# Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28626/index.md

&Διάκρισις της μεγαλοψυχίας από την σωφροσύνην και ακρότητες αυτής.& — Η δε μεγαλοψυχία φαίνεται και από το όνομά της ότι περιστρέφεται εις μεγάλα, ποία όμως είναι αυτά ας το εξετάσωμεν πρώτον. Δεν έχει δε καμμίαν διαφοράν αν εξετάζωμεν την διάθεσιν ή τον έχοντα την διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι είναι μεγαλόψυχος όστις κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα και συγχρόνως είναι άξιος. Διότι όστις κάμνει τα ίδιον χωρίς να είναι άξιος, είναι ηλίθιος. Ενώ από όσους είναι ενάρετοι κανείς δεν είναι ηλίθιος ή ανόητος. Μεγαλόψυχος λοιπόν είναι αυτός που είπαμεν. — Διότι όστις είναι άξιος διά μικρά, και εις αυτά κρίνει τον εαυτόν του άξιον αυτός είναι σώφρων, όχι όμως μεγαλόψυχος. Διότι η μεγαλοψυχία συνίσταται εις το μεγαλείον, καθώς και το κάλλος υπάρχει εις το μεγαλόσχημον σώμα, ενώ οι μικρόσωμοι είναι μεν κομψοί και συμμετρικοί, όχι όμως ωραίοι. Όστις όμως κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά μεγάλα, ενώ είναι ανάξιος, αυτός είναι χαύνος, ενώ όστις αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγαλίτερα από όσον αξίζει, δεν είναι πάντοτε χαύνος. Όστις δε πάλιν αξιόνει τον εαυτόν του διά μικρότερα από ό,τι αξίζει είναι μικρόψυχος, δηλαδή είτε είναι άξιος διά μεγάλα είτε διά μέτρια είτε διά μικρά, αυτός αξιόνει τον εαυτόν του δι' ολιγώτερα εις πάσαν περίπτωσιν από αυτάς. Διότι βεβαίως απορεί κανείς πόσον θα υπεβίβαζε τον εαυτόν του, αν δεν είχε ούτε αυτήν την αξίαν. Ο δε μεγαλόψυχος είναι ως προς μεν το απόλυτον μέγεθος άκρος, ως προς το πρέπον όμως μέσος, διότι αξιόνει τον εαυτόν του εις ό,τι αξίζει. Ενώ αυτοί οι άλλοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς. Αφού λοιπόν αξιόνει τον εαυτόν του διά μεγάλα, και είναι άξιος και μάλιστα άξιος των μεγίστων, τότε πρέπει να περιστρέφεται εις έν κυρίως. Αλλά η αξία λέγεται εν σχέσει προς τα εξωτερικά αγαθά. Και ως μέγιστον αγαθόν πρέπει να θεωρήσωμεν αυτό το οποίον αποδίδομεν εις τους θεούς, και το οποίον κυρίως επιδιώκουν οι έχοντες αξιώματα, και είναι έπαθλον διά τα κάλλιστα. Τοιούτον λοιπόν είναι η τιμή, διότι αυτή είναι εντελώς το μέγιστον από τα εξωτερικά αγαθά. — Εις την αποδοχήν δε ή την στέρησιν των τιμών ο μεγαλόψυχος είναι καθώς πρέπει. Και δεν απαιτείται ούτε δικαιολογία διατί η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις την τιμήν. Διότι γενικώς οι μεγάλοι κρίνουν άξιον τον εαυτόν των περισσότερον από όλα διά την τιμήν. Πάντοτε όμως όσον αξίζουν• Ο μικρόψυχος όμως είναι ελλιπής και εν σχέσει προς το άτομόν του και ως προς τας απαιτήσεις του μεγαλοψύχου. Ο δε χαύνος υπερακοντίζει με το άτομόν του όχι όμως και τον μεγαλόψυχον.

&Η μεγαλοψυχία προϋποθέτει όλας τας αρετάς.& — Και λοιπόν ο μεγαλόψυχος, αφού είναι άξιος των μεγίστων, έπεται ότι είναι ο εναρετώτερος. Επομένως ο αληθινός μεγαλόψυχος πρέπει να είναι ενάρετος (αγαθός). Και φαίνεται ίσως ότι ιδιότης του μεγαλοψύχου είναι να είναι μέγας εις εκάστην αρετήν. Παραδείγματος χάριν δεν αρμόζει διόλου εις τον μεγαλόψυχον να τραπή εις φυγήν ως δειλός, ούτε να αδικήση. Διότι προς ποίον σκοπόν τάχα θα διαπράξη αίσχη αυτός, διά τον οποίον τίποτε δεν υπάρχει μέγα; Εάν δε εξετάσωμεν τας λεπτομερείας, θα φανή εντελώς γελοίος ο μεγαλόψυχος, αν δεν είναι αγαθός. Αλλά εάν είναι ποταπός, τότε δεν θα είναι ούτε άξιος τιμής.

Διότι η τιμή είναι έπαθλον της αρετής, και απονέμεται εις τους αγαθούς. Επομένως φαίνεται ότι η μεγαλοψυχία είναι ως ένα στόλισμα όλων των αρετών. Διότι τας αναδεικνύει μεγαλιτέρας, και δεν ημπορεί να υπάρξη χωρίς αυτάς. Διά τούτο είναι δύσκολον να είναι κανείς πραγματικός μεγαλόψυχος. Διότι τούτο δεν είναι δυνατόν χωρίς καλοκαγαθίαν.

Κυρίως λοιπόν η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς και στερήσεις των τιμών, και διά μεν τας μεγάλας και τας αποδιδομένας εις αυτόν από τους σπουδαίους θα χαρή εν μέτρω, διότι του φαίνεται ότι απολαμβάνει ό,τι του ανήκει ή και ολιγώτερον — . Διότι διά την τελείαν αρετήν δεν είναι δυνατόν να υπάρξη ανταξία τιμή — . Οπωσδήποτε όμως θα την δεχθή, διότι αυτοί δεν έχουν να του δώσουν τίποτε μεγαλίτερον. Την δε προσφερομένην εις αυτόν τιμήν από τους τυχαίους και δι' ασήμαντα πράγματα, όλως διόλου θα την περιφρονήση — διότι αυτός δεν είναι άξιος διά μικρά. — Επίσης δε και την στέρησιν των τιμών, διότι αυτή δεν θα συμβή με το δίκαιον ως προς αυτόν. Κυρίως λοιπόν, καθώς είπαμεν, η μεγαλοψυχία περιστρέφεται εις τας τιμάς. Ουχ ήττον όμως ως προς τον πλούτον και την πολιτικήν επιρροήν και πάσαν ευτυχίαν και ατυχίαν θα φανή μετριοπαθής, ό,τι και αν του συμβή, και ούτε όταν ευτυχή θα χαίρη πολύ ούτε όταν δυστυχή θα αθυμή. Διότι αυτά δεν τα παθαίνει ούτε διά την τιμήν, η οποία είναι το μέγιστον — διότι αι πολιτικαί επιρροαί και ο πλούτος επιζητούνται χάριν της τιμής. Τουλάχιστον όσοι τα έχουν επιθυμούν να τιμώνται εξαιτίας αυτών. — Εις αυτόν λοιπόν αφού και η τιμή είναι μικρόν πράγμα, έπεται ότι και τα άλλα είναι μικρά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Ο μη τελείως ενάρετος δεν είναι γνησίως μεγαλόψυχος.& — Διά τούτο νομίζονται ότι είναι πολύ περιφρονητικοί. Φαίνεται όμως ότι και τα ευτυχήματα συντελούν εις την μεγαλοψυχίαν. Διότι οι ευγενείς κρίνονται άξιοι τιμής, καθώς και οι έχοντες πολιτικήν επιρροήν ή πλούτον. Διότι είναι υπέροχος, και παν ό,τι υπερέχει εις το αγαθόν είναι τιμαλφέστατον. Διά τούτο όλα αυτά τους κάμνουν περισσότερον μεγαλόψυχους από ό,τι είναι. Διότι αυτά εκτιμώνται από μερικούς. Κυρίως όμως μόνος ο αγαθός πρέπει να τιμάται. Όστις δε έχει και τα δύο, είναι άξιος περισσοτέρας τιμής. Όσοι όμως έχουν αυτά τα αγαθά χωρίς την αρετήν, ούτε δικαίως κρίνουν άξιον τον εαυτόν των διά μεγάλα, ούτε ορθώς ονομάζονται μεγαλόψυχοι. Διότι χωρίς τελείαν αρετήν δεν υπάρχουν αυτά, αλλά όσοι τα έχουν αυτά τα αγαθά γίνονται υπερόπται και υβρισταί. Διότι χωρίς αρετήν δεν είναι εύκολον να διατηρή κανείς τα ευτυχήματα αρμονικώς. Και επειδή δεν ημπορούν να τα κρατήσουν και νομίζουν ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους, εκείνους μεν τους περιφρονούν, αυτοί δε κάμνουν ό,τι τύχη. Διότι μιμούνται απλώς τον μεγαλόψυχον, ενώ δεν του ομοιάζουν, τούτο δε το κάμνουν εις όσα ημπορούν. Και λοιπόν όσα υπαγορεύει η αρετή δεν τα εκτελούν, αλλά μόνον περιφρονούν τους άλλους. Δηλαδή ο μεν μεγαλόψυχος δικαίως περιφρονεί, — διότι κρίνει ορθώς, — οι κοινοί όμως τυχαίως.

&Λεπτομερής χαρακτηρισμός του μεγαλοψύχου, μέχρι φυσιογνωμίας.& — Δεν είναι δε ριψοκίνδυνος διά μικρά πράγματα ούτε φιλοκίνδυνος, διότι ολίγα πράγματα εκτιμά. Είναι όμως ριψοκίνδυνος διά τα μεγάλα, και όταν κινδυνεύη δεν προφυλάττει την ζωήν του, διότι θεωρεί ότι δεν είναι άξιον να ζη όπως όπως. Και θέλει μεν να ευεργετή, εντρέπεται όμως να ευεργετηθή. Διότι το πρώτον είναι ιδιότης του υπερέχοντος, ενώ το δεύτερον του υπερεχομένου. Και αποδίδει την ευεργεσίαν με περισσότερα. Διότι ούτω πως ο πρώτος θα γίνη και χρεώστης και θα είναι ευεργετημένος. Φαίνεται δε και ότι ενθυμούνται όσους ευεργετούν, όχι όμως και εκείνους οι οποίοι τους ευεργέτησαν. Διότι είναι κατώτερος ο ευεργετηθείς από τον ευεργετήσαντα, αυτός δε θέλει να υπερέχη. Και τα μεν πρώτα ευχαριστείται να τα ακούη, τα δεύτερα όμως τον ενοχλούν. Διά τούτο και η Βέτις {25} δεν αναφέρει τας ευεργεσίας της εις τον Δία. Ούτε οι Λακεδαιμόνιοι {26} προς τους Αθηναίους, αλλά μόνον όσας ευεργεσίας έλαβαν. Είναι δε ιδιότης του μεγαλοψύχου να μη έχη την ανάγκην κανενός ή πολύ ολίγον, να βοηθή όμως προθύμως, και εμπρός μεν εις τους έχοντας αξιώματα και τους ευτυχείς να παρουσιάζεται μεγάλος, εμπρός όμως εις τους μέσους μέτριος. Διότι το να υπερέχη εκείνους είναι δύσκολον και μεγαλοπρεπές, ενώ όσον διά τούτους είναι εύκολον. Έπειτα δι' εκείνους μεν να το παίρνη επάνω του δεν είναι αγένεια, εμπρός όμως εις τους χαμερπείς είναι χονδροειδές, καθώς το να κάμνη κανείς τον παλικαράν εμπρός εις τους ανισχύρους. Και δεν επιδιώκει τας τιμάς, παρά μόνον όπου άλλοι έχουν τα πρωτεία. Και είναι αργός και αναβλητικός εις όλα εκτός μόνον όπου είναι μεγάλη τιμή ή μέγα έργον, και ολίγοι μόνον ημπορούν να το εκτελέσουν αλλά μεγάλοι και φημισμένοι. Κατ' ανάγκην δε είναι και φανερόμισος και φανερόφιλος. Διότι η μυστικότης είναι ιδιότης του δειλού. Και ενδιαφέρεται περισσότερον διά την αλήθειαν παρά διά να δοξασθή. Και ομιλεί και εκτελεί φανερά. Διότι είναι παρρησιαστικός, επειδή περιφρονεί τους άλλους. Και διά τούτο είναι ειλικρινής. Εκτός μόνον όταν προσποιείται τον μικρόν. Προσποιείται δε τον μικρόν εμπρός εις τον κοινόν λαόν. Και δεν συμβιβάζει την ζωήν του παρά μόνον με τον φίλον του, διότι τούτο είναι ιδιότης των δούλων. Διά τούτο όλοι οι κόλακες είναι δουλοπρεπείς και όλοι οι χαμερπείς είναι κόλακες. Ούτε δεικνύει θαυμασμόν εις κανένα. Διότι αυτός τίποτε δεν ευρίσκει μέγα. Ούτε είναι μνησίκακος. Διότι δεν είναι ιδιότης του μεγαλοψύχου να κρατή λογαριασμόν και μάλιστα διά το κακόν, αλλά μάλλον παραβλέπει. Ούτε ομιλεί διά πρόσωπα. Δηλαδή, ούτε διά τον εαυτόν του ομιλεί ούτε δι' άλλον. Διότι δεν τον ενδιαφέρει ούτε να επαινήται ο ίδιος, ούτε να κατακρίνωνται οι άλλοι, ούτε πάλιν αγαπά να επαινή. Δι' αυτό και δεν κακολογεί ούτε τους εχθρούς του, εκτός εάν τον επρόσβαλαν. Και διά τα χρειώδη ή διά τα μικρά διόλου δεν παραπονείται ούτε παρακαλεί. Διότι ιδιότης των σπουδαίων είναι να είναι τοιούτοι εις αυτά. Και είναι ικανός να θησαυρίζη μάλλον τα καλά και αφιλοκερδή, παρά τα καρποφόρα και ωφέλιμα. Διότι αυτό είναι περισσότερον ιδιότης της αυταρκείας. Και η κίνησις του μεγαλοψύχου φαίνεται ότι είναι βραδυκίνητος, και η φωνή του βαρύφωνος, και η απαγγελία του στάσιμος. Διότι δεν βιάζεται όστις εκτιμά πολύ ολίγα πράγματα, ούτε σφίγγεται όστις δεν θεωρεί κανέν πράγμα ως μέγα. Η οξυφωνία όμως και η ταχύτης από αυτά προέρχεται. Τοιούτος λοιπόν είναι ο μεγαλόψυχος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Μικροψυχία και χαυνότης.& — Ο δε ελλιπής είναι μικρόψυχος, και υπερβολικός χαύνος. Και βεβαίως δεν φαίνονται να είναι κακοί ούτε αυτοί — διότι δεν κάμνουν κακόν — αλλά απλώς έχουν ελάττωμα. Διότι ο μεν μικρόψυχος, ενώ είναι άξιος, στερεί τον εαυτόν του από τα αγαθά διά τα οποία είναι άξιος, και φαίνεται ως να έχη κάποιον κακόν, διότι δεν κρίνει τον εαυτόν του άξιον διά τα αγαθά, και ακόμη ότι δεν γνωρίζει τον εαυτόν του. Διότι άλλως βεβαίως θα επιθυμούσε όσα αξίζει, αφού είναι αγαθά.

Δεν φαίνονται όμως εις τους άλλους ηλίθιοι οι τοιούτοι, αλλά μάλλον οκνηροί. Και αυτή η γνώμη περί αυτών φαίνεται ότι τους καθιστά χειροτέρους. Διότι έκαστος επιθυμεί όσα του αξίζουν, αυτοί όμως απομακρύνονται από τας καλάς πράξεις και επιτηδειότητας, όταν νομίζουν ότι είναι ανάξιοι, ομοίως δε και από τα εξωτερικά αγαθά. Οι δε χαύνοι είναι ηλίθιοι και δεν γνωρίζουν τον εαυτόν των, και μάλιστα περιφανώς, διότι με την ιδέαν ότι είναι άξιοι, δοκιμάζουν πράξεις μεγατίμους και έπειτα εξελέγχονται ως απατημένοι, και στολίζονται με λαμπράς ενδυμασίας και με σύνολον και τα παρόμοια, και θέλουν να γίνουν φανεραί αι διάφοροι μικροευτυχίαι των, και ομιλούν δι' αυτάς, νομίζοντες ότι θα εκτιμηθούν από αυτάς. Είναι δε αντίθετος προς την μεγαλοψυχίαν μάλλον η μικροψυχία παρά η χαυνότης. Διότι και συχνότερα απαντά και χειροτέρα είναι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Αξιοπρέπεια.& {27}

Και λοιπόν η μεν μεγαλοψυχία, καθώς είπαμεν, περιστρέφεται εις την μεγάλην τιμήν. Αλλά ως προς την τιμήν φαίνεται ότι υπάρχει κάποια αρετή, καθώς ελέχθη προηγουμένως, η οποία ημπορεί να θεωρηθή ότι έχει τον αυτόν λόγον προς την μεγαλοψυχίαν, οποίον η ελευθεριότης προς την μεγαλοπρέπειαν. Διότι αι δύο αυταί, από το μεγαλείον μεν απέχουν, μας κάμνουν όμως εις τα μεσαία και εις τα μικρά να έχωμεν ορθήν διάθεσιν. Καθώς δε εις την ληψοδοσίαν των χρημάτων υπάρχει μεσότης και υπερβολή και έλλειψις, ομοίως και εις την επιθυμίαν της τιμής υπάρχει και το περισσότερον του δέοντος και το ολιγώτερον και το από όπου πρέπει και όπως πρέπει. Δηλαδή και τον φιλόδοξον τον κατακρίνομεν, διότι περισσότερον του δέοντος επιθυμεί την τιμήν, και από όπου δεν πρέπει, και τον αφιλόδοξον, διότι ούτε εις τα καλά δεν έχει διάθεσιν να τιμάται. Και κάποτε τον φιλόδοξον τον επαινούμεν ως ανδροπρεπή και φιλόκαλον, τον δε αφιλόδοξον ως μέτριον και σώφρονα, καθώς είπαμεν και εις άλλα προηγούμενα. Είναι δε φανερόν, ότι, αφού τα σύνθετα εκ του φίλος λέγονται πολυειδώς, δεν εφαρμόζομεν το φιλόδοξος πάντοτε εις το ίδιον πράγμα, αλλά όταν πρόκειται να επαινέσωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο όποιος το έχει περισσότερον από τους κοινούς ανθρώπους, όταν δε πρόκειται να κατακρίνωμεν, το εφαρμόζομεν εις εκείνον ο οποίος το έχει περισσότερον από ό,τι πρέπει. Επειδή δε η μεσότης δεν έχει όνομα, την ευρήκαν έρημον και την διαφιλονικούν αυτά τα δύο άκρα. Εις όσα δε υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψις, εις αυτά περιστρέφεται και το μέσον. Γνωρίζομεν δε ότι επιθυμούν την τιμήν άλλοι περισσότερον από ό,τι πρέπει και άλλοι ολιγώτερον. Επομένως υπάρχει και όση πρέπει. Φαίνεται όμως αυτό ως προς μεν την φιλοδοξίαν ότι είναι αφιλοδοξία, ως προς δε την αφιλοδοξίαν φιλοδοξία, και ως προς τα δύο μαζί κάτι τι ενωμένον από τα δύο. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τας άλλας αρετάς. Εδώ όμως φαίνονται ότι αντιτίθενται οι άκροι, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Μειλιχιότης.&

&Σχέσις της μειλιχιότητος προς τας ακρότητας, και συγγένεια αυτής προς την ελλιπή ακρότητα.& — Η μειλιχιότης είναι μεσότης ως προς τα είδη της οργής. Επειδή δε το μέσον δεν έχει όνομα, σχεδόν δε και τα άκρα, φέρομεν προς το μέσον την μειλιχιότητα, ενώ κλίνει κάπως προς την έλλειψιν, η οποία είναι ανώνυμος. Η δε υπερβολή ημπορεί κάπως να ονομασθή οργιλότης. Διότι το μεν πάθος είναι η οργή, αλλά τα αίτια τα οποία το εμπνέουν είναι πολλά και διάφορα. Όστις λοιπόν οργίζεται δι' όσα πρέπει και με όσους πρέπει, ακόμη δε καθώς πρέπει και όταν πρέπη και όσην ώραν πρέπει, αυτός επαινείται. Λοιπόν αυτός ημπορεί να θεωρηθή μειλίχιος, αφού η μειλιχιότης επαινείται. Διότι ο μειλίχιος επιθυμεί να μένη ατάραχος και να μη σύρεται από το πάθος, αλλά μόνον όπως απαιτεί ο ορθός λόγος, και δι' όσα απαιτεί, και όσην ώραν το απαιτεί, γίνεται τραχύς. Φαίνεται δε μάλλον ότι είναι ελαττωματικός ως προς την έλλειψιν. Διότι ο μειλίχιος δεν συνηθίζει να τιμωρή, αλλά μάλλον είναι συγγνωμονικός. Η δε έλλειψις, είτε την θεωρήσωμεν κάπως αοργησίαν, είτε οπωσδήποτε αλλέως, κατακρίνεται. Διότι, όσοι δεν οργίζονται δι' όσα πρέπει φαίνεται ότι είναι ηλίθιοι, καθώς και όσοι δεν οργίζονται καθώς πρέπει, ούτε όταν πρέπη, ούτε με όσους πρέπει. Διότι φαίνεται ότι δεν αισθάνονται, ούτε λυπούνται, και αφού δεν οργίζονται, δεν υπερασπίζονται τον εαυτόν των. Αλλά το να εξευτελίζεται κανείς ή να αφίνη να εξευτελίζουν τους ιδικούς του είναι κτηνωδία.

&Διάφορα είδη υπερβολικής οργής.& — Η δε υπερβολή συμβαίνει καθ' όλους τους τρόπους, δηλαδή και με όσους δεν πρέπει, και δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον του δέοντος, και ταχύτερον, και περισσοτέραν ώραν. Όλα αυτά όμως δεν συμπίπτουν εις το ίδιον άτομον. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν. Διότι το κακόν καταστρέφει και τον εαυτόν του, και όταν είναι ολόκληρον, γίνεται ανυπόφορον. Και λοιπόν οι μεν οργίλοι ταχέως μεν οργίζονται, και με όσους δεν πρέπει και δι' όσα δεν πρέπει και περισσότερον του δέοντος, παύουν όμως επίσης ταχέως. Και αυτό είναι η καλλιτέρα των ιδιότης. Συμβαίνει δε τούτο εις αυτούς, διότι δεν συγκρατούν την οργήν των, αλλά ξεσπά ολόκληρος εις το φανερόν από την σφοδρότητα, και έπειτα ησυχάζουν. Οι δε ακρόχολοι είναι υπερβολικά οξύθυμοι και οργίζονται προς όλους και διά παν πράγμα. Διά τούτο έλαβαν αυτό το όνομα. Οι δε φαρμακεροί είναι ακατεύναστοι και οργίζονται πολλήν ώραν. Διότι συγκρατούν την έξαψίν των. Διακοπή δε συμβαίνει, όταν κανείς ανταποδώση τα ίσα. Διότι παύει η εκδικητικότης της οργής, και του εμπνέει ηδονήν αντί της λύπης. Όταν όμως δεν συμβή τούτο, έχουν μέσα των το βάρος. Διότι, επειδή δεν εξέρχεται εις την επιφάνειαν, δεν προσπαθεί κανείς και να τους κατευνάση, το να χωνεύσουν δε μέσα των την οργήν απαιτεί πολλήν ώραν. Είναι δε οι τοιούτοι και διά τον εαυτόν των πολύ οχληροί και διά τους φίλους των. Κακοτρόπους δε ονομάζομεν εκείνους όσοι οργίζονται δι' όσα δεν πρέπει, και περισσότερον από ό,τι πρέπει, και περισσοτέραν ώραν, και οι οποίοι δεν συμφιλιόνονται χωρίς αντίποινα ή εκδίκησιν. Εις δε την μειλιχιότητα μάλλον την υπερβολήν αντιτάσσομεν. Διότι απαντά και συνηθέστερον. Δηλαδή είναι φυσικώτερον εις τον άνθρωπον το να εκδικήται, και οι κακότροποι δεν είναι κατάλληλοι εις την συμβίωσιν. Εκείνο όμως που είπαμεν και προηγουμένως είναι φανερόν και από όσα λέγομεν τόρα. Δηλαδή δεν είναι εύκολον να ορίση κανείς το πώς και με ποίους και διά ποία και πόσην ώραν πρέπει να οργιζώμεθα, και μέχρι ποίου βαθμού το εκτελούμεν ορθώς, ή σφάλλομεν. Διότι όστις μεν παρεκτρέπεται ολίγον, δεν κατακρίνεται, ούτε διά το περισσότερον ούτε διά το ολιγώτερον. Κάποτε δε επαινούμεν και τους ελλιπείς και τους ονομάζομεν μειλιχίους, και τους εκτραχυνομένους τους ονομάζομεν ανδροπρεπείς, διότι είναι ικανοί να κυριαρχούν. Και λοιπόν πόσον και πώς όταν παρεκβαίνη κανείς είναι αξιοκατάκριτος, δεν είναι εύκολον να το παραστήσωμεν με τον λόγον. Διότι η κρίσις ανήκει εις τας ιδιαιτέρας περιπτώσεις και εις την αίσθησιν. Αλλ' όμως οπωσδήποτε τόσον είναι φανερόν, ότι η μεν μέση διάθεσις είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν οργιζόμεθα με όσους πρέπει και δι' όσα πρέπει και καθώς πρέπει και καθ' όλα τα παρόμοια. Αι υπερβολαί όμως και αι ελλείψεις είναι αξιοκατάκριτοι, και μάλιστα όταν μεν προχωρούν ολίγον πρέπει να επιπλήττωνται ελαφρώς, όταν δε περισσότερον, να επιπλήττωνται δυνατώτερα, όταν δε πάρα πολύ, τότε να επιπλήττωνται σφοδρώς. Είναι φανερόν επομένως ότι πρέπει να επιδιώκωμεν την μέσην διάθεσιν. Και λοιπόν αυτά είναι αρκετά διά τας διαθέσεις της οργής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Φιλοφροσύνη.&

Αλλά εις τας συναναστροφάς και την συμβίωσιν και την επιμιξίαν των λόγων και των πραγμάτων, άλλοι μεν φαίνονται ότι είναι φιλάρεσκοι, οι οποίοι με πάντα τρόπον προσπαθούν να ευχαριστήσουν τους άλλους και διόλου δεν αντιτείνουν, αλλά νομίζουν ότι πρέπει να μη ενοχλούν τους παρευρισκομένους. Άλλοι δε είναι το αντίθετον από αυτούς, και εις όλα αντιτείνουν μη σκοτιζόμενοι διόλου αν γίνονται ενοχλητικοί, και ονομάζονται ανοικονόμητοι και φιλόνικοι. Και λοιπόν ότι μεν αι διαθέσεις που είπαμεν είναι αξιοκατάκριτοι, δεν είναι δυσνόητον, και ότι η μέση μεταξύ αυτών είναι αξιέπαινος, συμφώνως με την οποίαν θα παραδεχθή κανείς όσα πρέπει και καθώς πρέπει, αναλόγως δε και θα δυσανασχετήση. Όνομα δε δεν εδόθη εις αυτήν {28}, αρμόζει όμως περισσότερον το όνομα φιλία. Διότι όστις έχει την μέσην διάθεσιν είναι όπως θα ηθέλαμεν να χαρακτηρίσωμεν τον καλόν φίλον, εάν προστεθή και η στοργή. Έχει δε την διαφοράν από τον φίλον, ότι είναι χωρίς αισθήματα και χωρίς στοργήν. Διότι δεν ωθείται από την αγάπην ή από την έχθραν, διά να παραδεχθή εκάστην γνώμην καθώς πρέπει, αλλά διότι είναι φιλόφρων. Δηλαδή αυτά θα τα εκτελέση ομοίως και εμπρός εις αγνώστους και εις γνωστούς, και σχετικούς και ασχέτους, αλλά εις τον καθένα καθώς του αρμόζει. Και βεβαίως δεν πρέπει εξ ίσου να ενδιαφερώμεθα διά τους σχετικούς μας και διά τους αλλοφύλους, ούτε πάλιν να τους δυσαρεστώμεν. Γενικώς λοιπόν είπαμεν ότι θα είναι εις την συναναστροφήν του καθώς πρέπει. Και λαμβάνων υπ' όψιν του το καλόν και το συμφέρον θα επιδιώξη να μη τους ενοχλή ή συγχρόνως να τους γλυκαίνη. Διότι φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τας ηδονάς και λύπας τας προερχομένας κατά τας συναναστροφάς, από αυτάς όμως όσας δεν είναι καλόν ή είναι βλαβερόν εις αυτόν να τας γλυκάνη, θα δυστροπήση και θα προτιμήση να προξενήση λύπην. Αλλά και εις τον πρωτουργόν τούτο φέρει ασχημίαν όχι μικράν, μάλιστα δε και βλάβην, ενώ η εναντίωσις θα του προξενήση ολίγην μόνον λύπην, διότι δεν παραδέχεται, αλλά δυσανασχετεί, θα ομιλή δε διαφορετικά εμπρός εις τους έχοντας τα αξιώματα, παρά εις τους τυχόντας και τους περισσότερον ή ολιγώτερον γνωστούς, ομοίως δε και συμφώνως με τας άλλας των διαφοράς, θα απονέμη εις έκαστον το πρέπον, και κυρίως μεν θα προτιμά να τους ευχαριστή και θα αποφεύγη να τους λυπή, εάν όμως τα αποτελέσματα είναι σπουδαιότερα θα τα ακολουθή, εννοώ δε το καλόν και το συμφέρον. Ακόμη δε και προς χάριν μελλούσης ηδονής θα θελήση να προξενήση μικράν λύπην.

&Τα άκρα της φιλοφροσύνης.& — Ο μέσος λοιπόν είναι τοιούτος, αλλά δεν έλαβε ακόμη όνομα. Από εκείνους δε οι οποίοι είναι γλυκότροποι όστις μεν επιδιώκει καθαρώς να ευχαριστή όχι διά καμμίαν άλλην αιτίαν είναι φιλάρεσκος, όστις δε ευχαριστεί διά να ωφεληθή εις χρήματα, είναι κόλαξ. Όστις όμως γενικώς εις όλους δυστροπεί, είπαμεν ότι είναι ανοικονόμητος και φιλόνικος. Φαίνεται δε ότι αντιτίθενται τα άκρα μεταξύ των, διότι δεν έχει όνομα το μέσον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Ειλικρίνεια.&

&Σχέσις της ειλικρινείας προς την αλαζονείαν και την ειρωνείαν.& — Εις τα ίδια δε σχεδόν περιστρέφεται και η μεταξύ αλαζονείας (καυχησιολογίας) και ειρωνείας (ταπεινότητος) μεσότης. Είναι δε και αυτή ανώνυμος. Δεν θα είναι δε άσχημον να εξετάσωμεν και αυτάς. Διότι τότε θα εννοήσωμεν καλλίτερον την ηθικήν, όταν τας ερευνήσωμεν λεπτομερώς, και τότε θα πιστεύσωμεν ότι αι αρεταί είναι μεσότητες, όταν εννοήσωμεν ότι εφαρμόζεται η θεωρία μας εις όλας. Και λοιπόν ως προς την συμβίωσιν, όσοι μεν συναναστρέφονται ηδονικώς ή λυπηρώς, τους αναφέραμεν, ως προς δε τους λέγοντας την αλήθειαν και τους ψευδομένους, ας ομιλήσωμεν τόρα υπό έποψιν και λόγων και πράξεων και αξιώσεων. Φαίνεται δε ότι ο μεν αλαζών οικειοποιείται τα ένδοξα και όσα δεν έχει και περισσότερα από όσα έχει, ο δε είρων αντιστρόφως αρνείται και αυτά που έχει ή τα παριστά ως μικρότερα, ενώ ο μέσος παρουσιάζεται όσος είναι, διότι είναι ειλικρινής και εις τον βίον του και εις τους λόγους του. Δηλαδή ομολογεί ότι έχει όσα έχει πραγματικώς, και ούτε τα μεγαλόνει ούτε τα μικραίνει. Εκάστη δε από αυτάς τας ιδιότητας είναι δυνατόν να γίνεται και με κάποιον λόγον και χωρίς λόγον. Διότι έκαστος οποίου είδους είναι ο χαρακτήρ του, τοιαύτα λέγει και πράττει και αναλόγως ζη, εάν δεν υπάρχη κάποιος άλλος λόγος εις τας πράξεις του. Αφ' εαυτού δε το μεν ψεύδος είναι χυδαίον και αξιοκατάκριτον, το δε αληθές καλόν και αξιέπαινον. Ως εκ τούτου λοιπόν ο μεν ειλικρινής, ο οποίος είναι μέσος, είναι αξιέπαινος, οι δε ψευδόμενοι είναι μεν και οι δύο αξιοκατάκριτοι, περισσότερον όμως ο αλαζών.

&Χαρακτηρισμός εκάστου.& — α') ο ειλικρινής. — Τόρα δε ας ομιλήσωμεν χωριστά διά καθεμίαν, και πρώτα πρώτα περί της ειλικρινείας. Δηλαδή δεν ομιλούμεν εδώ περί του φιλαλήθους εις τας συμβάσεις του, ούτε εις όσα σχετίζονται με την αδικίαν ή την δικαιοσύνην — διότι αυτά ανήκουν εις άλλην αρετήν — αλλά εις όσα, ενώ δεν έχει κανέν τοιούτον ενδιαφέρον, θα είναι ειλικρινής και εις τους λόγους του και εις τον βίον του, διότι είναι τοιούτος από την ψυχικήν του διάθεσιν. Φαίνεται δε ότι ο τοιούτος είναι καθώς πρέπει. Διότι ο φιλαλήθης, ο όποιος λέγει την αλήθειαν και όπου δεν έχει ενδιαφέρον, θα την λέγη περισσότερον όπου έχει ενδιαφέρον. Διότι ως αίσχος θα φοβηθή το ψεύδος, το οποίον και καθ' εαυτό το εφοβείτο. Ο δε τοιούτος είναι αξιέπαινος, θα κλίνη όμως εις το ολιγώτερον από την αλήθειαν, διότι τούτο φαίνεται αρμονικώτερον, επειδή αι υπερβολαί είναι οχληραί.

β') Ο αλαζών. — Όστις δε οικειοποιείται περισσότερα από όσα έχει χωρίς κανένα λόγον, ομοιάζει μεν τον χυδαίον — διότι αλλέως δεν θα ευχαριστείτο με το ψεύδος — αλλά φαίνεται ότι είναι μάλλον ματαιόδοξος παρά κακός. Εάν όμως το κάμνη με κάποιον σκοπόν, όταν μεν το κάμνη χάριν δόξης ή τιμής, δεν είναι πολύ αξιοκατάκριτος, καθώς είναι ο αλαζών, όταν όμως το κάμνη διά το χρήμα, ή δι' όσα συντελούν εις το χρήμα, τότε είναι χυδαιότερος. Δεν συνίσταται δε η αλαζονεία εις το τι ημπορεί να κάμη, αλλά εις την προαίρεσιν. Διότι συμφώνως με την διάθεσιν και την ιδιότητα του είναι αλαζών, καθώς είναι και ψεύτης, άλλος μεν διότι ευχαριστείται απλώς με το ψεύδος, άλλος δε και διά να δοξασθή ή να κερδίση. Και λοιπόν όσοι μεν μεγαλαυχούν χάριν δόξης, οικειοποιούνται πράγματα με τα οποία απολαμβάνουν έπαινον ή μακαρίζονται, όσοι δε χάριν κέρδους, οικειοποιούνται πράγματα τα οποία είναι χρήσιμα εις τους άλλους, και τα οποία είναι δυνατόν να νομισθούν αληθινά, ενώ δεν υπάρχουν, καθώς λόγου χάριν ότι είναι μάντεις, σοφοί, ιατροί. Διά τούτο αυτά τα οικειοποιούνται οι περισσότεροι και καυχησιολογούν. Διότι μέσα εις αυτά υπάρχουν όσα είπαμεν.

