# Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29015/index.md

Και φεύγει εις την Αμερικήν. Εκεί αρχίζει δι' αυτήν νέα δράσις, νέα ζωή. Αφιερώνεται ολόκληρος εις την τέχνην της και εις την ανατροφήν του υιού της. Ο σκοπός της είνε να κάμη άνθρωπον αυτόν, τον υιόν του Κώστα Μεμιδώφ, ο οποίος φυσικώς ομοιάζει τόσον του πατέρα του, αλλά δεν πρέπει να του ομοιάση. Και το κατορθώνει. Η αφοσίωσίς της και η αμερικανική ανατροφή θαυματουργούν. Μετά είκοσιν έτη επαναβλέπομεν την Μαρίαν Μύρτου εις τας Αθήνας με τον υιόν της, ο οποίος ήλθε να λάβη μέρος εις τους ολυμπιακούς αγώνας. Είνε ένας ωραίος αθλητής, ο οποίος επανειλημμένως αναδεικνύεται ολυμπιονίκης. Και είνε ακόμη πλούσιος, διότι η μητέρα του με την εργασίαν της του έκαμε περιουσίαν, και είνε ακόμη μνηστευμένος με μίαν Αμερικανίδα εκατομμυριούχον, αλλά προ πάντων είνε νέος άνθρωπος με χαρακτήρα, με αρχάς, με ιδέας, με υγιά αντίληψιν, με όλα τα φυσικά και ηθικά εφόδια δια να ζήση και να προκόψη.

Εις το διάστημα των είκοσιν ετών, ο Κώστας Μεμιδώφ εξηκολούθησε και αυτός την ζωήν του. Και, ήτο η ζωή του ένας κατήφορος, όπου εις το τέλος εσταμάτησε κατεστραμμένος, ατιμασμένος, ελεεινός. Η θέα του υιού του εις το Στάδιον ήτο δι' αυτόν ως μία αφύπνισις. Και μετανοημένος, συντετριμμένος έρχεται προς την Μαρίαν να της ζητήση την συγγνώμην της, την επιείκειάν της, την λήθην του παρελθόντος, την ευτυχίαν του, το παιδί του... Αλλ' είνε αργά. Ο νέος Μεμιδώφ δεν είνε δυνατόν να γνωρίση τον πατέρα του, χωρίς να μάθη ποίος υπήρξε.. Και την λύπην αυτήν η μητέρα δεν εννοεί να του την δώση κατ' ουδένα τρόπον. Ο Κώστας, μίαν στιγμήν, ως ξένος θαυμαστής, εναγκαλίζεται τον υιόν του και φεύγει

― Ποίος είνε αυτός που μ' εφίλησε με τόσην συγκίνησιν; ερωτά την μητέρα του έκπληκτος ο νέος Ολυμπιονίκης.

― Είνε ένας δυστυχής άνθρωπος, απαντά εκείνη, που είχε ένα παιδί σαν και σένα και το έχασε!...

Εδώ τελειώνει το δράμα της κ. Παρρέν. Είνε εξηγμένον από τα «Βιβλία της Αυγής» κυρίως από την «Χειραφετημένην» και εν μέρει από την «Μάγισσαν». Τα ίδια πρόσωπα, η ιδία σχεδόν υπόθεσις και η ιδία θέσις. Είχα διαβάσει άλλοτε το μυθιστόρημα, το οποίον μου έκαμεν έντύπωσιν, προπάντων διά την έξοχον εκείνην ηθογραφίαν της οικογενείας Μεμιδώφ• ο γέρο Μεμιδώφ π.χ. είνε τύπος αληθινού φιλολογικού έργου, ― και δι' αυτό ίσως η εντύπωσίς μου εις το δράμα δεν ημπορεί να είνε ελευθέρα, ανεπηρέαστος, ξεκαθαρισμένη. Ποιός ξεύρει : πιθανόν να μου ήρεσε το δράμα, επειδή μου είχεν αρέσει το μιθυστόρημα, επειδή έβλεπα γνώριμα πρόσωπα επάνω εις την σκηνήν, και επειδή μου ενθύμιζαν περιγραφάς, σκηνάς και επεισόδια ωραία• πολύ υποπτεύομαι, αλλά χωρίς να έχω καμμίαν βεβαιότητα, ότι εις το δράμα εχάλασε το μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε φοράν που από ένα μυθιστόρημα βγαίνει ένα δράμα. Εστρεβλώθη διά την ανάγκην της σκηνής η υπόθεσις, παρελείφθησαν τόσα σημαντικά, και ίσως ίσως και αυτή ακόμη η ιδέα υπέστη κάποιαν ελάττωσιν. Διότι είδα, ότι ενώ εις το μυθιστόρημα φαίνεται καθαρά ποία είνε και τι ζητεί η Μαρία Μύρτου, η χειραφετημένη, πολλοί από το δράμα δεν εκατάλαβαν καλά τας ιδέας της και την παρεξήγησαν.

Εξ άλλου όμως είδα, ότι η μεγάλη μάζα των θεατών παρηκολούθησε την εξελιξιν του έργου με ζωηρότατον ενδιαφέρον και μεγάλην συγκίνησιν. Εις δε την τελευταίαν πράξιν, η οποία είνε δυνατή και αποτελεί ίσως μόνη της ένα ωραίον δραματάκι, η συγκίνησις εκορυφώθη και ολίγοι από τους θεατάς ημπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυα. Ένα δράμα, εις το οποίον ο θεατής κλαίει, δεν ημπορεί να μη είνε επιτυχημένον. Οπωσδήποτε, διά να εκτιμήση κανείς το έργον της Κας Παρρέν φιλολογικώς πρέπει να γνωρίζη το μυθιστόρημα. Διαφορετικά κινδυνεύει να το αδικήση.

Η «Νέα Γυναίκα» επαίχθη αρκετά καλά εν τω συνόλω Ο κ. Ν Παπαγεωργίου, αντικαταστήσας ευγενώς τον κ. Βονασέραν, ασθενούντα, μας ενθύμισε τας παλαιάς ημέρας της «Νέας Σκηνής»• η δε Δις Μαρία Κοτοπούλη έβαλε μέσα εις τον ρόλον της κάτι από την χειραφετημένην ψυχήν της.

Η Κα Παρρέν είχεν ούτω μίαν θριαμβευτικήν επιτυχίαν. Και πως ημπορούσε να μην την έχη; Η Γυναίκα αυτή είνε γεννημένη διά να νικά.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΙ ΝΕΑΙ ΚΑΙ ΑΙ ΠΑΛΑΙΑΙ

(Κρίσεις του κ. Γ. Τσοκοπούλου εις την «Εστίαν»)

Η κ. Παρρέν προχθές το βράδυ μας έδωκε τον τύπον της νέας γυναικός. Η νέα γυναίκα δεν ομοιάζει με τας παλαιάς εις τας τρεις πράξεις του δράματος της κ. Παρρέν. Η παλαιά γυναίκα είνε η μητέρα, η οποία προσπαθεί να επιτύχη τον γάμον του υιού της με μίαν πλουσίαν ύποπτον διά να προικίση από την προίκα της τα γεροντοκόριτσά της. Η ιδία η μητέρα ηνέχθη μέσα εις το σπήτι της την ερωμένην του ανδρός της. Η ιδία η μητέρα αγοράζει νταντέλλες πέντε λιρών και λέγει εις τον άνδρα της ότι τας ηγόρασε μίαν λίραν. Ψεύδεται λοιπόν η παλαιά γυναίκα. Και είμεθα σύμφωνοι με την συγγραφέα.

Ακόμη είμεθα σύμφωνοι εις το ότι παλαιαί γυναίκες είναι αι κόραι της οικογενείας αυτής, άδεια πλάσματα, κεφαλάκια κούφια, καταγινόμενα εις εκδρομάς εις τα μαγαζιά, εις φλυαρίαν, εις κοκεταρίαν, εις ανοησίας, εις όλας τας αθλιότητας, αι οποίαι κάμνουν την γυναίκα μόνον «σκεύος απολαύσεως», όπως λέγει η Αθηναία ζωγράφος. Ακόμη και η υπηρέτρια, η οποία φοβείται να είπη εμπρός εις τον κύριον διά κάποιον λογαριασμόν της μοδίστρας, είναι και αυτή παλαιά.

Απέναντι όλων αυτών των παλαιών γυναικών η ζωγράφος είναι νέα γυναίκα.

Ζη από την εργασίαν της και λατρεύει το ωραίον. Εις την πενθεράν της χαρίζει μίαν εικόνα του Παρθενώνος και μίαν προτομήν του Ερμού. Ξεκινά μόνη της διά το εσωτερικόν της Ανατολής, όπου ζωγραφίζει εξωκλήσια και όταν της χρειάζονται στεφάνια διά τον γάμον της, τα πλέκει μόνη της από άνθη του αγρού.

Προ πάντων δεν ανέχεται το ψεύδος. Την ζωήν της θέλει γεμάτην από αλήθειαν, σπαρμένην από άνθη ειλικρίνειας. Όταν από ένα πλαγινόν δωμάτιον ανακαλύπτη ότι ο σύζυγός της παρεσύρθη από παλαιόν πάθος και ελησμόνησεν, έστω και μίαν στιγμήν, τους όρκους που της είχε δώσει, τον αφίνει και μεταναστεύει εις την Αμερικήν. Τίποτε δεν είναι πλέον ικανόν να την κρατήση.

― Μου κάνεις φρίκην! λέγει επανειλημμένως εις τον αδύνατον, τον ανόητον και άτονον σύζυγον.

Έως εδώ η γυναίκα αυτή δεν είναι πολύ νέα. Η κυρία Παρρέν μας εζωγράφισεν ένα ωραίον τύπον γενναίας γυναικός, η οποία εγεννήθη ειλικρινής εις τον κόσμον, ήλθεν εις σχέσιν με το ωραίον, προσήρμοσε την καλλιτεχνικήν της ψυχήν εις περιβάλλον που εξέλεξεν η ιδία.

Αλλά πάρα κάτω είναι ακόμη ολιγώτερον νέα η γυναίκα αυτή. Επήρε το παιδί της και έφυγε. Και όταν ευρέθη εις τον κόσμον μητέρα ενός παιδιού, εργάζεται διά να το κάμη μάλιστα ένδοξον άνδρα.

Γυναίκες αυτού του είδους υπάρχουν εις τον κόσμον, αφ' ότου ο Δημιουργός εσοφίσθη να διαιρέση το ανθρώπινον γένος εις άρρενα και θήλεα. Αι γυναίκες, τας οποίας έρριψεν η τύχη εις το πλάι ανδρός αναξίου, ή υποφέρουν μαρτυρικώς την ζωήν των, ηφεύγουν. Και φεύγουσαι και έχουσαι παιδιά ν' αναθρέψουν, εργάζονται διά να κερδίσουν το ψωμί της ημέρας. Πιθανόν να μη ζωγραφίζουν όλαι αλλά η εργασία είνε μία, είτε διεξάγεται με πινέλλα, είτε με βελόνην, είτε και με την σκάφην.

Έχω λοιπόν την αντίρρηση του τίτλου εις το ωραίον άλλωστε δράμα της κυρίας Παρρέν. Η νέα γυναίκα της είνε παλαιά, παλαιοτάτη, αιωνία. Ίσως είνε κάπως σπανία ακόμη. Φρονώ ότι σπανία θα είνε πάντοτε. Νέα όμως δεν είνε. Αν η απογραφή που θα γίνη τον Οκτώβριον, δεν εγίνετο μόνον αριθμητική απογραφή, αλλ' ήτο και ψυχολογική, θα ευρίσκαμεν εις τα δελτάρια γυναίκας αυτού του είδους περισσοτέρας αφ' ότι φανταζόμεθα.

Γ. Τ.

