# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29833/index.md

20. Τα μεν λοιπόν παλαιά τοιαύτα εύρον και είναι πολύ σφαλερόν να πιστεύη τις εις παν είδος μαρτυρίας. Διότι οι άνθρωποι παραλαμβάνουν αβασανίστως παρ' αλλήλων τας φήμας των προγενεστέρων συμβάντων, και αυτών ακόμη των επιχωρίων. Ούτως ο Αθηναϊκός λαός νομίζει ότι ο Ίππαρχος ήτο τύραννος ότε εφονεύθη υπό του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος, και αγνοεί ότι ο μεν Ιππίας ήτο άρχων ως πρεσβύτατος των υιών του Πεισιστράτου, ο δε Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν αδελφοί αυτού, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων υποπτευθέντες ότι η ημέρα και η στιγμή της εκτελέσεως είχον μηνυθή εις τον Ιππίαν υπό τινος των συντρόφων των· απέσχον να τον κτυπήσωσι νομίζοντες αυτόν εν γνώσει όντα του μελετωμένου σχεδίου, θέλοντες όμως πριν συλληφθώσι να πράξωσί τι παράτολμον και συναντήσαντες τον Ίππαρχον περί το καλούμενον Λεωκόριον, ασχολούμενον εις τας προετοιμασίας της Παναθηναϊκής πομπής εφόνευσαν αυτόν. Πολλά δε και άλλα υπάρχουσιν ακόμη και σήμερον μη εξαλειφθέντα υπό του χρόνου από της μνήμης και των οποίων ουχί ορθήν ιδέαν έχουσιν οι άλλοι Έλληνες, ως επί παραδείγματι ότι οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν δίδουσιν έκαστος μίαν ψήφον, αλλά δύο, και ότι υπάρχει παρ' αυτοίς και ο Πιτανάτης λόχος, όστις ουδέποτε, υπήρξεν. Ούτως αμελούσιν οι πολλοί την ζήτησιν της αληθείας τρεπόμενοι μάλλον προς τας ετοίμους φήμας.

21. Εν τούτοις εκ των ειρημένων τεκμηρίων δεν κινδυνεύει τις να απατηθή παραδεχόμενος ως αληθή τα γεγονότα τα οποία ανέφερον· ας μη πιστεύη δε ούτε τους ύμνους των ποιητών οίτινες μεθ' υπερβολής αυτούς κοσμούσιν, ούτε τας διηγήσεις τας αρεστάς μάλλον εις την ακρόασιν ή αληθείς τας οποίας οι λογογράφοι συνέθεσαν περί γεγονότων ανεξελέγκτων και ως επί το πλείστον ένεκα της παλαιότητος αυτών θεωρουμένων ως απιστεύτων και μυθωδών, ας πεισθή δε ότι τα γεγονότα ταύτα ανεύρον με όσην επιμέλειαν επέτρεπεν η αρχαιότης αυτών μεταξύ των φανερωτέρων μαρτυριών. Και μολονότι οι άνθρωποι τείνουσιν εις το να θεωρούν τον επί των ημερών των πόλεμον ως μέγιστον πάντων, αφού δε παύση, να θαυμάζωσι μάλλον τους αρχαίους, μολαταύτα αρκεί να επισκοπήσωμεν τα πράγματα όπως πεισθώμεν ότι ο παρών υπήρξε πολύ ανώτερος όλων των προλαβόντων.

22. Και όσους μεν λόγους είπον έκαστοι, είτε μέλλοντες να πολεμήσουν είτε εν αυτώ τω πολέμω, δύσκολον ήτο να απομνημονεύσω αυτολεξεί, τόσον εκείνους τους οποίους εγώ αυτός ήκουσα όσον και εκείνους τους οποίους ήκουσα παρ' άλλων· εξέθεσα όμως αυτούς όπως ενόμιζον ότι συνεβιβάζοντο καλύτερα προς τα πραττόμενα, διατηρών όσον το δυνατόν ακριβέστατα την έννοιαν των αληθώς λεχθέντων· τα δε πραχθέντα εν τω πολέμω έργα δεν ετόλμησα να γράψω ερωτών τον τυχόντα ουδέ όπως ενόμιζον εγώ, αλλ' αφού εβασάνισα μεθ' όλης της δυνατής ακριβείας και εκείνα εις τα οποία εγώ αυτός παρευρέθην και εκείνα τα οποία έμαθον παρ' άλλων. Με κόπον δε ευρίσκετο η αλήθεια, διότι οι παρόντες εις έκαστον γεγονός δεν έλεγον τα αυτά περί των αυτών, αλλά καθείς συμφώνως με την συμπάθειαν ή αναλόγως της μνήμης την οποίαν είχε. Και εις μεν την ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών φανή όχι πολύ τερπνόν· όσοι όμως θελήσωσι και τα γενόμενα να μάθωσι σαφώς και εκ τούτων να εξαγάγωσιν ωφέλιμα συμπεράσματα περί των μελλόντων ποτέ πάλιν ούτω να συμβώσι, τοιούτων όντων και παραπλησίων κατά την ανθρωπίνην φύσιν, αρκούσαν θέλουσιν έχει την ωφέλειαν. Το παρόν έργον συνεγράφη ουχί διά να αρέση προς στιγμήν εις τον αναγινώσκοντα, αλλά μάλλον διά να παραμείνη αιώνιον κτήμα.

23. Εκ δε των προτέρων έργων το μέγιστον όπερ επράχθη είναι ο Μηδικός πόλεμος, και αυτός όμως ταχύ τέλος έσχε διά δύο ναυμαχιών και δύο πεζομαχιών. Του δε παρόντος πολέμου τοιαύτη υπήρξεν η διάρκεια και τοσαύτα παθήματα υπέστη ένεκεν αυτού η Ελλάς όσα ουδέποτε άλλοτε εν ίσω διαστήματι χρόνου. Διότι ούτε τοσαύται πόλεις κυριευθείσαι ηρημώθησαν, αι μεν υπό των βαρβάρων, αι δε υπό των Ελλήνων αντιπολεμούντων (υπάρχουσι δε καί τινες αι οποίαι κυριευθείσαι μετέβαλον οικήτορας), ούτε τοσαύται φυγαί ανθρώπων, ούτε τόσοι φόνοι εις μάχας και εις εμφυλίους ταραχάς. Και αυτά τα πρότερον εκ παραδόσεως λεγόμενα, σπανίως δε διά των έργων βεβαιούμενα, κατέστησαν πιστευτά· συνέβησαν, παραδείγματος χάριν, σεισμοί ισχυρότατοι, οίτινες εξετάθησαν επί του πλείστου μέρους της γης, ηλίου εκλείψεις συνεχέστεραι παρ' όσαι παλαιόθεν μνημονεύονται, μεγάλη ξηρασία είς τινα μέρη και ένεκα ταύτης λιμός και η ουκ ολίγον βλάψασα και μέρος τι καταστρέψασα λοιμώδης ασθένεια· ταύτα πάντα ενέσκηψαν συγχρόνως μετά τούτου του πολέμου. Ήρχισαν δε αυτόν οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι διαλύσαντες τας τριακονταετείς συνθήκας, αίτινες εγένοντο μετά την άλωσιν της Ευβοίας. Τας αιτίας δε και τας διαφοράς ένεκα των οποίων διέλυσαν τας συνθήκας, ταύτας περιγράφω εν αρχή διά να μη ερωτήση τις απορών ποτε πόθεν ηγέρθη τοιούτος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων. Και η μεν αληθεστάτη πρόφασις, μη γενομένη όμως γνωστή, είναι, νομίζω, ότι οι Αθηναίοι γινόμενοι ισχυροί και φόβον εμπνέοντες εις τους Λακεδαιμονίους ηνάγκασαν αυτούς να πολεμήσωσιν· αι δε εις το φανερόν λεγόμεναι αιτίαι, ένεκα των οποίων έλυσαν τας σπονδάς και ήρχισαν τον πόλεμον, τοιαύται ήσαν εις αμφοτέρους.

24. Υπάρχει πόλις Επίδαμνος κειμένη προς τα δεξιά του εισπλέοντος εις τον Ιόνιον κόλπον· πλησίον δ' αυτής κατοικούσιν οι βάρβαροι Ταυλάντιοι, έθνος Ιλλυρικόν. Εις ταύτην την πόλιν έπεμψαν μεν αποικίαν οι Κερκυραίοι, οικιστής όμως εγένετο Φαλίος ο υιός του Ερατοκλείδου, το γένος Κορίνθιος, απόγονος του Ηρακλέους, λαβών το όνομα κατά τον παλαιόν νόμον εκ της μητροπόλεως. Κορίνθιοί τινες και άλλοι εκ της Δωρικής φυλής συνέπραξαν εις τον συνοικισμόν τούτον. Προϊόντος δε του χρόνου η πόλις των Επιδαμνίων εγένετο μεγάλη και πολυάνθρωπος. Στασιάσαντες όμως, οι κάτοικοι προς αλλήλους επί πολλά έτη, ως λέγεται, υπέφερον πολύ εκ πολέμου τινός προς τους γείτονας βαρβάρους και εστερήθησαν της περισσοτέρας των δυνάμεως. Εσχάτως δε, προ της κηρύξεως τούτου του πολέμου, οι δημοκρατικοί αυτών εξεδίωξαν τους προύχοντας, ούτοι δε απελθόντες προς τους βαρβάρους ελήστευον μετ' αυτών τους εν τη πόλει και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι δε εν τη πόλει μένοντες Επιδάμνιοι, επειδή επιέζοντο, πέμπουσι πρέσβεις εις Κέρκυραν καθό μητρόπολιν ούσαν, παρακαλούντες να μη τους παραβλέψη καταστρεφομένους, αλλά και προς τους εξορίστους να τους συνδιαλλάξη και τον πόλεμον των βαρβάρων να καταπαύση. Ταύτα δε παρεκάλουν καθίσαντες ικέται εις τον βωμόν της Ήρας. Οι δε Κερκυραίοι, δεν εδέχθησαν την ικεσίαν, και απέπεμψαν αυτούς απράκτους.

25. Ιδόντες δε οι Επιδάμνιοι ότι ουδεμίαν βοήθειαν ηδύναντο να περιμένωσιν από Κερκύρας ηπόρουν περί του πρακτέου, και πέμψαντες εις Δελφούς ηρώτων τον Απόλλωνα αν έπρεπε να αφιερώσωσι την πόλιν των εις τους Κορινθίους ως οικιστάς και να πειραθώσι να λάβωσι παρ' αυτών βοήθειάν τινα. Ο δε απεκρίθη εις αυτούς να παραδώσωσι την πόλιν και να αναγνωρίσωσιν αυτούς ως αρχηγούς. Τότε οι Επιδάμνιοι ελθόντες εις την Κόρινθον παρέδωκαν κατά το μαντείον την αποικίαν, αποδεικνύοντες ότι ο οικιστής αυτών ήτο εκ Κορίνθου και δηλούντες την απόκρισιν του μαντείου, και παρεκάλουν να μη τους παραβλέψωσι καταστρεφομένους, αλλά να τους βοηθήσωσιν. Οι δε Κορίνθιοι εδέχθησαν την αίτησίν των φρονούντες ότι είχον τοιούτο δικαίωμα, καθότι ενόμιζον ότι η αποικία ήτο ιδική των όσον και των Κερκυραίων, εν ταυτώ δε και ένεκα μίσους προς τους Κερκυραίους, οίτινες τους παρημέλουν καίπερ όντες άποικοι αυτών· διότι ούτε εις τας κοινάς πανηγύρεις έδιδον τα συνηθιζόμενα δώρα ούτε δι' ανδρός Κορινθίου ήρχιζον τας θυσίας, όπως έπραττον αι άλλαι αποικίαι, αλλά τους περιεφρόνουν, διότι ήσαν κατ' εκείνον τον χρόνον επίσης πλούσιοι όσον οι ευπορώτατοι των Ελλήνων, και κατά τας πολεμικάς παρασκευάς δυνατώτεροι, καυχώμενοι ενίοτε ότι πολύ υπερείχον και κατά το ναυτικόν και διότι η Κέρκυρα είχε κατοικηθή προγενεστέρως υπό των Φαιάκων φημιζομένων περί τα ναυτικά. Ένεκα τούτου δε ακόμη μάλλον κατήρτιζον το ναυτικόν των και ήσαν όχι αδύνατοι· διότι ότε ήρχισαν τον πόλεμον είχον εκατόν είκοσι τριήρεις.

26. Έχοντες λοιπόν πάντα ταύτα τα παράπονα οι Κορίνθιοι πρόθυμοι έπεμπον την βοήθειαν εις την Επίδαμνον, προσκαλούντες τον βουλόμενον να μεταβή και κατοικήση εκεί και πέμψαντες φρουρούς εξ Αμπρακιωτών και Λευκαδίων και Κορινθίων. Επορεύθησαν δε πεζή εις Απολλωνίαν, αποικίαν ούσαν των Κορινθίων, φοβούμενοι τους Κερκυραίους μήπως εμποδισθούν υπ' αυτών εάν μετέβαινον διά θαλάσσης. Οι δε Κερκυραίοι μαθόντες ότι και οικήτορες και φρουροί έφθασαν εις την Επίδαμνον και ότι η αποικία εδόθη εις τους Κορινθίους ωργίσθησαν· και πλεύσαντες ευθύς μετά εικοσιπέντε πλοίων και ύστερον μετ' άλλου στόλου επρόσταζον υβριστικώς και τους διωχθέντας να δεχθώσι (διότι ελθόντες εις Κέρκυραν οι φυγάδες των Επιδαμνίων εδείκνυον τους τάφους και παριστώντες κοινήν την καταγωγήν παρεκάλουν να τους επαναφέρουν εις την πατρίδα των) και να αποπέμψουν τους φρουρούς και τους οικήτορας, τους οποίους έπεμψαν οι Κορίνθιοι. Επειδή δε οι Επιδάμνιοι εις ουδέν εκ τούτων υπήκουον, οι Κερκυραίοι εκστρατεύουσι κατ' αυτών μετά τεσσαράκοντα πλοίων, συνεπάγοντες τους φυγάδας διά να αποκαταστήσουν αυτούς και προσλαβόντες τους Ιλλυριούς ως επικούρους. Ελθόντες δε ενώπιον της πόλεως ανήγγειλαν προηγουμένως ότι όσοι ήθελον εκ των Επιδαμνίων και των ξένων ηδύναντο να απέλθωσιν αβλαβείς, ειδεμή θα τους μετεχειρίζοντο ως εχθρούς. Επειδή δε δεν επείθοντο, οι μεν Κερκυραίοι επολιόρκουν την πόλιν κειμένην επί ισθμού.

27. Οι δε Κορίνθιοι, άμα ήλθον προς αυτούς εκ της Επιδάμνου αγγελίαι ότι πολιορκείται η πόλις, παρεσκεύαζον στρατόν και συγχρόνως ανεκοίνουν διά κηρύκων ότι ο βουλόμενος ηδύνατο να μεταβή προς αποικίαν εις την Επίδαμνον απολαύων ίσα και όμοια με τους Επιδαμνίους δικαιώματα· εάν δε τις δεν θέλη μεν να αναχωρήση αμέσως, θέλη όμως να μετάσχη της αποικίας, δύναται να μένη εις Κόρινθον καταβάλλων πεντήκοντα Κορινθιακάς δραχμάς. Ήσαν δε πολλοί και οι αναχωρήσαντες και οι τα χρήματα καταβαλόντες. Παρεκάλεσαν δε και τους Μεγαρείς να συνοδεύσωσι διά των πλοίων των τους Κορινθίους, μη τυχόν εμποδίσωσιν αυτούς οι Κερκυραίοι κατά τον διάπλουν· οι δε Μεγαρείς παρεσκεύασαν οκτώ πλοία διά να πλεύσουν ομού, και οι Παλείς της Κεφαλληνίας τέσσαρα. Παρεκάλεσαν δε και τους Επιδαυρίους, οι οποίοι παρέσχον πέντε, οι δε Ερμιονείς έν και οι Τροιζήνιοι δύο, οι δε Λευκάδιοι δέκα και οι Αμπρακιώται οκτώ. Παρά των Θηβαίων και των Φλειασίων εζήτησαν χρήματα, παρά των Ηλείων και πλοία κενά και χρήματα. Αυτοί δε οι Κορίνθιοι παρεσκεύασαν τριάκοντα πλοία και τρισχιλίους οπλίτας.

28. ’μα δε έμαθον οι Κερκυραίοι τας προπαρασκευάς, ελθόντες εις Κόρινθον μετά Λακεδαιμονίων και Σικυωνίων πρέσβεων, τους οποίους έλαβον μετ' αυτών, εζήτουν παρά των Κορινθίων να επαναφέρωσι τους εν Επιδάμνω αποσταλέντας φρουρούς και οικήτορας, καθότι ουδέν δικαίωμα είχον επί της Επιδάμνου. Εάν όμως αντιποιώνται αυτήν, ηδύναντο να υποβάλουν την υπόθεσιν εις την διαιτησίαν των Πελοποννησιακών πόλεων, τας οποίας ήθελον εκλέξει αμφότεροι· εις οιονδήποτε δε ήθελεν επιδικασθή η αποικία, εκείνος θα έμενε κύριος. Επρότεινον δε να ερωτήσουν και το μαντείον των Δελφών, και συντόμως ειπείν δεν ήθελον τον πόλεμον· άλλως θα ηναγκάζοντο και αυτοί να επιζητήσουν φίλους μη αρεστούς και άλλους παρ' εκείνους τους οποίους είχον τότε, ίνα ούτως ασφαλισθώσιν. Οι δε Κορίνθιοι απεκρίθησαν εις αυτούς ότι τότε θα σκεφθούν, όταν οι Κερκυραίοια αποσύρωσιν από της Επιδάμνου και τα πλοία και τους βαρβάρους· πριν τούτου όμως δεν εθεώρουν δίκαιον οι μεν Επιδάμνιοι να πολιορκώνται, οι δε Κορίνθιοι να δικάζωνται. Οι δε Κερκυραίοι αντέλεγον ότι θα έπραττον ταύτα, εάν και οι Κορίνθιοι επανήγον τους εν Επιδάμνω· συγκατετίθεντο μάλιστα να μένουν αμφότεροι εν ανακωχή εις τας θέσεις των έως ότου γίνη η δίκη.

29. Οι δε Κορίνθιοι ουδεμίαν των προτάσεων τούτων εδέχοντο, αλλ' επειδή τα πλοία των ήσαν ήδη πλήρη και είχον φθάσει οι σύμμαχοι, έπεμψαν πρώτον κήρυκα διά να κηρύξη τον πόλεμον εις τους Κερκυραίους και απάραντες μετά πλοίων εβδομηκονταπέντε και οπλιτών δισχιλίων έπλευσαν προς την Επίδαμνον διά να πολεμήσουν εναντίον των Κερκυραίων· εστρατήγουν δε των μεν πλοίων Αριστεύς ο Πελλίχου, Καλλικράτης ο Καλλίου και Τιμάνωρ ο Τιμάνθους, των δε πεζών Αρχέτιμος ο Ευρυτίμου και Ισαρχίδας ο Ισάρχου. Αφού δε έφθασαν εις το ’κτιον της Ανακτορίας γης, όπου υπάρχει το ιερόν του Απόλλωνος, έμπροσθεν του στομίου του Αμπρακικού κόλπου, οι Κερκυραίοι και κήρυκα έπεμψαν προς αυτούς εντός ακατίου διά να τους εμποδίση να πλεύσουν εναντίον αυτών και συγχρόνως επλήρουν τα πλοία, επιδιορθώσαντες τα παλαιά ώστε να είναι πλόϊμα και προετοιμάσαντες τα άλλα. Αφού δε ο κήρυξ επέστρεψεν ουδέν ειρηνικόν φέρων εκ μέρους των Κορινθίων, επειδή προς τούτοις τα πλοία των, ογδοήκοντα τον αριθμόν (διότι τεσσαράκοντα επολιόρκουν την Επίδαμνον), ήσαν ήδη καθ' όλα έτοιμα, πλεύσαντες εναντίον των Κορινθίων και παραταχθέντες εναυμάχησαν· και ενίκησαν οι Κερκυραίοι νίκην μεγάλην και εξωλόθρευσαν δεκαπέντε πλοία των Κορινθίων. Κατά την αυτήν δε ημέραν συνέβη να παραδοθή και η Επίδαμνος εις τους πολιορκούντας αυτήν διά συνθήκης, διά της οποίας συνεφωνήθη οι μεν ξένοι να πωληθούν, οι δε Κορίνθιοι να μείνουν αιχμάλωτοι μέχρις ου αποφασισθή άλλο τι περί αυτών.

30. Μετά δε την ναυμαχίαν οι Κερκυραίοι στήσαντες τρόπαιον επί της Λευκίμμης, ακρωτηρίου της Κερκύρας, τους μεν άλλους εκ των αιχμαλώτων τους οποίους έλαβον εφόνευσαν, τους δε Κορινθίους εκράτησαν δεσμίους. Ύστερον δε, αφού οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί των, νικηθέντες κατά θάλασσαν ανεχώρησαν εις τας πατρίδας των, οι Κερκυραίοι έμειναν κύριοι όλων εκείνων των παραλίων, και πλεύσαντες εις Λευκάδα, αποικίαν των Κορινθίων, κατηρήμωσαν τον τόπον και επυρπόλησαν την Κυλλήνην νεώριον των Ηλείων, καθότι ούτοι είχον παράσχει εις τους Κορινθίους χρήματα και πλοία. Κατά το πλείστον δε του χρόνου, μετά την ναυμαχίαν, επεκράτουν της θαλάσσης, και αποβιβαζόμενοι εις τας χώρας των συμμάχων των Κορινθίων ελεηλάτουν αυτάς, μέχρις ου οι Κορίνθιοι πέμψαντες περί τα τέλη του θέρους πλοία και στρατόν, επειδή εκακοποιούντο οι σύμμαχοί των, εστρατοπέδευσαν εις ’κτιον και περί το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος, όπως φυλάττωσι και την Λευκάδα και τας άλλας πόλεις όσαι ήσαν φιλικαί προς αυτούς. Εστρατοπέδευον δε αντιθέτως και οι Κερκυραίοι επί της Λευκίμμης μετά πλοίων και στρατού. Μη ελθόντες δε εις ουδεμίαν σύγκρουσιν μεταξύ των, αλλά μείναντες καθ' όλον εκείνο το υπόλοιπον του θέρους απέναντι αλλήλων ανεχώρησαν επελθόντος του χειμώνος εις τα ίδια.

31. Ολόκληρον δε το μετά την ναυμαχίαν έτος και το επόμενον οι Κορίνθιοι, ωργισμένοι διά τον προς τους Κερκυραίους πόλεμον, εναυπήγουν και παρεσκεύαζον ισχυρότατον στόλον, συναθροίζοντες κωπηλάτας επί μισθώ και εκ της Πελοποννήσου και εκ της άλλης Ελλάδος. Μανθάνοντες δε οι Κερκυραίοι τας προπαρασκευάς αυτών εφοβούντο, και απεφάσισαν (επειδή μετ' ουδενός των Ελλήνων είχον συμμαχίαν ουδέ ήσαν εγγεγραμμένοι εις τας των Αθηναίων ή των Λακεδαιμονίων συνθήκας) ελθόντες προς τους Αθηναίους να συμμαχήσουν μετ' αυτών και να προσπαθήσουν να τύχωσι συνδρομής τινος. Οι δε Κορίνθιοι μαθόντες ταύτα έπεμψαν και αυτοί πρέσβεις εις τας Αθήνας, ίνα μη το ναυτικόν των Αθηναίων ενούμενον με το των Κερκυραίων γίνη εμπόδιον εις την διεύθυνσιν την οποίαν ήθελον να δώσωσιν εις τον πόλεμον. Συγκληθείσης δε εκκλησίας ήλθον αμφότερα τα μέρη εις αντιπαράστασιν. Και οι μεν Κερκυραίοι τοιαύτα είπον.

32. «Είναι δίκαιον, ώ Αθηναίοι, οι ερχόμενοι να ζητήσουν βοήθειαν παρ' άλλου καθώς πράττομεν ημείς σήμερον, χωρίς να στηρίζωνται ούτε επί μεγάλης ευεργεσίας ούτε επί προτέρας συμμαχίας, να καταδείξουν πρώτον μεν και προ πάντων ότι αι αιτήσεις των είναι συμφέρουσαι, ή τουλάχιστον όχι επιζήμιοι, έπειτα δε ότι και η ευγνωμοσύνη των θα είναι αιωνία· εάν δε εκ τούτων μηδέν φανερόν καταστήσωσι, να μη οργισθώσι διά την άρνησιν.

Οι δε Κερκυραίοι πεπεισμένοι ότι μετά της αιτήσεως της συμμαχίας ηδύναντο να σας εξασφαλίσουν ταύτα, μας απέστειλαν. Συνέπεσε δε η πολιτική ημών προς δυστυχίαν μας και κατά την κρίσιν σας να είναι παράλογος ως προς την παρούσαν ανάγκην και ασύμορφος κατά την παρούσαν στιγμήν. Διότι ουδενός γενόμενοι κατά τους προτέρους χρόνους θεληματικώς σύμμαχοι, ερχόμεθα σήμερον να ζητήσωμεν τούτο παρ' άλλων, και δι'αυτό εις τον παρόντα κατά των Κορινθίων πόλεμον είμεθα έρημοι. Και ούτω κατήντησεν η πρότερον θεωρουμένη σωφροσύνη ημών, ήτις συνίστατο εις το να μη συγκινδυνεύωμεν κατά την βούλησιν του άλλου εις ξένην συμμαχίαν, να φαίνεται σήμερον αφροσύνη και φανερά αδυναμία. Και κατά μεν την γενομένην ναυμαχίαν ημείς μόνοι απωθήσαμεν τους Κορινθίους· αλλ' επειδή ούτοι έρχονται καθ' ημών, μετά μεγαλυτέρων δυνάμεων ληφθεισών από της Πελοποννήσου και της άλλης Ελλάδος και ημείς βλέπομεν ότι είμεθα αδύνατοι να κατισχύσωμεν διά μόνων των ίδιων ημών δυνάμεων, συγχρόνως δε ότι μέγας ο κίνδυνος εάν υποκύψωμεν εις αυτούς, είναι ανάγκη να ζητήσωμεν και υμών και παντός άλλου τας επικουρίας, και συγγνώμην, διότι όχι με κακίαν αλλά μάλλον από αποτυχίαν γνώμης προβαίνομεν τολμηρώς εις διάβημα αντίθετον της προτέρας απραγμοσύνης.

33. »Η συνδρομή την οποίαν θα δώσητε εις ημάς, εάν πεισθήτε, θέλει γίνει και εις σας πολύ ωφέλιμος, πρώτον μεν διότι θα βοηθήσετε ανθρώπους αδικουμένους και ουχί βλάπτοντας ετέρους, έπειτα δε διότι δεχόμενοι ημάς καθ' ην στιγμήν διατρέχομεν τον έσχατον κίνδυνον, μας προσφέρετε χάριν την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσωμεν, και τέλος διότι έχομεν το μεγαλύτερον ναυτικόν μετά το ιδικόν σας. Και σκεφθήτε τις ευτυχία σπανιωτέρα, ή τις διά τους πολεμίους λυπηροτέρα παρά μία δύναμις, της οποίας την προσθήκην υμείς ηθέλετε θεωρήσει άλλοτε αξίαν πολλών χρημάτων και ευγνωμοσύνης, να έρχεται αύτη προς υμάς αφ' εαυτής, άνευ κινδύνου και δαπάνης δίδουσα εαυτήν και προσέτι φέρουσα εις υμάς την γενικήν επιδοκιμασίαν, την ευγνωμοσύνην εκείνων τους οποίους θα προστατεύσετε και την αύξησιν των δυνάμεών σας, πράγματα τα οποία εις ολίγους μόνον μέχρι τούδε, συνέπεσε να προσφερθώσι συνηνωμένα, και ολίγοι ζητούντες συμμαχίαν προσφέρουσιν εις εκείνους, των οποίων επικαλούνται την συνδρομήν, ασφάλειαν και δόξαν όχι ολιγωτέραν εκείνης την οποίαν έρχονται να λάβουν· όστις δε εξ υμών φρονεί τυχόν ότι δεν θέλει εκραγή ο πόλεμος εις τον όποιον θα σας εφαινόμεθα χρήσιμοι δεν κρίνει ορθώς και δεν αισθάνεται ότι οι Λακεδαιμόνιοι φοβούμενοι υμάς επιθυμούν τον πόλεμον, ότι οι Κορίνθιοι, πολλήν ισχύν έχουσι παρ' αυτοίς, ότι είναι εχθροί σας και ζητούν να μας προλάβουν εις την παρούσαν επιχείρησιν[ίνα μη το] μίσος μας ενώση κατ' αυτών, και ίνα μη αποτύχωσι του διττού σκοπού των, ήτοι να βλάψωσιν ημάς, και να εξασφαλίσωσιν εαυτούς. Ημέτερον δε πάλιν έργον είναι να προλάβωμεν, ημείς μεν δίδοντες, σεις δε δεχόμενοι την συμμαχίαν, και να κινήσωμεν μάλλον πρώτοι κατ' αυτών ή να περιμείνωμεν την επίθεσίν των.

34. »Εάν δε λέγωσιν ότι δεν είναι δίκαιον να δέχεσθε τους αποίκους αυτών, ας μάθωσιν ότι πάσα αποικία ευεργετουμένη μεν τιμά την μητρόπολιν, αδικουμένη δε αποξενούται· διότι οι άποικοι εκπέμπονται όχι διά να είναι δούλοι, αλλά διά να είναι ίσοι με τους μένοντας. Ότι δε μας ηδίκησαν είναι σαφές, διότι προσκληθέντες να δικασθώσι προκειμένου περί της Επιδάμνου επροτίμησαν να διεκδικήσωσι τα παράπονα των μάλλον διά του πολέμου ή διά του δικαίου. Και αυτά τα οποία πράττουν προς ημάς συγγενείς αυτών όντας ας γίνωσιν εις σας μαθήματα, ώστε μήτε δι' απάτης να παρασυρθήτε υπ' αυτών μήτε, εάν παρακαλέσωσιν ειλικρινώς, να ενδώσετε εις τας δεήσεις των· διότι ο ολιγωτέραν δεικνύων μεταμέλειαν διά τας χάριτας, τας οποίας έκαμεν εις τους εναντίους αυτός είναι και εις πληρεστέραν ασφάλειαν.

35. »Δεχόμενοι ημάς μηδενός όντας συμμάχους δεν παραβαίνετε διόλου τας μετά των Λακεδαιμονίων συνθήκας. Διότι διετυπώθη εν αυταίς ότι πάσα εκτός της συμμαχίας Ελληνίς πόλις δύναται να προσέλθη εις όντινα εκ των δύο αρέσκεται. Και είναι λυπηρόν οι μεν Κορίνθιοι να πληρώσι τα πλοία των και από των διά συνθήκης συμμάχων πόλεων και προσέτι και εκ της άλλης Ελλάδος, όχι ολίγον δε και εκ των υπηκόων σας, ημάς δε να ζητούν να εμποδίσουν από της προκειμένης συμμαχίας και από πάσης άλλης οθενδήποτε βοηθείας. Ου μόνον δε τούτο αλλά και να θεωρήσωσιν ως έγκλημα εάν σεις πεισθέντες ενδώσετε εις τας παρακλήσεις μας, ενώ εξ εναντίας ημείς μάλλον πρέπει να δυσαρεστηθώμεν εάν τας απορρίψετε· διότι ημάς μεν κινδυνεύοντας και μη όντας εχθρούς θέλετε απωθήσει, αυτούς δε εχθρούς όντας και επερχομένους ου μόνον δεν θέλετε εμποδίσει αλλά και θέλετε τοις επιτρέψει να προσλάβωσιν εκ του υμετέρου κράτους δύναμιν, το οποίον δεν είναι δίκαιον, αλλ' ή και εκείνων τους μισθοφόρους τους οποίους λαμβάνουσιν εκ της ιδικής σας χώρας πρέπει να εμποδίσετε ή και εις ημάς να πέμψετε βοήθειαν καθ' οιονδήποτε τρόπον ηθέλετε νομίσει καλόν, μάλιστα δε να μας δεχθήτε συμμάχους εις το φανερόν. Πολλά δε είναι, ως εν αρχή είπομεν, τα συμφέροντα τα οποία σας δεικνύομεν, και το μέγιστον ότι έχομεν τους αυτούς πολεμίους (το οποίον είναι ασφαλεστάτη εγγύησις), ούτοι δε είναι όχι ασθενείς, αλλ' ικανοί να βλάψουν τους απ' αυτών αποσπασθέντας· ναυτικής δε ούσης και ουχί ηπειρωτικής της προσφερο[μένης συμμαχίας] δεν είναι αδιάφορος η αποποίησις αυτής· αλλά μάλιστα, εάν μεν δύνασθε, δεν πρέπει να επιτρέψετε εις κανένα να έχη πλοία, εάν δε δεν δύνασθε, τότε πρέπει, να έχετε φίλον τον έχοντα ισχυρότατον ναυτικόν.

36. »Και όστις από σας νομίζει ότι αυτά τα οποία λέγομεν είναι μεν συμφέροντα, φοβείται δε μήπως πειθόμενος λύση τας σπονδάς, ας μάθη ότι ο φόβος του στηριζόμενος επί της ισχύος θα φοβίση μάλλον τους εναντίους, ενώ τανάπαλιν το θάρρος του, αν δεν δεχθή ημάς, επειδή θα είναι ασθενές, ολιγώτερον θα φοβίση εχθρούς οίτινες έχουσιν ισχύν, και προσέτι ότι σήμερον διασκέπτεται ολιγώτερον περί της Κερκύρας ή περί των Αθηνών, και ότι δεν εννοεί καλώς τα συμφέροντα της πατρίδος του, όταν απέναντι επικειμένου και σχεδόν παρόντος πολέμου, αποβλέπων εις την παρούσαν στιγμήν, διστάζη να προσλάβη δύναμιν, ήτις συνοδευομένη με τα μέγιστα επακολουθήματα δύναται να αποβή ωφέλιμος ή εναντία. Διότι κειμένη εις θέσιν πρόσφορον κατά τον προς την Ιταλίαν και την Σικελίαν παράπλουν δύναται να εμποδίζη το εκείθεν προς βοήθειαν των Πελοποννησίων πεμπόμενον ναυτικόν καθώς και το εντεύθεν προς τα εκεί, και κατά πολλά δε άλλα το πράγμα είναι συμφερώτατον. Από την εξής δε βραχυτάτην περίληψιν και εν γένει και εν μέρει, θέλετε μάθει ότι δεν πρέπει να μας εγκαταλείψετε· τρεις είναι αι άξιαι λόγου ναυτικαί δυνάμεις των Ελλήνων, η ιδική σας, η ιδική μας και η των Κορινθίων· εάν αφήσετε να ενωθώσιν αι δύο τούτων και προκαταλάβωσιν ημάς οι Κορίνθιοι, τότε θα έχετε να ναυμαχήσετε κατά των Κερκυραίων συγχρόνως και των Πελοποννησίων· δεχόμενοι δε ημάς θα πολεμήσετε προς αυτούς με τα πλοία σας ενισχυόμενα διά των ιδικών μας». Τοιαύτα μεν είπον οι Κερκυραίοι, μετ' αυτούς δε οι Κορίνθιοι είπον τα εξής.

37. »Επειδή οι Κερκυραίοι ούτοι όχι μόνον διά να τους δεχθήτε ωμίλησαν αλλά και διά να δείξουν ότι ημείς τους αδικούμεν και αυτοί ουχί δίκαια πολεμούνται, νομίζομεν αναγκαίον και ημείς να εξετάσωμεν πρώτον αμφότερα ταύτα· και έπειτα να προβώμεν και εις τα λοιπά, ίνα και την εκ μέρους ημών δικαίαν απαίτησιν ασφαλέστερον γνωρίσετε, και την παράκλησιν αυτών ουχί απερισκέπτως αποκρούσητε. Λέγουσι λοιπόν ότι εκ φρονήσεως ουδενός την συμμαχίαν εδέχθησαν ακόμη· τούτο όμως έπραξαν μάλλον διά να κακουργώσι παρά από αρετήν, διότι δεν ήθελον να έχουν ούτε σύμμαχόν τινα εις τα αδικήματα, ούτε μάρτυρα, ούτε να αισχύνωνται διά τας απορρίψεις των αιτήσεών των. Συγχρόνως δε επειδή η πόλις των κείται εις πρόσφορον θέσιν, δίδει εις αυτούς την εξουσίαν ώστε να γίνωνται αυτοί μάλλον, παρά σύμφωνα με συνθήκας, δικασταί των αδικημάτων τα οποία πράττουσιν εις άλλους· καθότι σπανιώτατα εκπλέοντες προς τους άλλους δέχονται πολλούς εξ ανάγκης καταπλέοντας εις τον λιμένα των. Και εκ τούτου η εύσχημος από των σπονδών αποχή, ουχί διά να μη λαμβάνωσι μέρος εις τας αδικίας των άλλων αλλά διά να αδικούν αυτοί μόνοι, και εκεί μεν όπου υπερισχύουν μεταχειρίζωνται βίαν, εκεί δε όπου μένουν απαρατήρητοι υπερτερούν, αν δε οικειοποιηθούν τι μη έχουν αισχύνην. Αν ήσαν τωόντι άνδρες αγαθοί, ως λέγουν, όσω μάλλον εξησφαλισμένοι ήσαν από των προσβολών των άλλων, τόσω μάλλον θα ηδύναντο να κάμνουν καταφανεστέραν την αρετήν των, συναλλασσόμενοι κατά το δίκαιον.

