φιλίππου και του Παυσανίου, και συγχρόνως παρέπλεον εβδομήκοντα πλοία. Αργά δε βαδίζοντες έφθασαν μετά τρεις ημέρας εις Γίγωνον και εστρατοπέδευσαν.

62. Οι δε Ποτειδαιάται και οι μετά του Αριστέως Πελοποννήσιοι αναμένοντες τους Αθηναίους εστρατοπεδεύοντο πλησίον της Ολύνθου εν τω ισθμώ και έστησαν αγοράν έξω της πόλεως. Και όλοι μεν του πεζικού οι σύμμαχοι εξέλεξαν στρατηγόν τον Αριστέα, του δε ιππικού τον Περδίκκαν, όστις είχεν αποστατήσει, ευθύς πάλιν από των Αθηναίων και είχε συμμαχήσει μετά των Ποτειδαιατών, καταστήσας εις την θέσιν του άρχοντα τον Ιόλαον. Η ιδέα δε του Αριστέως ήτο, έχων εν τω ισθμώ το μεθ' εαυτούς στρατόπεδον, να επιτηρή τους Αθηναίους, εάν επήρχοντο, να μενωσι δε εν Ολύνθω οι Χαλκιδείς, και οι έξω του ισθμού σύμμαχοι, και οι υπό τον Περδίκκαν διακόσιοι ιππείς· και ότε οι Αθηναίοι ήθελον προχωρήσει διά να προσβάλουν το στρατόπεδον του Αριστέως, ούτοι, επερχόμενοι εκ των νώτων, να θέσουν τους πολεμίους εις το μέσον. Αλλ' ο Καλλίας ο των Αθηναίων στρατηγός και οι συστράτηγοι εις μεν την Όλυνθον πέμπουν το μακεδονικόν ιππικόν και ολίγους εκ των συμμάχων, όπως εμποδίζουν πάσαν εκ των έσω προς τα έξω βοήθειαν, αυτοί δε εγείραντες το στρατόπεδον επροχώρουν εναντίον της Ποτειδαίας. Και άμα έφθασαν εις τον ισθμόν και είδον τους εναντίους παρασκευαζομένους ως διά μάχην, αντιπαρετάχθησαν και αυτοί, και μετ' ου πολύ συνεπλάκησαν. Και το μεν κέρας του Αριστέως και όσοι ήσαν περί αυτόν εκλεκτοί Κορίνθιοι και άλλοι έτρεψαν εις φυγήν τους απέναντι των εχθρούς και κατεδίωξαν αυτούς επί πολύ· το άλλο όμως στρατόπεδον των Ποτειδαιατών και Πελοποννησίων ηττήθη υπό των Αθηναίων και κατέφυγεν εις το τείχος.

63. Επιστρέψας δε ο Αριστεύς εκ της καταδιώξεως και ιδών το επίλοιπον στράτευμα νικημένον εδίσταζε προς ποίον μέρος να υποχωρήση, προς την Όλυνθον ή προς την Ποτείδαιαν απεφάσισε δε συνάζων όσους είχε μαζί του εις όσον το δυνατόν ελάχιστον χώρον να τραπή βιαίως προς την Ποτείδαιαν, και παρήλθε κοντά από την ακτήν της θαλάσσης προσβαλλόμενος δεινώς, ολίγους μέν τινας απολέσας, τους δε πλείστους σώσας. Οι δε από της Ολύνθου βοηθοί των Ποτειδαιατών (απέχει δε η Όλυνθος εξήκοντα περίπου σταδίους και είναι καταφανής εκ της Ποτειδαίας), άμα ήρχισεν η μάχη και υψώθησαν τα σημεία, επροχώρησαν ολίγον διά να βοηθήσουν· αλλ' οι Μακεδόνες ιππείς αντιπαρετάχθησαν διά να εμποδίσουν αυτούς· επειδή δε ταχέως η νίκη έκλινεν υπέρ των Αθηναίων και τα σημεία κατέβησαν, επέστρεψαν πάλιν όπισθεν του τείχους, και οι Μακεδόνες προς τους Αθηναίους. Ούτω λοιπόν το ιππικόν αμφοτέρων των μερών έμεινεν άπρακτον. Μετά δε την μάχην οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, και απέδωκαν κατά τα συμφωνημένα τους νεκρούς εις τους Ποτειδαιάτας· απέθανον δε εκ μεν των Ποτειδαιατών και των συμμάχων σχεδόν τριακόσιοι, εκ δε των Αθηναίων εκατόν πεντήκοντα και ο στρατηγός Καλλίας.

64. Ευθύς δε οι Αθηναίοι ύψωσαν έτερον τείχος εις το προς την Ποτείδαιαν τείχος και έθεσαν φρουράν· το δε προς την Παλλήνην τείχος αφήκαν ελεύθερον· διότι έβλεπον ότι δεν είχον αρκετάς δυνάμεις ώστε να φρουρούν τον ισθμόν και συγχρόνως να μεταβούν εις την Παλλήνην διά να εγείρουν όμοιον τείχος, και διότι εφοβούντο μήπως διαιρούμενοι ούτως εις δύο, προσβληθούν υπό των Ποτειδαιατών και των συμμάχων των. Ότε όμως έμαθον οι εν Αθήναις ότι η Παλλήνη έμενεν ατείχιστος, έπεμψαν βραδύτερον χιλίους εξακοσίους οπλίτας Αθηναίους υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα τον Ασωπίου· όστις αναχωρήσας εξ Αφύτιος και φθάσας εις την Παλλήνην επλησίασε τον στρατόν προς την Ποτείδαιαν βραδέως προχωρών και λεηλατών την πεδιάδα· επειδή δε ουδείς εξήρχετο διά να πολεμήση, περιέκλεισε δι' ετέρου τείχους το προς την Παλλήνην τείχος. Και τοιουτοτρόπως η Ποτείδαια ολότελα από τα δύο μέρη επολιορκείτο, συγχρόνως δε και διά θαλάσσης υπό των ηγκυροβολημένων πλοίων.

65. Ο δε Αριστεύς, μετά τον διά τείχους αποκλεισμόν αυτής, ουδεμίαν έχων ελπίδα σωτηρίας, εκτός αν ήρχετο βοήθειά τις εκ της Πελοποννήσου ή συνέβαινεν απροσδόκητόν τι, συνεβούλευε μεν, πλην πεντακοσίων, οι λοιποί άμα πνεύση ούριος άνεμος να εκπλεύσουν όπως επαρκέσουν πλειότερον χρόνον τα τρόφιμα, αυτός δε να είναι μεταξύ των μενόντων. Αλλ' επειδή η γνώμη του δεν υπερίσχυσε, θέλων να κάμη τας αναγκαίας προετοιμασίας και να τακτοποιήση όσον το δυνατόν καλλίτερον και τας έξω υποθέσεις, εξήλθε της θαλάσσης διαφυγών την προσοχήν της Αθηναϊκής φρουράς· και μεταβάς εις τους Χαλκιδείς επολέμει μετ' αυτών εις διάφορα μέρη, στήσας δε ενέδραν πλησίον της πόλεως των Σερμυλίων πολλούς εκ τούτων εφόνευσε και συγχρόνως ήτο εις διαπραγματεύσεις μετά των Πελοποννησίων, όπως επιτύχη βοήθειάν τινα παρ' αυτών. Μετά τον αποκλεισμόν δε της Ποτειδαίας, ο Φορμίων έχων μεθ' εαυτού τους χιλίους εξακοσίους οπλίτας ελεηλάτει την Χαλκιδικήν και την Βοττικήν, και εκυρίευσε μικράς τινας πόλεις.

66. Τοιαύται υπήρξαν αι προ του πολέμου αιτίαι μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων· οι μεν Κορίνθιοι παρεπονούντο ότι, ενώ η Ποτείδαια ήτο ιδική των αποικία, και οι εν αυτή άνδρες Κορίνθιοι και Πελοποννήσιοι, επολιορκούντο υπό των Αθηναίων· οι δε Αθηναίοι εκάκιζον τους Πελοποννησίους ότι διήγειρον εις αποστασίαν πόλιν σύμμαχον και φόρου υποτελή, και ήλθον να τους πολεμήσουν αναφανδόν μετά των Ποτειδαιατών. Εν τούτοις δεν είχε κηρυχθή ακόμη ο πόλεμος, αλλ' υφίστατο ακόμη ανακωχή, διότι ταύτα έπραξαν οι Κορίνθιοι μόνοι των.

67. Καθ' ον καιρόν δε επολιορκείτο η Ποτείδαια, δεν ησύχαζον οι Κορίνθιοι, διότι είχον συμπολίτας κλεισμένους εντός αυτής και συγχρόνως διότι εφοβούντο διά την πόλιν ταύτην. Αμέσως λοιπόν παρεκάλεσαν τους συμμάχους να μεταβούν εις Λακεδαίμονα, ελθόντες δε και οι ίδιοι κατηγορούν τους Αθηναίους ότι παρεβίασαν τας συνθήκας και ηδίκουν την Πελοπόννησον. Και οι μεν Αιγινήται δεν έπεμψαν πρέσβεις αναφανδόν, φοβούμενοι τους Αθηναίους, κρυφίως όμως συνετάσσοντο με την γνώμην των Κορινθίων, και επρότεινον όχι ολιγώτερον ενθέρμως τον πόλεμον, προφασιζόμενοι ότι δεν απήλαυον της ανεξαρτησίας της απονεμομένης υπό των συνθηκών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι προσκαλέσαντες να παρουσιασθώσιν οι σύμμαχοι και κάθε άλλος ισχυριζόμενος ότι ηδικήθη υπό των Αθηναίων συνεκρότησαν το σύνηθες αυτών συμβούλιον και τους επρόσταξαν να εξηγηθώσι. Πολλοί και διάφοροι προσελθόντες εις το μέσον· εφανέρωνον τα παράπονα των· ιδίως οι Μεγαρείς, μεταξύ άλλων παραπόνων έλεγον προ πάντων ότι, παρά τας συνθήκας, τους είχον αποκλείσει από όλους τους λιμένας τους υπαγομένους εις την εξουσίαν των Αθηναίων, προσέτι δε και εκ της αγοράς της Αττικής. Παρελθόντες δε τελευταίοι οι Κορίνθιοι, αφού πρώτον αφήκαν τους άλλους να παροξύνωσι τους Λακεδαιμονίους, είπον τα εξής.

68. «Η ειλικρίνεια, ω Λακεδαιμόνιοι, του πολιτικού και ιδιωτικού σας βίου σας καθιστά δυσπιστοτέρους εις τα περί των άλλων λεγόμενα κακά· ως εκ τούτου είσθε μεν συνετοί, η αμάθειά σας όμως ως προς τας εξωτερικάς υποθέσεις είναι μεγαλυτέρα από την σύνεσιν. Διότι πολλάκις σας προείπομεν όσα εμέλλομεν να πάθωμεν υπό των Αθηναίων, αλλά σεις όχι μόνον δεν ωφελήθητε εξ εκείνων τα οποία σας εδιδάσκομεν εκάστοτε, αλλ' ενομίζετε ότι οι λέγοντες ωμίλουν μάλλον περί των ιδίων εαυτών συμφερόντων· και δι' αυτό, όχι πριν πάθωμεν, αλλά τώρα ότε ολονέν πάσχομεν προσεκαλέσατε τούτους τους συμμάχους, μεταξύ των οποίων εις ημάς αρμόζει προ πάντων να ομιλήσωμεν, επειδή ημείς έχομεν πλειότερα παράπονα, υπό μεν των Αθηναίων υβριζόμενοι, υφ' υμών δε παραμελούμενοι. Και εάν μεν οι Αθηναίοι ηδίκουν αφανώς πως την Ελλάδα, έπρεπε να φωτίσωμεν τους μη γνωρίζοντας. Τώρα όμως τις η ανάγκη μακρών λόγων, αφού βλέπετε άλλους μεν να υποδουλώνουν, άλλους δε να επιβουλεύωνται, προ πάντων τους ημετέρους συμμάχους, και προ πολλού να ευρίσκωνται προητοιμασμένοι εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον περιέλθει εις πόλεμον; διότι, αν δεν ήσαν προπαρεσκευασμένοι, δεν θα μας ήρπαζον διά δόλου την Κέρκυραν και δεν θα επολιόρκουν την Ποτείδαιαν, εκ των οποίων η μεν τελευταία είναι θέσις πολύ επίκαιρος διά τας επί Θράκης επιχειρήσεις, η δε πρώτη ηδύνατο να παράσχη μέγιστον ναυτικόν εις τους Πελοποννησίους.

69. »Τούτων δε των συμβαινόντων αίτιοι είσθε υμείς, πρώτον μεν διότι αφήκατε αυτούς να ενισχύσουν την πόλιν των μετά τα Μηδικά, και ύστερον να κτίσουν τα μακρά τείχη, αποστερούντες μέχρι τούδε πάντοτε όχι μόνον την ελευθερίαν εκείνων τους οποίους υποδουλώνουν, αλλά και τώρα αυτών ακόμη των συμμάχων σας· διότι επιβάλλει αληθώς την δουλείαν όχι ο υποδουλώνων, αλλ' ο δυνάμενος μεν να εμποδίση ταύτην, παραμελεί δε να το πράξη, μολονότι έχων την ένδοξον φήμην ότι είναι ελευθερωτής της Ελλάδος. Μόλις δε σήμερον συνήλθομεν, αλλά και σήμερον ακόμη υπάρχει εις σας αμφιβολία αν αδικούμεθα· διότι, εάν υπήρχε βεβαιότης, έπρεπεν όχι να εξετάσετε αν αδικούμεθα, αλλά πώς να υπερασπισθώμεν. Οι δραστήριοι άνθρωποι και όχι βραδείς, αφού πρότερον αποφασίσουν, επέρχονται, κατά των εχθρών, οίτινες ακόμη δεν απεφάσισαν· γινώσκομεν δε κατά ποίον τρόπον και πόσον βραδέως οι Αθηναίοι επιτίθενται, κατά των άλλων. Και, ενόσω μεν νομίζουν ότι μένουν απαρατήρητοι ως εκ της απροσεξίας σας, έχουν ολιγώτερον θάρρος, άμα δε σας εννοήσουν ότι, μολονότι γινώσκοντες, τους παραβλέπετε, τότε βαρέως θα επιτεθώσι. Μεταξύ των Ελλήνων σεις μόνον ησυχάζετε, ω Λακεδαιμόνιοι, και απωθείτε τον εχθρόν ουχί διά της δυνάμεως, αλλά διά της αδρανείας· σεις μόνον επίσης καταστρέφετε την αύξησιν των εχθρών ουχί όταν άρχεται, αλλ' όταν διπλασιάζεται. Φήμη επεκράτει διά σας ότι είσθε ησφαλισμένοι από των εξωτερικών κινδύνων, αλλά, ως εκ των υστέρων εφάνη, η περί υμών φήμη απεδείχθη ψευδής. Ημείς ηξεύρομεν ότι οι Μήδοι ήλθον από τα πέρατα της γης μέχρι της Πελοποννήσου πριν ή αντιτάξητε κατ' αυτών δυνάμεις αξίας υμών, τώρα δε ότε οι Αθηναίοι δεν είναι μακράν ως οι Μήδοι, αλλά πλησίον, τους βλέπετε μετ' αδιαφορίας και, αντί να τους προσβάλετε, προτιμάτε να τους αποκρούσετε ελθόντας, και, πολεμούντες προς πολύ δυνατωτέρους, να περιέλθητε εις τας αδήλους τύχας του πολέμου, μολονότι γνωρίζοντες ότι και αυτός ο βάρβαρος εις πλείστα σφάλματα περιέπεσε μόνος του και ημείς πολλάκις εθριαμβεύσαμεν κατά των Αθηναίων πολύ μάλλον ένεκα των σφαλμάτων των ή με την βοήθειάν σας· διότι αι ελπίδες τας οποίας είχον προς υμάς τινες πιστεύσαντες και αμελήσαντες να παρασκευασθούν επροξένησαν ήδη την καταστροφήν των. Ας μη νομίση δε κανείς ότι λέγομεν ταύτα από έχθραν μάλλον ή από φιλικήν επίπληξιν· διότι επιπλήττομεν μεν φίλους άνδρας, όταν σφάλλουν, κατηγορούμεν δε τους εχθρούςς όταν αδικούν.

70. »Εκτός τούτου, όπερ πάντας τους άλλους νομίζομεν ότι έχομεν το δικαίωμα να μεμφθώμεν τους άλλους, τοσούτω μάλλον όσω πρόκειται περί μεγάλων συμφερόντων, των οποίων την αξίαν νομίζομεν ότι όχι μόνον δεν αισθάνεσθε, αλλ', ουδ' εσυλλογίσθητε ουδέποτε ποίοι είναι οι Αθηναίοι προς τους οποίους θα αγωνισθήτε, και πόσον ο χαρακτήρ αυτών είναι εντελώς διάφορος του ιδικού σας. Αυτοί μεν, ως γνωστόν, είναι νεωτερισταί και ταχείς εις τας επινοήσεις και εις τας εκτελέσεις των αποφασισθέντων· σεις δε εξ εναντίας θέλετε να διατηρήτε τα υπάρχοντα, χωρίς ούτε να εφευρίσκετε τίποτε, ούτε να εκτελήτε καν οσα κρίνονται αναγκαία. Προσέτι δε οι μεν Αθηναίοι είναι υπέρ τας δυνάμεις των παράτολμοι, και απιστεύτως ριψοκίνδυνοι, και εις τους κινδύνους αισιόδοξοι· ο δε ιδικός σας τρόπος είναι να πράττετε πράγματα κατώτερα των δυνάμεων σας, να μη πιστεύετε εις ασφαλή τεκμήρια, και να νομίζετε ότι ουδέποτε θέλετε απαλλαγή των δεινών. Προς τούτοις δε είναι ενεργητικοί παραβαλλόμενοι προς σας τους βραδείς, και αποδημούσιν εκ της πατρίδος των, ενώ σεις δεν αποσπάσθε από της ιδικής σας. Και αυτοί μεν νομίζουν ότι απουσιάζοντες δύνανται να αποκτήσουν επί πλέον κάτι, σεις δε, εάν επιδράμετε, νομίζετε ότι βλάπτετε τα ετοίμην απόλαυσιν παρέχοντα. Και εάν μεν νικήσουν τους εχθρούς, εξακολουθούν να πολεμούν επί πλείστον χρόνον, εάν δε νικηθούν, δι' ολίγον καιρόν στενοχωρούνται. Προσέτι δε, προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα, τα μεν σώματα των θεωρούν ως εντελώς ξένα, το δε πνεύμα των ως εντελώς ιδικόν των κτήμα. Και αν μεν δεν εκτελέσουν όσα διενοήθησαν, νομίζουν ότι εστερήθησαν ιδικά των· εάν δε επιτύχουν, τα πραχθέντα τοις φαίνονται ελάχιστα συγκρινόμενα προς τα μέλλοντα να εκτελεσθούν. Μόνοι οι Αθηναίοι άμα ελπίσουν κάτι το επιτυγχάνουν, καθότι επιχειρούν ταχέως τα αποφασισθέντα. Και ταύτα πάντα επιδιώκουν μετά μόχθων και κινδύνων αιωνίως, ελαχίστην δε απόλαυσιν λαμβάνουν των υπαρχόντων αυτών ένεκα της μανίας την οποίαν έχουσι να προσκτώνται πάντοτε, ουδεμίαν άλλην νομίζοντες καλυτέραν ανάπαυσιν ή να ενεργούν τα πρέποντα, και μηδόλως θεωρούντες ως συμφοράν την επίπονον ασχολίαν, αλλά τουναντίον την απράγμονα ησυχίαν. Ώστε, αν έλεγε τις δι' ολίγων λέξεων, ότι οι Αθηναίοι προωρίσθησαν ούτε αυτοί να ησυχάζουν, ούτε τους άλλους να αφήνουν ησύχους, θα έλεγε την αλήθειαν.

71. » Ταύτην και τοιαύτην πόλιν έχοντες αντίπαλον, ω Λακεδαιμόνιοι, βαρύνεσθε να ενεργήσητε και νομίζοντες ότι δεν ήθελε διατηρηθή επί πολύ η ησυχία μεταξύ ανθρώπων, οίτινες την μεν εις πόλεμον προπαρασκευήν ήθελον πράξει μη παραβαίνοντες τον νόμον, δεικνύουν δε φανερά ότι σκοπόν έχουν να μη επιτρέπουν να τους αδικούν. Σεις νομίζετε ότι εξ ίσου συντελεί εις την διατήρησιν της ειρήνης το να μη λυπήτε τους άλλους και αμυνόμενοι να μη βλάπτεσθε. Τούτο όμως μόλις θα το επετυγχάνετε, εάν είχετε γείτονας ομοίους με σας. Αλλά, ως σας είπομεν προ ολίγου, τα σημερινά ήθη σας, παραβαλλόμενα προς τα των Αθηναίων, είναι αρχαϊκά. Ανάγκη δε, ως και εις τας τέχνας, τα νεώτερα μέσα να επικρατούν των παλαιών· και, ενόσω μεν ησυχάζει η πόλις, οι αμετάβλητοι θεσμοί είναι άριστοι, όταν δε αναγκασθή αύτη να επιχειρήση πολλά, είναι ανάγκη να καταφύγη εις πολλάς καινοτομίας. Τούτου δε ένεκα η πολιτική των Αθηναίων, ένεκα των πολλών καινοτομιών, είναι πολύ πλέον νεωτεριστική της ιδικής σας. Ας παύση λοιπόν η βραδύτης σας από σήμερον και βοηθήσατε, ως υπεσχέθητε, τους Ποτειδαιάτας και τους άλλους συμμάχους, ταχέως εισβάλλοντες εις την Αττικήν, ίνα μη άνδρας φίλους και συγγενείς εγκαταλείψητε εις εχθρούς αμειλίκτους, και ημάς τους άλλους, αναγκάσητε να ζητήσωμεν άλλην τινά συμμαχίαν. Εάν πράξωμεν τούτο, δεν θέλομεν αμαρτήσει ούτε προς τους μάρτυρας των όρκων θεούς, ούτε προς τους φρονίμους ανθρώπους. Διότι παραβιάζουν τας συνθήκας ουχί οι ένεκεν εγκαταλείψεως ζητούντες νέους φίλους, αλλ' οι μη βοηθούντες εκείνους προς τους οποίους ωρκίσθησαν να συμμαχούν. Εάν θέλετε να μας βοηθήσετε, μένομεν σύμμαχοι σας· διότι ηθέλομεν είσθαι ανόσιοι αλλάσσοντες συμμάχους, και δεν θα ευρίσκαμεν άλλους γνωριμωτέρους. Σκεφθήτε λοιπόν επί όλων τούτων φρονίμως και προσπαθήσατε ίνα μη, υπό την ιδικήν σας ηγεμονίαν, η Πελοπόννησος εκπέση της θέσεως την οποίαν κατείχεν ότε παρέδωκαν αυτήν εις σας οι πρόγονοι».

72. Ταύτα είπον οι Κορίνθιοι· οι δε Αθηναίοι, διότι έτυχε να ευρίσκεται προηγουμένως εις Λακεδαίμονα πρεσβεία ελθούσα δι' άλλας υποθέσεις, άμα ήκουσαν τους λόγους εκείνους, ενόμισαν καθήκον των να έλθουν ενώπιον των Λακεδαιμονίων, ουχί διά να απολογηθούν περί των κατηγοριών όσας αι πόλεις εξετόξευον κατά των Αθηνών, αλλά διά να καταδείξουν εις αυτούς προ παντός άλλου ότι δεν έπρεπε ν' αποφασίσουν μετά σπουδής, αλλά να σκεφθούν μάλλον ωρίμως. Διά του τρόπου τούτου ήθελον να φανερώσουν πόσον ήσαν ισχυραί αι Αθήναι, να υπενθυμίσουν εις τους πρεσβυτέρους εκείνα τα οποία εγίνωσκον, και να εκθέσουν εις τους νεωτέρους όσα ηγνόουν, ελπίζοντες ότι διά της ομιλίας των ήθελον καταπείσει τους Λακεδαιμονίους να κλίνωσι μάλλον προς την ειρήνην ή προς τον πόλεμον. Προσελθόντες λοιπόν προς τους Λακεδαιμονίους, είπον ότι ήθελον και αυτοί να ομιλήσουν προς τον λαόν, εάν δεν υπήρχέ τι το εμποδίζον. Ότε δε οι Λακεδαιμόνιοι επέτρεψαν να προσέλθουν, προχωρήσαντες οι Αθηναίοι είπον τα εξής.

73. «Η αποστολή ημών εγένετο ουχί όπως έλθωμεν εις συζητήσεις μετά των συμμάχων σας, αλλ' ίνα περατώσωμεν τας υποθέσεις διά τας οποίας μας έπεμψεν η πόλις μας· μαθόντες όμως την κατακραυγήν η οποία ηγείρετο καθ' ημών, ενεφανίσθημεν ενταύθα, ουχί διά να αντείπωμεν εις τας κατηγορίας των πόλεων (διότι δεν θα συγκατετιθέμεθα να ομιλήσωμεν, αν εθεωρούμεν υμάς δικαστάς ημών και τούτων), αλλ' ίνα μη πειθόμενοι εις τους συμμάχους, εκφέρητε κακήν απόφασιν επί πράγματος τόσον σπουδαίου. Συγχρόνως δε θέλομεν να αποδείξωμεν προς όλους τούτους τους εναντίον ημών κατακραυγάζοντας ότι όσα κατέχομεν τα ελάβομεν άνευ αδικιών, και ότι η πόλις ημών είναι αξία λόγου. Και τα μεν πανάρχαια, τίς η ανάγκη να τα αναφέρωμεν, αφού ως μάρτυρες αυτών είναι μάλλον τα ώτα ή οι οφθαλμοί των ακουόντων ; Τα Μηδικά όμως και όσα εξ ιδίας πείρας γινώσκετε, όσον και αν είναι οχληρόν να τα αναφέρη τις πάντοτε, πρέπει να τα είπωμεν. Ότε επολεμούμεν κινδυνεύοντες υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος, του μεν έργου μετέσχετε και σεις, δεν πρέπει όμως να στερώμεθα και ημείς όλως διόλου του επαίνου, εάν ο έπαινος παρέχη ωφέλειάν τινα. Ομιλούμεν όχι τόσον διά να δικαιολογηθώμεν όσον διά να καταστήσωμεν φανερόν προς ποίαν πόλιν θα αγωνισθήτε εάν δεν λάβετε συνετά μέτρα. Λέγομεν λοιπόν ότι εν Μαραθώνι προεκινδυνεύσαμεν μόνοι κατά του βαρβάρου, και ότε ούτος ήλθε πάλιν βραδύτερον, μη όντες αρκούντως ισχυροί όπως πολεμήσωμεν κατά γην, εισήλθομεν πανδημεί εις τα πλοία, και συν τοις άλλοις Έλλησιν εναυμαχήσαμεν εν Σαλαμίνι· το οποίον ακριβώς εμπόδισεν αυτόν αποβαίνοντα από πόλεως εις πόλιν να κυριεύση την Πελοπόννησον, της οποίας οι κάτοικοι αδύνατοι όντες δεν ηδύναντο να βοηθήσουν αλλήλους εναντίον τόσων πλοίων. Απόδειξιν τούτου μεγίστην παρέσχεν αυτός ο βάρβαρος, διότι νικηθείς εις την θαλασσαν, και μη έχων πλέον αξιόμαχον δύναμιν ανεχώρησε ταχέως μετά του πλειοτέρου στρατού.

74. »Τοιούτου όντος του συμβάντος τούτου, και αποδειχθέντος σαφώς ότι η σωτηρία των Ελλήνων ωφείλετο εις τα πλοία αυτών, τρία τινά ωφελιμώτατα παρέσχομεν κατά τον περί των όλων αγώνα τούτον, ναυτικόν πολυαριθμότατον, στρατηγόν συνετώτατον, και προθυμίαν ακάματον. Εκ των τετρακοσίων πλοίων τα δύο τρίτα σχεδόν τα εδώκαμεν ημείς· στρατηγός υπήρξεν ο Θεμιστοκλής, ο οποίος εγένετο κυρίως αίτιος της εντός του στενού ναυμαχίας, ο οποίος προφανέστατα έσωσε την Ελλάδα, και τον οποίον σεις αυτοί ετιμήσατε διά τούτο πλειότερον παρά πάντα άλλον ξένον, ότε ήλθεν εις την πόλιν σας. Επεδείξαμεν δε και προθυμίαν εξαιρετικώς τολμηροτάτην, ημείς οίτινες, ως γνωστόν, επειδή δεν ήρχετο κανείς να μας βοηθήση κατά γην, διότι πάντες οι άλλοι υπεδουλώθησαν εκτός ημών, αφήνοντες την πόλιν και καταστρέφοντες τα σκεύη και την άλλην περιουσίαν, εκρίναμεν άξιον ημών να μη εγκαταλείψωμεν τους περιλειπομένους συμμάχους, μήτε να γίνωμεν άχρηστοι εις αυτούς διασπειρόμενοι εδώ κ' εκεί αλλ' εισερχόμενοι εις τα πλοία να διακινδυνεύσωμεν και να μη οργισθώμεν διότι δεν μας προελάβετε διά της συνδρομής σας. Λέγομεν λοιπόν ότι, σας ωφελήσαμεν πλειότερον παρά ημάς· διότι σεις, έχοντες τας πόλεις οικουμένας και εξακολουθούντες να κατέχετε και να καρπούσθε αυτάς, επειδή εφοβήθητε διά σας και όχι τόσον δι' ημάς επέμψατε βοηθείας· δεν εδράμετε όμως ότε ημείς είμεθα σώοι. Το καθ' ημάς ορμώμενοι από πόλεως η οποία δεν υπήρχε πλέον και αψηφούντες τον κίνδυνον χωρίς να έχωμεν μεγάλην ελπίδα να ανακτήσωμεν αυτήν, και σάς εσώσαμεν εν μέρει και ημάς αυτούς. Εάν όμως εκ των προτέρων υποτασσώμεθα εις τους Μήδους, φοβούμενοι ως τόσοι άλλοι διά την χώραν μας, ή εάν, θεωρούντες ημάς αυτούς ως εντελώς κατεστραμμένους, δεν ετολμώμεν ύστερον να εισέλθωμεν εις τα πλοία, τότε δεν θα είχετε πλέον ανάγκην, στερούμενοι ικανών πλοίων, να ναυμαχήσετε, και αι υποθέσεις του Μήδου θα προώδευον ησύχως και όπως ήθελεν αυτός.

75. » Βεβαίως είμεθα άξιοι, ω Λακεδαιμόνιοι, διά τον τότε ζήλον μας και διά την σύνεσιν των αποφάσεών μας, να μη φθονώμεθα τόσον υπερμέτρως υπό των Ελλήνων διά την ηγεμονίαν την οποίαν έχομεν· διότι την ηγεμονίαν ταύτην επετύχομεν ουχί διά της βίας αλλ' ότε σεις μεν δεν ηθελήσατε να επιμείνετε μέχρι τέλους εις τον κατά των βαρβάρων πόλεμον, οι δε σύμμαχοι ήλθον προς ημάς οίκοθεν και μας προσέφερον την ηγεμονίαν. Εξ αυτής της φύσεως του πράγματος ηναγκάσθημεν εξ αρχής να υψώσωμεν αυτήν μέχρι τούτου του σημείου, προ πάντων μεν εξ αιτίας φόβου, έπειτα δε εξαιτίας τιμής και τελευταίον εξ αιτίας συμφέροντος. Δεν μας εφάνη δε και ασφαλές να αμελήσωμεν, αφού οι πλείστοι μας εμίσουν, αφού τινές αποστατήσαντες υπετάγησαν διά της βίας, αφού σεις δεν ήσθε πλέον ως άλλοτε φίλοι μας, αλλ' ύποπτοι και εχθροί· διότι, εάν ημελούμεν, τότε οι επαναστατούντες θα μετέβαινον εις το μέρος σας. Ουδεμία λοιπόν μομφή, προκειμένου περί μεγίστων κινδύνων, να οικονομή τις καλώς τα συμφέροντα του.

76. » Σεις, ω Λακεδαιμόνιοι, διοικείτε τας εν Πελοποννήσω πόλεις εισάγοντες εις αυτάς τους συμφέροντας θεσμούς· αλλ' εάν κατά τον Μηδικόν πόλεμον επιμένοντες μέχρι τέλους εις την ηγεμονίαν εγίνεσθε μισητοί ως ημείς, γινώσκομεν καλώς ότι όχι ολιγώτερον ημών ηθέλετε αναγκασθή ή να κυβερνήσετε με αυστηρότητα ή να κινδυνεύσετε σεις οι ίδιοι. Διά ταύτα λοιπόν και ημείς ούτε τι απορίας άξιον επράξαμεν, ούτε αλλότριον της των ανθρώπων φύσεως, εάν εδέχθημεν αρχήν προσφερομένην, και αν δεν την παραμελούμεν συμμορφωθέντες προς τα μέγιστα αισθήματα, την τιμήν, τον φόβον και τα συμφέροντα· εκτός τούτου δεν υπήρξαμεν ημείς οι πρώτοι αίτιοι της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ' ανέκαθεν επεκράτησε συνήθεια ίνα ο ασθενέστερος υποκύπτη εις τον ισχυρότερον. Ενομίσαμεν ότι ήμεθα άξιοι να ηγεμονεύσωμεν, το ενομίζετε μάλιστα και σεις μέχρι της στιγμής καθ' ην, λαμβάνοντες υπ' όψιν τα συμφέροντά σας, σας ήλθεν αίφνης εις τον νουν να λάβετε το δίκαιον ως πρόφασιν· αλλ' ουδείς έως τώρα προβάλλων τοιαύτην πρόφασιν, άμα ήλθεν η ευκαιρία να επιτύχη τι διά της βίας, απετράπη του να ωφεληθή περισσότερα. Είναι δε άξιοι επαίνων εκείνοι οίτινες υπακούοντες εις την ανθρωπίνην ροπήν του άρχειν επί των άλλων, είναι ως εκ της δικαιοσύνης των υπέρτεροι της ισχύος των. Νομίζομεν τουλάχιστον, ότι, εάν ελάμβανον άλλοι την ημετέραν αρχήν, ήθελον δείξει σαφέστατα πόσον είμεθα μέτριοι. Ένεκα δε της μετριότητος ημών ταύτης προσειλκύσαμεν αδίκως μομφάς μάλλον ή επαίνους.

