# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

## Part 14

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29833/index.md

87. «Η μεν γενομένη ναυμαχία, ω άνδρες Πελοποννήσιοι, εάν κανείς από σας φοβήται ένεκα αυτής την μέλλουσαν, παρέχει ουχί δίκαιον συμπέρασμα προς εκφόβισιν ημών. Διότι, ως ηξεύρετε, και κατά την προπαρασκευήν έγινεν ατελώς και ημείς επλέομεν μάλλον ωσάν δια εκστρατείαν παρά ωσάν διά ναυμαχίαν· συνέβησαν δε και όχι ολίγα τυχαία εναντία, και ίσως κατά τι και η απειρία ημών μας έκαμε να αποτύχωμεν εις την πρώτην ναυμαχίαν. Ώστε ενικήθημεν όχι εξ αιτίας της δειλίας μας· και δεν είναι δίκαιον το φρόνημα ημών, το οποίον δεν ενικήθη διόλου, έχει δε αφ' εαυτού κάποιαν αιτιολογίαν της νίκης, να εξασθενήται εκ της τυχαίας συμφοράς. Σκέφθητε ότι πάντες οι άνθρωποι υπόκεινται εις τυχαία σφάλματα, αλλά το θάρρος των πρέπει πάντοτε να μένη ακλόνητον. Δεν αρμόζει, ενώ έχουν ανδρείαν, προφασιζόμενοι απειρίαν, να γίνωνται δειλοί. Η υπερβολική ημών τόλμη αντισταθμίζει την απειρίαν· τούτων δε η εμπειρία, την οποίαν τόσον φοβείσθε, εάν ηνούτο μετά της ανδρείας, θα ενεθυμείτο και θα εξετέλει κατά την στιγμήν του κινδύνου όσα έμαθεν· αλλ' άνευ της ευτολμίας ουδεμία επιστήμη ισχύει εναντίον των κινδύνων, διότι ο φόβος ταράττει την μνήμην, η δε μάθησις άνευ της ευψυχίας ουδόλως ωφελεί. Αντιτάξατε λοιπόν προς μεν την μεγαλυτέραν εμπειρίαν μεγαλυτέραν τόλμην, προς δε τον φόβον τον προερχόμενον εκ της πρώτης ήττης την σκέψιν ότι ετύχατε απροετοίμαστοι. Έχετε το πλεονέκτημα ότι υπερτερείτε κατά τα πλοία και ότι ναυμαχείτε πλησίον των παραλίων σας και επί παρουσία των οπλιτών σας· ως επί το πολύ δε η νίκη είναι υπέρ των περισσοτέρων και των καλλίτερον παρεσκευασμένων. Εξετάζοντες λοιπόν δεν ευρίσκομεν ουδεμίαν εύλογον αιτίαν φόβου· και όσα επάθομεν πρότερον δύνανται σήμερον να γίνουν μαθήματα. Μετά θάρρους λοιπόν και κυβερνήται και ναύται ας πράξουν το καθήκον των και ας μη καταλίπουν φεύγοντες την τάξιν, εις την οποίαν ετάχθησαν. Το σχέδιον της επιθέσεώς μας δεν θα είναι χειρότερον εκείνου, το οποίον εφήρμοσαν οι πρότερον καταναυμαχηθέντες στρατηγοί και δεν θα δώσωμεν εις κανένα την πρόφασιν να φανή άνανδρος. Εάν δε φανή τοιούτος, θα τιμωρηθή διά της πρεπούσης τιμωρίας, οι δε ανδρείοι θα τιμηθούν διά των αμοιβών πού αρμόζουν εις την ανδρείαν».

88. Τοιαύται ήσαν αι παρακελεύσεις των Πελοποννησίων αρχηγών. Ο δε Φορμίων φοβούμενος και αυτός την αποθάρρυνσιν των στρατιωτών του και μαθών ότι ωμίλουν μεταξύ των μετά τρόμου περί του πλήθους των εχθρικών πλοίων, απεφάσισε να τους συναθροίση διά να τους ενθαρρύνη και τους συμβουλεύση εις την παρούσαν περίστασιν. Προηγουμένως είχε προπαρασκευάσει τα πνεύματα λέγων πάντοτε εις αυτούς ότι, οιοσδήποτε και αν ήτο ο στόλος, όστις έμελλε να επέλθη, ουδέποτε θα ήτο τοσούτος, ώστε να μη δυνηθούν να αντισταθούν κατ' αυτού· και οι στρατιώται προ πολλού είχαν σχηματίσει την απόφασιν ότι όντες Αθη, ναίοι δεν έπρεπε να υποχωρήσουν ενώπιον των πελοποννησιακών πλοίων, όση και αν ήτο η πληθύς αυτών. Τότε δε βλέπων αυτούς κυριευομένους από αθυμίαν εις την θέαν του εχθρού ηθέλησε να ανακαλέση το θάρρος των, και συγκαλέσας τους Αθηναίους είπε ταύτα.

89. «Στρατιώται, βλέπων ότι κυριεύεσθε από φόβον διά το πλήθος των εχθρών σας συνεκάλεσα, διότι δεν επερίμενα να φοβήσθε τα μη επίφοβα. Και πρώτον αυτοί ένεκα της προηγουμένης ήττης των αισθάνονται ότι δεν είναι ισοδύναμοι με σας και διά τούτο όχι ίσα αλλά περισσότερα πλοία παρεσκεύασαν· έπειτα δε, εάν προσέρχωνται με πεποίθησιν ότι είναι φυσικά ανδρείοι, η ανδρεία αύτη δεν στηρίζεται εις άλλο τι παρά εις την εμπειρίαν των κατά ξηράν πολέμων· επειδή συνήθως αναδεικνύονται εις αυτούς νικηταί, νομίζουν ότι και εις τα ναυτικά θα κατορθώσουν το αυτό. Εν τούτοις είναι δίκαιον να έχωμεν και ημείς την κατά θάλασσαν υπεροχήν όπως αυτοί έχουν την κατά ξηράν. Κατά την ευψυχίαν βεβαίως δεν είμεθα κατώτεροι τούτων· ένεκα δε της πλειωτέρας εμπειρίας την οποίαν έχομεν εκάτεροι, είμεθα εκάτεροι πλέον τολμηροί. Οι Λακεδαιμόνιοι διοικούντες τους συμμάχους των χάριν της ιδίας των δόξης αναγκάζουν άκοντας τους πλείστους εξ αυτών να προσέλθουν εις τας μάχας· εάν δεν υπήρχεν ο καταναγκασμός αυτός, οι πολλοί των συμμάχων ουδέποτε ήθελον επιχειρήσει δευτέραν ναυμαχίαν μετά την πρώτην εντελή καταστροφήν. Μη φοβηθήτε λοιπόν την τόλμην αυτών. Πολύ δε περισσότερον και αληθέστερον φόβον προξενείτε σεις εις εκείνους, είτε διότι τους ενικήσατε ήδη, είτε διότι νομίζουν ότι δεν ηθέλετε αντισταθή, εάν δεν εμέλλετε να πράξετε τι αντάξιον της προτέρας εξόχου νίκης. Διότι οι πλείστοι εχθροί, καθώς αυτοί, συνήθως επέρχονται έχοντες πεποίθησιν εις την δύναμίν των μάλλον παρά εις την αξίαν των οι δε αριθμητικώς πολύ υποδεέστεροι και συγχρόνως μη καταναγκαζόμενοι ανθίστανται, μεγάλην έχοντες την σταθερότητα του φρονήματος. Ταύτα αναλογιζόμενοι και ούτοι, μάλλον φοβούνται διά τους ολίγους πόρους τους οποίους έχομεν παρά εάν είχομεν ίσην με αυτούς δύναμιν. Ως γνωστόν, πολλοί μεγάλοι στρατοί ενικήθησαν υπό μικροτέρων διά την απειρίαν των, μερικοί δε και διά την ατολμίαν των· σήμερον ημείς ούτε απειρίαν έχομεν ούτε ατολμίαν. Τον αγώνα, όσον εξαρτάται από εμέ, δεν θα τον διεξαγάγω εντός του κόλπου ουδέ θα εισπλεύσω εις αυτόν. Διότι βλέπω ότι εναντίον αδεξίων αλλά πολλών πλοίων δεν συμφέρει εις τα έμπειρα και ευκίνητα πλοία η στενοχωρία. Εάν δεν βλέπη κανείς τους εχθρούς μακρόθεν, δεν δύναται ούτε να ορμήση καταλλήλως διά του εμβόλου ούτε εν ανάγκη να υποχωρήση πιεζόμενος· ελεύθεροι διέξοδοι και επιστροφαί δεν είναι δυναταί, καθότι ταύτα είναι έργα πλοίων δυναμένων να κινώνται ελευθέρως. Εν τοιαύτη περιπτώσει η ναυμαχία μεταβάλλεται εις πεζομαχίαν, εις δε το τοιούτον είδος της μάχης τα πλειότερα πλοία γίνονται χρησιμώτερα. Και περί μεν όλων τούτων εγώ θα λάβω πάσαν δυνατήν πρόνοιαν· σεις δε μένοντες εύτακτοι εις τας θέσεις σας εκτελείτε ταχέως τα παραγγέλματα, τόσω μάλλον όσω ο σταθμός των εχθρών είναι εις μικράν απόστασιν, και κατά την μάχην τηρείτε ευπείθειαν και σιωπήν, αι οποίαι είναι ωφέλιμοι εις όλα τα πολεμικά έργα, προ πάντων όμως εις τας ναυμαχίας. Φανήτε άξιοι των πρώτων κατορθωμάτων σας. Ο αγών είναι κρίσιμος διά σας· πρόκειται ή να αφαιρέσητε από τους Πελοποννησίους την εις το ναυτικόν ελπίδα, ή να καταστήσετε εις τους Αθηναίους πλησιέστερον τον φόβον ότι θα χάσουν την θαλασσοκρατορίαν. Σας υπενθυμίζω δε πάλιν ότι έχετε ήδη νικήσει τους περισσοτέρους εξ αυτών. Οι δε ηττημένοι άνθρωποι δεν δεικνύουν συνήθως εις τους αυτούς κινδύνους το αυτό θάρρος το οποίον έδειξαν πριν νικηθούν».

90. Τοιουτοτρόπως ο Φορμίων ενεθάρρυνε τους στρατιώτας του. Οι δε Πελοποννήσιοι, επειδή οι Αθηναίοι δεν εισήρχοντο εις τον κόλπον και εις τα στενά, ζητούντες να παρασύρουν αυτούς και μη θέλοντας άνοιξαν τα ιστία άμα εξημέρωσε και τάξαντες τα πλοία ανά τέσσαρα παρέπλεον κατά μήκος των παραλίων των εντός του κόλπου, με το δεξιόν κέρας προπορευόμενον και τηρούντες την τάξιν την οποίαν είχον ότε ηγκυροβόλησαν· εις τούτο το κέρας έταξαν τα είκοσι πλοία τα άριστα πλέοντα, όπως, εν περιπτώσει κατά την οποίαν ο Φορμίων ήθελε νομίσει ότι έπλεον κατά της Ναυπάκτου και ήθελε σπεύσει προς βοήθειαν αυτής επαπειλουμένης, μη δυνηθούν οι Αθηναίοι να αποφύγουν την επίθεσιν των είκοσι πλοίων, τα οποία έπλεον έξω του δεξιού κέρατος, αλλά να περικυκλωθούν υπ' αυτών. Ο δε, τούθ' όπερ και εκείνοι περιέμενον, φοβηθείς περί της Ναυπάκτου, η οποία ήτον αφύλακτος άμα είδεν αυτούς πλέοντας προς τανοικτά, παρά την θέλησίν του και βιαστικά επιβιβάσας εις τα πλοία τους στρατιώτας έπλεε παρά την ξηράν, όπου το πεζικόν των Μεσσηνίων παρεπορεύετο ως επικουρικόν. Ιδόντες δε οι Πελοποννήσιοι ότι οι εχθροί παρέπλεον τεταγμένοι ανά έν πλοίον και ότι ήδη ευρίσκοντο εντός του κόλπου και πλησίον της ξηράς, όπως ήθελαν, έκαμον αίφνης και δι' ενός σημείου στροφήν επ' αριστερά και μετά πάσης ταχύτητος έπλεον κατά των Αθηναίων ελπίζοντες ότι ήθελον περικυκλώσει όλον τον εχθρικόν στόλον. Αλλά τα μεν ένδεκα πλοία, τα οποία προηγούντο, διαφεύγουν το κέρας των Πελοποννησίων και εξέρχονται εις μέρος ανοικτόν· φθάσαντες δε τα άλλα οι Πελοποννήσιοι τα ώθησαν εις την ξηράν φεύγοντα, τα κατέστρεψαν και εφόνευσαν όλους τους Αθηναίους, όσοι δεν ηδυνήθησαν να σωθούν κολυμβώντες, δέσαντες δέ τινα πλοία κενά τα ερρυμούλκουν, εν δε μεταξύ αυτών το είχον συλλάβει ήδη μεθ' όλου του πληρώματος. Αλλ' οι Μεσσήνιοι, οίτινες παραπορευόμενοι την παραθαλασσίαν είχον σπεύσει εις βοήθειαν, εισήλθαν ένοπλοι εις την θάλασσαν, και αναβάντες εις τα ρυμουλκούμενα εκείνα πλοία επολέμησαν από των καταστρωμάτων και τα απέσπασαν από τον εχθρόν, ενώ τα έσυρον ήδη.

91. Εις τούτο λοιπόν το μέρος οι Πελοποννήσιοι ενίκησαν και κατέστρεψαν τα Αττικά πλοία· αλλά τα είκοσι πλοία των του δεξιού κέρατος κατεδίωκον τα ένδεκα πλοία των Αθηναίων τα οποία είχον διαφύγει την περικύκλωσιν και εξήλθον εις μέρος ευρύχωρον. Ταύτα, εκτός ενός, κατορθούν να καταφύγουν εις Ναύπακτον και αγκυροβολήσαντα πλησίον του ναού του Απόλλωνος στρέφουν τας πρώρας των προς τα εκτός και ετοιμάζονται να υπερασπίσουν εαυτά, εάν οι Πελοποννήσιοι επήρχοντο να τα καταδιώξουν μέχρι της παραλίας. Εκείνοι δε έφθασαν αργότερα, και έπλεον ψάλλοντες τον παιάνα, ως αν είχον ήδη νικήσει, και την μίαν ναυν των Αθηναίων, την μείνασαν οπίσω, κατεδίωκε μία ναυς Λευκαδία πολύ των άλλων προηγουμένη. Ολίγον μακράν από της παραλίας ευρίσκετο φορτηγόν πλοίον ηγκυροβολημένον, περί το οποίον στραφέν το αθηναϊκόν πλοίον αφού επλησίασε την διώκουσαν Λευκαδίαν ναυν κτυπά αυτήν εις το μέσον και την καταβυθίζει. Και οι μεν Πελοποννήσιοι ιδόντες το απροσδόκητον και παράδοξον εκείνο γεγονός κατελήφθησαν υπό τρόμου· και αμέσως τινές εξ αυτών, ατάκτως διώκοντες διά την πεποίθησιν, την οποίαν είχον περί της νίκης, ταπεινώσαντες τας κώπας των εσταμάτησαν τον πλουν θέλοντες να περιμείνουν τους άλλους, πράξις η οποία είναι επικίνδυνος απέναντι εχθρού τοσούτον πλησίον ευρισκομένου· άλλα δε πλοία εξώκειλαν εις υφάλους, ένεκεν αγνοίας του μέρους.

92. Οι δε Αθηναίοι ιδόντες τα γενόμενα ταύτα ανέκτησαν το θάρρος των και εις έν πρόσταγμα ώρμησαν κατά των εχθρών μετά μεγάλων κραυγών. Οι δε Πελοποννήσιοι, ένεκα των σφαλμάτων, εις τα οποία είχον υποπέσει και της αταξίας, εις την οποίαν ευρίσκοντο βραχείαν αντέταξαν αντίστασιν και έπειτα ετράπησαν προς τον Πάνορμον, από του οποίου είχον αναχωρήσει. Καταδιώκοντες δε οι Αθηναίοι και έξ πλοία τα εγγύτερον αυτών ευρισκόμενα εκυρίευσαν και επανέκτησαν εκείνα, τα οποία τοις ανήκον και τα οποία οι Πελοποννήσιοι κατά την έναρξιν της μάχης βλάψαντες πλησίον της ξηράς έσυρον κατόπιν των· εκ των ανδρών δε άλλους μεν εφόνευσαν, μερικούς δε συνέλαβον ζώντας. Επί δε του Λευκαδίου πλοίου, το οποίον κατεβυθίσθη πλησίον του φορτηγού πλοίου, πλέων ο Τιμοκράτης ο Λακεδαιμόνιος, άμα κατεστράφη το πλοίον, εσφάγη μόνος του και το πτώμα του ερρίφθη υπό των κυμάτων εις τον λιμένα των Ναυπακτίων. Αναχωρήσαντες δε οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον εις το μέρος, εκ του οποίου ορμήσαντες ενίκησαν, και τους νεκρούς και τα ναυάγια όσα ήσαν προς το μέρος των εσύναξαν και απέδωκαν τα των εχθρών διά συνθήκης. Έστησαν δε και οι Πελοποννήσιοι τρόπαιον ως τρέψαντες εις φυγήν τα πλοία, τα οποία συνέτριψαν πλησίον της ξηράς· και το πλοίον το οποίον είχαν κυριεύσει το ανέθεσαν επί του Ρίου του Αχαϊκού παρά το τρόπαιον. Μετά ταύτα, φοβούμενοι την εξ Αθηνών βοήθειαν, εισέπλευσαν διά νυκτός εις τον Κρισαίον κόλπον και την Κόρινθον πάντες πλην των Λευκαδίων. Οι δε Αθηναίοι, οίτινες ήρχοντο εκ Κρήτης μετά των είκοσι πλοίων και οίτινες ώφειλον να ενωθώσι μετά του Φορμίωνος προ της ναυμαχίας, έφθασαν εις Ναύπακτον ολίγον μετά την αναχώρησιν των εχθρικών πλοίων. Και το θέρος ετελείωσεν.

93. Πριν δε διαλύσουν το εις την Κόρινθον και τον Κρισαίον κόλπον αναχωρήσαν ναυτικόν, ο Κνήμος και ο Βρασίδας και οι άλλοι άρχοντες των Πελοποννησίων ηθέλησαν κατά την αρχήν του χειμώνος παρακινούμενοι υπό των Μεγαρέων να κάμουν απόπειράν τινα κατά του Πειραιώς, του λιμένος των Αθηναίων· ήτο δε αφύλακτος και άκλειστος, και τούτο δεν είναι άξιον απορίας ένεκα της μεγάλης υπεροχής των Αθηναίων επί της θαλάσσης. Απεφασίσθη λοιπόν να λάβη έκαστος στρατιώτης την κώπην και το λωρίον αυτής και το μαξιλάριον, να μεταβή διά ξηράς εκ της Κορίνθου εις την προς τας Αθήνας θάλασσαν, και αφού φθάσουν ταχέως εις Μέγαρα να σύρουν εις την θάλασσαν εκ της Νισαίας, νεωρίου των Μεγαρέων, τεσσαράκοντα πλοία, τα οποία έτυχον υπάρχοντα εκεί, και να πλεύσουν ευθύς κατά του Πειραιώς· διότι ούτε ναυτικόν υπήρχεν εις τον λιμένα τούτον προφυλάσσον ούτε πρόβλεψις καμμία (των Αθηναίων) ότι οι εχθροί ήθελον επέλθει ποτέ τοσούτον απροσδοκήτως· οι Αθηναίοι ποτέ δεν υπέθετον ότι ήτο δυνατόν να γίνη τοιαύτη προφανής και προμελετημένη επίθεσις, και εάν το υπέθετον, δεν επίστευαν όμως ότι δεν ήθελον το προΐδει. Αφού λοιπόν απεφασίσθη να εκτελεσθή το σχέδιον αυτό, οι Πελοποννήσιοι ήρχισαν αμέσως την πορείαν· φθάσαντες δε διά νυκτός και σύραντες εις την θαλασσαν εκ της Νισαίας τα πλοία έπλευσαν ουχί πλέον κατά του Πειραιώς, καθώς διενοούντο, είτε διότι εφοβήθησαν, είτε διότι, ως λέγεται, ημπόδισεν αυτούς ο άνεμος, αλλά προς το ακρωτήριον της Σαλαμίνος, το βλέπον προς τα Μέγαρα· εκεί υπήρχε φρούριον και φρουρά εκ τριών πλοίων όπως μήτε εισέρχεταί τις εις Μέγαρα μήτε εξέρχεται. Προσέβαλον το φρούριον, έλαβον τα πλοία κενά και επιπεσόντες απροσδοκήτως επί της λοιπής Σαλαμίνος ελεηλάτουν αυτήν.

94. Εν τούτοις πυρά υψώθησαν αναγγέλλοντα εις τας Αθήνας τον ερχομόν των εχθρών. Καθ' όλον το διάστημα του παρόντος πολέμου δεν ησθάνθησαν μεγαλυτέραν κατάπληξιν. Οι μεν εντός της πόλεως ευρισκόμενοι ενόμιζον ότι εισέπλευσαν ήδη οι πολέμιοι εις τον Πειραιά, οι δε εν Πειραιεί ενόμιζον ότι ούτοι εκυρίευσαν ήδη την Σαλαμίνα και ότι από στιγμής εις στιγμήν ήθελαν παρουσιασθή εις τον λιμένα· τούτο δε ευκολώτατα θα εγίνετο, εάν οι εχθροί δεν εκυριεύοντο υπό φόβου και δεν ημπόδιζεν αυτούς ο άνεμος. ’μα δε τη ημέρα καταβάντες οι Αθηναίοι πανδημεί εις τον Πειραιά έσυραν εις την θάλασσαν πλοία τινα και εισελθόντες μετά σπουδής και πολλού θορύβου εις αυτά έπλεον προς την Σαλαμίνα αφήσαντες το πεζικόν να φυλάττη τον Πειραιά. Οι δε Πελοποννήσιοι ειδοποιηθέντες περί του ερχομού των κατέστρεψαν τα πλείστα μέρη της Σαλαμίνος και απέπλευσαν ταχέως προς την Νίσαιαν λαβόντες αιχμαλώτους και λάφυρα και τρία πλοία εκ του Βουδόρου του φρουρίου· πρέπει δε να είπωμεν ότι τα πλοία εκείνα ενέβαλον αυτούς εις ανησυχίαν, καθότι μείναντα επί πολύν χρόνον εις την ξηράν είχον ξηρανθή και ανοίξει εις πολλά μέρη. Φθάσαντες δε εις τα Μέγαρα ανεχώρησαν πάλιν πεζή εις την Κόρινθον· οι δε Αθηναίοι μη προφθάσαντες αυτούς εις την Σαλαμίνα απέπλευσαν και αυτοί· έκτοτε όμως εφύλαττον προσεκτικώτερον τον Πειραιά, κλείοντες τους λιμένας και λαμβάνοντες όλας τας αναγκαίας προφυλάξεις.

95. Περί την αυτήν εποχήν κατά τας αρχάς του χειμώνος εκείνου ο βασιλεύς των Θρακών, ο Οδρύσης Σιτάλκης ο Τήρου, εστράτευσε κατά του βασιλέως της Μακεδονίας Περδίκκου του Αλεξάνδρου και κατά των εν τη Θράκη Χαλκιδέων. Επρόκειτο περί δύο υποσχέσεων εκ των οποίων την μίαν μεν ήθελε να την επιβάλη, την άλλην δε να την εκτελέση ο ίδιος. Ο Περδίκκας επιθυμών να τον συμφιλιώση ο βασιλεύς ούτος με τους Αθηναίους, οι οποίοι κατ' αρχάς τον επίεζον διά πολέμου, και να μη επαναφέρη εις τον θρόνον της Μακεδονίας τον αδελφόν του Φίλιππον, ο οποίος ήτον εχθρός του, έδωκε προς αυτόν υποσχέσεις τας οποίας δεν εξετέλεσεν· ο δε Σιτάλκης αφ' ετέρου είχεν υποσχεθή εις τους Αθηναίους, ότε συνεμάχησε μετ' αυτών, να καταπαύση τον επί της Θράκης Χαλκιδικόν πόλεμον. Δι' αυτάς λοιπόν τας δύο αιτίας επεχείρει την εκστρατείαν εκείνην φέρων μεθ' εαυτού και τον υιόν του Φιλίππου Αμύνταν διά να τον καταστήση βασιλέα της Μακεδονίας και τους πρέσβεις των Αθηναίων, οίτινες έτυχον παρόντες διά την υπόθεσιν ταύτην, και τον ’γνωνα ως στρατηγόν· διότι οι Αθηναίοι εχρεώστουν να έλθουν κατά των Χαλκιδέων μετά πλοίων και πολλού στρατού.

96. Αναχωρήσας εκ των Οδρυσών ο Σιτάλκης εκάλεσε πρώτον εις τα όπλα τους εντός του όρους Αίμου και της Ροδόπης Θράκας, επί των οποίων εβασίλευε μέχρι του Ευξείνου πόντου και του Ελλησπόντου, έπειτα τους πέραν του Αίμου Γέτας και τους κατοικούντας εις τα άλλα μέρη εντός του Ίστρου ποταμού και μάλλον γειτονεύοντας προς την θάλασσαν του Ευξείνου πόντου· είναι δε οι Γέται και οι άλλοι λαοί των χωρών τούτων γείτονες με τους Σκύθας, όλοι ιπποτοξόται, και έχουν τον αυτόν οπλισμόν. Ο Σιτάλκης προσεκάλεσεν επίσης και πολλούς εκ των αυτονόμων και μαχαιροφόρων ορεινών Θρακών, οίτινες λέγονται Δίοι και κατοικούν οι περισσότεροι εις το όρος της Ροδόπης· και άλλοι μεν επείσθησαν με μισθόν, άλλοι δε παρηκολούθησαν ως εθελονταί. Διήγειρεν ωσαύτως και τους Αγριάνας και τους Λαιαίους και όσα άλλα έθνη Παιονικά εκυβέρνα· και αυτοί ήσαν οι έσχατοι λαοί της κυριαρχίας του, η οποία, εξετείνετο μέχρι των Γρααίων και των Λαιαίων της Παιονίας και μέχρι του Στρυμόνος ποταμού. Ούτος δε ο ποταμός εκ του Σκόμβρου όρους ρέει διά των Γρααίων και των Λαιαίων και σχηματίζει τα όρια του προς το μέρος της Παιονίας βασιλείου των Οδρυσών· πέραν δε τούτου οι Παίονες είναι αυτόνομοι. Προς το μέρος των Τριβαλλών, αυτονόμων και τούτων, οι τελευταίοι υπήκοοι των Οδρυσών ήσαν οι Τρήρες και οι Τιλαταίοι· κατοικούν δε ούτοι προς βορράν του Σκόμβρου όρους και εκτείνονται προς δυσμάς μέχρι του Οσκίου ποταμού, ο οποίος ρέει εκ του αυτού όρους αφ' όπου ρέουν και ο Νέστος και ο Έβρος. Το δε όρος τούτο είναι έρημον και μέγα και συνέχεται με την Ροδόπην.

97. Το δε βασίλειον των Οδρυσών εξετείνετο προς το μέρος μεν της θαλάσσης από της πόλεως των Αβδήρων μέχρι του στομίου του Ίστρου εις τον Εύξεινον πόντον· την παραλίαν ταύτην πλοίον εμπορικόν, λαμβάνον την συντομωτέραν διεύθυνσιν, δύναται να διέλθη εντός τεσσάρων ημερών και ίσων νυκτών, εάν ο άνεμος πνέη πάντοτε κατά πρύμναν, την δε συντομωτέραν μεταξύ Αβδήρων και Ίστρου κατά ξηράν οδόν ανήρ εύζωνος δύναται να διατρέξη εις ένδεκα ημέρας. Η έκτασις του βασιλείου τοιαύτη ήτο προς την θάλασσαν· προς την ήπειρον δε, από του Βυζαντίου μέχρι των Λαιαίων και του Στρυμόνος ποταμού (διότι προς την διεύθυνσιν ταύτην είναι η πλατυτέρα έκτασις του βασιλείου από της θαλάσσης μέχρι των μεσογείων) δύναται να διέλθη το διάστημα ανήρ εύζωνος εις δεκατρείς ημέρας. Ο φόρος ο οποίος ετάχθη διά τας βαρβαρικάς πόλεις και τας ελληνίδας επί Σεύθου (ο οποίος διαδεχθείς τον Σιτάλκην είχεν αυξήσει αυτόν) ανήρχετο μέχρι τετρακοσίων ταλάντων εις άργυρον και χρυσόν νομισματικόν· και δώρα όμως όχι μικρότερα της ποσότητος ταύτης εδίδοντο χρυσά και αργυρά, χωρίς να μνημονεύσωμεν τα υφαντά και τα πρόβατα και τα άλλα διάφορα είδη, τα οποία προσέφερον όχι μόνον προς τον βασιλέα, αλλά και εις τους δυνατούς και τους ευγενείς μεταξύ των Οδρυσών. Μεταξύ των Οδρυσών, όπως και μεταξύ των άλλων Θρακών, επικρατεί συνήθεια όλως αντίθετος της των Περσών βασιλέων· μάλλον να λαμβάνουν παρά να δίδουν· νομίζουν αισχρότερον να μη λαμβάνουν οσάκις ζητούν κάτι παρά να ζητούν οσάκις δεν λαμβάνουν· αλλ' ένεκα της μεγάλης δυνάμεως των οι Οδρύσαι έκαμαν κατάχρησιν του εθίμου τούτου, διότι ήτο αδύνατον να επιτύχη κανείς τίποτε, εάν δεν έδιδε δώρα. Τούτου δε ένεκα το βασίλειον εκείνο απέκτησε μεγάλην ισχύν. Εξ όλων των εν τη Ευρώπη βασιλείων, όσα υπάρχουν μεταξύ του Ιονίου κόλπου και του Ευξείνου πόντου το βασίλειον εκείνο υπήρξεν αξιολογώτατον διά τας χρηματικάς προσόδους και την άλλην ευτυχίαν. Κατά την στρατιωτικήν όμως δύναμιν και τον αριθμόν των μαχητών οι Οδρύσαι είναι πολύ κατώτεροι των Σκυθών, με τους οποίους ουδέν έθνος δύναται να παραβληθή, όχι μόνον εν τη Ευρώπη, αλλά και εν αυτή τη Ασία, όπου δεν ευρίσκεται ουδέ έν δυνάμενον να αντισταθή εναντίον όλων των Σκυθών ηνωμένων. Όχι μόνον δε τούτο, αλλά και κατά την κρίσιν και την εκ πείρας επιτηδειότητα διά τας πολιτικάς υποθέσεις ουδείς λαός εξισούται προς αυτούς.

98. Ο Σιτάλκης λοιπόν βασιλεύων επί τοσαύτηw χώρας παρεσκευάζετο προς πόλεμον. Και αφού ητοιμάσθησαν τα πάντα αναχωρήσας επροχώρει εναντίον της Μακεδονίας πρώτον μεν διά των υπό την κυριαρχίαν του πόλεων, έπειτα διά του ερήμου όρους Κερκίνης το οποίον είναι μεθόριον μεταξύ Σιντών και Παιόνων. Διήλθε δε αυτό διά της οδού, την οποίαν αυτός προηγουμένως είχεν ανοίξει κόψας τα δάση, ότε εξεστράτευσε κατά των Παιόνων. Εξελθόντες των Οδρυσών και διερχόμενοι το όρος δεξιά μεν είχον τους Παίονας, αριστερά δε τους Σιντούς και τους Μαίδους. Διελθόντες δε αυτό έφθασαν εις Δόβηρον την Παιονικήν. Ενώ εξετέλει την πορείαν αυτήν, ο στρατός του ουδόλως ηλαττώθη εκτός εξ αιτίας μερικών ασθενειών σποραδικών, αλλά μάλλον ηυξήθη. Διότι πολλοί των αυτονόμων Θρακών ηκολούθουν απρόσκλητοι με την ελπίδα διαρπαγής, ώστε το όλον του στρατού συνεποσώθη, ως λέγεται, εις όχι ολιγώτερον των εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων ανδρών· εκ τούτων οι μεν περισσότεροι ήσαν πεζοί, μόλις δε το τρίτον εξ αυτών ιππείς. Τούτου δε του ιππικού το πλείστον μέρος ήσαν Οδρύσαι και μετ' αυτούς Γέται. Μεταξύ των πεζών εξησκημένοι περισσότερο, εις τον πόλεμον ήσαν οι εκ της Ροδόπης καταβάντες αυτόνομοι μαχαιροφόροι· ηκολούθει δε το άλλο ανάμικτον πλήθος στρατού, φοβερώτατον διά το πολυάριθμον αυτού.

99. Συνηθροίζοντο λοιπόν εν Δοβήρω και παρεσκευάζοντο όπως εκ του ύψους εκείνου εισβάλουν εις την κάτω Μακεδονίαν, επί της οποίας εβασίλευεν ο Περδίκκας. Οι Λυγκησταί και οι Ελιμιώται και τα άλλα πλέον μεσόγεια έθνη είναι μεν σύμμαχα των Μακεδόνων και υποτελή, έκαστον όμως αυτών έχει ιδικόν του βασιλέα. Την δε σημερινήν παρά την θάλασσαν Μακεδονίαν κατέκτησαν πρώτον ο Αλέξανδρος ο πατήρ του Περδίκκου και οι πρόγονοι αυτού Τημενίδαι εξ ’ργους καταγόμενοι, οι οποίοι εβασίλευσαν επ' αυτής, αφού ενίκησαν και έδιωξαν από μεν την Πιερίαν τους Πίερας, οίτινες ύστερον κατώκησαν τον Φάγρητα και τα άλλα χωρία υπό το Πάγγαιον όρος πέραν του Στρυμόνος ποταμού (μέχρι δε της σήμερον καλείται Πιερικός κόλπος η υπό το Πάγγαιον παραλία), από δε την καλουμένην Βοττίαν τους Βοττιαίους, οίτινες σήμερον συνορεύουν με τους Χαλκιδείς· της δε Παιονίας κατέκτησαν στενόν τι μέρος πλησίον του Αξίου ποταμού εκτεινόμενον εκ των εσωτέρων της χώρας μέχρι της Πέλλης και της θαλάσσης, και πέραν του Αξίου μέχρι του Στρυμόνος, εκδιώξαντες τους Ηδώνας απέκτησαν την καλουμένην Μυγδονίαν. Έδιωξαν δε και τους Εορδούς εκ της σήμερον καλουμένης Εορδίας, εκ των οποίων οι μεν πολλοί κατεστράφησαν, ολίγιστοι δε κατώκησαν πλησίον της Φύσκας, και από την Αμωλπίαν έδιωξαν τους Αμώλπας. Καθυπέταξαν δε οι Μακεδόνες ούτοι και τα άλλα έθνη, τα οποία έχουν μέχρι σήμερον, ήτοι τον Ανθεμούντα, την Γρηστωνίαν, την Βισαλτίαν και μέγα μέρος της κυρίως ονομαζομένης Μακεδονίας. Όλα δε ταύτα ονομάζονται Μακεδονία και ο Περδίκκας ο υιός του Αλεξάνδρου ήτο βασιλεύς αυτών ότε εισέβαλεν ο Σιτάλκης.

100. Οι Μακεδόνες ούτοι μη δυνάμενοι να αντισταθούν εναντίον τόσου στρατού απεσύρθησαν εις τα δυσπρόσιτα μέρη και εις τα ωχυρωμένα. Ήσαν δε αυτά όχι πολλά, αλλ' ύστερον Αρχέλαος ο υιός του Περδίκκου γενόμενος βασιλεύς και τα σήμερον ευρισκόμενα ωκοδόμησε και οδούς ευθείας διεχάραξε και κατά τα άλλα εστόλισε την πόλιν και εκανόνισε την στρατιωτικήν υπηρεσίαν συναθροίσας ίππους, όπλα και παντός είδους εφόδια περισσότερα παρ' όσα είχον και οι οκτώ βασιλείς ομού οι προ αυτού βασιλεύσαντες. Ο δε στρατός των Θρακών εκ της Δοβήρου εισέβαλε πρώτον μεν εις το αρχαίον βασίλειον του Φιλίππου και εκυρίευσε διά της βίας την Ειδομένην και διά συνθήκης την Γορτυνίαν και την Αταλάντην και τας άλλας πόλεις, αίτινες υπετάγησαν ένεκα φιλίας προς τον Αμύνταν τον υιόν του Φιλίππου, ο οποίος ευρίσκετο παρών (εις το στράτευμα). Επολιόρκησαν επίσης την Ευρώπην, αλλά δεν ηδυνήθησαν να την κυριεύσουν. Έπειτα δε επροχώρησαν και εις την άλλην Μεκεδονίαν την προς τα αριστερά της Πέλλης και της Κύρρου, δεν έφθασαν όμως μέχρι της Βοττιαίας και της Πιερίας, αλλ' ελεηλάτησαν την Μυγδονίαν, την Γρηστωνίαν και τον Ανθεμούντα. Οι δε Μακεδόνες διά μεν του πεζικού ουδ' εσκέφθησαν να αντισταθώσιν, αλλ' εζήτησαν ιππικόν από τους πλέον εσώτερον κατοικούντας συμμάχους, και μολονότι ήσαν ολίγοι εναντίον πολλών προσέβαλλον εν τούτοις τον στρατόν των Θρακών, όπου ενόμιζον αναγκαίον. Και, όπου μεν επετίθεντο, ουδείς ηδύνατο να αντικρούση ιππείς δεινούς και θωρακισμένους, περικυκλούμενοι όμως υπό πλήθους πολύ ανωτέρου διέτρεχον ενίοτε τον έσχατον κίνδυνον ώστε επί τέλους ησύχασαν μη νομίζοντες ότι είναι ικανοί να πολεμούν εναντίον δυνάμεων λίαν δυσαναλόγων.

