# Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος πρώτος

## Part 10

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29833/index.md

19. Εν τούτοις, αφού προσέβαλαν την Οινόην και έθεσαν ματαίως εις ενέργειαν όλα τα μέσα προς κυρίευσιν αυτής, μη βλέποντες να έρχεται εξ Αθηνών κανείς κήρυξ, έλυσαν την πολιορκίαν και εισέβαλαν εις την Αττικήν, ογδοήκοντα ημέρας μετά την είσοδον των Θηβαίων εις Πλαταιάς, εις τα μέσα του θέρους την εποχήν του σίτου· ήτο δε στρατηγός αυτών ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος ο Ζευξιδάμου. Και στρατοπεδεύσαντες πρώτον εις την Ελευσίνα και το Θριάσιον πεδίον ελεηλάτησαν αυτά και έτρεψαν εις φυγήν μερικούς Αθηναίους ιππείς περί τους καλουμένους Ρείτους. Έπειτα επροχώρησαν διά της Κρωπίας δεξιά έχοντες το Αιγάλεων όρος έως ου έφθασαν εις τας Αχαρνάς, ένα εκ των μεγίστων δήμων της Αττικής. Και σταματήσαντες εκεί έστησαν το στρατόπεδόν των και έμειναν πολύν καιρόν λεηλατούντες τα πέριξ.

20. Ιδού δε, ως λέγεται, ποίον σκοπόν είχεν ο Αρχίδαμος, ο οποίος παραταχθείς ως εις μάχην έμενε περί τας Αχαρνάς και δεν κατέβη εις την πεδιάδα κατά την εισβολήν εκείνην. Ήλπιζεν ότι οι Αθηναίοι, έχοντες πολυάριθμον και ακμάζουσαν νεολαίαν και όντες παρεσκευασμένοι προς πόλεμον όσον ουδέποτε άλλοτε, ήθελον ίσως έλθει εναντίον του και δεν θα υπέφερον να ίδουν λεηλατουμένην την χώραν αυτών. Μη συναντήσας δε αυτούς μήτε εις την Ελευσίνα μήτε εις το Θριάσιον πεδίον, ηθέλησε να δοκιμάση αν στρατοπεδεύων πλησίον των Αχαρνών θα τους ηνάγκαζε να εξέλθουν· διότι και ο χώρος εκείνος εφαίνετο εις αυτόν κατάλληλος εις στρατοπέδευσιν και διότι εσκέπτετο ότι οι Αχαρνείς αποτελούντες μέγα μέρος του πληθυσμού της πόλεως (επειδή παρείχον τρισχιλίους οπλίτας) δεν θα άφηναν να καταστραφούν τα υπάρχοντά των, αλλ' ήθελαν ορμήσει πάντες εις μάχην. Εάν όμως δεν επεξήρχοντο οι Αθηναίοι κατά της εισβολής εκείνης, τότε ουδέν θα ημπόδιζε τους Πελοποννησίους να λεηλατήσουν κατόπιν την πεδιάδα και να προχωρήσουν μέχρι και αυτής της πόλεως. Υποθέτων λοιπόν ο Αρχίδαμος ότι οι Αχαρνείς, καταστρεφομένων των κτημάτων των, δεν θα ήσαν πρόθυμοι να εκτεθούν εις κίνδυνον χάριν των άλλων, και κατεχόμενος υπ' αυτής της σκέψεως έμενε χρονοτριβών περί τας Αχαρνάς.

21. Οι δε Αθηναίοι μέχρις ου ο μεν στρατός ήτο πλησίον της Ελευσίνος και του Θριασίου πεδίου, είχαν ελπίδα τινά ότι δεν θα επροχώρει εγγύτερον, ενθυμούμενοι ότι και ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Πλειστοάναξ ο Παυσανίου, ότε εισέβαλεν εις την Αττικήν μετά στρατού Πελοποννησιακού, δεκατέσσαρα έτη προ του παρόντος πολέμου, είχεν έλθει μέχρι της Ελευσίνος και του Θριασίου πεδίου, αλλ' ανεχώρησε πάλιν μη προχωρήσας περισσότερον (διό και εξωρίσθη εκ της Σπάρτης επί τη υπονοία ότι επείσθη διά χρημάτων να αναχωρήση)· ότε όμως είδον τον στρατόν περί τας Αχαρνάς εξήκοντα στάδια της πόλεως απέχοντα, δεν ηδυνήθησαν πλέον να κρατηθούν. Η υπ' αυτούς τους οφθαλμούς των λεηλασία των αγρών ήτο τωόντι φρικώδες θέαμα, το οποίον όχι μόνον οι νεώτεροι, αλλ' ουδ' αύται οι πρεσβύτεροι δεν ενεθυμούντο να έγινεν άλλοτε εκτός επί των Μηδικών. Όλοι και προ πάντων οι νέοι ήθελαν να εξέλθουν και να εκδικηθούν την ύβριν εκείνην. Συναθροιζόμενοι λοιπόν εφιλονείκουν ζωηρώς, οι μεν θέλοντες να εξέλθουν, οι δε μη θέλοντες. Οι μάντεις έψαλλον παντός είδους χρησμούς, τους οποίους καθείς ηκροάτο αναλόγως της ψυχικής του διαθέσεως. Και οι Αχαρνείς, οι οποίοι εθεωρούντο ως απαρτίζοντες μέρος των Αθηναίων ουχί ασήμαντον, βλέποντες καταστρεφομένην την χώραν των, εζήτουν μετά κραυγών την έξοδον. Η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον ερεθισμόν και όλοι ωργίζοντο κατά του Περικλέους. Όλαι αι προγενέστεραι συμβουλαί του είχον λησμονηθή, και τον εχαρακτήριζον ως αίτιον όλων των κακών, τα οποία έπασχον.

22. Ο δε Περικλής βλέπων μεν αυτούς δυσφορούντας διά τα παρόντα και έχοντας γνώμην εσφαλμένην, πεπεισμένος δε ότι είχε δίκαιον ανθιστάμενος εις την έξοδόν των, ούτε εις εκκλησίαν αυτούς συνεκάλεσεν ούτε επέτρεψε καμμίαν συνάθροισιν, φοβηθείς μήπως ο λαός πράξη σφάλμα τι υπό οργής μάλλον ή υπό φρονήσεως συναθροιζόμενος. Περιωρίζετο δε εις το να φυλάττη την πόλιν και να διατηρή την ησυχίαν όσον ηδύνατο. Δεν έπαυεν εν τούτοις να στέλλη έξω ιππείς, όπως εμποδίζη την εχθρικήν εμπροσθοφυλακήν από του να εισπίπτη εις τους εγγύς της πόλεως αγρούς και καταστρέφη αυτούς· εγένετο μάλιστα και μικρά τις συμπλοκή εν Φρυγίοις μεταξύ του βοιωτικού ιππικού και ενός αθηναϊκού λόχου υποστηριζομένου υπό Θεσσαλών, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλοί δεν εφάνησαν κατώτεροι μέχρι της στιγμής όπου ο εχθρός, ενισχυθείς υπό Βοιωτών οπλιτών, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν και εφόνευσεν όχι πολλούς· και εν τούτοις οι Αθηναίοι ηδυνήθησαν να συναθροίσουν τους νεκρούς των αυθημερόν και άνευ συνθήκης. Οι δε Πελοποννήσιοι έστησαν την επομένην ημέραν τρόπαιον. Η βοήθεια αύτη των Θεσσαλών εστάλη προς τους Αθηναίους δυνάμει αρχαίας συμμαχίας. Ήλθον λοιπόν προς αυτούς Λαρισαίοι, Φαρσάλιοι, Παρράσιοι, Κραννώνιοι, Πυράσιοι, Γυρτώνιοι, Φεραίοι. Επί κεφαλής τούτων ήσαν ο Πολυμήδης και ο Αριστόνους, αμφότεροι εκ Λαρίσης, αλλ' αντιθέτων κομμάτων, και ο Μένων εκ Φαρσάλου· καθεμία δε των άλλων πόλεων είχε τον αρχηγόν της.

23. Οι δε Πελοποννήσιοι, μη βλέποντες τους Αθηναίους να εξέρχονται εις μάχην, ανεχώρησαν εξ Αχαρνών και ελεηλάτησαν άλλους τινάς δήμους κειμένους μεταξύ της Πάρνηθος και του Βριλησσού όρους. Ενώ δε αυτοί ευρίσκοντο εις την Αττικήν, οι Αθηναίοι απέστειλαν περί την Πελοπόννησον τα εκατόν πλοία, τα οποία είχαν εξοπλίσει, επιβιβάσαντες επ' αυτών χιλίους οπλίτας και τετρακοσίους τοξότας· εστρατήγει δε Καρκίνος ο Ξενοτίμου, Πρωτέας ο Επικλέους και Σωκράτης ο Αντιγένους. Και οι μεν πλεύσαντες εις τα ανοικτά μετά της τοιαύτης παρασκευής επροχώρουν ανά τα παράλια, οι δε Πελοποννήσιοι μείναντες εις την Αττικήν εφ' όσον χρόνον είχαν τρόφιμα, ανεχώρησαν διά της Βοιωτίας και ουχί διά της οδού διά της οποίας εισήλθον· διερχόμενοι δε έμπροσθεν της Ωρωπού, ελεηλάτησαν την χώραν, η οποία καλείται Πειραϊκή, και την οποίαν νέμονται οι Ωρώπιοι υπήκοοι των Αθηναίων. Επιστρέψαντες δε εις την Πελοπόννησον απεχωρίσθησαν και μετέβη καθείς εις τον τόπον του.

24. Αφού δε αυτοί ανεχώρησαν, οι Αθηναίοι κατέστησαν φύλακας διά ξηράς και θαλάσσης, ως εάν έμελλον να φυλάττουν καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου· εψήφισαν δε ως εξαιρετικόν μέτρον να θέσουν κατά μέρος χίλια τάλαντα εκ των εν τη ακροπόλει ευρισκομένων χρημάτων και να μη τα εξοδεύσουν, αλλά τα έξοδα του πολέμου να γίνουν με τα άλλα· εάν δε τις κάμη ή θέση εις ψηφοφορίαν την πρότασιν να εγγίσουν τα χρήματα εκείνα δι' άλλο τι, να καταλογίζεται κατ' αυτού θάνατος, εκτός εάν οι εχθροί επέλθουν κατά της πόλεως μετά ναυτικού στρατού και ληφθή ανάγκη να υπερασπισθούν (ναυτικώς) εαυτούς. Εψήφισαν ομοίως να φυλάξουν κατά μέρος εκατόν τριήρεις, εκλεγομένας κατ' έτος μεταξύ των αρίστων, και τους τριηράρχους αυτών· να μη μεταχειρισθούν δε αυτάς καθώς και τα χρήματα του θησαυρού ειμή μόνον κατά την περίστασιν κατά την οποίαν ο αυτός κίνδυνος ήθελεν απαιτήσει τούτο.

25. Οι δε Αθηναίοι οίτινες ήσαν επί των εκατόν πλοίων των πεμφθέντων περί την Πελοπόννησον, καθώς και οι Κερκυραίοι οι ελθόντες μετά πεντήκοντα πλοίων προς βοήθειάν των, καί τινες άλλοι σύμμαχοι των παραλίων εκείνων κατέστρεψαν κατά τον περίπλουν των πολλά μέρη και αποβάντες εις την Μεθώνην της Λακωνίας προσέβαλον το τείχος αυτής, το οποίον ήτο ασθενές και εστερείτο ανθρώπων. Έτυχεν όμως εις τα περίχωρα ο Βρασίδας, υιός του Τέλλιδος, ανήρ Σπαρτιάτης, έχων μαζί του έν σώμα στρατιωτικόν. Ειδοποιηθείς περί του κινδύνου έδραμε προς βοήθειαν του φρουρίου μετά εκατόν οπλιτών. Διασχίσας δε το στρατόπεδον των Αθηναίων, διεσπαρμένον ανά την χώραν και ενασχολημένον περί τας εργασίας της πολιορκίας, ρίπτεται εις την Μεθώνην, και ολίγους μόνον άνδρας απολέσας εις την εισδρομήν εκείνην και την πόλιν έσωσε και ένεκα του τολμήματος τούτου επηνέθη εν Σπάρτη ως πρώτος των ανδρείων. Οι δε Αθηναίοι άραντες τας αγκύρας παρέπλεον τας ακτάς και αποβιβασθέντες εις την Ηλείαν, όχι μακράν της Φειάς, ελεηλάτουν την χώραν επί δύο ημέρας και πολεμήσαντες εναντίον τριακοσίων εκλεκτών, οι οποίοι είχον έλθει εκ της κοίλης Ήλιδος καί τινων άλλων περιοίκων των Ηλείων, ενίκησαν αυτούς. Καταληφθέντες υπό τρικυμίας σφοδράς, οι πλείστοι εισήλθον πάλιν εις τα πλοία και κάμψαντες το ακρωτήριον το καλούμενον Ιχθύν έφθασαν εις τον εν τη Φειά λιμένα· εν τούτω δε τω μεταξύ οι Μεσσήνιοι και μερικοί άλλοι, οίτινες δεν είχον δυνηθή να επιβούν εις τα πλοία, επροχώρησαν διά ξηράς μέχρι της Φειάς και έγιναν κύριοι αυτής· έπειτα πλησιάσας ο στόλος τους παρέλαβε· και ανήχθησαν εις το πέλαγος εγκαταλιπόντες την Φειάν, εις βοήθειαν της οποίας είχε προσδράμει ήδη ο πολύς στρατός των Ηλείων. Περιπλέοντες δε οι Αθηναίοι ελεηλάτουν και άλλα μέρη.

26. Περί τον αυτόν χρόνον οι Αθηναίοι εξέπεμψαν τριάκοντα πλοία εις τα πέριξ της Λοκρίδος και διά να φυλάξουν συγχρόνως την Εύβοιαν· εστρατήγει δε αυτών Κλεόπομπος ο Κλεινίου. Ενεργήσας ούτος αποβάσεις και ελεηλάτησε μέρη τινά της παραλίας χώρας και το Θρόνοιν εκυρίευσε και ομήρους έλαβε και ενίκησεν εις την Αλόην τους σπεύσαντας να βοηθήσουν Λοκρούς.

27. Κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι έδιωξαν τους Αίγινήτας εκ της Αιγίνης, άνδρας, γυναίκας και παίδας, κατηγορούντες αυτούς ότι ήσαν οι κύριοι αίτιοι του πολέμου· άλλως δε ενόμισαν φρόνιμον να κατέχουν αυτοί οι ίδιοι την Αίγιναν ως γειτονεύουσαν με την Πελοπόννησον. Έπεμψαν λοιπόν μετά τινα χρόνον εις αυτήν οικήτορας Αθηναίους. Εις τους διωχθέντας δε Αιγινήτας οι Λακεδαιμόνιοι έδωκαν να κατοικήσουν την Θυρέαν και να νέμωνται τους αγρούς αυτής, εκ μίσους προς τους Αθηναίους και ευγνωμονούντες διά την ευεργεσίαν, την οποίαν άλλοτε οι Αιγινήται είχαν προσφέρει κατά τον σεισμόν και την επανάστασιν των ειλώτων. Η δε Θυρεάτις γη κείται επί των μεθορίων της Αργολίδος και της Λακωνικής και εκτείνεται μέχρι της θαλάσσης. Και μερικοί μεν εξ αυτών των Αιγινητών κατώκησαν εδώ, οι δε λοιποί διεσπάρησαν εις την άλλην Ελλάδα.

28. Κατά το αυτό θέρος και κατά την εποχήν της νέας σελήνης, μόνην στιγμήν καθ' ην δύναται να συμβή το φαινόμενον τούτο, ο ήλιος εξέλιπε μετά μεσημβρίαν και πάλιν ανεπληρώθη ο δίσκος του, αφού έλαβε σχήμα μηνοειδές και εφάνησαν αστέρες τινές.

29. Και πάλιν κατά το αυτό θέρος οι Αθηναίοι θέλοντες να κάμουν σύμμαχόν των τον Σιτάλκην ωνόμασαν πρόξενον και προσεκάλεσαν τον Αβδηρίτην Νυμφόδωρον τον υιόν του Πυθέως, τον οποίον μέχρι της εποχής εκείνης εθεώρουν ως εχθρόν των και ο οποίος είχεν ισχύν επί του Σιτάλκου του Τήρου βασιλέως των Θρακών γαμβρού του εξ αδελφής. Ούτος ο Τήρης ο πατήρ του Σιτάλκου υπήρξεν ιδρυτής της μεγάλης βασιλείας των Οδρυσών, της οποίας εξέτεινε την κυριαρχίαν επί του πλείστου μέρους της Θράκης· διότι αρκετόν μέρος των Θρακών είναι ακόμη αυτόνομον. Ο Τήρης ούτος ουδέν κοινόν έχει με τον Τηρέα, τον σύζυγον της Πρόκνης, θυγατρός του Αθηναίου Πανδίονος, ουδέ ήσαν εκ της αυτής Θράκης. Αλλ ο μεν Τηρεύς κατώκει εν Δαυλεία της σήμερον καλουμένης Φωκίδος, τότε δε υπό Θρακών κατοικουμένης, και εις την χώραν αυτήν αι γυναίκες του Τηρέως έσφαξαν τον υιόν αυτού Ίτυν· τούτου ένεκα πολλοί ποιηταί, ομιλούντες περί της αηδόνος, ονομάζουν αυτήν Δαυλειάδα όρνιν (πτηνόν). Είναι δε πιθανόν ότι ο Πανδίων δι' αμοιβαίαν ωφέλειαν αποκατέστησε την θυγατέρα του εις γείτονα μάλλον τόπον ή εις τας Οδρύσας, αι οποίαι έκειντο πολλάς ημέρας μακράν. Ο δε Τήρης, του οποίου και αυτό το όνομα είναι διάφορον του Τηρέως, υπήρξε πρώτος ισχυρός βασιλεύς των Οδρυσών. Μετά του Σιτάλκου λοιπόν, υιού του βασιλέως εκείνου, οι Αθηναίοι συνέδεσαν συμμαχίαν, θέλοντες να σύρουν προς το μέρος των και τας πόλεις της Θράκης και αυτόν τον Περδίκκαν. Ελθών δε ο Νυμφόδωρος εις τας Αθήνας, και την συμμαχίαν του Σιτάλκου κατώρθωσε, και τον υιόν αυτού Σαρόκον έκαμε πολίτην Αθηναίον, και υπεσχέθη να καταπαύση τον πόλεμον της Θράκης υποχρεών τον Σιτάλκην να πέμψη εις τους Αθηναίους θρακικόν στρατόν εξ ιππέων ακοντιστών. Συνεφιλίωσεν επίσης τον Περδίκκαν μετά των Αθηναίων και έπεισεν αυτούς να τω αποδώσουν την Θέρμην· ο δε Περδίκκας εξεστράτευσεν αμέσως μαζί με τους Αθηναίους και τον Φορμίωνα κατά των Χαλκιδέων. Ούτω λοιπόν Σιτάλκης ο Τήρου βασιλεύς των Θρακών, και Περδίκκας ο Αλεξάνδρου βασιλεύς των Μακεδόνων, έγιναν σύμμαχοι των Αθηναίων.

30. Οι δε Αθηναίοι οίτινες μετά των εκατόν πλοίων περιέπλεον ακόμη την Πελοπόννησον, κυριεύουν το Σόλλιον, πόλιν των Κορινθίων, και παραδίδουν αυτό και την χώραν εις τους Παλαιρείς, αυτούς μόνους εκ των Ακαρνάνων· εκυρίευσαν επίσης εξ εφόδου τον Αστακόν εκδιώξαντες τον τύραννον αυτού Εύαρχον και προσαρτήσαντες την πόλιν ταύτην εις την συμμαχίαν των. Εντεύθεν πλεύσαντες εναντίον της Κεφαλληνίας υπέταξαν αυτήν άνευ μάχης· κείται δε η Κεφαλληνία απέναντι της Ακαρνανίας και της Λευκάδος και έχει τεσσάρας πόλεις, την των Παλέων, την των Κρανίων, την των Σαμαίων και την των Προνναίων. Όχι δε πολύ κατόπιν επέστρεψαν τα πλοία εις τας Αθήνας.

31. Περί δε το φθινόπωρον του θέρους τούτου οι Αθηναίοι και οι μέτοικοι εισέβαλαν πανδημεί εις την Μεγαρίδα, υπό την στρατηγίαν Περικλέους του Ξανθίππου. Οι δε περιπλέοντες την Πελοπόννησον μετά των εκατόν πλοίων Αθηναίοι (επιστρέφοντες εις τα ίδια και ευρισκόμενοι ήδη εις Αίγιναν), άμα έμαθαν ότι οι εξ Αθηνών ελθόντες ήσαν πανστρατιά εις την Μεγαρίδα, έπλευσαν προς αυτούς και συνηνώθησαν. Τοιούτο στρατόπεδον μέγιστον ουδέποτε εσχημάτισαν οι Αθηναίοι, διότι η πόλις των ήκμαζεν ακόμη και δεν είχεν εξασθενίσει υπό του λοιμού· μόνοι οι Αθηναίοι ηρίθμουν δεκακισχιλίους οπλίτας, χωρίς να υπολογισθούν οι πολιορκούντες την Ποτείδαιαν τρισχίλιοι· εις την εκστρατείαν δε ταύτην είχαν λάβει μέρος και τρισχίλιοι οπλίται μέτοικοι, εις τους οποίους πρέπει να προσθέσωμεν και τον άλλον όχι μικρόν όμιλον των ελαφρών. Λεηλατήσαντες δε τα πλείστον της χώρας ανεχώρησαν. Ύστερον δε διαρκούντος του πολέμου, οι Αθηναίοι έκαμναν κατ' έτος και άλλας εισβολάς εις την Μεγαρίδα, οτέ μεν μετά των ιππέων, οτέ δε πανστρατιά, μέχρις ου εκυρίευσαν την Νίσαιαν.

32. Κατά δε τα τέλη του θέρους τούτου οι Αθηναίοι έκτισαν φρούριον εις την Αταλάντην, νήσον η οποία εγειτόνευε με τους Λοκρούς τους Οπουντίους και ήτο πρότερον έρημος, όπως εμποδίζουν τους πειρατάς να εξέρχωνται της Οπούντος και της άλλης Λοκρίδας και διαρπάζουν την Εύβοιαν. Και ταύτα μεν έγιναν κατά το θέρος τούτο μετά την εκ της Αττικής αναχώρησιν των Πελοποννησίων.

33. Τον ακόλουθον δε χειμώνα Εύαρχος ο Ακαρνάν, θέλων να κατέλθη εις τον Αστακόν, πείθει τους Κορινθίους να τον φέρουν εκεί διά θαλάσσης μετά τεσσαράκοντα πλοίων και χιλίων πεντακοσίων οπλιτών, εις τους οποίους επρόσθεσε καί τινας επικούρους τους οποίους εμίσθωσεν ο ίδιος. Επί κεφαλής του στρατού εκείνου ήσαν Ευφαμίδας ο Αριστωνύμου, Τιμόξενος ο Τιμοκράτους και Εύμαχος ο Χρύσιδος. Και πλεύσαντες κατέστησαν πάλιν αυτόν άρχοντα εκεί· θελήσαντες δε να υποτάξουν καί τινα παράλια μέρη της Ακαρνανίας και μη επιτυχόντες εις την απόπειραν ταύτην επέστρεψαν εις την Κόρινθον. Κατά τον παράπλουν των δε προσωρμίσθησαν εις την Κεφαλληνίαν και απέβησαν εις τους Κρανίους· αλλ' απατηθέντες υπ' αυτών εκ τίνος συνθήκης και προσβληθέντες εξ απρόοπτου υπό των Κρανίων, χάνουν μερικούς άνδρας εκ του στρατού των, και επιβιβασθέντες ταχέως εις τα πλοία επανήλθον εις τα ίδια.

34. Κατά τον αυτόν δε χειμώνα οι Αθηναίοι συμφώνως προς τα πάτρια έθιμα έκαμαν την επίσημον κηδείαν των κατά τον πόλεμον τούτον πρώτων αποθανόντων. Ιδού δε κατά ποίον τρόπον τελούνται οι ενταφιασμοί ούτοι. Τα μεν οστά των αποθανόντων εκτίθενται υπό σκηνήν εστημένην προ τριών ημερών, φέρει δε έκαστος ό,τι θέλει προς εκείνον τον οποίον έχασεν· άμα έλθη η στιγμή της εκφοράς, άμαξαι φέρουν κυπαρισσίνας λάρνακας, μίαν διά κάθε φυλήν· υπάρχουν δε εντός τα οστά της φυλής εις την οποίαν καθείς ανήκε. Μία κλίνη εστρωμένη αλλά κενή φέρεται προς τιμήν των αφανών, δηλαδή εκείνων, των οποίων τα σώματα δεν ευρέθησαν. Συνοδεύει δε την κηδείαν οποίος βούλεται, είτε αστός είτε ξένος, και προσέτι αι συγγένισσαι ίστανται πλησίον του τάφου μοιρολογούσαι. Θέτουν λοιπόν τα φέρετρα ταύτα εις το δημόσιον μνημείον, το οποίον ευρίσκεται εις το κάλλιστον προάστιον της πόλεως και όπου πάντοτε θάπτουν τους εις τας μάχας πεσόντας, όχι όμως και τους εν Μαραθώνι· διότι κρίναντες έκτακτον την ανδρείαν των έκαμαν τον τάφον των επ' αυτού του πεδίου της μάχης. Όταν δε συντελεσθή ο ενταφιασμός, η πόλις εκλέγει άνδρα διακρινόμενον διά σύνεσιν και δι' αξίωμα, ο οποίος απαγγέλλει τον αρμόζοντα έπαινον· μετά δε τούτο απέρχονται. Ούτω γίνεται η κηδεία· και καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου εις ομοίαν περίστασιν εφήρμοζαν το έθιμον τούτο. Επί των πρώτων λοιπόν τούτων πεσόντων εξελέγη να ομιλήση ο υιός του Ξανθίππου Περικλής. Ότε δε επήλθεν η στιγμή, προχωρήσας από του μνημείου εις βήμα υψηλόν, διά να ακούεται από το πλείστον μέρος του πλήθους, είπε τα εξής.

35. «Οι μεν πολλοί αφ' όσους ωμίλησαν ήδη από του βήματος τούτου επήνεσαν τον νομοθέτην, ο οποίος τον ορισμόν τούτον επρόσθεσεν εις τον νόμον, ότι καλόν είναι να απαγγέλλεται λόγος επί του τάφου των πιπτόντων κατά τους πολέμους, όταν θαπτωνται. Το κατ' εμέ, εάν μοι εδίδετο να κρίνω, θα επροτίμων ίνα η ανδρεία η δι' έργων εκδηλωθείσα τιμάται δι' έργων μόνον, ως είναι αι γινόμεναι δημοσία δαπάνη πομπαί της κηδείας αυτής, και μη διατρέχουν κίνδυνον αι αρεταί πολλών από ένα μόνον, είτε καλώς είτε κακώς ομιλήση. Διότι είναι δύσκολον το να ομιλήση τις με μέτρον, το οποίον και μόλις επαρκεί διά να γίνη της αληθείας η φανέρωσις. Ο μεν καλά πληροφορημένος και ευνοϊκά διατεθειμένος ακροατής ευρίσκει τον λόγον ίσως ολίγον σύμφωνον προς όσα θέλει να λεχθούν και όσα αυτός γνωρίζει, ο δε αγνοών τα έργα νομίζει υπό φθόνου ότι όχι μόνον δεν λέγονται ολιγώτερα, αλλά μάλιστα περισσότερα, εάν εκείνα τα οποία ακούει υπερβαίνουν τας δυνάμεις του. Οι έπαινοι οι διδόμενοι εις άλλους τόσον μόνον είναι ανεκτοί όσον έκαστος νομίζει εαυτόν ικανόν να πράξη εκείνα τα οποία ακούει· όταν δε υπερβούν το όριον τούτο, ο φθόνος προκαλεί την απιστίαν. Επειδή όμως τοιουτοτρόπως ταύτα έκριναν ως ορθώς έχοντα οι παλαιοί, πρέπει και εγώ, ακολουθών το έθιμον τούτο, να προσπαθήσω να ανταποκριθώ ως επί το πλείστον εις τας ευχάς και τας προσδοκίας καθενός από σας.

36. »Θέλω δε αρχίσει από των προγόνων διότι είναι καθήκον ημών, άμα δε και πρέπον εις τοιαύτην περίστασιν να δίδεται εις αυτούς η προτίμησις αύτη της μνημονεύσεως. Διότι την χώραν αυτήν, την οποίαν πάντοτε κατώκησαν της αυτής φυλής άνθρωποι, παρέδωκαν εις ημάς διά της ανδρείας των ελευθέραν μέχρι τούδε. Και εκείνοι δε είναι άξιοι επαίνων, περισσότερον όμως οι πατέρες ημών, διότι εις την χώραν, την οποίαν απηλευθερωμένην έλαβαν, επρόσθεσαν αυτοί ουχί ακόπως την νυν υπάρχουσαν εις ημάς αρχήν. Ταύτης δε της αρχής το πλειότερον μέρος ημείς, οι εν τη ωρίμω ηλικία, προσεθέσαμεν παρασκευάσαντες την πόλιν ημών ούτως ώστε να είναι αυταρκεστάτη κατά πάντα και εν πολέμω και εν ειρήνη. Και εκείνα μεν τα πολεμικά έργα, διά των οποίων ταύτα απεκτήσαμεν και διά των οποίων ημείς ή οι πατέρες ημών απωθήσαμεν προθύμως τας προσβολάς των βαρβάρων ή των Ελλήνων, θέλω παρασιωπήσει, μη θέλων να μακρηγορήσω ομιλών προς γνωρίζοντας· αλλά διά ποίου πολιτεύματος ήλθεν η παρούσα κατάστασις των πραγμάτων και διά ποίων θεσμών και ηθών κατέστημεν τοσούτον ισχυροί, τούτο πρώτον φανερώσας θα προβώ κατόπιν και εις τον έπαινον των προκειμένων πολεμιστών, πεπεισμένος ότι η τοιαύτη εξέτασις όχι μόνον δεν είναι ανάρμοστος εις την παρούσαν περίστασιν, αλλά και ότι είναι ωφέλιμον να ακούσουν αυτήν μετά προσοχής όλοι οι παριστάμενοι αστοί και ξένοι.

37. » Έχομεν λοιπόν πολίτευμα το οποίον παρ' ουδενός δανείζεται νόμους, και αντί να μιμώμεθα άλλους, ημείς μάλλον χρησιμεύομεν ως παράδειγμα. Και κατά μεν το όνομα, διότι έχει συνταχθή εις προστασίαν όχι των ολίγων, αλλά των πολλών, εκλήθη το πολίτευμα δημοκρατία. Και κατά μεν τους νόμους πάντες μετέχουν του ίσου, εις δε την εκλογήν προς διοίκησιν των κοινών πραγμάτων προτιμώνται όχι οι πλούσιοι, αλλ' οι ικανοί και εκείνοι οι όποιοι δύνανται να πράξουν αγαθόν τι υπέρ της πόλεως, ουδείς δε πένης διά την ασημότητά του εμποδίζεται να υπηρετήση την πατρίδα του. Μετ' ελευθερίας δε διοικούμεν τα κοινά και δεν ερευνώμεν μετά φιλυπόπτου περιεργείας την ιδιωτικήν διαγωγήν των άλλων, ούτε και μεμφόμεθα αυτούς, εάν πράττωσί τι κατά την επιθυμίας αυτών και δεν προσθέτομεν εις ημάς αυτούς αζημίους μεν, οχληράς δε προδήλως δυσαρεσκείας. Ανενοχλήτως δε επικοινωνούντες προς αλλήλους εις τον ιδιωτικόν βίον σεβόμεθα τα δημόσια, υπακούοντες εις τας εγκατεστημένας αρχάς και τους νόμους, εκ τούτων δε εις εκείνους μάλιστα οι οποίοι είναι γραμμένοι προς ωφέλειαν των αδικουμένων και εις εκείνους οι οποίοι, αν και άγραφοι, εγκολάπτουσιν εις τους παραβάτας αυτών αισχύνην ομολογουμένην.

38. » Προς δε τούτοις και πλείστα μέσα ανακουφίσεως πνευματικής επορίσθημεν, είτε αγώνας και εορτάς συνεχείς καθ' όλον το έτος τελούντες είτε κατασκευάζοντες και διακοσμούντες κτίρια, των οποίων η καθημερινή τέρψις αποδιώκει την σκυθρωπότητα. Συρρέουν δε εις την πόλιν ημών, ένεκα του μεγέθους αυτής, όλα τα προϊόντα εξ όλων των μερών της γης, εις τρόπον ώστε απολαμβάνομεν μετά της αυτής ευκολίας και τα ιδικά μας αγαθά και τα των άλλων ανθρώπων.

39. »Υπερέχομεν δε και κατά τας στρατιωτικάς ασκήσεις από τους αντιπάλους μας εις τα εξής. Η πόλις η ιδική μας είναι ανοικτή εις πάντας και δεν υπάρχει παρ' ημίν νόμος ξενηλασίας, όστις να εμποδίζη τους ξένους από του να μάθουν ή να ίδουν τι από φόβον τάχα ότι εάν, μηδέν απομένη κρυπτόν, ο εχθρός ήθελεν ωφεληθή εξ εκείνου το οποίον έβλεπε. Πράττομεν δε τούτο, διότι κατά την μάχην δεν εμπιστευόμεθα τόσον εις τα προς άμυναν μέσα και τους δόλους, όσον εις την από της ψυχής μας πηγάζουσαν ευτολμίαν. ’λλοι εκπαιδεύονται δι' επιπόνου ασκήσεως και ευθύς εκ νεαράς ηλικίας έργον έχουν το να επαγγέλλωνται την ανδρείαν, ημείς δε αναπαυτικά ζώντες, όμως δεν προχωρούμεν ολιγώτερον των άλλων εις τους κινδύνους εναντίων των αντιπάλων. Απόδειξις τούτου είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι ουδέποτε μόνοι, αλλά μεθ' όλων των συμμάχων των εκστρατεύουν εναντίον ημών· ενώ ημείς, οσάκις επερχόμεθα κατά της χώρας των άλλων ευκόλως ως επί το πλείστον νικώμεν μαχόμενοι επί εδάφους ξένου και εναντίον ανθρώπων υπερασπιζομένων την ιδικήν των χώραν. Και ολόκληρον την δύναμίν μας ουδείς των εχθρών μας έως τώρα συνήντησε, διότι και με τα ναυτικά απασχολούμεθα και εις πολλούς της ξηράς τόπους κάμνομεν αποστολάς στρατού· εάν δε που οι εχθροί συμπλακούν με μικρόν μέρος των δυνάμεων μας, νικήσαντες μεν καυχώνται ότι μας απώθησαν όλους, νικηθέντες δε λέγουν ότι ενικήθησαν υπό πάντων ημών. Και εάν όμως μας αρέσκη να κινδυνεύωμεν ανέτως μάλλον ή δι' επιπόνου ασκήσεως, και όχι τόσον μετ' ανδρείας προερχομένης εκ της επιβολής των νόμων, όσον μετ' ανδρείας προερχομένης εκ της εμφύτου ανδρείας ημών, έχομεν εκ τούτου το πλεονέκτημα να μη κουραζώμεθα προηγουμένως με την προπαρασκευήν και μελέτην των επικειμένων λυπηρών κατά την στιγμήν δε της δοκιμασίας δεν φαινόμεθα ολιγώτερον τολμηροί εκείνων, οι οποίοι διαρκώς κοπιάζουν. Η δε πόλις ημών όχι μόνον διά ταύτα είναι αξία θαυμασμού, αλλ' ακόμη και δι' άλλα.

