# Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29015/index.md

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ειρωνικωτάτη). Ώστε ο Κώστας Μεμιδώφ θα επιτρέψη εις την γυναίκα του να εργάζεται.....

Μ α ρ ί α. Θα επιτρέψη; Είναι βαρειά η λέξις σας. Και στο λεξικόν της αγάπης μας δεν υπάρχει η λέξις αυτή.. Επιτρέπει... είναι δουλική λέξις. Και ημείς μόνον με λόγια αγάπης συνενοούμεθα. Έπειτα τα ζητήματα αυτά εμείς τα εκανονίσαμεν προ του γάμου. Γιατί και εκατομμυριούχος να ήταν ο Κώστας, εγώ την εργασίαν μου δεν θα την άφηνα. Είναι τιμή!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εις την τάξιν την ιδικήν μας τιμή και χαρά της γυναικός είναι το σπίτι του ανδρός της...

Μ α ρ ί α. Το σπίτι μας! η φωλειά μας που θα την χτίσωμεν μαζή. Που σε κάθε της τύχης αναποδιά θα είμεθα δυο, έτοιμοι, δυνατοί, ωπλισμένοι για την πάλη και για την νίκη. Από τη φωλειά την δική μας μόνον τραγούδια χαράς θ' ακούωνται. Ποτέ γρύνιες και θρήνοι.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι αισιοδοξία! (με κακίαν) Έχεις ωραίον χαρακτήρα, Μαρία, και πολλήν φαντασίαν.... (βλέπει την ώραν). Κώστα, παιδί μου! Πρέπει να πάς για αμάξι.

Μ α ρ ί α. (σηκόνεται) Πως τόσο γρήγωρα!

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Ο πατέρας του δεν ξέρει πώς ήλθα εδώ. Ξέρεις, οι άνδρες δεν πέρνουν τα πράγματα όπως ημείς. Ο Γιωργάκης μάλιστα είναι λίγο πειραγμένος μαζή σου, γιατί άφησες την εικόνα της μητέρας του τόσους μήνες τώρα ατελείωτη

Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται) Εγώ φεύγω και σεις συνενοείσθε, για το ζήτημα της εικόνος...

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να μην αργήσης; (ο Κώστας φεύγει) Ναι. Αυτή η εικόνα ήταν η αιτία...

Μ α ρ ί α. Της γνωριμίας μου με τον Κώστα, της ευτυχίας μου...

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ιδιαιτέρως). Και της δυστυχίας μου!

Μ α ρ ί α. Και θα την τελειώσω. Και θα την κάμω πολύ ωραίαν. Αλλά πώς να έλθω τώρα να εργασθώ, ο Κώστας με εγέλασε. Μου παρέστησεν ότι ο πατέρας του, όπως και σεις συγκατετίθεσθε εις τον γάμον μας· τώρα δεν ημπορώ να έλθω εις το σπίτι σας. Ξέρετε αυτό με πειράζει φοβερά. Το ψέμα του Κώστα, είναι ασυγχώρητον, δεν θα έλθω βέβαια να παίζω κωμωδίες......

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μια ιδέα! Νάρθης αύριο το πρωί στης εννηά. Μόλις θα μας ιδής και θα σε δούμεν. Ο Γεωργάκης θα έχη φύγει. Και μείς θα σ' αφήσωμε να εργασθής μόνη με τη γιαγιά. Ούτε ο Κώστας που θάρθη τώρα μαζή μου, γιατί έχει δουλειά και είναι υποχρεωμένος να μείνη στο σπίτι απόψε, θα το μάθη. Εγώ με τον Γεωργάκη θα συνοδεύσωμε στο βαπόρι μία φιλενάδα μας που φεύγει για την Αλεξάνδρεια. Τα κορίτσια με τον Κώστα και την εξαδέλφη των την Ελένη θα πάνε εις τα εμπορικά. Θα εξακολουθήσης την εικόνα και έτσι θα εύρω κ' εγώ αφορμή να μιλήσω με το Γιωργάκη, να αναφέρω το όνομά σου και έτσι προετοιμάζομεν τα πράγματα...

Μ α ρ ί α. Καλά. Τότε έρχομαι... Αφού θα μείνω μόνη με το μοντέλο μου. (ακούεται αμάξι).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Σηκώνεται και βάζει το καπέλλο της). Κατάμονες δυώ ώρες ολόκληρες.

Κ ώ σ τ α ς (εισέρχεται). Έτοιμη μητέρα;

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ Λοιπόν σύμφωνοι, (την εναγκαλίζεται). Αντίο Μαρία.... (Αποχαιρετώνται.) Κώστας και η μητέρα του φεύγουν).

Η Μ α ρ ί α μόνη (Ρίχνεται εις ένα κάθισμα). Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτε. Αλλοιώτικη γυναίκα, η πεθερά μου. Φαίνεται σαν άλλα να λέη και άλλα να αισθάνεται. (βλέπει το δακτυλίδι) τι ωραία οπάλ! θαυμασία πέτρα με τόσα χρώματα. Και γι' αυτό ίσως τόσο δυσφημισμένη! η πέτρα της γουρσουζιάς, της δυστυχίας. (Σκεπτική) Νάξερεν άραγε αυτό η πεθερά μου και μου την εχάρισεν, ως αρραβώνα συμφοράς (κτυπά η πόρτα) Εμπρός.

Ά ν ν α. Κυρία, είναι το μοντέλο σας. Η τσιγγάνα. Και ρωτά αν θα εργασθήτε σήμερα.

Μ α ρ ί α. Ναι, ας έλθη. Πρέπει να τελειώνωμεν. (Εισέρχεται μία Τσιγγάνα, ντυμένη με κόκκινο ατλαζένιο φόρεμα με χρυσά φλωριά στο κεφάλι και στο λαιμό και με ένα ντέφι).

Τ σ ι γ γ ά ν α. Γεια σου και χαρά σου! Κοκκώνα μου.

Μ α ρ ί α. Καλώς την. Ξέρεις, σήμερα, είμαι κουρασμένη. Δεν έχω καιρό να εργασθώ πολύ.

Τ σ ι γ γ ά ν α. Πρέπει, κυρά μου, να τελειώνουμε, γιατί αύριο φεύγουμε.

Μ α ρ ί α (την τοποθετεί και αρχίζει να ζωγραφίζη). Και πού πάτε;

Τ σ ι γ γ ά ν α. Όπου θέλει ο Θεός. Ρωτάς, κερά μου, τα πουλιά που παν, άμα φυσήξη ο βορηάς και πιάσουν τα πρωτοβρόχια.

Μ α ρ ί α (ζωγραφίζουσα). Τι ωραία λόγια και τι ζωγραφιστά που μιλεί (προς την τσιγγάνα) για πε μου ποια είναι η πατρίδα σου;

Τ σ ι γ γ ά ν α. Όπου κάμπος με λουλούδια και με φως κι όπου ουρανός με άστρα στολισμένος εκεί είναι η πατρίδα μας.

Μ α ρ ί α. Τι ωραία πατρίδα. Μόνο που ζήτε στο δρόμο. Και δεν βαρυέστε τη ζωή αυτή, χωρίς σπίτι, (την τακτοποιεί και εξακολουθεί ζωγραφίζουσα).

Τ σ ι γ γ ά ν α. Να βαρεθούμε. Πώς να βαρεθούμε. Δουλεύουμαι στη γη, που μας γελά με τα άνθια της και μιλούμε με τ' αστέρια, που φωτίζουν της ψυχές μας.

Μ α ρ ί α. Μιλείτε με τ° αστέρια;

Τ σ ι γ γ ά ν α. Πώς! Αν δεν μιλάγαμε θα ξέραμε της τύχες των κοριτσιών και θα γνωρίζαμε τα γιατροσόφια που γιατρεύουν της πονεμένες ψυχές. (Ενώ μιλεί, βλέπει το δακτυλίδι στο χέρι της Μαρίας. Πετιέται από τη θέσι της αγριεμένη) Ποιός εχθρός σου, κυρά μου. σου έδωκεν αυτό το βραχιόλι, αυτή την πέτρα τη γουρσούζικη; (Κυττάζει σαν εμπνευσμένη γύρω της. Ακούεται έξω σαν ένα φτερούγισμα πουλιού και κλάψιμο σκύλλου. Προς την Μαρίαν φοβισμένη και δείχνουσα προς τα έξω) Άκουσες; Είναι το σκυλλί σου που κλαίει την ευτυχία σου! Είναι τ' αφορεσμένο το πουλί του πόνου, που έκραξε στην πόρτα σου! Κερά μου. ( Ορμά και της αρπάζει το χέρι) Βγάλετο το βραχιόλι αυτό, που φέρνει συμφορές και δυστυχίες. Βγάλετο το μαγεμένο το βραχιόλι!

( Αυλαία).

ΠΡΑΞΙΣ Γ'.

(Η οικογένεια Μεμιδώφ είναι συνηθροισμένη εις την τραπεζαρίαν. Τα τρία κορίτσια, έτοιμες, ντυμένες για τα μαγαζειά. Η μία βάζει το καπέλλο της, η άλλη τα γάντια της και η τρίτη κάθεται και γράφει).

Ο λ γ ί ν α. Ο πατέρας δεν κατέβηκεν ακόμη. Ά! ξέχασα! Έμεινε για να συνοδεύσουν με τη μαμά την κ. Βιλή

Έ μ μα. Ξέρετε ότι η μαμά περιμένει τώρα το πρωί την κυρίαν ζωγράφον (ειρωνικώς σύρουσα τας τελευταίας λέξεις).

Ο λ γ ί ν α. Ευτυχώς που θα πάμε στα μαγαζειά, είτε μη θα μου' πίαναν τα νεύρα, αν θα έπρεπε να μείνω με την υψηλήν αυτήν επισκέπτριαν (ειρωνικώς).

Λ έ λ α. (αφίνει την πένα της) Αιωνίως ξόανα και φαντασμένες.

Έ μ μ α. Εσύ να σιωπάς.

Ο λ γ ί ν α. Κάμε τον κατάλογο, τι έχωμεν να πάρωμεν και που να πάμε.

Σκηνή Β'.

Αι άνω και η κερά Ρήνα Έπειτα, ο κ. και η Μεμιδώφ.

Κ ε ρ ά Ρ ή ν η. (έρχεται με ένα μπουκάλι κρασί και ένα κουτί παξιμάδια). Έφεραν το παληό κρασί για τον κύριο. (Τα αφίνει επάνω εις ένα τραπέζι.) Αί! κορίτσια! Κυτάξετε να είσαστε γελαστές, τώρα που θα κατέβη ο κύριος, γιατ' είναι με τα νεύρα του· ξέρετε, γιατί είπεν η γιαγιά, πως κακοκοιμήθηκε την νύχτα. (Φεύγει).

Λ έ λ α. ( Η οποία έγραφε ως κάτι να της υπαγόρευαν η άλλες, πετιέται από την θέσιν της) Ωρίστε. Και ύστερα παραξενεύονται, γιατί δεν χωνεύω όλα αυτά. Η γιαγιά, γρηά γυναίκα, ενενήντα χρόνων δεν μπορεί να είναι ανήμπορη, γιατί ο πατέρας θυμόνει. Μη μιλήσετε, θα θυμώση. Μη γελάσετε, θα του πιάσουν τα νεύρα του. Μην πήτε αυτό, μη κάμετε εκείνο κρυφά από δω, μυστικά από κει, ψέματα αιωνίως.

Η Κ ε ρ ά Ρ ή ν η (παρουσιάζεται με ένα πακέτο νταντέλα. Το δίδει εις την Ολγίναν). Τώφερεν ο έμπορος μ' αυτό το λογαριασμό. Είπεν ότι το εδιάλεξεν η μητέρα σας.

Ο λ γ ί ν α. (διαβάζει το λογαριασμό). Πέντε πήχες, πέντε λίρες.

Έ μ μ α. (εν τω μεταξύ πέρνει και ξετυλίγει την νταντέλαν). Ά! Τι ωραία! Είναι για το μαύρο μεταξωτό της μητέρας.

Ο λ γ ί ν α (την βλέπει). Όταν παντρευθώ θα βάζω όλο αληθινές νταντέλες εις τα φορέματα μου.

Λ έ λ α. Βέβαια! Γι αυτό σας χρειάζονται τα εκατομμύρια της πρηγκιπέσσας.

( Η Έμμα τοποθετεί την νταντέλα επάνω εις το φόρεμά της και καμαρόνει, ενώ ακούεται έξω η φωνή του πατέρα).

Ο λ γ ί ν α. Ο πατέρας (πέρνει το λ)σμό και τον κρύβει εις την τσέπη της).

(Η Έμμα τραβά την νταντέλα, η οποία μπερδεύεται εις τα πόδια της, ενώ η Ολγίνα προσποιείται ότι τακτοποιεί το buffet.

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς (έτοιμος με κοστούμι πρωινής εξόδου). Τι είναι πάλι αυτό; ψούνια καινούργια. (θυμωμένος). θα με φάτε με τα κουρέλια σας!

Ο λ γ ί ν α. (Με σπουδήν) Καλέ, πατέρα, ήλθεν ο Αρμένης, αυτός που πουλεί φθηνά, και άφησεν αυτό το κομμάτι την νταντέλα για μια λίρα. Αξίζει πέντε λίρες. Έπειτα αν θέλη η μαμά, την πέρνει, αν δεν θέλη...

Σκηνή Γ'.

(Οι άνω και η κ. Μεμιδώφ, έπειτα η Μαρία).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (Εισέρχεται με το καπέλλο εις το χέρι· φαίνεται ανήσυχος διότι βλέπει την νταντέλα εις τα χέρια του συζύγου της και προσποιουμένη ότι δεν έχει είδησιν ερωτά:) Τι είν' αυτό;

Ο λ γ ί ν α (πέρνει τη νταντέλα από τα χέρια του πατέρα της και της την δείχνει). Μαμά, την έφερεν ο Αρμένης σου και θα ξαναπεράση να μάθη, αν την θέλης.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ουφ! Έξοδα πάλι. Δεν μου χρειάζονται νταντέλες.

Ο λ γ ί ν α. Μαμά μου, για το καινούργιο σου το φόρεμα. Ξέρεις, την αφίνει μια λίρα.

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. Και τα παιδιά λένε πώς αξίζει πέντε

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (προσποιείται πώς την βλέπει για πρώτη φορά). Και έξ και οκτώ (γυρίζει προς τον άνδρα της και του διορθόνει την γραβάτα του). Έτσι δα να φαίνεσαι ωραίος! Να σε θαυμάση και σήμερα η κ. Βιλή!

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. (Εξετάζων την νταντέλα). Μήπως την έχει κλεμμένη;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Καλέ όχι, Γιωργάκη μου. θα είναι κάποιας χανούμισσας. Όπως σούλεγα την άλλη φορά η χανούμισσες έχουν πίστωσι εις τα μαγαζειά. Αλλά μετρητά δεν τους δίδουν οι άνδρες των, γιατί παίζουν και χάνουν. Τι κάνουν λοιπόν; Αγοράζουν από τα μαγαζειά και τα μεταπουλούν όσα όσα, για να κάμουν χαρτζηλίκι

Λ έ λ α. (ιδιαιτέρως) θεέ μου! τι ψέματα!

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς. Κι' ο κερδισμένος απ' όλους είσαι του λόγου σου, κοκκώνα Κατίγκω, που ντύνεσε με το τίποτα. Βλέπεις Λελούτσια, πώς τα καταφέρνη η μητέρα σου! Αυτά να ντα πης της θειάς σου. Πως εδώ στην Πόλη, η γυναίκες μας και ντύνουνται ωραία και την οικονομία τους κυττάζουν. Εμείς, βλέπεις, της χάσαμε της χιλιάδες της λίρες μας και πρέπει να τα καταφέρνωμεν όπως, όπως.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (βάζει εις ένα ποτήρι κρασί και η Έμμα προσφέρει το κουτί με τα παξιμαδάκια). Σαν χλωμός μου φαίνεσαι, Γιωργάκη Πιες δυώ σταλαγματιές και βούτισε τα παξιμαδάκια σου.( Η Ολγίνα, τρέχει και του φέρνει ένα πετσετάκι).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (κυττάζει την ώρα). Όπου νάναι έφθασε και η κ. Μύρτου. Ξέρεις δα η ζωγράφος από τας Αθήνας. Ό,τι γύρισεν από την εξοχή και μήνυσε πώς θάρθη για την εικόνα της γιαγιάς. Θα μείνω να την περιποιηθώ λιγάκι. Γιατί αν την περιποιηθούμε δεν θα πάρη τίποτε. Κατέβα του λόγου σου και μετά δέκα λεπτά έφθασα κ' εγώ (ο Γιωργάκης φεύγει· τα κορίτσια) Τι καλά. που έφυγε.

Ο λ γ ί ν α. Χρήματα άφησεν;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ Θα ψωνίσετε με πίστωσιν. Και τα δίδομεν λίγα, λίγα (Κτυπά η πόρτα). Έφθασε. Θα είναι αυτή (τρέχει και ανοίγει μόνη της).

Μ α ρ ί α (εισέρχεται με το κουτί της ζωγραφικής της) Καλή μέρα σας (Χαιρετά την κυρίαν Μεμιδώφ, και όλους τους άλλους).

Λ έ λ α. Μας εξεχάσατε....

Μ α ρ ί α. Δεν σας εξέχασα (στενοχωρημένη) Αλλά έλειπα. Δεν ήμουν εδώ. Τώρα θα εργασθώ πολύ.... Και με μια δυώ πόζες τελειόνομεν...

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να ξεκουρασθήτε. Να πάρετε ένα νερό.

Μ α ρ ί α. Ευχαριστώ. Δεν θα πάρω τίποτε. Δεν πρέπει να χάνωμεν καιρόν.

Λ έ λ α. Ημείς δεν θα σας εμποδίσωμεν, αλλ' ούτε και θάχωμεν την ευχαρίστησιν να μείνωμεν μαζή σας. Δυστυχώς έχομεν δώσει συνέντευξιν για να πάμε εις τη μοδίστρα και στα μαγαζειά.

Μ α ρ ί α. Ο καθένας τη δουλειά του.(Προς την κυρίαν Μεμιδώφ). Λοιπόν πού θα εργασθώμεν;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ανοίγει την πόρτα του πλαϊνού δωματίου). Εδώ εις το πλαϊνό δωμάτιον. Εδώ που εργασθήκατε και την άλλη φορά. Τα έχομεν όλα έτοιμα. Ορίστε (Περνά πρώτη και την ακολουθούν η Μαρία και αι άλλαι. Μένει μόνη η Ολγίνα επί της σκηνής).

Ο λ γ ί ν α. (από την πόρτα) Να σας κλείσω μήπως το φως απ' εδώ σας ενοχλεί. (κλείει. Έπειτα βάζει τα γάντιά της και φαίνεται να ζητή την σημείωσιν, όπου έγραψεν η Λέλα) Ουφ! που είναι αυτή η σημείωσις!

Σκηνή Δ'.

Ολγίνα και Ελένη.

Ε λ έ ν η (εισέρχεται με πρωινόν φόρεμα εξόδου, πολύ elegante και κομψή μέχρι προσποιήσεως) Καλή μέρα, Ολγίνα. Αί! Είσθε έτοιμες; Δεν πιστεύω νάργησα.

Ο λ γ ί ν α. Δηλαδή! Ήλθες μισή ώρα πριν και θα μας περιμένης, γιατί έχομε να πάμε μια στιγμή στη ράφτρα για δοκιμές.

Ε λ έ ν η. Μα η θεία μούγραψε σήμερα πρωί, πρωί, να είμαι εδώ στης εννηά ακριβώς.

Ο λ γ ί ν α. Εκτός αν θέλης νάρθης μαζή μας, για να πης το γούστο σου.

Ε λ έ ν η (βγάνει τα γάντια της)Ευχαριστώ· δεν έχω καμμιά όρεξι να τρέχω στης ράφτρες. Και ο Κώστας;

Ο λ γ ί ν α. Εβγήκε. Και θάρθη στης εννηάμιση να μας πάρη από τη ράφτρα.

Ε λ έ ν η. Μήπως θάρθη απ' εδώ πριν;

Ο λ γ ί ν α. Ναι.

Ε λ έ ν η. Τότε κάθομαι. Έχω να γράψω ένα γράμμα, για να το ρίξω εις την πόστα κατεβαίνοντας. Χαρτί;

Ο λ γ ί ν α. Έχει εκεί ό,τι χρειάζεται (δείχνει το γραφείον). Au revoir λοιπόν (βγαίνει).

Ε λ έ ν η. Au Revoir (κάθεται, ανοίγει το συρτάρι, πέρνει χαρτί και γράφει. Τελειόνει το γράμμα της, το διαβάζει, το βάζει εις φάκελλον).

Σκηνή Ε'.

Ελένη και Κώστας.

Κ ώ σ τ α ς (εισερχόμενος έξαφνα, σταματά μόλις βλέπει την Ελένην) Πώς! μόνη! Η μαμά, τα κορίτσια δεν κατέβηκαν ακόμη;

Ε λ έ ν η. Ούτε καλή μέρα, δεν μου είπες. Πώς άλλαξες, καϋμένε Κώστα. Άλλοτε, όταν μ' εύρισκες μόνη έκανες σαν τρελλός από χαρά. Και τώρα που έχω μάλιστα και τόσα νέα να σου πω.

Κ ώ σ τ α ς. Ενόμιζα ότι τα νέα σου θα τάλεγες τώρα εις άλλον. Και ότι ημείς δεν έχομεν τίποτε να πούμεν.

Ε λ έ ν η (σηκόνεται και τον πλησιάζει). Μπα, έτσι νομίζεις; Λάθος, φίλε μου. Άνθρωποι που έζησαν τόσον καιρόν όπως ημείς. (Τον πέρνει από το χέρι). Έλα λοιπόν μέσα. Ή φοβάσαι να μείνης μόνος μαζή μου;

Κ ώ σ τ α ς (την απωθεί) Ναι, σε φοβούμαι· είσαι γυναίκα επικίνδυνη.

Ε λ έ ν η. Για την αρετήν σου; Θεέ μου! Πώς αλλάζουν οι καιροί! Άλλοτε εφοβούμην εγώ να μείνω μόνη.

Κ ώ σ τ α ς. Δεν εννοώ να κλέπτω δικαιώματα άλλου.

Ε λ έ ν η. Τι ενάρετος! Τι ηθικό παιδί! (Τρέχει με τρόπον απ' οπίσω του, τον σπρώχνει ολίγον, κλείει την πόρτα με το κλειδί).

Κ ώ σ τ α ς. Τι κάνεις; Μπορεί να κατέβουν και να μας εύρουν κλεισμένους εδώ.

Ε λ έ ν η Δεν υπάρχει φόβος. Όλοι λείπουν. Η μαμά σου και ο θείος παν να συνοδεύσουν την κ Βιλή, που φεύγει. Τα κορίτσια παν εις την μοδίστρα, όπου θα σε περιμένουν, ως και μένα για τα μαγαζειά. Ώστε, είμεθα μόνοι.

Κ ώ σ τ α ς Αδιάφορον! (διευθύνεται προς την θύραν).

Ε λ έ ν η. (Τρέχει, στέκεται εμπρός στην πόρτα και ανοίγει τα χέρια της). Δεν σ' αφίνω να περάσης. Η τύχη μου ευκολύνει την συνάντησιν αυτήν, που είχα σκοπόν να σου ζητήσω.

Κ ώ στ α ς (στέκεται και σταυρόνει τα χέρια του). Μήπως ο πολυτάλαντος μνηστήρ έχασεν εις το χρηματιστήριον και μαζή με τα πλούτη του επέταξε και η αγάπη σου!

Ε λ έ ν η (τον πλησιάζει, ώστε το πρόσωπόν της να εγγίζη σχεδόν το δικό του. Με πάθος). Όχι, αγάπη μου! Εγώ! απέκτησα χρήματα Δεν έμαθες λοιπόν την μεγάλην είδησιν; Είμαι κληρονόμος είκοσι χιλ. λιρών και περιμένω μια λέξι σον, ένα νεύμα σου, για να στείλω τον πλούσιον μνηστήρα απ' εκεί που ήλθε.

Κ ώ σ τ α ς. Μπα! Τόση θυσία!

Ε λ έ ν η Κακέ! Δεν κάνω καμμιά θυσία. Ξέρεις ότι πάντα σ' αγαπούσα σαν τρελλή και πάντα θάμενα δική σον, μ' όσους γάμους κι' αν έκανα. Μα πτωχοί κι' οι δύω μας, πώς θα ζούσαμεν! Η μητέρα σου μου το είχε πη καθαρά. Ο γάμος αυτός, Ελένη μου, δεν μπορεί να γίνη και δεν θα γίνη!.

Κ ώ σ τ α ς. Και τώρα;

Ε λ έ ν η. Με είκοσι χιλιάδες λίρες δεν υπάρχει φόβος να πεθάνωμεν εμείς από πείνα και η αγάπη μας από γρύνια. Η μητέρα σου, άμα χαρίσωμεν της πέντε για το γάμο της Ολγίνας, θα επιτρέψη...

Κ ώ σ τ α ς. Όλα αυτά έρχονται αργά. Σε συμβουλεύω να σφίξης την καρδιά σου, αν υποτεθή ότι έχεις, να ξεχάσης τα περασμένα και να γυρίσης πάλι εις την χρυσήν αγκαλιά του Ανδρέα σου. Εγώ δεν είμαι πλέον...

Ε λ έ ν η Έχεις άλλους έρωτας το ξέρω.... Με την Αθηναίαν σου, το νέον σου θύμα.....Η κακές γλώσσες μάλιστα λεν ότι το ταξείδι σου εις την Ασίαν έγινε με συντροφιά...

Κ ώ σ τ α ς. Διάβολε. Είσαι πολύ καλά πληροφορημένη.

Η Ελένη (κάθεται). Καλλίτερα από όσο νομίζεις. Όλον αυτό τον καιρό η καρδιά μου, ο νους μου σε ακολουθούσαν....

Κ ώ σ τ α ς (σηκώνεται). Tiens, Tiens! Τι περίπλοκο πράγμα ο νους και η καρδιά μιας γυναικός του είδους σου. Ώστε όταν έδιδες τα χείλη σου εις τον άλλον, η καρδιά σου πετούσε σε μένα.

Ε λ έ ν η (ορμά, πέρνει το κεφάλι του και τον φιλεί). Ποτέ εκείνος δεν με είδεν εμπρός του έτσι. Ποτέ μαζή του δεν ησθάνθην ό,τι αισθάνομαι μαζή σου. Η αγάπη μου, η τρέλλα μου, το πάθος μου, ούτε έσβυσε, ούτε θα σβύση. Θυμήσου, Κώστα μου, θυμήσου πόσο ευτυχείς είμεθα. Πώς έλεγες ότι καμμιά άλλη γυναίκα δεν σε έκανε τόσον ευτυχή. Κώστα, αγαπημένε μου, είμαι δική σου και είσαι δικός μου...

Κ ώ σ τ α ς. Όχι, δικός σου. Όχι. Είναι αργά πειά. Όλες η γυναίκες αγαπούν το ίδιο. Όμως όλες δεν ξέρουν να λένε ψέματα, όπως εσύ. Τώρα δεν τα πιστεύω πειά τα μάτια σου. Είναι μάτια πονηρά και ψεύτικα.

Ε λ έ ν η. (λυπημένη και σχεδόν κλαίουσα). Είσαι κακός, Κώστα. Είσαι άδικος· χωρίς καρδιά. Τι φταίω εγώ, για ό,τι έγεινεν; η μητέρα σου ηύρε τον πλούσιο γαμπρό, η μητέρα σου με παρακίνησεν, μ' εβίασε, μ' εφοβέρισε. Ω! αν ήξερες πόσο επολέμησα, πόσο αντιστάθηκα, πόσα δάκρυα έχυσα. Αλλά τι νάκανα. Όλοι οι δικοί μου με είχαν πολιορκήσει. Κατήντησε κι εις τον Ανδρέα να καταφύγω, να του 'πω πως δεν τον αγαπώ, για να σωθώ. Και ξέρεις τι μου είπεν: Εγώ σ' αγαπώ. Σ' εμένα αρέσεις. Κι' αυτό φθάνει Με τον καιρό θα μ' αγαπήσης. Τι νάκανα λοιπόν; Μα τώρα πούχω χρήματα. Ω! τώρα, είμαι δική σου, Κώστα.

Κ ώ σ τ α ς. Είναι αργά τώρα πειά Ελένη. (Σηκόνεται και περιπατεί στενοχωρημένος). Εγώ δεν ανήκω πειά εις τον εαυτόν μου.

Ε λ έ ν η. (Κρεμά τα χέρια της εις τον λαιμόν του και τον κυττάζει κατάματα) Ανήκεις... εις εμένα....Για δες με! Για δες τα μάτια μου. Πειά άλλη ξέρει να σε βλέπη έτσι; Πειά να αγαπά όπως εγώ.

Κ ώ σ τ α ς. (ως υπνωτισμένος την αγκαλιάζει και αυτός και την φιλεί) Καμμιά, γόησσα! καμμιά, μάγισσα! Μόνον εσύ! Ναι! το ξέρω. Μόνο συ είσαι καμωμένη για μένα και γω για σένα. Μας έχει σφιχτά αλυσσοδεμένους το πάθος, η περασμένες τρέλλες, το μεθύσι της αγάπης. Της ψυχές μας της έχει σφραγίσει ένας κοινός πόθος, μια κοινή δίψα, κάτι που ένα χρόνο τώρα προσπάθησα να σβύσω εις άλλον έρωτα, εις ένα ευγενή έρωτα... και δεν το κατώρθωσα!

Ε λ έ ν η (χαρούμενη τον θωπεύει) Ώστε δικός μου και πάλι! Δικός μου πάντα. Τι χαρά!

Κ ώ σ τ α ς. (Την πέρνει κοντά του και κάθονται αγαπημένοι). Πώς σε ποθούσα και τι υπέφερα, όταν εσυλλογιζόμουν ότι άλλος...Τι δεν έκαμα για να σε ξεχάσω. Της πειό μεγάλες τρέλλες. Έπαιξα την ζωή μου ολόκληρη. Εθυσίασα το μέλλον μου...τη φιλοδοξία μου.

Ε λ έ ν η. Μα τι έκαμες λοιπόν;

Κ ώ σ τ α ς. Ό,τι και αν έκαμα είμαι δικός σου! Το όνομά σου ανέβαινεν εις τα χείλη μου, όταν μιλούσα στην άλλην

Ε λ έ ν η Και τώρα η αγάπη σου με την άλλην.

Κ ώ σ τ α ς. Ω η αγάπη μου εκείνη... είναι αγάπη καθήκοντος τώρα πειά. Και γι' αυτό δεν έζησε, ούτε όσο ζουν τα ωραία όνειρα. Ήταν το ναρκωτικό που έπινα για να σε ξεχάσω, και τώρα άρχισε να με κουράζη...

(Ακούεται έξω κάποιος θόρυβος, ως ανθρώπου περιπατούντος )

Ε λ έ νη (πετιέται, ανοίγει την πόρτα). Φεύγω. Κάποιος έρχεται. Δεν θέλω να μας εύρουν μαζή. (φεύγει. Ανοίγει η πλαϊνή θύρα και παρουσιάζεται η Μαρία ωχρά, με τα μάτια σβυσμένα)..

Κ ώ σ τ α ς (σαν τρελλός). Μαρία! Συ εδώ; Πότε ήλθες; Πώς ευρέθης εκεί; (την πλησιάζει).

Μ α ρ ί α Μ' έβαλεν η μητέρα σου εκεί. Μη μ' εγγίζης. Μου κάνεις φρίκην. Τα άκουσα όλα (πίπτει εις ένα κάθισμα και κλαίει).

Κ ώ σ τ α ς (κάθεται εις το πλάι της). Μαρία μου, συγχώρησε με. Μια παλιά συμπάθεια. Σου είχα εκμυστηρευθή την τρέλλαν μου αυτήν (δοκιμάζων να την εναγκαλισθή). Μαρία μου! Συγχώρησε με.

Μ α ρ ί α (τον σπρώχνει και φεύγει μακρειά). Μη με εγγίζης. Μου κάνεις φρίκη! Τα χέρια σου είναι ζεστά ακόμη από τα αγκαλιάσματα της άλλης, τα χείλη σου καίουν από τα φιλήματά της. (ωργισμένη). Μη με πλησιάζης... Μου κάνεις φρίκην! Φύγε!

Κ ώ σ τ α ς· Μαρία μου; με παρέσυρε. Άκουσε.

Μ α ρ ί α. Δεν θέλω να ακούσω τίποτε (ωργισμένη).

Κ ώ σ τ α ς. Δεν με αγάπησες λοιπόν ποτέ; Μαρία.

Μ α ρ ί α. Τολμάς να μου ομιλής για την αγάπην μου, την στιγμήν αυτήν, που είσαι ακόμη μεθυσμένος από τα λόγια της άλλης, που εις τα μάτια σου αντανακλά ακόμη η μορφή της, που εις τα αυτιά σου αντηχούν οι όρκοι της. Τι φρίκη! (Τον βλέπει με κάτι τρομερόν εις το βλέμμα). Και μου ετοίμαζες ολόκληρη ζωή αλυσοδεμένη με τέτοιες ατιμίες! Και ήρχουσουν τώρα να μου δώσης φιλήματα παγωμένα καρδίας νεκρής για μένα και χάδια που θα με πλήγωναν και ματιές που θάβριζαν την αγάπη μου!

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία άου... Μην εξάπτεσαι!

Μ α ρ ί α. Και αργότερα όταν ο οίκτος σου θα καταντούσε περιφρόνησις και μίσος, θα εγένουσουν χυδαίος και βάναυσος και θα εθανάτονες εις το πνεύμα μου κάθε ωμορφιά και θα κατέστρεφες εις την πονεμένην ψυχή μου κάθε ευγένειαν...

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου! Τα λόγια σου αυτά σε ζαλίζουν· σε κάνουν να τα χάνης, ν' απελπίζεσαι· αν μ' αγαπούσες, δεν θα μέκρινες τόσο σκληρά. Η μητέρα μου εδέχουνταν την ερωμένην του πατέρα μου και μέσα εις το σπίτι της ακόμη.

Μ α ρ ί α. Η μητέρα σου ήταν μια σκλάβα και ο πατέρας σου ένας Ανατολίτης τύραννος. Και η σκλάβες γεννούν άνανδρους και δειλούς και ψεύτες και προδότες! Μα το παιδί μου εμένα δεν θέλω, όχι, να σκορπίση γύρω του την συμφορά και την απόγνωσι.

Κ ώ σ τ α ς. Μαρία μου, ησύχασε.

Μ α ρ ί α (διευθύνεται προς την θύραν). Φεύγω. Θα σώσω τουλάχιστον το παιδί μου!

Κ ώ σ τ α ς (τρέχων οπίσω της με αγωνίαν). Μαρία, που θα πας;

Μ α ρ ί α (ορμά εις την θύραν του βάθους και με φωνήν απηλπισμένην λέγει) Εκεί, που η γυναίκες είναι άνθρωποι και όχι σκεύη μόνον ηδονής. Εκεί που η αγάπη δεν υβρίζεται και δεν προδίδεται όπως εδώ (φεύγει).

( Αυλαία )

ΠΡΑΞΙΣ Δ'.

(Αίθουσα ξενοδοχείου πλουσίως επιπλωμένη και στολισμένη με άνθη, δάφνας και κότινους. Η Μαρία Μύρτου με λευκά μαλλιά, ο υιός της νέος δέκα οκτώ ετών)

Η κ. Μύρτου ωραία ντυμένη με μαύρον πολύτιμον φόρεμα διαβάζει εφημερίδα, ενώ ο υιός της γράφει).

Μ α ρ ί α. Άκουσε Παύλε· (διαβάζει) «Εκείνος ιδία που εξέπληξεν όλον το Στάδιον, εκείνος που έχει το ρεκόρ και όπου έρχεται πρώτος εις την σειράν των Ολυμπιονικών είναι την φοράν αυτήν έλλην, είναι ο νέος Μύρτος· ωραίος σαν άγαλμα, ενθυμίζει τους εφήβους της αρχαιότητος, των οποίων το κάλλος απηθανάτιζεν η σμίλη των μεγάλων γλυπτών.»

Π α ύ λ ο ς, (την διακόπτει). Ω! μητέρα! Τι υπερβολικοί οι Έλληνες δημοσιογράφοι!

Μ α ρ ί α (τον αγκαλιάζει). Ό,τι κι' αν πουν, παιδί μου, δεν θα προσθέσουν τίποτε εις την υπερηφάνειάν μου και την δόξαν μου, εμένα, της ευτυχισμένης μάνας του Ολυμπιονίκου.

Π α ύ λ ο ς (την σφίγγει εις την αγκαλιά του). Η δόξα δική σου, μανούλα μου, και η τιμή αποκλειστικώς δική σου. Και τα στεφάνια μου (πέρνει δύο στεφάνια δάφνης και τα ρίπτει εις τα πόδια της) δικά σου. Και όλα αυτά τα άνθη και τα δώρα τα καταθέτω, καλή μου μανούλα, εις τον βομόν της τρυφερότητάς σου, της στοργής σου!

Μ α ρ ί α. Παιδί μου! Έκαμα το καθήκον μου...

Π α ύ λ ο ς. Το καθήκον σου! Αλλά ποιά μάρτυς και ποιά ηρωίς έζησεν όπως έζησες εσύ, έκαμεν ό,τι έκαμες εσύ, για να με σώσης; Κι' από παιδί καχεκτικό, άρρωστο, έκφυλο, σχεδόν ραχιτικό, από μια φύση νωθρά, κακή, να γείνω ό,τι είμαι σήμερα; θυμάσαι, μητέρα μου, όταν με πρωτοπήγες εις την ορθοπεδική γυμναστική, τι σούπεν ο γυμναστής γιατρός; Κυρία μου, το παιδί σας δεν θα γείνη ποτέ άνδρας σωστός, άνδρας δυνατός, γιατί έχει μέσα εις το αίμα του σπέρματα εκφυλισμού.

Μ α ρ ί α. Μη θυμάσαι, παιδί μου, τώρα περασμένα βάσανα.

Π α ύ λ ο ς. Τα θυμούμαι μόνο τόσο, όσο για να σε θαυμάζω πειό πολύ, μητέρα μου. (Σηκόνει τα χέρια του προς τα εμπρός) χέρια με τέτοιους μυς και στήθος με τέτοιο θώρακα, σκοτώνουν όλα τα σπέρματα του εκφυλισμού, ακόμη και εκείνα που θα βρίσκονταν εις το σοφό κεφάλι του δασκάλου μου.

Κα Μ ύ ρ τ ο υ. Τον καϋμένο! πώς αγαπούσε την Ελλάδα θυμάσαι, τι έλεγε πάντα; Μη λησμονής ότι είσαι Έλλην και έχεις την υποχρέωσιν να ήσαι ωραίος.

Π α ύ λ ο ς. Και ήμουν άσχημος τότε. Σχεδόν καμπούρης· θυμάσαι;

Μ α ρ ί α. Ξέχασέ τα τώρα παιδί μου, αυτά. Εις τη ζωή μόνο τα ωραία, τα ευχάριστα πρέπει να θυμούμεθα...

Π α ύ λ ο ς Μα θα είχα μνήμην αχάριστη και καρδιά σκληρή, αν έπαυα να θυμούμαι. Τους κόπους σου, μανούλα μου, την θυσίαν όλην της νεότητός σου, την αυταπάρνησίν σου... και της τόσες άλλες λύπες σου, που δεν μου της έλεγες και που της εμάντευα.. θυμάσαι το σπιτάκι της Division Street που είχες ζωγραφισμένους όλους τους τοίχονς με τα αγαπημένα μέρη των Αθηνών και της Πόλης και που μ' εμάθαινες κι' αυτήν κι' εκείνην την πατρίδα μου να αγαπώ. Και που μικρό παιδάκι, μου έλεγες τόσα ωραία παραμύθια, παρμένα από την αληθινήν μας ιστορία αλλά και από την ιστορία της πονεμένης σου ψυχής.

