# Η νέα γυναίκα: Δράμα εις πράξεις τέσσαρας

## Part 1

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/29015/index.md

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. Words preceded by ‘ have been written in current form e.g. 'πάνω -> πάνω, 'ςτην -> στην. Otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Λέξεις που αρχίζουν με απόστροφο έχουν γραφτεί στην σημερινή τους μορφή π.χ. 'πάνω -> πάνω, 'ςτην -> στην. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΚΑΛΛΙΡΡΟΗΣ ΠΑΡΡΕΝ

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΡΑΜΑ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΕΣΣΑΡΑΣ

Επαίχθη εις το Θέατρον του Συντάγματος τον Σεπτέμβριον του 1907.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΠΑΡ. ΛΕΩΝΗ 16 ― Οδός Περικλέους―16 1908

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

ΔΡΑΜΑ ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΕΣΣΑΡΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ : Γιωργάκης Μεμιδώφ. Κατίγκω Μεμιδώφ, σύζυγός του. Κώστας Μεμιδώφ, υιός των. Ολγίνα, Λέλα και Έμμα θυγατέρες των. Μαρία Μύρτου, ζωγράφος και σύζυγος του Κώστα Μεμιδώφ. Δώρα, εξαδέλφη και σύντροφός της. Παύλος Μύρτος, υιός της. Άννα, υπηρέτρια της Μαρίας Μύρτου. Ειρήνη, υπηρέτρια της οικογενείας Μεμιδώφ. Γιάννης, γκαρσόν ξενοδοχείου. Μία Ατσιγκάνα.

Η υπόθεσις του δράματος εις την Κωνσταντινούπολιν. Εις την τελευταίαν πράξιν εις Αθήνας.

ΠΡΑΞΙΣ Α'.

Η σκηνή παριστά boudoir κυρίας, επιπλωμένον με κάποιαν πολυτέλειαν. Η κ. Μεμιδώφ και αι τρεις θυγατέρες της εισέρχονται με φορέματα χορού, ενώ η υπηρέτρια ανάπτει τα φώτα. Η κ. Μεμιδώφ, γυναίκα ως σαράντα πέντε χρόνων, ενδυμένη ντεκολτέ, ρίπτεται εις μίαν πολυθρόναν ως πολύ κουρασμένη

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ουφ! Έσκασα. Ωραίος ο χορός, αλλά τον χειμώνα και όχι με τέτοια ζέστη. Και έπειτα νάρχεσαι και πεζή;

Έ μ μ α. Δυώ βήματα, μαμάκα μου, από δω ως της κ. Καλιλά. (βγάζει το επανωφόρι του χορού και την γάζα πού έχει εις το κεφάλι της και πλησιάζει τον καθρέπτη, εμπρός εις τον οποίον στέκονται η αδελφές της· σπρώχνει την Λέλα και πέρνει την θέσιν της). Στάσου δα να ιδώ και 'γώ τα χάλια μου. θεέ μου! μαλλιά. Και το φόρεμα μου! πάει όλη η φρεσκάδα του!

Ο λ γ ί ν α. Μπορούσες να χορέψης λιγώτερο, για να μη στραπατσαρισθής τόσο. Μ' εκείνο μάλιστα το Ρώσσο αξιωματικό, τον κόσμο χαλάσατε.

Έ μ μ α. Τι ωραίος! Και τι χορευτής! (Φεύγει από τον καθρέπτη, ενώ η αδελφές της πλησιάζουν πάλιν και βλέπονται). Με άρπαζε, με γύριζε και θαρούσα πώς τα πόδια μου δεν πατούσαν κάτω. Πετούσα, να (ανοίγει τα χέρια της ως πτερά). Μου φαίνονταν πώς μούδινε πτερά στα πόδια.

Λ έ λ α. (Κάθεται εις μίαν καρέκλα και πετά την μία της γόβα) Ουφ! είναι πολύ στενή. Εγώ βέβαια δεν πετούσα μ' αυτά τα παπούτσια. Αλλά συ, πού πετούσες;

Έ μ μ α. Εις τους ουρανούς.

Ο λ γ ί ν α. (Ξεκτενίζουσα τα μαλλιά της) Του φλερτ.

Κα Μ ε μ ι δ ώ μ. Ανοησίες, Ολγίνα, ανοησίες. Η Έμμα είναι παιδί ακόμη.

Έ μ μ α. Παιδί! Έχουν την μανίαν να νομίζουν πώς είμαι παιδί. Είκοσι χρόνων και κάτι. Καλά δα που τ' αποφασίσατε να με πάρετε και μένα απόψε σαυτό το χορό και να μου μακρύνετε λιγάκι τα φορέματά μου! (προς την Ολγίνα). Στάσου να σου κάμω το κτένισμα της Καίτης.

Ο λ γ ί ν α. Σ' επήραν, γιατί ήταν η εορτή της φίλης σου.

Λ έ λ α. Και ο χορός ήτον είδος bal d' enfants. Καϋμένη Έμμα! πόσον καιρόν θα περιμένης ακόμη για να αποφασισθή να βγης σωστά στον κόσμο. Θα είσαι το αιώνιο baby των πολιτικών σπιτιών, πού έχουν κορίτσια μεγαλήτερα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ανοησίες!

Λ έ λ α. Εμένα η θεία στην Πετρούπολι μ' έβγαλε στον κόσμο από δέκα έξ ετών.

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Και τώρα εκεί θα σε λογαριάζουν με της γεροντοκόρες. Ου! η Λέλα! θα λένε. Καλ' εγώ την θυμούμαι τώρα δέκα χρόνια στους χορούς, (μετρά εις τα δάκτυλα). Δέκα και είκοσι που θα ήταν, τριάντα σωστά». Να τι θα λένε η καλές γλώσσες.

Λ έ λ α. Εσύ, μητέρα, νομίζεις ότι και στην Πετρούπολι ο κόσμος ζη με της κουσκουσουριές της Πόλης. Ότι σκοτίζουνται και περνούν τον καιρό τους με το πόσων χρόνων είναι η μία και τι έκανε και είπεν η άλλη.

Ο λ γ ί ν α. Βέβαια, εκεί καταγίνονται με τα πολιτικά! Εκεί η γυναίκες γίνονται μηδενίστριες.

Λ έ λ α. Εκεί η γυναίκες είναι άνθρωποι ανεπτυγμένοι, ελεύθεροι. Διαβάζουν, μελετούν, γράφουν, εργάζονται.

Έ μ μ α. Βέβαια, γι' αυτό μας περιπαίζεις όταν διαβάζωμεν.

Λ έ λ α. Μ' αυτά που διαβάζετε σεις όχι μόνο δεν αναπτύσσεσθε, παρά χαλάτε και τα μυαλά σας.

(Ακούεται από πάνω η φωνή του πατέρα). Κατίγκω! Κατίγκω!

Η κ Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκόνεται και τρέχει)· Αμέσως. Γωργάκη μου! Έφθασα, έφθασα!

Λ έ λ α. Θα είναι για να τον βοηθήση να γδυθή.

Έ μ μ α. Είναι ντροπή σου να κοροϊδεύης τον πατέρα.

Λ έ λ α. Καλέ τ' είν' αυτά. Εγώ πονώ, λυπούμαι, δεν κοροϊδεύω. Είναι ζωή, σε παρακαλώ, αυτή της μητέρας και όλων σας μέσα δω· (Ακούονται φωνές).

Ο λ γ ί ν α. (Αφίνει το κτένισμα και τρέχει εις την πόρτα). Σς. Ακούω φωνές. Ω! δυστυχία τί έχει να γίνη! Εζήτησε τη μποτίλιά του.

Έ μ μ α. (πλησιάζει και αυτή στην πόρτα): (Ακούονται κτύποι σπαζομένου ποτηριού). Έσπασε και το ποτήρι. Καλά 'που δεν έσπασε τίποτε άλλο.

Λ έ λ α. Κανένα κεφάλι! Δεν θα ήταν βέβαια πρώτη του φορά!

Ο λ γ ί ν α. Σιωπάτε! Τα πράγματα ησυχάζουν. Του είπεν η μαμά πώς τη μποτίλια την έσπασε το γατάκι του.

Έ μ μ α. (Έρχεται μέσα). Καλά τα κατάφερεν η μητέρα

Λ έ λ α. Είναι φοβερόν. Η γάτα μας, μια γατίτσα τόση δα, να είναι υψηλοτέρα εις την αγάπην του πατέρα από την γυναίκα του

Ο λ γ ί ν α. Εσύ να κρίνης αιωνίως και να κατακρίνης. Ο πατέρας αγαπά την γάτα του, γιατί έτσι του αρέσει.

Σκηνή β'.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. (Έρχεται) φτηνά την γλύτωσα. Ήταν για τη μποτίλια. Να ξέρετε τι είπα!

Ο λ γ ί ν α. Τ' ακούσαμεν, μητέρα, και θα πούμεν το ίδιο.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (βλέπει το ρολόι) Καλέ τέσσερες κι ο Κώστας δεν ήλθεν ακόμη. Ακούς εκεί να μη φανή στου Καλιλά για τα μάτια καν...

Ο λ γ ί ν α. Ύστερα μάλιστα από τόσους μήνας πού’ λειπε.

Έ μ μ α. Ξέρεις ότι όλο το καλοκαίρι έλειψε και η ζωγράφος, η νέα του συμπάθεια, η οποία άρχισε από τον Μάρτιο την εικόνα της γιαγιάς.

Ο λ γ ί ν α (προς την αδελφήν της). Κύτταξε τέλος πάντων, θα το τελείωσης αυτό το κτένισμα! Λοιπόν η νέα συμπάθεια του Κώστα, η μαεστρίνα, όπως την λέη η Mme Marie επέρασε το καλοκαίρι της εις το εσωτερικό της Ασίας, ζωγραφίζουσα παληές εκκλησίες.

Η Κ. Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκώνεται). Πώς! Ποιός σου το είπε; Εις το εσωτερικό; Μα και ο Κώστας εκεί ήταν.

Λ έ λ α. Δεν αφήνετε τον κόσμο ήσυχο επί τέλους. Νά, πώς περνάτε τον καιρό σας! να κατασκοπεύετε όχι μόνο της Πολίτισσες, αλλά και της ξένες ακόμη.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Όχι δα! Το πράγμα είναι σπουδαίον! Αυτή η κοπέλλα άρεσεν εις τον Κώστα, έτρεχε πίσω της σαν τρελλός.

Λ έ λ α. (Ξαπλώνεται εις τον καναπέ). Με το δίκηό του. Είναι θαυμασία η Μαρία Μύρτου! γυναίκα υπέροχος, μεγάλη!

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Λέγε τα αυτά εις τον αδελφούλη σου να του σηκώνης το μυαλό.

Έ μ μ α. Και τι την μέλει αυτήν για την συμφορά, που μας περιμένη, αν ο Κώστας είναι στα σωστά του ερωτευμένος!

Λ έ λ α (σηκόνεται) Θα ήταν η σωτηρία του ο έρως αυτός. Πρώτα, με μια τέτοια γυναίκα, έξυπνη, ανεπτυγμένη, δραστήρια, εργατική, θα άλλαζε και αυτός ζωή. Θα ησθάνετο την ανάγκην να εργασθή, να γίνη κάτι καλλίτερο από ένας νταντής! Έπειτα θα εσώζετο και από το απαίσιον συνοικέσιον, που του ετοιμάζετε.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Για να σου πω, Λέλα. Το παράκαμες. Ή μήπως επειδή σε αφίνω να λες όλες της κουταμάρες που σούρχονται στο κεφάλι και όλες της ανοησίες, που ακούεις εκεί πάνω εις τα σχολεία σας, νομίζεις πως είσαι και εις κατάστασιν να κρίνης καλλίτερα από μένα.

Λ έ λ α. Μα μητέρα!...

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Τι Μητέρα! Εγώ ξέρω τι πρέπει να γίνη και τι όχι. Και θα γείνη ό,τι θέλω εγώ! (σηκώνεται με θυμόν). Ο γάμος της Πετρώφ με τον Κώστα πρέπει να γείνη, ο κόσμος να χαλάση.

Λ έ λ α. Μα αν ο Κώστας δεν την θέλη.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Την θέλω εγώ· και αυτό αρκεί. Όχι ερωτευμένος, αλλά και πανδρεμένος να ήταν, θα τον ξεπάντρευα. Ο γάμος του με την Πετρώφ θα γίνη. Πρέπει, πρέπει, πρέπει.

Λ έ λ α. Και αν είναι ερωτευμένος με την άλλην.

Η κ. Μ ε μ ι δ ώ φ. Θα ξεερωτευθή.

Ο λ γ ί ν α. Ου! ξεερωτεύεται τόσο εύκολα. Έως τώρα έχει ερωτευθή με όλες μου της φιλενάδες και ξεερωτεύθηκεν. Για θυμηθήτε την Ελένη. Θα σκοτόνουνταν, θάφευγε, θα σκότωνε τον αρρωβωνιαστικό της.

Έ μ μ α. Και τώρα εξακολουθεί να την αγαπά. Προχθές, όταν την αντίκρυσε κάτω, έγινε κίτρινος σαν το πανί. Αυτήν την αγαπά ακόμη, σας το βεβαιόνω εγώ.

Λ έ λ α. Γιατί, λοιπόν δεν τον αφήσατε να την πάρη αφού την αγαπούσε τόσο; Η Ελένη είναι νέα, έμορφη, γεμάτη ζωή, ανοιχτόκαρδη. Έχει και χρήματα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τώρα μόλις της ήλθεν η κληρονομιά αυτή. Έπειτα είναι και ζωηρούτσικη. Με παρελθόν... Αλλ' ας είναι! Ποτέ μου δεν επερίμενα πώς ο θείος της θάφινεν όλη του την περιουσία εις αυτήν.

Έ μ μ α. Αν δεν είχεν αρραβωνιασθή τουλάχιστον.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ω! Αυτό δεν σημαίνει.

Λ έ λ α. Πώς! δεν σημαίνει; Δεν σκέπτεσθε, υποθέτω, να διαλύσετε τους αρραβώνας της με τον άλλον και...τώρα που έγεινε κληρονόμος.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Απ' εκείνα που κατάλαβα θα τους διαλύση μόνη της. Αυτόν τον έπερνε μόνον για τα χρήματα του. Και να σου πω, αν ο Κώστας επιμένη να μη θέλη την Πετρώφ, ας πάρη την Ελένη.

Λ έ λ α. Αν την αγαπά ακόμη και αν ο έρως του προς την άλλην.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Ο έρως του προς την άλλην θα είναι καπρίτζιο. Δεν μπορεί να είναι παρά καπρίτζιο. Είναι αδύνατον ο Κώστας να αγαπήση στα σωστά του γυναίκα του είδους αυτού.

Έ μ μ α. Καλέ μην ανησυχήτε και δεν έχει αυτή καιρόν να καλλιεργή τέτοιες αισθηματικότητες. Αυτή τρέχει από παλάτι σε παλάτι και από χαρέμι σε χαρέμι. Δουλεύει ακούραστα.

Έ μ μ α. Αυτή δεν παντρεύεται. Είναι εναντίον του γάμου και υπέρ της ελευθερίας της γυναικός. Είναι χειραφετημένη, (γελά ειρωνικώς.)

Λ έ λ α. Ανοησίες! Χειραφετημένη! Γιατί εργάζεται. Γιατί αντιμετωπίζει τη ζωή μόνη της. Γιατί είναι δημιούργημα του εγώ της. Γιατί είναι άνθρωπος και όχι κούκλα. Στη Ρωσσία όλες η γυναίκες που έχουν κάμει σπουδάς, που έχουν κάποιαν ανάπτυξιν είναι έτσι. Αφήνω πειά της Αμερικανίδες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα ο Κώστας δεν είναι ούτε νεοσσός, ούτε Αμερικανός. Έπειτα τέτοιου είδους γυναίκες δεν αγαπούν εύκολα, θαρρώ μάλιστα πως αν δεν έχουν και καρδιά.

Λ έ λ α. (σηκόνεται και πηγαίνει αντίκρυ εις την μητέρα της) Έχουν δηλαδή αλλοιώτικη καρδιά. Μεγάλη για κάθε μεγάλο αίσθημα και έτοιμη να θυσιασθή για κάθε ωραίον ιδανικό.

(Ακούεται κρότος αμάξης)

Σκηνή γ'.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (πετιέται και τρέχει προς το παράθυρον) Σς. Άμαξα εσταμάτησε (στην πόρτα), Θα είναι ο Κώστας. (Ακούονται έξω βήματα. Η Λέλα τρέχει εις υποδοχήν του αδελφού της).

Λ έ λ α. Καλώς το κακό παιδί. Ου! θα σε μαλώσουν! (του κάνει μίαν υπόκλισιν) Σου αρέσει η τουαλέττα μου;

Ο λ γ ί ν α. Ωραία μας τα κατάφερες. Και η καϋμένη η Κατίνα που σε περίμενε για να τραγουδήση..

Λ έ λ α. Τότε καλά έκαμες που δεν ήλθες.

Κ ώ στ ας (προχωρεί προς την μητέρα του: φορεί μαύρα ρούχα και ένα τριαντάφυλλο στη μπουτονιέρα του). Δεν θα διασκέδασες καλά μητέρα; Σε βλέπω θυμωμένη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (στενάζουσα). Και δεν έχω δίκηο; Ακούς εκεί να υποσχεθής πως θάρθης και να μας γελάσης. Άσκημα παιδί μου, άσκημα καμώματα! Και ο πατέρας σου έγινε πάλι έξω φρενών.

Λ έ λ α. Μα ο πατέρας είναι πάντα έξω φρενών.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Σς! μη σας ακούση για το Θεό! (βγαίνει από την πόρτα για να ιδή αν ο πατέρας εκοιμήθη. Επιστρέφει) Μάλιστα! έξω φρενών! Και αυτή τη φορά με το δίκηο του.

Κ ώ σ τ α ς. Μα μητέρα, ήτον αδύνατον νάρθω. Ήμουν καλεσμένος εις ένα γάμο. Και νόμιζα ότι θα ετελειώναμεν πειό νωρίς.

(Η αδελφές του τρέχουν και τον τριγυρίζουν. Όλες μαζή). Πες τα μας. Σε ποιο γάμο; γνωστόν μας;

Η Λ έ λ α (τον πλησιάζει, θέτει το χέρι της εις τον ώμον του και αμέσως το αποσύρει). Καλέ είσαι βρεγμένος!

Κ ώ σ τ ας. Ναι, έβρεξε στη μία

Κα Μ ε μ ιδώ φ. (πετιέται ανήσυχος, τον εγγίζει) Είσαι μούσκεμα, παιδί μου!

Κ ώ σ τ α ς. Μην ανησυχής μητέρα, δεν είναι φόβος να κρυώσω, μ' αυτή τη ζέστη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα να λεκιάσης το φράκο σου, ναι! Βγάλτο να σου το σκουπίσω. Αν τ' αφίσης, θα γίνη ως το πρωί όλο λεκέδες. (Ιδιαιτέρως) ίσως μπορέσω να μάθω που ήτο.

Ο λ γ ί ν α. Λοιπόν ο γάμος; δεν μας είπες;

Γ ι ω ρ γ ά κ η ς (Ακούεται η Φωνή του Γιωργάκη). Μα δεν μου λέτε θα ξενυκτίσετε αυτού μέσα, δεν θα κοιμηθήτε απόψε; Ετρελλαθήκατε;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (σιγά) Κάτω ήταν ακόμη. Άρα γε μας άκουσε! (δυνατώτερα). Αμέσως, Γιωργάκη μου, (προς τα κορίτσια). Γλήγωρα. Φθάνει η φλυαρία. Αύριο δεν θάχετε σηκωμό.

(Τα κορίτσια σηκόνονται, μαζεύουν τα πράγματα των και ενώ βγαίνουν η Ολγίνα λέγει).

Ο λ γ ί ν α. Ουφ! Τι τον μέλει πάλι πότε θα κοιμηθούμε. Μας τυραννεί αυτός ο πατέρας. Άμα πήγαμε στο χορό μόλις άρχισε η διασκέδασις, έτρεχε πίσω μας, πότε στη μαμά και πότε σ' εμάς, (μιμείται το ύφος του πατέρα της). Αι! φτάνει σας. Πάμε! Είναι αργά, μη χορεύετε τόσο, (βγαίνει).

Λ έ λ α. Ήταν για να μη χάνη τη συνήθεια της γρύνιας.

Έ μ μ α. Φρίκη! Αυτός ο πατέρας. (Ενώ φεύγουν) δεν θα ήταν ποτέ του νέος.

Σκηνή δ'.

Κα Μεμιδώφ και Κώστας.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Βγάλτο λοιπόν! Θα σε πειράξη η υγρασία.

Κ ώ σ τ α ς. (βγάζει το φράκον και της το δίδει. Ενώ εκείνη το ξαπλόνει εις τον καναπέ ο Κώστας βάζει μια ζακέτα πού πέρνει από μέσα και της λέγει). Κάμε γλήγωρα. Θαρχίση πάλι να φωνάζη.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Τίποτα, ανέβηκε, Κώστα, στην κάμαρά του. Μετά πέντε λεπτά θα ρουχαλίζη. (Στεγνόνει το φράκο με το μαντύλι της). Ταταουλιανός θα ήταν ο γάμος αυτός! Και οι καλεσμένοι θα γύρισαν πεζοί και γι' αυτό έγινες σε τέτοιο χάλι.

Ο Κ ώ σ τ α ς (κάθεται και ανάπτει ένα τσιγάρο). Τι σε μέλλει, μαμά, τώρα.

Κα Μ ε μ ί δ ώ φ. Τι με μέλει; Να μην έλθης εις του Καλιλά, που ήταν και η κ. Πετρώφ, για να τρέχης σε πρόστυχους γάμους, ποιός ξέρει πού;

Κ ώ σ τ α ς (ειρωνικώς) Μην ανησυχής! Η αρχοντιά μας δεν ήλθεν εις καμμίαν συνάφειαν με τον όχλον!. Τα οικόσημα μένουν απείραχτα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Άφησε της ειρωνείες, Κώστα, παιδί μου. Και μη σου κακοφαίνεται, αν δεν θέλω νάχης συναναστροφές με ανθρώπους πρόστυχους. Ξέρεις ότι ο κόσμος μιλεί πάλι για τις νέες γνωριμίες σου, για τους έρωτας σου! Και ο πατέρας σου είναι έξω φρενών.

Κ ώ σ τ α ς. Ο κόσμος μιλεί για τους έρωτάς μου και ο πατέρας είναι έξω φρενών. Σ' ερωτώ να μου πης πότε ο κόσμος δεν μιλεί για της ξένες υποθέσεις και πότε ο πατέρας δεν είναι έξω φρενών. Και όταν εσύχναζα εις της κ. Δέδερη, ο κόσμος δεν μιλούσε; Και ο πατέρας έστριβε τα μουστάκια του και έλεγε : Η κ. Δέδερη είναι κόμματος. Μπράβο του του Κώστα! Ή τώρα από την μια μέρα ως την άλλην, εγείνατε όλοι σας ενάρετοι.

Κα Με μ ι δ ώ φ. Μα η κ. Δέδερη, παιδί μου ήταν ακίνδυνη. Γυναίκα παντρεμένη, του κύκλου μας, γνωστή για την ζωηρότητά της.

Κ ώ σ τ α ς. Α! βέβαια! Εκεί ακολουθούσα τας αρχάς σας. Φλερτ, γλέντι, σκανδαλάκια. Έκαμνα ερωτικά γυμνάσματα. Εσυνείθιζα την καρδιά μου εις τα ψεύματα, την εθωράκιζα κατά της αγάπης. Εκεί τα σχέδια σας των πλούσιων γάμων, δεν εκινδύνευαν. Εκεί ήμουν άνδρας, όπως έλεγες, και οι άνδρες μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Τον πλησιάζει) Μα παιδί μου, μ' αγόρι μου. Δεν ξέρεις ότι τα χρήματα σήμερα είναι το παν. Δεν συλλογίζεσαι, πως πνιγόμεθα εις τα χρέη, πως έχεις τρεις αδελφές, πως η Ολγίνα είναι πειά μεγαλοκοπέλα· πως αν δεν γίνη ο γάμος σου με την πριγκηπέσσα, δεν θα γίνη και ο δικός της με τον Θέμο. Πού θάβρη ο πατέρας σου της τέσσερες χιλ. λίρες, που του υποσχέθηκε.

Κώστας (σηκόνεται αγανακτισμένος, στέκεται αντίκρυ εις την μητέρα του και της λέγει). Λοιπόν μπορείς να διαλύσης τους αρραβώνας της κόρης σου, από τώρα, γιατί εγώ δεν θα γείνω σύζυγος της πριγκηπέσσας σας· ποτέ, μα ποτέ, εκατάλαβες;

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα όλοι μας θ' ανακουφισθούμεν, Κώστα, παιδί μου, με τον γάμον αυτόν. Θα ξεχρεώσωμεν το σπίτι μας της Χάλκης, θα μπορέσης να βάλης κεφάλαια εις την δουλειά των νερών του πατέρα σου. Ξέρεις δα, δουλειά χρυσή!

Κ ώ σ τ α ς (περιπατών επάνω κάτω, ενώ η μητέρα του μιλεί). Ουφ! ζέστη, κουφόβρασι! (Ανοίγει το παράθυρο). Τέτοια ζέστη και να σου μιλούν για συνοικέσιο με την κ. Πετρώφ. Είναι να τρελλαίνεται κανείς.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Και όμως βλέπεις πώς την περιποιούνται όλοι και πώς την συνερίζονται εις τα γεύματα και εις τα τσάια. Είχα και την πριγκήπισσα! Ήταν και η πριγκήπισσα! Άσχημη, που δεν είναι δα και τόσο, όμως αιωνίως την έχει τριγύρυσμένη όλος ο καλός μας κόσμος, όλη η αριστοκρατία του Σταυροδρομιού.

Κ ώ σ τ α ς. Και βέβαια πώς να μη την τριγυρίζουν. Ανήκει εις όλες της κλίκες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα παιδί μου!

Κ ώ σ τ α ς. Παιδί μου και ξεπαιδί μου δεν έχει. Κλίκα χαρτοπαικτών. Η πριγκήπισσα είναι η ψυχή. Παίζει όλη τη νύχτα. Και καπνίζει σαν φουγάρο σιδηροδρόμου ωραία πούρα της Αβάνας...

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Το είδες το χρυσό κουτί, των πούρων το στολισμένο με ρουμπίνια και μαργαριτάρια Είναι θαύμα τέχνης και πλούτου.

Κ ώ σ τ α ς. Και δώρον του τελευταίου μεγάλου δουκός, του οποίου η πριγκήπισσα υπήρξεν ερωμένη! Τι noblesse! μητέρα μου. Και πώς θα ξαναχρυσώσουμε και μείς με τον γάμον αυτόν τα μηδικά σήματά μας. Αι!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Να σου 'πω, Κώστα, είσαι ανυπόφορος. Να μας βρίζουν οι εχθροί μας, τι να γείνη! αλλά και συ να λες ό,τι λένε εκείνοι και να εξευτελίζης το μόνο πράγμα που μας έμεινε, την αρχοντιά του σπιτιού μας.

Κ ώ σ τ α ς. Σε βεβαιώ, μητερούλα μου, πως έμαθα κι γω μόλις προχθές, την κατιούσαν εξέλιξιν του γενεαλογικού μας δένδρου. Είναι μία φιλαδούλα τόση δα, που μου την έστειλεν η κ. Δέδερη για να μου αποδείξη ότι είμαι πρόστυχος, και γι' αυτό εγκαταλείπω τας ευγενείς κυρίας και προτιμώ της προστυχούλες. Νομίζω πώς το επιγράφει: «Όμοιος τον όμοιο». Θέλεις να σου το αποστηθίσω; Ξέρεις τώμαθα απ' έξω : Προπάππος μου, ο παπούς του πατέρα. Μηδάς, δηλαδή πουλούσε μήδια εις το Σταυροδρόμι. Παππούς μου, πατέρας του πατέρα, προμηθευτής en gros μηδιών, θαλασσινών και ψαριών εις το παλάτι. Ευνοούμενος του γενικού επιμελητού του Σουλτάνου, οπόταν και το όνομά του πέρνει ένα me εις την αρχήν αντί του de, φαίνεται, αλλάζει την κατάληξιν επί το Ρωσσικώτερον και γίνεται Μεμιδώφ. Γεώργιος Μεμιδώφ ο πατέρας, ιδιοκτήτης κτημάτων, κληρονόμος μεγάλης περιουσίας, τραπεζίτης, αλλά και σπάταλος και ακατάστατος τόσον, ώστε σήμερα να ευρίσκεται εις την ανάγκην να χρυσώση της ωραίες αυτές φίρμες της υψηλής καταγωγής του με το πρηγκιπικό χρυσάφι της κ. Πετρώφ.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (περιπατεί έξω φρενών και προσπαθεί να τον διακόψη, χωρίς να το κατορθόνη. Επί τέλους βάζει τα χέρια της επάνω εις το τραπέζι και σκύβει επάνω του το κεφάλι της). Επί τέλους αυτά είναι ντροπή σου να τα επαναλαμβάνης! Είναι ντροπή σου, ακούς.

(Πέρνει το φράκο του και το απλόνει σε μια πολυθρόνα.)

Κ ώ σ τ α ς (βγάζει το γελέκι του και το πετά επάνω εις την καρέκλα) Πώς ντροπή! αυτή είναι η αλήθεια.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Ενώ πέρνει και το γελέκι και το διπλώνη). Σιώπησε. Πήγαινε. Με σύγχισες πάλι. Και είναι αργά. (Πέρνει το ρολόι από την τσέπη του ρολογιού και βλέπει την ώρα και διευθύνεται έπειτα να το αφήση εις το τραπέζι. Εκεί παρατηρεί ένα δακτυλίδι, κρεμασμένο εις την αλυσσίδα σαν μπρελόκ. (Ανήσυχος) Τι είναι, τούτο;

(Ο Κώστας τρέχει να της το πάρη, αλλ' εκείνη το σφίγγει εις το χέρι της.

Κ ώ σ τ α ς. Έστω! δες το, μάθε το, αφού έτσι θέλεις.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. (Πλησιάζει προς το φως, εξετάζει το δακτυλίδι και διαβάζει με φωνήν που τρέμει). «Μαρία Μύρτου 8 Ιουλίου 1987.

(Πέφτει μάλλον παρά κάθεται εις τον καναπέ. Άφωνος με αγωνίαν εις το πρόσωπον και τας κινήσεις δείχνει το δακτυλίδι εις τον υιόν της και ερωτά) Τι είναι αυτό;

Κ ώ σ τ α ς (στενοχωρημένος και με φωνήν πού μόλις ακούεται) Το δακτυλίδι του γάμου μου. Ο αρραβών της γυναίκας μου!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. ( Ως τρελλή) της γυναίκας σου! Τι είπες! της γυναίκας σου! σου! Παντρεύθηκες λοιπόν. (ανασηκόνεται, πιάνει το κεφάλι της με τα δύω της χέρια, τριγυρίζει εις την σκηνήν.) Μα αυτό δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να είναι! Πε μου λοιπόν ότι είναι ψέματα, θεέ μου! θα τρελλαθώ

Κ ώ σ τ α ς. Μητέρα μου! σε παρακαλώ, μην κάνεις έτσι.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Εσύ, παιδί μου. Εσύ η ελπίδα μου. Εσύ να παντρευθής με μια γυναίκα που δουλεύει για να ζήση. Και σ' άρπαξε, σ' εξελόγιασε, σε τύφλωσε. Σ' έκαμε να μη σκεφθής, να μη συλλογισθής τίποτε. Ούτε τη μάνα, σου ακόμη. Ω παιδί μου! Κώστα μου! Τι συμφορά!

Κ ώ σ τ α ς. Όχι συμφορά, μητέρα. Η Μαρία είναι καλή, έξυπνη, ανεπτυγμένη, τελεία γυναίκα. Είναι η μόνη που μπορεί να με βοηθήση εις την ζωή, να με σώση από της κακές μου συνήθειες, να με κάμη άνθρωπο. Όταν την γνωρίσης καλλίτερα, θα την αγαπήσης και συ. Δεν μοιάζει καθόλου με της άλλες γυναίκες.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (πειραγμένη) Βέβαια· η άλλες δεν είναι πολύξερες και κοσμογυρισμένες σαν κι' αυτήν. Δεν ξέρουν ν' αρπάζουν, να μαγεύουν τους άνδρες.

Κ ώ σ τ α ς (σηκόνεται δυσαρεστημένος) Μητέρα, μην ξεχνάς ότι την αγαπώ, ότι είναι γυναίκα μου!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Μα είναι τρομερόν να την συγκρίνης μ' εμάς. Να την βρίσκης μάλιστα και καλλίτερη. Αυτήν την κλέφτρα της ευτυχίας μας.

Κ ώ σ τ α ς (ωργισμένος και σχεδόν απειλητικός). Φθάνει! Ούτε λέξιν πλέον. Ακούς, μητέρα. Δεν επιτρέπω. Είμαι άντρας και έκαμα ό,τι ήθελα.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ. Κι' επρόκοψες. Άντρας! Ακούς εκεί.

Κ ώ σ τ α ς. Για όσα έκανα ως τώρα, εύρισκες ότι ήμουν άντρας κι' οι άντρες κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτή δεν είναι η αρχή σου;

Και δεν μ' ενανάριζες μωρό και μ' εμεγάλωσες νέο με το τραγούδι αυτό.

Πόσες φορές μου είπες : Γλέντιζε, παιδί μου, είσαι άνδρας! Μόνο πρόσεξε να μη μπερδευθής πουθενά.

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ ησυχώτερα. Ό,τι σου λεγα, στώλεγα για το καλό σου. Κάθε μάνα το καλό του παιδιού της θέλει. Κι' αν μ' άκουες ως το τέλος, δεν θάκανες τέτοια τρέλλα.

Κ ώ σ τ α ς. Αλλά θάπερνα την πρηγκιπέσσα σου με τα πολλά χρήματα.

Κα. Μ ε μ ι δ ώ φ. Σήμερα τα χρήματα κάνουν τον άνθρωπο. Εσύ βέβαια δεν θ' αλλάξης τον κόσμο.

Κ ώ σ τ α ς. Εγώ! Και εις τι είμαι άξιος εγώ, όπως με αναθρέψατε. Μήπως έχω δύναμι! χαρακτήρα! Δεν βλέπεις που επροτίμησα να παντρευφτώ σαν κλέφτης, να πω εις την γυναίκα μου ψέματα, ότι ηθέλατε το γάμο μας, παρά να αψηφήσω τη γνώμη του κόσμου και τη δική σου και του πατέρα μου, πού θέλατε να μου φορτώσετε της ατιμίες δύω γενεών, δεμένες μέσα σένα χρυσό πουγκί και χρυσωμένες με εκατομμύρια!

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (ενώ ο υιός της μιλεί, κλαίει. Επί τέλους οι λυγμοί της αυξάνουν}. Σώπα, σώπα. Όσο συλλογίζωμαι τι έκανες και τι θα γίνωμε τώρα, μουρχεται τρέλλα. (Πετιέται αίφνης και κρατή το στήθος της). Θεέ μου! Δεν μπορώ. Πνίγομαι, πεθαίνω! (πίπτει σαν λιποθυμημένη)

Κ ώ σ τ ας (τρομαγμένος) Θεέ μου! μητέρα μου! Ησύχασε. Πάω να σου φέρω νερό. Να φωνάξω κανένα! (τρέχει έξω).

Κα Μ ε μ ι δ ώ φ (σηκόνεται έξαφνα). Όχι! δεν θα της περάση. Δυστυχία της! Τι την περιμένει!

(Αυλαία)

ΠΡΑΞΙΣ Β'.

Εργαστήριον καλλιτέχνιδος, επιπλωμένον με πολλήν ιδιορρυθμίαν, αλλά και αταξίαν. Εις της εταζέρες και τα τραπέζια αγαλμάτια, προπλάσματα γύψινα, εικόνες. Εικόνες τοποθετημένες και επάνω εις τα έπιπλα και κάτω εις τους τοίχους και παντού. Εις το μέσον ένας εικονοστάτης με μίαν εικόνα αρχισμένην επάνω. Έρχεται ο Κώστας με ενδύματα εξοχής και μαλακό καπέλλο.

Σκηνή α'.

