# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

## Part 13

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29833/index.md

73. Οι δε πρέσβεις ακούσαντες εισήλθον πάλιν εις την πόλιν και συσκεφθέντες μετά του πλήθους απεκρίθησαν ότι επεθύμουν να ανακοινώσουν πρώτον εις τους Αθηναίους τας προτάσεις ταύτας και να εκτελέσουν αυτάς εάν εκείνοι πεισθούν, μέχρι τότε όμως εζήτουν να γίνη ανακωχή και μη λεηλατηθή η χώρα των. Ο δε Αρχίδαμος επέτρεψεν ανακωχήν τοσούτων ημερών, όσα, ήρκουν διά να υπάγουν εις τας Αθήνας και να επιστρέψουν και δεν ελεηλάτησε την χώραν των. Ελθόντες δε οι Πλαταιείς πρέσβεις προς τους Αθηναίους και συσκεφθέντες μετ' αυτών επέστρεψαν εις τους συμπολίτας των αναγγέλλοντες εις αυτούς τα εξής. » Ω άνδρες Πλαταιείς, οι Αθηναίοι λέγουν ότι ούτε πρότερον αφ' ότου εγενόμεθα σύμμαχοι αυτών επέτρεψαν εις κανένα να μας αδικήοη, ούτε σήμερον θέλουν επιτρέψει τούτο, αλλά θα μας βοηθήσουν κατά δύναμιν. Σας εξορκίζουν λοιπόν εις τους όρκους, τους οποίους ώμοσαν οι πατέρες ημών, να μη μεταβάλετε κατ' ουδέν την υπάρχουσαν συμμαχίαν».

74. Αφού ανήγγειλαν ταύτα οι πρέσβεις, οι Πλαταιείς απεφάσισαν να μη προδώσουν τους Αθηναίους, αλλά να ανεχθούν εν ανάγκη και την λεηλασίαν της χώρας των υπό τους οφθαλμούς των και πάν ό,τι άλλο ηδύνατο να συμβή. Απεφάσισαν επίσης να μη αφήσουν πλέον κανένα να εξέλθη της πόλεως, αλλά να αποκριθούν από του τείχους ότι είναι αδύνατον εις αυτούς να πράξουν όσα προτείνουν οι Λακεδαιμόνιοι. Τοιαύτη υπήρξεν η απόκρισίς των. Εκ τούτου δε ηναγκάσθη ο βασιλεύς Αρχίδαμος να λάβη πρώτον την επιμαρτυρίαν των θεών και των εγχωρίων ηρώων λέγων τα εξής. «Θεοί προστάται της Πλαταιίδος χώρας και ήρωες, ας είσθε μάρτυρες ότι ουχί αδίκως, αλλά αφού επιώρκησαν οι άνθρωποι ούτοι, ήλθομεν κατά της χώρας των, εις την οποίαν οι πατέρες ημών επικαλεσθέντες την βοήθειάν σας ενίκησαν τους Μήδους, και την οποίαν κατεστήσατε επιτηδείαν διά τας μάχας των Ελλήνων. Και σήμερον, οιαιδήποτε και αν είναι αι πράξεις μας, δεν θέλουν εκληφθή ως άδικοι· διότι προτείναντες πολλά και δίκαια δεν εισηκούσθημεν. Συγχωρήσατε λοιπόν να τιμωρηθούν οι υβρισταί και βοηθήσατε τους επιβάλλοντας δικαίαν τιμωρίαν».

75. Μετά την επίσημον ταύτην επίκλησιν διέθεσε τον στρατόν προς έφοδον. Και πρώτον μεν διά των δένδρων, τα οποία είχαν κόψει περιεχαράκωσαν αυτούς, ίνα καταστήσουν αδύνατον κάθε έξοδον, έπειτα ύψωσαν πρόχωμα κατά του τείχους, ελπίζοντες ότι διά της εργασίας τόσου στρατεύματος ήθελε γίνει ταχεία η παράδοσις. Κόπτοντες λοιπόν ξύλα εκ του Κιθαιρώνος έκαμναν προχείρους οικοδομάς από τα δύο μέρη του προχώματος κατασκευάζοντες τους τοίχους με δεμάτια το έν επί του άλλου διά να μη καταρρέη το χώμα πολύ. Έρριπτον δε εις το διάκενον ξύλα, λίθους, χώμα και κάθε άλλο συντελούν προς πλήρωσιν αυτού. Ειργάσθησαν δε εις τούτο συνεχώς εβδομήκοντα ημέρας και νύκτας, διηρημένοι κατ' αναπαύλας ούτως ώστε οι μεν να φέρουν τα υλικά, οι δε να κοιμώνται ή να τρώγουν· οι Λακεδαιμόνιοι, οι διοικούντες τα στρατεύματα κάθε πόλεως, επετήρουν τους εργαζομένους και επέσπευδον το έργον. Οι δε Πλαταιείς, βλέποντες το πρόχωμα υψούμενον, κατεσκεύασαν ξύλινον τείχος και στήσαντες αυτό επί του τείχους των προς το επαπειλούμενον μέρος εφωδίασαν αυτό με πλίνθους ληφθείσας από την κατεδάφισιν των πλησίον οικιών. Συνέδεσαν δε τα ξύλα, ίνα μη το οικοδόμημα αποβή αδύνατον ένεκα του ύψους αυτού· είχε δε ως προκαλύμματα κατειργασμένα και ακατέργαστα δέρματα· ώστε και οι εργαζόμενοι και τα ξύλα να μη προσβάλλωνται από πυρφόρα βέλη και να διατελούν εν ασφαλεία. Το τείχος υψώθη εις ύψος μέγα, αλλά και το πρόχωμα δεν υψούτο μετ' ολιγωτέρας ταχύτητος. Τότε οι Πλαταιείς επενόησαν στρατήγημά τι· διατρυπήσαντες το τείχος των προς το μέρος όπου υψούτο το πρόχωμα αφήρουν κάτωθεν το χώμα.

76. Οι δε Πελοποννήσιοι εννοήσαντες τα γινόμενα εγέμισαν με πηλόν καλάθια από κάλαμον και έθεσαν αυτά εις τας οπάς, διά να μη διαρρέουν όπως το χώμα. Οι Πλαταιείς ιδόντες το σχέδιόν των διαλυόμενον την μεν εργασίαν διέκοψαν, ανοίξαντες δε υπόνομον εκ της πόλεως μέχρις υποκάτωθεν του προχώματος κατ' εικασίαν ήρχισαν πάλιν να σύρουν προς εαυτούς το χώμα. Η εργασία αύτη έμεινεν επί πολύ απαρατήρητος από τους πολιορκούντας, οίτινες όσον περισσότερον έρριπτον χώμα τόσον ολιγώτερον υψούτο το πρόχωμα, διότι, καθ' όσον αφηρείτο το χώμα υποκάτωθεν, το πρόχωμα εχαμηλούτο ακαταπαύστως. Φοβηθέντες δε οι Πλαταιείς μήπως ουδέ διά του τρόπου τούτου δυνηθούν να ανθέξουν ολίγοι εναντίον πολλών εφεύρον, ακόμη και το εξής μέσον· την μεν εργασίαν του μεγάλου οικοδομήματος, το οποίον υψώνετο απέναντι του προχώματος έπαυσαν, ένθεν δε και ένθεν αυτού, αρχίζοντες από το εσωτερικόν μέρος του μικρού τείχους μέχρι της πόλεως, έκτισαν δεύτερον τείχος μηνοειδές, όπως εν περιπτώσει κατά την οποίαν ήθελε κυριευθή το μέγα τείχος ανθέξη το δεύτερον τούτο, και οι εχθροί αναγκασθούν να εγείρουν δεύτερον πρόχωμα εναντίον του νέου τούτου οικοδομήματος, προχωρούντες δε εντός και διπλασίους κόπους να υποστούν και να περιέλθουν εις πλειοτέραν αμηχανίαν. Εν τούτοις οι Πελοποννήσιοι συγχρόνως με την πρόσχωσιν έφερον πλησίον της πόλεως και μηχανάς, μίαν μεν η οποία προσαχθείσα εις το πρόχωμα κατέσεισε μέγα μέρος του μεγάλου οικοδομήματος και κατεφόβισε τους Πλαταιείς, άλλας δε εφήρμοσαν εις διάφορα μέρη του τείχους. Αλλ' οι Πλαταιείς περιβάλλοντες αυτάς διά βρόχων τας έσυρον προς εαυτούς, και κρεμάσαντες μεγάλας δοκούς διά μακρών σιδηρών αλύσεων από των δύο άκρων δύο κεραιών αι οποίαι έκλιναν και εξείχον υπεράνω του τείχους εκράτουν αυτάς κρεμασμένας εγκαρσίως· άμα δε επρόκειτο να προσπέση κάπου η μηχανή, εχαλάρουν τας αλύσεις της δοκού και δεν εκράτουν αυτάς διά των χειρών· η δε δοκός, ορμητικώς πίπτουσα, απέκοπτε την προεκβολήν της μηχανής.

77. Μετά τούτο δε οι Πελοποννήσιοι, επειδή και αι μηχαναί ουδόλως ωφέλουν και αντιτείχισμα υψούτο εναντίον του προχώματός των, κρίναντες ότι ένεκα των ατυχημάτων, τα οποία υφίσταντο, ήτο αδύνατον να κυριεύσουν την πόλιν, ητοιμάσθησαν να περιτειχίσουν αυτήν. Αλλά προηγουμένως ενόμισαν καλόν να αποπειραθούν, αν ηδύναντο, δι' ευνοϊκού ανέμου, να πυρπολήσουν την πόλιν, η οποία δεν ήτο μεγάλη· διότι πάσαν ιδέαν επενόουν πώς να κυριεύσουν αυτήν άνευ δαπάνης και τακτικής πολιορκίας. Κομίζοντες λοιπόν δεμάτια ξύλων τα έρριπτον εκ του ύψους του προχώματος πρώτον μεν εις το μεταξύ του τείχους και του προχώματος διάστημα· αφού δε τούτο εγέμισε ταχέως ένεκα των πολλών προς τούτο εργαζομένων χειρών, επεσώρευσαν και εις αυτήν την πόλιν, όσον μακράν ηδύναντο να φθάσουν εκ του ύψους, όπου ευρίσκοντο. Εμβαλόντες δε πυρ μετά θείου και πίσσης ανήψαν τα ξύλα. Τοσαύτη δε φλοξ εγένετο, όσην ουδείς ουδέποτε μέχρι των χρόνων εκείνων είδεν αναφθείσαν υπό χειρών ανθρωπίνων· διότι, άλλως, συμβαίνει ενίοτε εις τα όρη, τα δένδρα των δασών τριβόμενα μεταξύ των υπό των ανέμων να ανάπτουν αυτομάτως και να αναδίδουν φλόγας.

Η πυρκαϊά δε αυτή ήτο μεγίστη, και ολίγον έλειψεν οι Πλαταιείς να καταστραφούν υπό του πυρός, αφού διέφυγον τους άλλους κινδύνους· διότι εντός της πόλεως ήτο αδύνατον να πλησιάση κανείς εις πολλά μέρη, εάν δε ήθελε πνεύσει ο άνεμος προς την διεύθυνσιν της πόλεως, το οποίον και ήλπιζαν οι ενάντιοι, οι Πλαταιείς δεν θα εσώζοντο. Αλλά λέγουν ότι κατ' εκείνην την στιγμήν συνέβη και τούτο, ύδωρ πολύ πεσόν εξ ουρανού μετά βροντών έσβεσε την φλόγα και ούτω κατέπαυσεν ο κίνδυνος.

78. Οι δε Πελοποννήσιοι επειδή και εις τούτο απέτυχον αποπέμψαντες μέρος του στρατού μετεχειρίσθησαν το υπόλοιπον διά να αποκλείσουν διά τείχους την πόλιν γύρωθεν, ορίσαντες τους στρατιώτας κάθε πόλεως να εργασθούν επί ωρισμένης εκτάσεως. Έσωθεν δε και έξωθεν υπήρχε τάφρος, το χώμα της οποίας εχρησίμευε προς κατασκευήν πλίνθων. Και ότε ετελείωσε το έργον κατά την επιτολήν του Αρκτούρου (4) καταλιπόντες φύλακας του ημίσεος τείχους (το δε άλλο ήμισυ το εφύλαττον Βοιωτοί) ανεχώρησαν μετά του στρατού και διελύθησαν κατά πόλεις. Οι δε Πλαταιείς, έχοντες ήδη μετακομίσει προηγουμένως εις τας Αθήνας τους παίδας και τας γυναίκας και τους γέροντας και το άχρηστον πλήθος των ανθρώπων, έμειναν εντός της πολιορκουμένης πόλεως τετρακόσιοι μετά ογδοήκοντα Αθηναίων και εκατόν δέκα γυναικών αρτοποιών. Τόσοι ήσαν εν συνόλω οι πολιορκούμενοι, και ουδείς άλλος υπήρχεν εις τα τείχη είτε δούλος είτε ελεύθερος. Και τοιαύτα μεν ήσαν τα μέσα διά των οποίων εγένετο η πολιορκία των Πλαταιών.

79. Κατά το αυτό δε θέρος και διαρκούσης της πολιορκίας των Πλαταιών οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν μετά δισχιλίων οπλιτών και διακοσίων ιππέων κατά των εις την Θράκην Χαλκιδέων και των Βοττιαίων. Ο σίτος ήτο ώριμος τότε. Εστρατήγει δε αυτών Ξενοφών ο Ευριπίδου μετά δύο άλλων στρατηγών. Ελθόντες δε εις την πόλιν της Βοττικής Σπάρτωλον διήρπαζον τα στάχυα. Ενόμιζον μάλιστα ότι ήθελε προσχωρήσει η πόλις ένεκα των συνεννοήσεων, τας οποίας είχον μετά τινων κατοίκων· αλλ' οι εναντιούμενοι εις ταύτα εζήτησαν βοήθειαν εκ της Ολύνθου, και ήλθον οπλίται και άλλοι στρατιώται προς φύλαξιν· οι φύλακες δε ούτοι εξελθόντες εκ της Σπαρτώλου συνεπλάκησαν εις μάχην προς τους Αθηναίους υπ' αυτά τα τείχη της πόλεως. Και οι μεν οπλίται των Χαλκιδέων και μερικοί επίκουροι μετ' αυτών νικώνται υπό των Αθηναίων και αναχωρούν εις την Σπάρτωλον, οι δε ιππείς και ψιλοί των Χαλκιδέων νικούν τους ιππείς και ψιλούς των Αθηναίων. Οι Χαλκιδείς είχον μαζύ τους ολίγους τινάς ακοντιστάς από την χώραν την ονομαζομένην Κρουσίδα. Ενώ δε μόλις προ ολίγου είχε τελειώσει η μάχη, ήλθον προς βοήθειαν και άλλοι ακοντισταί εκ της Ολύνθου. ’μα δε είδον αυτούς οι εκ της Σπαρτώλου ψιλοί, υπερήφανοι διότι δεν είχον νικηθή και ενθαρρυνθέντες περισσότερον εκ της παρουσίας των, επιτίθενται πάλιν μετά των Χαλκιδέων ιππέων και των νεωστί ελθόντων κατά των Αθηναίων, οίτινες απεσύρθησαν προς τας δύο τάξεις, τας οποίας είχον αφήσει προς φύλαξιν των σκευών. Και, οπότε μεν ώρμων οι Αθηναίοι, οι εχθροί ωπισθοχώρουν· οπότε δε υπεχώρουν, οι Χαλκιδείς επετίθεντο κατ' αυτών και τους προσέβαλλον δι' ακοντίων. Και οι ιππείς δε των Χαλκιδέων προστρέχοντες παντού όπου ήτο ανάγκη επετίθεντο και φοβίσαντες όχι ολίγον τους Αθηναίους έτρεψαν αυτούς εις φυγήν και τους κατεδίωξαν επί πολύ. Και οι μεν Αθηναίοι καταφεύγουν εις την Ποτείδαιαν, και ύστερον παραλαβόντες τους νεκρούς διά συνθήκης αναχωρούν εις τας Αθήνας μετά του υπολειπομένου στρατού· απέθανον δε εξ αυτών τετρακόσιοι τριάκοντα και πάντες οι στρατηγοί. Οι δε Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι έστησαν τρόπαιον και συναθροίσαντες τους νεκρούς των ανεχώρησαν εις τας πόλεις των.

80. Κατά το αυτό δε θέρος, όχι πολύ μετά τα συμβάντα ταύτα, οι Αμπρακιώται και οι Χάονες θέλοντες να υποτάξουν όλην την Ακαρνανίαν και να την αποσπάσουν από τους Αθηναίους πείθουν τους Λακεδαιμονίους να παρασκευάσουν ναυτικόν συμμαχικόν και να πέμψουν εις την Ακαρνανίαν χιλίους οπλίτας, λέγοντες ότι, εάν ηνώνοντο μετ' αυτών και προσέβαλλον την χώραν διά ξηράς άμα και θαλάσσης, θα ημπόδιζαν τους παραθαλασσίους Ακαρνάνας να βοηθήσουν τους εν τω εσωτερικώ, και ότι γινόμενοι κύριοι της Ακαρνανίας ευκόλως θα κατελάμβαναν και την Ζάκυνθον και την Κεφαλληνίαν, ο δε περί την Πελοπόννησον περίπλους δεν θα ήτο εις το εξής τόσον εύκολος εις τους Αθηναίους· ήλπιζον δε προσέτι να καταλάβουν και την Ναύπακτον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι πεισθέντες πέμπουν ευθύς τον Κνήμον, ο οποίος ήτο και τότε ναύαρχος, μετά των οπλιτών και ολίγων πλοίων, παρήγγειλαν δε να παρασκευασθή τάχιστα το ναυτικόν και να μεταβή εις Λευκάδα. Οι Κορίνθιοι προ πάντων εδείκνυαν μέγαν ζήλον υπέρ των Αμπρακιωτών, οι οποίοι ήσαν άποικοι των. Και το μεν ναυτικόν της Κορίνθου και της Σικυώνος και των γειτονικών πόλεων παρεσκευάζετο, το δε της Λευκάδος και της Αμπρακίας, φθάσαν προ των άλλων εις την Λευκάδα επερίμενεν εκεί. Ο δε Κνήμος και οι μετ' αυτού χίλιοι οπλίται, αφού διεπεραιώθησαν διαφυγόντες τον Φορμίωνα, ο οποίος ήρχε των είκοσιν αθηναϊκών πλοίων, τα οποία εφρούρουν περί την Ναύπακτον, ευθύς παρεσκεύαζαν την κατά ξηράν εκστρατείαν. Οι δε μετά δε του Κνήμου ευρισκόμενοι Έλληνες ήσαν Αμπρακιώται και Λευκάδιοι και Ανακτόριοι και οι χίλιοι Πελοποννήσιοι, τους οποίους είχε φέρει μαζί του, βάρβαροι δε ήσαν χίλιοι Χάονες χωρίς ηγεμόνα, διοικούμενοι υπό των ετησίων αρχηγών των Φωτίου και Νικάνορος της αρχούσης οικογενείας. Μετά των Χαόνων δε συνεξεστράτευσαν και οι επίσης χωρίς ηγεμόνα Θεσπρωτοί. Τους δε Μολοσσούς και τους Ατιντάνας ωδήγει ο Σαβύλινθος, επίτροπος ων του βασιλέως Θαρύπου, ο οποίος ήτο ακόμη παιδίον, τους Παραυαίους δε ο βασιλεύς Όροιδος. Χίλιοι δε Ορέσται, με την συγκατάθεσιν του βασιλέως των Αντιόχου, συνόδευσαν τους Παραυαίους και ετέθησαν υπό τας διαταγάς του Οροίδου. Και ο Περδίκκας έπεμψε κρυφίως από τους Αθηναίους χιλίους Μακεδόνας, οι οποίοι ήλθον κατόπιν. Με τούτον τον στρατόν επορεύετο ο Κνήμος, μη περιμείνας το εκ της Κορίνθου ναυτικόν· και διελθόντες διά της χώρας των Αργείων εξεπόρθησαν την Λιμναίαν, η οποία ήτο ατείχιστος, και έφθασαν εις την μεγάλην πόλιν της Ακαρνανίας Στράτον, νομίζοντες ότι, εάν ταύτην πρώτην κυριεύσουν, ευκόλως ήθελαν υποτάξει τας λοιπάς.

81. Οι δε Ακαρνάνες μαθόντες ότι στρατός πολυάριθμος εισήλθεν εις την χώραν των διά ξηράς και ότι συγχρόνως οι πολέμιοι έμελλον να έλθουν με τα πλοία των διά θαλάσσης, δεν ηνώθησαν προς κοινήν υπεράσπισιν, αλλά καθείς εφύλαττε τα ίδια, και έπεμπον εις τον Φορμίωνα ζητούντες παρ' αυτού βοήθειαν· αλλ' ούτος απεκρίθη ότι επειδή επερίμενεν από στιγμής εις στιγμήν το εκ Κορίνθου ναυτικόν, δεν ηδύνατο να εγκαταλείψη την Ναύπακτον ανυπεράσπιστον. Οι δε Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοι εις τρία διαιρεθέντες επροχώρουν προς την των Στρατιών πόλιν διά να στρατοπεδεύσουν πλησίον και να επιχειρήσουν την προσβολήν του τείχους, εάν δεν εγίνοντο κύριοι διά της πειθούς. Εις το κέντρον του στρατού εβάδιζαν οι Χάονες και οι άλλοι βάρβαροι, εις τα δεξιά αυτών οι Λευκάδιοι και οι Ανακτόριοι και οι μετά τούτων, εις τα αριστερά δε ο Κνήμος και οι Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώται· απείχον δε πολύ απ' αλλήλων και ενίοτε ουδ' εβλέποντο. Και οι μεν Έλληνες επροχώρουν εν τάξει και προσέχοντες μέχρις ου εστρατοπέδευσαν εις χώρον κατάλληλο. Οι δε Χάονες έχοντες πεποίθησιν εις τας δυνάμεις των και αξιούντες ότι ήσαν μαχιμώτεροι πάντων των εν τη ηπείρω εκείνη κατοικούντων δεν έσχον την υπομονήν να στήσουν στρατόπεδον, αλλά προχωρήσαντες ορμητικώς μετά των άλλων βαρβάρων, ενόμισαν ότι ήθελον κυριεύσει την πόλιν με αλαλαγμόν και ότι το κατόρθωμα τούτο ήθελεν αποδοθή εις αυτούς. Εννοήσαντες δε αυτούς οι Στράτιοι ότι επλησίαζον και σκεφθέντες ότι, εάν τους ενίκων απομονωμένους, οι Ελληνες θα εβράδυνον την προσβολήν των, έστησαν ενέδρας περί την πόλιν, και, άμα έφθασαν οι βάρβαροι πλησίον, επετέθησαν κατ' αυτών συγχρόνως και εκ της πόλεως και εκ των ενεδρών εξελθόντες. Οι Χάονες καταληφθέντες υπό τρόμου εφονεύθησαν πολλοί, οι δε άλλοι βάρβαροι, άμα είδον αυτούς υποχωρήσαντας, δεν αντέστησαν, αλλ' ετράπησαν εις φυγήν. Οι Έλληνες των δύο στρατοπέδων δεν ενόησαν την μάχην εκείνην, καθότι οι βάρβαροι είχαν προχωρήσει πολύ, και ενόμισαν ότι έσπευσαν την πορείαν των, διά να στήσουν το στρατόπεδόν των. Ότε δε οι βάρβαροι φεύγοντες έπεσαν εις το μέσον αυτών, τους εσύναξαν, εσχημάτισαν έν μόνον στρατόπεδον και ησύχαζαν αυτού κατά το υπόλοιπον της ημέρας. Οι Στράτιοι δεν συνεπλάκησαν μετ' αυτών, διότι δεν είχον ενισχυθή ακόμη παρά των άλλων Ακαρνάνων, αλλ' εσφενδόνιζον μακρόθεν και τους έφεραν εις μεγάλην αμηχανίαν· διότι δεν ηδύναντο ουδέ βήμα να προχωρήσουν άνευ ασπίδος· οι δε Ακαρνάνες φημίζονται ότι είναι άριστοι σφενδονισταί.

82. Αφού δε επήλθεν η νυξ, αναχωρήσας ο Κνήμος ταχέως μετά του στρατού προς τον ποταμόν ’ναπον, ο οποίος απέχει ογδοήκοντα σταδίους από της πόλεως Στράτου, και τους νεκρούς συνήθροισε την επομένην διά συνθήκης και προσελθόντων των Οινιαδών ως φίλων αναχωρεί εις την χώραν των πριν έλθη η ενίσχυσις των άλλων Ακαρνάνων. Εκείθεν δε ανεχώρησαν εις τα ίδια. Οι δε Στράτιοι έστησαν τρόπαιον διά την ήτταν των βαρβάρων.

83. Το δε ναυτικόν των Κορινθίων και των άλλων συμμάχων, το οποίον εκ του Κρισαίου κόλπου εξερχόμενον ώφειλε να ενωθή με τον Κνήμον, όπως εμποδίσουν τους παραθαλασσίους Ακαρνάνας να δώσουν βοηθειαν εις τους μεσογείους, δεν προσήλθεν, αλλ' ηναγκάσθη, κατά τας αυτάς ημέρας της εν Στράτω μάχης να ναυμαχήση προς τον Φορμίωνα και τα δέκα πλοία των Αθηναίων, τα οποία εφρούρουν εις Ναύπακτον. Διότι ο Φορμίων επετήρει αυτούς παραπλέοντας έξω του κόλπου, σκοπεύων να επιτεθή κατ' αυτών εις μέρος ευρύχωρον. Οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι έπλεον προς την Ακαρνανίαν ουχί ωσάν να επρόκειτο διά ναυμαχίαν, αλλ' ους αν εσχεδίαζαν μάλλον εκστρατείαν διά ξηράς, διότι δεν επίστευον ποτέ ότι οι Αθηναίοι μετά των είκοσι πλοίων των ήθελον τολμήσει να συνάψουν ναυμαχίαν εναντίον αυτών εχόντων τεσσαράκοντα επτά πλοία· εν τούτοις, ενώ επροχώρουν παραπλέοντες την ξηράν, έβλεπαν τους Αθηναίους αντιπαραπλέοντας εις την αντιπέραν παραλίαν, και, ενώ εκ των Πατρών της Αχαΐας διηυθύνοντο προς την αντικρύ ήπειρον, διά να φθάσουν εις την Ακαρνανίαν, είδαν ευδιακρίτως τους Αθηναίους προχωρούντας κατ' αυτών εκ της Χαλκίδος και του ποταμού Ευήνου. Μη δυνηθέντες λοιπόν να αγκυροβολήσουν απαρατήρητοι ηναγκάσθησαν να ναυμαχήσουν εις το μέσον του πορθμού. Εκάστη πόλις είχε τους στρατηγούς της, οι οποίοι και εκανόνισαν τα της ναυμαχίας. Στρατηγοί δε της Κορίνθου ήσαν ο Μαχάων, ο Ισοκράτης και ο Αγαθαρχίδας. Και οι μεν Πελοποννήσιοι παρέταξαν τα πλοία των κυκλοτερώς, όσον ηδυνήθησαν ανετώτερα, χωρίς εν τούτοις να αφήνουν πέρασμα εις τον εχθρόν, έχοντες τας πρώρας έξω και τας πρύμνας έσω, και θέσαντες εις το μέσον τα μικρά πλοία όσα συνεξέπλευσαν μετ' αυτών και πέντε εκ των μάλλον ταχυπλόων πλοίων, διά να προστρέχουν πανταχού, όπου επέπιπτον οι εχθροί.

84. Οι δε Αθηναίοι παραταγμένοι κατά μίαν ναυν εστρέφοντο περί τον κύκλον και ηνάγκαζον αυτόν να συστέλλεται ολίγον κατ' ολίγον, ακροθιγώς πάντοτε παραπλέοντες και φαινόμενοι ότι ήσαν εις την ακμήν να επιτεθούν· τους είχε δε απαγορεύσει ο Φορμίων να συμπλακούν πριν αυτός δώση το σημείον. Διότι ήλπιζεν ότι ο εχθρικός στόλος δεν ήθελε διατηρήσει την τάξιν ως στρατός ξηράς, αλλ' ότι τα μεγάλα πλοία ήθελον συμπέσει προς άλληλα και ότι τα μικρά ήθελον προξενήσει ταραχήν· τέλος ήλπιζεν ότι, εάν ηγείρετο ο άνεμος, όστις συνήθως έπνεεν εκ του κόλπου περί την αυγήν, δεν ήθελεν αφήσει εις αυτούς ουδέ στιγμής ησυχίαν. Και προσδοκών τούτο περιέπλεεν. Επειδή δε τα πλοία του ήσαν ελαφρότερα, ενομιζεν ότι από αυτόν εξηρτάτο η στιγμή της επιθέσεως, η οποία ουδόλως αμφέβαλεν ότι ήθελεν αποβή υπέρ αυτού. Ότε λοιπόν ήρχισε να πνέη ο άνεμος, τα δε πλοία, εις στενόν χώρον ευρισκόμενα, εταράσσοντο συγχρόνως και υπό του άνεμου και υπό των μικρών πλοίων· ότε το έν προσέπιπτεν επί του άλλου, τα δε πληρώματα μετά κραυγών και λοιδοριών και χειρισμών εσπρώχνοντο (διά να μη συγκρούωνται) με κοντούς· ότε μη ακούοντες καθαρά μήτε τας διαταγάς μήτε τους κελευστάς, οι άπειροι εκείνοι άνθρωποι, αδυνατούντες να μεταχειρισθούν τας κώπας εις ταραγμένην θάλασσαν, έκαμναν τα πλοία απειθή προς τους κυβερνήτας· τότε ο Φορμίων δίδει το σημείον, και επιτεθέντες οι Αθηναίοι πρώτον μεν καταβυθίζουν μίαν ναυαρχίδα, έπειτα δε καταστρέφουν και όλα όσα προσέβαλον, ούτως ώστε ο εχθρός μη δυνηθείς να αντισταθή ετράπη εις άτακτον φυγήν και κατέφυγεν εις τας Πάτρας και την Δύμην της Αχαΐας. Οι δε Αθηναίοι καταδιώξαντες και συλλαβόντες δώδεκα πλοία, και φονεύσαντες τους πλείστους άνδρας αυτών απέπλευσαν εις Μολύκρειον, και στήσαντες τρόπαιον επί του Ρίου και αναθέσαντες πλοίον εις τον Ποσειδώνα ανεχώρησαν εις Ναύπακτον. Αμέσως δε ανεχώρησαν και οι Πελοποννήσιοι με τα μείναντα πλοία εκ Δύμης και Πατρών διά την Κυλλήνην λιμένα των Ηλείων· και από της Λευκάδος ο Κνήμος και τα εκ της νήσου εκείνης πλοία, τα οποία ώφειλον να ενωθούν με τα της Πελοποννήσου, φθάνουν εις την Κυλλήνην μετά την εν Στράτω μάχην.

85. Οι δε Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν προς τον Κνήμον ως συμβούλους επί των πλοίων τον Τιμοκράτην, τον Βρασίδαν και τον Λυκόφρονα με διαταγήν να προετοιμασθούν καλλίτερον προς νέαν ναυμαχίαν και να μη αφήνουν να αποκλείεται η θάλασσα υπό ολίγων πλοίων. Διότι, μολονότι η ναυμαχία εκείνη ήτο πρώτη απόπειρα, εξεπλήττοντο όμως διά τοσαύτην καταστροφήν, και δεν επίστευαν ότι το ναυτικόν των ήτον υποδεέστερον, αλλά μάλλον απέδιδαν την ήτταν εις ανανδρίαν, μη αντισταθμίζοντες την αρχαίαν των Αθηναίων εμπειρίαν με την πρόσφατον ιδικήν των μαθητείαν· μετ' οργής λοιπόν απέστειλαν τους συμβούλους. Ούτοι δε φθάσαντες διέταξαν μετά του Κνήμου τας διαφόρους πόλεις να πέμψουν πλοία και τα υπάρχοντα προητοίμαζον καταλλήλως προς ναυμαχίαν. Στέλλει δε και ο Φορμίων εις τας Αθήνας αναγγέλλων τας προετοιμασίας των Λακεδαιμονίων και διηγούμενος τα της ναυμαχίας, την οποίαν ενίκησεν· εζήτει δε να του στείλουν ταχέως όσα περισσότερα πλοία, καθότι από ημέρας εις ημέραν επεριμένετο νέα ναυμαχία. Οι δε Αθηναίοι έπεμψαν προς αυτόν είκοσι πλοία και παρήγγειλαν εις τον κομίζοντα αυτά να διέλθη πρώτον εκ Κρήτης, διότι Κρης τις Γορτύνιος, ο Νίας, πρόξενος ων, έπεισεν αυτούς να έλθουν εις Κυδωνίαν, πόλιν πολεμίαν των Αθηνών, υποσχεθείς να την παραδώση εις αυτούς· ενήργει δε ταύτα χαριζόμενος εις τους ομόρους των Κυδωνιατών Πολιχνίτας. Και ο μεν κομιστής λαβών τα πλοία ανεχώρησε διά την Κρήτην και ενωθείς μετά των Πολιχνιτών ελεηλάτει την χώραν των Κυδωνιατών, αλλ' εμποδισθείς υπό των ανέμων και της τρικυμίας εχρονοτρίβησεν εκεί όχι ολίγον χρόνον.

86. Οι δε εν τη Κυλλήνη Πελοποννήσιοι, καθ' ον χρόνον οι Αθηναίοι εκρατούντο εις την Κρήτην, παρασκευασθέντες προς ναυμαχίαν παρέπλευσαν μέχρι του Πανόρμου του Αχαϊκού, όπου είχεν έλθει ο κατά ξηράν στρατός των Πελοποννησίων προς βοήθειαν των. Έπλευσε δε και ο Φορμίων προς το Ρίον το Μολυκρικόν και ηγκυροβόλησεν έξωθεν αυτού με τα είκοσι πλοία, τα οποία είχον ήδη ναυμαχήσει. Τούτο δε το Ρίον ανήκεν εις τους Αθηναίους, ενώ το άλλο το απέναντι ανήκεν εις τους Πελοποννησίους· το διάστημα της θαλάσσης το οποίον χωρίζει το έν από του άλλου, είναι επτά ολοκλήρων σταδίων και σχηματίζει το στόμιον του Κρισαίου κόλπου. Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν εις τούτο το Ρίον της Αχαΐας, το οποίον ολίγον απείχε του Πανόρμου, όπου υπήρχεν ο πεζός στρατός, ηγκυροβόλησαν και αυτοί με εβδομήκοντα επτά πλοία, άμα είδον τους Αθηναίους. Και επί έξ ή επτά ημέρας οι δύο στόλοι έμεναν αντιμέτωποι και ετοιμαζόμενοι προς ναυμαχίαν, καθόσον οι μεν Πελοποννήσιοι δεν ήθελον να εξέλθουν των Ρίων εις το πέλαγος, φοβούμενοι το προηγούμενον πάθημα, οι δε Αθηναίοι εφοβούντο να εισπλεύσουν εις τα στενά, νομίζοντες ότι η εν τω στενώ ναυμαχία ήθελεν αποβή υπέρ των Πελοποννησίων. Τέλος ο Κνήμος, ο Βρασίδας και οι άλλοι στρατηγοί των Πελοποννησίων, θέλοντες να βιάσουν την ναυμαχίαν πριν έλθη από τας Αθήνας άλλη ενίσχυσις, συνεκάλεσαν πρώτον τους στρατιώτας και βλέποντες πολλούς εξ αυτών φοβουμένους διά την προτέραν ήτταν και μη όντας προθύμους απέτειναν προς αυτούς την εξής παρότρυνσιν.

