# Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28626/index.md

&Διάκρισις της ανδρείας από την αφοβίαν και παρρησιαστικότητα.& — Είπαμεν λοιπόν από κοινού περί των αρετών και διά το γένος των εν γένει, ότι δηλαδή είναι μεσότητες και ότι είναι συνήθειαι, και ότι εκείνα από τα οποία παράγονται τα εκτελούν αι ίδιαι, και ότι είναι εις την εξουσίαν μας και εκούσιαι και καθώς το διατάσσει ο ορθός λόγος.

Τόρα λοιπόν ας αρχίσωμεν να ομιλήσωμεν περί εκάστης χωριστά τι είναι και εις ποία περιστρέφεται και πώς και συγχρόνως θα γίνη γνωστόν και πόσαι είναι. Και πρώτον μεν ας ομιλήσωμεν περί της ανδρείας. Ότι λοιπόν αυτή είναι κάποια μεσότης και ως προς τον φόβον και ως προς τα θάρρος, τούτο εξηγήθη προηγουμένως. Είναι δε φανερόν ότι φοβούμεθα τα φοβερά, αυτά δε είναι με μίαν γενικήν έκφρασιν κακά. Διά τούτο μερικοί ορίζουν τον φόβον ως προσδοκίαν κακού. Και φοβούμεθα βεβαίως όλα τα κακά• λόγου χάριν την δυσφημίαν, την πτωχείαν, την ασθένειαν, την στέρησιν φίλων, τον θάνατον, και όμως ο ανδρείος δεν φαίνεται ότι είναι τοιούτος ως προς όλα. Διότι μερικά, και ανάγκη είναι και ορθόν να τα φοβούμεθα, τα δε να μην τα φοβούμεθα είναι αξιοκατάκριτον• λόγου χάριν την δυσφημίαν. Διότι όστις την φοβείται είναι καθώς πρέπει και εντροπαλός, όστις όμως δεν την φοβείται είναι αδιάντροπος. Ονομάζεται όμως ανδρείος από μερικούς κατά μεταφοράν, διότι έχει κάτι τι όμοιον με τον ανδρείον. Δηλαδή και ο ανδρείος είναι ένα είδος αφόβου. Την πτωχείαν όμως ίσως δεν είναι ανάγκη να την φοβούμεθα, ούτε την ασθένειαν, ούτε εν γένει όσα δεν προέρχονται από κακίαν ούτε εξ αιτίας μας. Αλλά και όστις είναι άφοβος ως προς αυτά δεν είναι ανδρείος, τον λέγομεν όμως τοιούτον, επειδή ομοιάζει. Διότι μερικοί, ενώ είναι δειλοί εις στιγμάς πολεμικών κινδύνων, είναι γενναιόδωροι και ως προς την απώλειαν χρημάτων έχουν γενναιότητα. Ούτε βεβαίως είναι κανείς δειλός, εάν φοβήται μήπως προσβληθούν τα παιδιά του και η γυναίκα του, ή μήπως τα φθονήσουν ή πάθουν κανέν παρόμοιον. Ούτε είναι ανδρείος, αν έχη θάρρος, την στιγμήν που πρόκειται να μαστιγωθή.

Τότε λοιπόν ως προς ποία από τα επίφοβα διακρίνεται ο ανδρείος; Ή μήπως ως προς τα σπουδαιότερα; Διότι κανείς άλλος δεν υποφέρει τα δεινά περισσότερον από αυτόν. Βεβαίως δε το φοβερώτερον από όλα είναι ο θάνατος, διότι αυτός είναι το τέλος όλων, και άλλο πλέον φαίνεται ότι διά τον αποθαμμένον δεν υπάρχει αγαθόν ούτε κακόν. Φαίνεται δε ότι όχι εις οποιονδήποτε θάνατον αναδεικνύεται ο ανδρείος• καθώς λόγου χάριν μέσα εις τρικυμίαν ή εις ασθένειαν. Τότε λοιπόν εις ποίας περιστάσεις; Ή μήπως εις τας ενδοξοτέρας; Τοιούτος δε είναι βεβαίως ο θάνατος εν καιρώ πολέμου. Διότι γίνεται μέσα εις τον μεγαλίτερον και τον ενδοξότερον κίνδυνον. Συμφωνούν δε με αυτά και αι τιμαί αι διδόμεναι εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα και ακόμη και εις τας μοναρχίας. Κυριολεκτικώς λοιπόν ημπορεί να ονομασθή ανδρείος, όστις είναι άφοβος ως προς τον ένδοξον θάνατον, και εις άλλα, όσα είναι μεν ελαφρότερα, ημπορούν όμως να επιφέρουν θάνατον. Τοιαύτα δε είναι προ πάντων τα συμβαίνοντα εις τον πόλεμον. Ουχ ήττον όμως και μέσα εις την θάλασσαν και εις τας ασθενείας, είναι άφοβος όστις είναι ανδρείος, όχι όμως καθ' όμοιον τρόπον με τους θαλασσινούς. Διότι οι μεν ανδρείοι είναι άφοβοι, αν και δεν έχουν ελπίδα διά την διάσωσίν των και αποτροπιάζονται τον τοιούτον θάνατον, ενώ οι θαλασσινοί έχουν ελπίδας, διότι είναι συνηθισμένοι. Συγχρόνως δε ανδρειεύουν όσοι έχουν σωματικήν δύναμιν, ή θεωρούν καλόν τον θάνατον. Αλλά εις τοιούτους κινδύνους δεν υπάρχει ούτε το έν ούτε το άλλο από αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Ο ανδρείος συγκρινόμενος προς τους δύο άκρους, δηλαδή τον δειλόν και τον θρασύν.& — Το δε φοβερόν δεν είναι εξ ίσου φοβερόν εις όλους, υπάρχει όμως και φοβερόν το οποίον είναι ανώτερον της φύσεως του ανθρώπου. Και αυτό μεν είναι φοβερόν εις πάντα νοήμονα άνθρωπον, τα δε ανάλογα προς τους συνήθεις ανθρώπους ποικίλλουν κατά το μέγεθος και τον βαθμόν. Ομοίως δε ποικίλλουν και τα εμπνέοντα θάρρος. Ο δε ανδρείος συγκρινόμενος με τους συνήθεις ανθρώπους είναι ατρόμητος. Και βεβαίως θα τύχη κάποτε να φοβηθή και θα υπομείνη τοιαύτα πάθη χάριν του καλού, πάντοτε όμως με αξιοπρέπειαν και με λογικήν. Διότι το καλόν είναι ο σκοπός της αρετής. Είναι δυνατόν δε να φοβούμεθα τα επίφοβα και περισσότερον και ολιγώτερον, ακόμη δε και να φοβούμεθα τα μη επίφοβα ως επίφοβα. Προέρχονται δε τα σφάλματά μας, άλλα μεν διότι φοβούμεθα εκείνο το οποίον δεν πρέπει, άλλα δε διότι φοβούμεθα όχι όπως πρέπει, άλλα δε όχι όταν πρέπη ή κάτι τι παρόμοιον. Το ίδιον δε και ως προς τα ενθαρρυντικά. Και λοιπόν όστις μεν υπομένει και φοβείται όσα πρέπει και διότι πρέπει και καθώς πρέπει και όταν πρέπη, καθώς και όστις έχει θάρρος αναλόγως, είναι ανδρείος, — διότι ο ανδρείος πάσχει και ενεργεί όσον αξίζει και όσον είναι λογικόν. Σκοπός δε πάσης ενεργείας είναι ό,τι συμφωνεί με την αποκτηθείσαν συνήθειαν. Αλλά και η ανδρεία εις τον ανδρείον είναι καλόν. Επομένως καλός είναι και ο σκοπός της, διότι εκάστη ιδιότης χαρακτηρίζεται από τον σκοπόν της. Ώστε, καθώς είπαμεν, χάριν του καλού ο ανδρείος υπομένει και πράττει συμφώνως με την ανδρείαν — ,από δε τους υπερβολικούς όστις μεν είναι υπερβολικός κατά την αφοβίαν δεν έχει όνομα — είπαμεν δε ότι πολλά πράγματα δεν έχουν όνομα — ίσως όμως ημπορεί κάπως να θεωρηθή ως μανιακός ή ανάλγητος, εάν δεν φοβήται τίποτε, ούτε σεισμόν ούτε κύματα, καθώς λέγουν διά τους Κελτούς. Όστις δε είναι υπερβολικός κατά το θάρρος εις πράγματα επίφοβα λέγεται θρασύς — φαίνεται δε ότι ο θρασύς είναι και καυχηματίας και ότι προσποιείται τον ανδρείον. Δι' αυτό ό,τι είναι εκείνος εις επίφοβα ζητήματα, το ίδιον θέλει να φαίνεται ότι είναι αυτός. Και λοιπόν εις όσα ημπορεί τον μιμείται. Διά τούτο οι περισσότεροι από αυτούς είναι θρασύδειλοι. Δηλαδή εις τα φαινομενικά κάμνουν τον παλικαράν, αλλά εις τα επίφοβα πράγματα δεν αντέχουν. — Όστις δε είναι υπερβολικός εις τον φόβον λέγεται δειλός. Διότι και όσα δεν πρέπει φοβείται, και όπως δεν πρέπει, και όλα τα παρόμοια τα έχει επάνω του. Είναι δε ελαττωματικός και εις το θάρρος. Περισσότερον όμως φαίνεται υπερβολικός, όταν λυπήται. Επομένως είναι κάπως απελπιστικός ο δειλός, διότι όλα τα φοβείται. Ενώ ο ανδρείος κάμνει το αντίθετον. Διότι το θάρρος προδίδει άνθρωπον εύελπιν. Επομένως εις τα ίδια περιστρέφεται η ιδιότης και του δειλού και του θρασέος και ανδρείου, έκαστος όμως έχει διάφορον διάθεσιν προς αυτά. Διότι οι μεν δύο πρώτοι είναι υπερβολικοί ή ελλιπείς, αυτός όμως είναι μέσος και καθώς πρέπει. Και οι μεν θρασείς είναι προκλητικοί και έχουν προθυμίαν μόνον προηγουμένως από τον κίνδυνον, μέσα όμως εις τον κίνδυνον παίρνουν δρόμον, ενώ οι ανδρείοι μέσα εις την εκτέλεσιν είναι ορμητικοί, προηγουμένως όμως είνε ήσυχοι. Καθώς είπαμεν λοιπόν, η ανδρεία είναι κάποια μεσότης ως προς τα ενθαρρυντικά και τα επίφοβα, κατά τας περιστάσεις που είπαμεν, και τα προτιμά και τα υπομένει διότι είναι καλόν τούτο, ή διότι είναι ποταπόν το να μη υπομένη.

Το να προτιμήση όμως τον θάνατον, διά να απαλλαχθή από την πτωχείαν ή από έρωτα ή από κάτι λυπηρόν, δεν είναι ιδιότης του ανδρείου, αλλά μάλλον του δειλού. Διότι είναι μαλθακότης η αποφυγή των κοπιωδών πραγμάτων, και δεν το υποφέρει ως καλόν, αλλά διότι απαλλάττεται από το κακόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Η ανδρεία ως πολιτική.& — Λοιπόν η ανδρεία είναι τοιούτου είδους περίπου, λέγονται όμως και άλλα είδη ανδρείας κατά πέντε τρόπους. Και πρώτον η πολιτική. Διότι αυτή ομοιάζει περισσότερον. Δηλαδή φαίνονται ως να υπομένουν τους κινδύνους οι πολίται εξ αιτίας των επιβαλλομένων από τους νόμους τιμωριών και των εξευτελισμών και των τιμών. Διά τούτο φαίνεται ότι οι πολίται γίνονται ανδρειότατοι εις όσα πολιτεύματα οι δειλοί ατιμάζονται και οι ανδρείοι εκτιμώνται. Τοιούτους δε τους παρουσιάζει και ο Όμηρος, καθώς λόγου χάριν τον Διομήδην και τον Έκτορα:

Ο Πολυδάμας πρώτον μεν σκουπίδι θα με κάνη.

Και ο Διομήδης {13}:

Διότι κάποτε θα ειπή ο Έκτωρ εις τους Τρώας• Εκείνον τον Τυδείδη εγώ {14}....

ΕξομοιώΘη δε αυτή με την προηγουμένην περισσότερον από όλας, διότι προέρχεται από αρετήν, δηλαδή την εντροπήν, και από επιθυμίαν καλού, δηλαδή την τιμήν, και δι' αποφυγήν εξευτελισμού ο οποίος είναι ατιμωτικός. Δικαιούμεθα δε ίσως να κατατάξωμεν εις το ίδιον και όσους αναγκάζουν οι άρχοντες να γίνουν τοιούτοι, αυτοί όμως είναι κατώτεροι, καθ' όσον όχι από εντροπήν αλλά από φόβον εκτελούν αυτό, και όχι διά να αποφύγουν το αίσχος αλλά την ενόχλησιν. Διότι τους εξαναγκάζουν οι κυρίαρχοι, καθώς ο Έκτωρ:

Να μην ιδώ κανένανε να φεύγη από την μάχην, Οι σκύλλοι θα τον φάγουνε, κανείς δεν τον γλυτόνει {15}.

Και όσοι δίδουν το πρόσταγμα, και όταν οπισθοχωρούν τους κτυπούν, τα ίδιον κάμνουν. Και όσοι τους παρατάττουν εμπρός εις τάφρους και παρόμοια. Διότι όλοι αυτοί βιάζουν, πρέπει όμως να είναι κανείς ανδρείος όχι καταναγκαστικώς, αλλά διότι είναι καλόν.

&Η ανδρεία ως εμπειρία.& — Φαίνεται δε ότι και η εμπειρία εις τα καθ' έκαστα είναι κάπως ανδρεία. Ως εκ τούτου και ο Σωκράτης ενόμισε ότι η ανδρεία είναι επιστήμη. Τοιούτοι δε είναι εις άλλα ζητήματα άλλοι, εις τα πολεμικά όμως οι στρατιώται. Διότι φαίνεται ότι υπάρχουν πολλά απροσδόκητα εις τον πόλεμον, τα οποία αυτοί προ πάντων τα συμπεραίνουν. Και λοιπόν φαίνονται ανδρείοι, διότι οι άλλοι δεν τα γνωρίζουν ποία είναι. Έπειτα ημπορούν περισσότερον κακόν να κάμουν παρά να πάθουν ένεκα της εμπειρίας, διότι είναι ικανοί να μεταχειρίζωνται τα όπλα των και έχουν τοιαύτα όπλα, οποία είναι τα καλλίτερα διά να κάμνουν κακόν χωρίς να πάθουν. Επομένως αυτοί πολεμούν ως ωπλισμένοι προς αόπλους και ως γυμνασμένοι προς αγυμνάστους. Και βεβαίως εις τοιαύτας μάχας δεν είναι μαχιμώτεροι οι ανδρειότεροι, αλλά οι έχοντες περισσοτέραν δύναμιν και τα καλλίτερα σώματα. Αλλέως γίνονται δειλοί στρατιώται, όταν αυξάνη ο κίνδυνος και είναι κατώτεροι και εις αριθμόν και εις προμηθείας. Διότι αυτοί πρώτοι φεύγουν, ενώ οι πολίται μένουν εις την θέσιν των και αποθνήσκουν, καθώς συνέβη εις τον Ερμαίον {16}. Διότι αυτοί μεν θεωρούν αίσχος την φυγήν και προτιμούν τον θάνατον από αυτήν την διάσωσιν, οι άλλοι όμως εις τας αρχάς μεν ριψοκινδυνεύουν, διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι, όταν όμως το αντιληφθούν, φεύγουν, διότι φοβούνται περισσότερον τον θάνατον παρά το αίσχος. Ο ανδρείος όμως δεν είναι τοιούτος.

&Η ανδρεία ως έξαψις&. — Και την έξαψιν πολλοί την θεωρούν ως ανδρείαν. Διότι φαίνονται ανδρείοι και όσοι επιτίθενται από έξαψιν, καθώς τα άγρια ζώα εις όσους τα επλήγωσαν, καθόσον και οι ανδρείοι φαίνονται ως θυμωμένοι. Διότι η έξαψις είναι επιρρεπεστάτη εις τους κινδύνους. Διά τούτο και ο Όμηρος λέγει «δύναμιν ενεφύσησε εις τον αναβρασμόν του {17}» και μανίαν και «αναβρασμόν διήγειρε {18}» και «δυνατή μανία έως τα ρουθούνια {19}» και «έβραζε το αίμα {20}». Διότι όλα αυτά φαίνεται ότι σημαίνουν την διέγερσιν της εξάψεως και της ορμής. Και λοιπόν οι μεν ανδρείοι ενεργούν διά το καλόν, η δε έξαψις συμπράττει μέσα εις αυτούς. Τα άγρια ζώα όμως από στενοχωρίαν, δηλαδή διότι επληγώθησαν ή διότι φοβούνται, άλλως όμως αν ευρίσκωνται μέσα εις πυκνόν δάσος ή εις λίμνην δεν πλησιάζουν. Επομένως δεν είναι ανδρεία, διότι ορμούν εις τον κίνδυνον, επειδή παρορμώνται από πόνους και έξαψιν, και επειδή δεν προβλέπουν κανένα φόβον, διότι τοιούτοι ανδρείοι είναι και οι όνοι, όταν πεινούν. Δηλαδή αυτοί, ενώ δέρνονται, δεν αφήνουν την πρασινάδα. Επίσης δε και οι μοιχοί από λαγνείαν κάμνουν πολλά παράτολμα. Αλλά δεν είναι ανδρεία τα ζώα, τα οποία παρορμώνται εις κινδύνους από πόνον ή από έξαψιν. Είναι όμως πολύ φυσική η ανδρεία η προερχομένη από έξαψιν και φαίνεται ότι ομοιάζει την ανδρείαν, εάν προστεθή εις αυτήν η προαίρεσις και ο λόγος. Και οι άνθρωποι λοιπόν εις μεν την οργήν των υποφέρουν, όταν δε εκδικηθούν, ανακουφίζονται. Όσοι όμως μάχονται δι' αυτά είναι ικανοί μαχηταί, όχι όμως και ανδρείοι. Διότι δεν μάχονται διά το καλόν ούτε συμφώνως με τον ορθόν λόγον, αλλά διά το πάθος των, ομοιάζουν όμως κάπως τους ανδρείους.

&Η ανδρεία ως αισιοδοξία.& — Ούτε βεβαίως όσοι έχουν ελπίδας είναι ανδρείοι. Διότι έχουν θάρρος εις τους κινδύνους, επειδή ενίκησαν πολλάκις και πολλούς. Είναι όμως πολύ όμοιοι, διότι έχουν κοινόν με αυτούς το θάρρος. Αλλά οι μεν ανδρείοι είναι θαρραλέοι διά τους λόγους, τους οποίους είπαμεν προηγουμένως, αυτοί δε διότι νομίζουν ότι είναι ανώτεροι και δεν θα πάθουν τίποτε από τους αντιπάλους των. Αυτό όμως το έχουν και οι μεθυσμένοι, δηλαδή γίνονται αισιόδοξοι, όταν όμως τα εύρουν άσχημα, τότε παίρνουν δρόμον. Του ανδρείου όμως ιδιότης είπαμεν ότι είναι να αναμένη όσα φαίνονται και είναι και πραγματικώς φοβερά εις κάθε άνθρωπον, διότι αυτά είναι καλόν, το δε να μη αναμένη είναι αίσχος. Δι' αυτό πάλιν φαίνεται περισσότερον ανδρείος όστις μένει άφοβος και ατάραχος εις τους αιφνιδίους φόβους παρά εις τους προφανείς, διότι τότε είναι μάλλον από συνήθειαν. Ή τουλάχιστον είναι ολιγώτερον προετοιμασμένος. Διότι όσα προβλέπονται είναι δυνατόν κανείς να τα αποφασίση και εξ υπολογισμού και από τον ορθόν λόγον, ενώ τα εξαφνικά γίνονται από συνήθειαν.

&Η Άγνοια του κακού ως ανδρεία.& — Ανδρείοι δε φαίνονται ακόμη και όσοι δεν έχουν είδησιν, και αυτοί πλησιάζουν πολύ τους αισιοδόξους, είναι όμως χειρότεροί των, διότι αυτοί δεν έχουν καμμίαν αξίωσιν, ενώ εκείνοι έχουν. Διά τούτο, μένουν ολίγην ώραν. Εάν όμως είναι απατημένοι και εννοήσουν ότι δεν είναι καθώς νομίζουν, ή απλώς υποπτευθούν, παίρνουν δρόμον, καθώς το έπαθαν οι Αργείοι {21}, όταν συνήντησαν τους Λακεδαιμονίους και τους επήραν διά Σικυωνίους. Αυτά λοιπόν διά τους ανδρείους, και διά τους νομιζομένους ανδρείους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Η ανδρεία σχετιζόμενη με την ηδονήν και την λύπην:& — Η ανδρεία όμως, αν και περιστρέφεται εις τα διάφορα είδη του θάρρους και του φόβου, δεν είναι ίση και εις τα δύο είδη, αλλά περισσότερον περιστρέφεται εις τα επίφοβα. Διότι μάλλον όστις είναι εις αυτά ατάραχος και κρατεί την θέσιν του είναι ανδρείος παρά ως προς τα απαιτούντα θάρρος. Και βεβαίως, καθώς είπαμεν, ονομάζονται ανδρείοι, διότι υπομένουν τα ενοχλητικά. Διά τούτο η ανδρεία υφίσταται ενοχλήσεις και δικαίως επαινείται. Διότι είναι δυσκολώτερον να υποφέρη κανείς τας ενοχλήσεις παρά να απέχη από τα ηδονικά. Οπωσδήποτε όμως το αποτέλεσμα το σύμφωνον με την ανδρείαν ίσως πρέπει να νομισθή ηδονικόν, και μόνον τα περιστοιχίζοντα αυτά το καλύπτουν, καθώς γίνεται εις τους γυμνικούς αγώνας. Διότι εις τους πυγμάχους το αποτέλεσμα, χάριν του οποίου αγωνίζονται, είναι ηδονικόν, δηλαδή ο στέφανος και αι τιμαί, το να γρονθοκοπούνται όμως είναι ανυπόφορον, αφού έχουν σάρκα, και λυπηρόν, καθώς και όλη η κόπωσις. Επειδή δε αυτά είναι πολλά, ενώ ο σκοπός είναι μικρός, φαίνεται ως να μη έχουν τίποτε το ηδονικόν. Αφού λοιπόν τοιαύτα είναι και τα σχετικά της ανδρείας, ο μεν θάνατος και αι πληγαί θα είναι λυπηρά εις τον ανδρείον, και δεν τα θέλει, θα τα υπομείνη όμως, διότι είναι καλόν, ή διότι είναι αίσχος να μην τα υπομείνη. Και μάλιστα όσον περισσότερον κατέχει όλην την αρετήν και την ευτυχίαν, τόσον περισσότερον θα λυπηθή διά τον θάνατον. Διότι αυτός προ πάντων αξίζει να ζη και αυτός κυρίως στερείται τα μεγαλίτερα αγαθά εν γνώσει του. Και αυτό είναι λυπηρόν. Αλλά διά τούτο δεν είναι ολιγώτερον ανδρείος, ίσως μάλιστα και περισσότερον, διότι προτιμά το εν καιρώ πολέμου καλόν από εκείνα. Λοιπόν δεν υπάρχει εις όλας τας αρετάς η ηδονική ενέργεια, εκτός όσον μόνον εγγίζει το αποτέλεσμα. Στρατιώται όμως ημπορεί βεβαίως να μην είναι οι τοιούτοι, καλλίτεροι, αλλά όσοι είναι ολιγώτερον μεν ανδρείοι, δεν έχουν όμως άλλο αγαθόν να χάσουν. Διότι οι τοιούτοι είναι πρόθυμοι διά τους κινδύνους, και την ζωήν των την ανταλλάσσουν διά μικρά κέρδη. Λοιπόν περί της ανδρείας αυτά είναι αρκετά. Την ουσίαν της όμως δεν είναι δύσκολον να την συνοψίση κανείς εις μίαν γενικήν έννοιαν από όσα είπαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Σωφροσύνη.&

&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης ως σωματικής αρετής.& — Και τόρα μετά την ανδρείαν θα ομιλήσωμεν περί σωφροσύνης. Διότι αύται αι δύο αρεταί φαίνεται ότι περιστρέφονται εις τα άλογα μέρη της ψυχής. Και ότι μεν βεβαίως η σωφροσύνη είναι μεσότης ως προς τας ηδονάς, το είπαμεν προηγουμένως, διότι ολιγώτερον περιστρέφεται εις τας λύπας και όχι καθ' όμοιον τρόπον. Εις τα ίδια όμως φαίνεται ότι περιστρέφεται και η ακολασία. Εις ποίας λοιπόν από όλας τας ηδονάς περιστρέφεται η σωφροσύνη πρέπει τόρα να το ορίσωμεν.

Και τόρα πρέπει να αποχωρίσωμεν τας σωματικάς από τας ψυχικάς, καθώς την φιλοδοξίαν και την φιλομάθειαν. Διότι και ο είς και ο άλλος από τους έχοντας αυτάς ευχαριστείται με το αντικείμενον της κλίσεώς του, ενώ δεν αισθάνεται τίποτε το σώμα του αλλά μάλλον ο νους του. Όσοι δε κλίνουν εις τας τοιαύτας ηδονάς δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Ομοίως δε ούτε όσοι έχουν κλίσιν εις τας άλλας ηδονάς, αι οποίαι δεν είναι σωματικαί. Διότι βεβαίως τους φιλομύθους και τους διηγηματικούς και όσοι κατατρίβουν τας ημέρας των εις τα τυχαία τους λέγομεν αδολέσχας, όχι όμως ακολάστους, καθώς ουδέ τους λυπουμένους διά χρήματα ή διά φίλους.

&Περιορισμός της σωφροσύνης εις τα αισθήματα της γεύσεως και προ πάντων της αφής.& — Επομένως φαίνεται ότι η σωφροσύνη περιστρέφεται εις τας σωματικάς, αλλά όχι και εις όλας πάλιν από αυτάς. Διότι, όσοι ευχαριστούνται εις ζητήματα της οράσεως, λόγου χάριν εις χρώματα και σχήματα και εικόνας, δεν λέγονται ούτε σώφρονες ούτε ακόλαστοι. Μολονότι ίσως είναι δυνατόν και αυτοί να ευχαριστούνται και με το ορθόν μέτρον, και με την υπερβολήν ή την έλλειψιν. Ομοίως δε και εις ζητήματα της ακροάσεως. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται υπερβολικά εις τας μελωδίας ή εις τας θεατρικάς παραστάσεις, αυτούς κανείς δεν τους ονομάζει ακολάστους, ούτε σώφρονας όταν ευχαριστούνται όσον πρέπει. Ούτε τους ευχαριστημένους εις ζητήματα της οσφρήσεως, εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Δηλαδή όσοι ευχαριστούνται με την οσμήν των μήλων, ή των ρόδων, ή των θυμιαμάτων, δεν τους ονομάζομεν ακολάστους, αλλά μάλλον εκείνους όσοι ευχαριστούνται με τα μύρα και τα προσφάγια. Διότι με αυτά ευχαριστούνται οι ακόλαστοι, επειδή με αυτά τους έρχεται κάποια ανάμνησις των απολαυστικών πραγμάτων. Βλέπει δε κανείς και τους άλλους ανθρώπους, όταν πεινούν, να ευχαριστούνται με την όσφρησιν των φαγητών, όστις όμως ευχαριστείται με τοιαύτα μύρα και προσφάγια είναι ακόλαστος. Διότι ο τοιούτος μόνον επιθυμεί αυτά. Δεν υπάρχει δε ούτε εις τα άλλα ζώα ηδονή από αυτά το αισθητήριον της οσφρήσεως εκτός μόνον κατά σύμπτωσιν. Διότι και οι κύνες δεν ευχαριστούνται κυρίως με την οσμήν των λαγών, αλλά με την γεύσιν αυτών, η δε οσμή απλώς διεγείρει την αίσθησιν. Ούτε ο λέων ευχαριστείται κυρίως με την φωνήν του βοός, αλλά με την γεύσιν αυτού, απλώς δε με την φωνήν του αντιλαμβάνεται ότι είναι εκεί κάπου πλησίον και δι' αυτό φαίνεται ως να ευχαριστήται με αυτήν. Επίσης δεν ευχαριστείται κυρίως με την όρασιν, όταν ιδή έλαφον ή αίγαγρον, αλλά διότι θα έχη καλόν φαγητόν. Επομένως η σωφροσύνη και η ακολασία περιστρέφεται εις εκείνας τας ηδονάς, εις τας οποίας είναι επιδεκτικά και τα άλλα ζώα, και δι' αυτό όσοι ρέπουν εις αυτάς φαίνονται κτηνώδεις και ζωώδεις. Αυταί δε είναι η αφή και η γεύσις. Μάλιστα φαίνεται ότι και την γεύσιν ακόμη ή ολίγον ή διόλου δεν την μεταχειρίζονται. Διότι ιδιότης της γεύσεως είναι η κρίσις των χυμών, και τούτο κάμνουν όσοι δοκιμάζουν τους οίνους και αλατίζουν τα φαγητά. Και όμως δεν ευχαριστούνται τόσον πολύ με αυτάς τας δοκιμάς, τουλάχιστον οι ακόλαστοι, αλλά με την απόλαυσιν, η οποία εκτελείται καθ' ολοκληρίαν διά της αφής έστω και εις τα φαγητά και εις τα ποτά και τας λεγομένας αφροδισιακάς ηδονάς. Και διά τούτο κάποιος καλοφαγάς ηυχήθη να είχε τον λάρυγγα μακρότερον από τον γέρανον, διότι βεβαίως ησθάνετο ηδονήν αφής. Είναι λοιπόν κοινοτάτη η αίσθησις εις την οποίαν περιστρέφεται η ακολασία και δικαίως θα ενομίζετο επονείδιστος όστις έχει αυτήν, διότι δεν διακρίνεται εις ό,τι είμεθα ως άνθρωποι, αλλά εις ό,τι είμεθα ως ζώα. Λοιπόν η ευχαρίστησις διά τοιαύτα πράγματα και η υπερβολική κλίσις εις αυτά είναι κτηνωδία. Καθ' όσον μάλιστα απεχωρίσθησαν αι ευγενέστεραι ηδοναί της αφής, καθώς είναι αι ηδοναί των γυμναστηρίων διά της τρίψεως και της θερμάνσεως. Διότι η αφή του ακολάστου δεν περιστρέφεται εις ολόκληρον το σώμα, αλλά μόνον εις ολίγα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Φυσικαί και επίκτητοι επιθυμίαι.& — Από δε τας επιθυμίας, άλλαι μεν φαίνονται κοιναί και φυσικαί, άλλαι δε ατομικαί και επίκτητοι. Λόγου χάριν η μεν επιθυμία της τροφής είναι φυσική, διότι πας όστις στερείται, επιθυμεί ξηράν ή υγράν τροφήν, πολλάκις μάλιστα και τας δύο και κρεββάτι, καθώς λέγει ο Όμηρος {22}, όταν είναι νέος και ακμαίος. Την δείνα όμως τροφήν ή την δείνα, δεν επιθυμεί έκαστος, ούτε τα ίδια πράγματα. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι ατομική. Οπωσδήποτε όμως έχει και κάτι το φυσικόν. Διότι μερικά ηδονικά ποικίλλουν κατ' άτομα, μερικά όμως είναι εις όλους ηδονικώτερα από άλλο τυχαίον. Επομένως εις τας φυσικάς επιθυμίας ολίγοι σφάλλουν και αυτοί πάλιν εις έν, δηλαδή εις την υπερβολήν — διότι το να τρώγη κανείς ό,τι τύχη ή να πίνη έως ότου παραγεμισθή, είναι υπερβολή του φυσικού εις πλησμονήν, διότι η φυσική επιθυμία είναι απλή αναπλήρωσις της στερήσεως. Διά τούτο οι τοιούτοι λέγονται γαστρίμαργοι ( = φαγομανείς), διότι παραγεμίζουν την κοιλίαν των περισσότερον του δέοντος, και τοιούτοι γίνονται οι όλως διόλου κτηνώδεις. — Ως προς ατομικάς όμως ηδονάς σφάλλουν πολλοί και κατά πολλούς τρόπους. Διότι, όσοι έχουν επίθετον σύνθετον από το φίλος, έχουν την ιδιότητα ή να ευχαριστούνται με όσα δεν πρέπει, ή περισσότερον από τους άλλους, ή όχι καθώς πρέπει. Γενικώς δε οι ακόλαστοι είναι εις όλα υπερβολικοί. Διότι και ευχαριστούνται περιπλέον με πράγματα τα οποία δεν είναι αναγκαία, δηλαδή είναι άξια αποστροφής, και αν εις μερικά από αυτά επιτρέπεται η ευχαρίστησις, αυτοί ευχαριστούνται περισσότερον από όσον πρέπει και από όσον ευχαριστούνται οι άλλοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

&Χαρακτηρισμός της σωφροσύνης.& — Ότι λοιπόν η υπερβολή εις τας ηδονάς είναι ακολασία και αξιοκατάκριτον πράγμα, έγινε φανερόν. Ως προς τας λύπας όμως δεν συμβαίνει καθώς εις την ανδρείαν, δηλαδή όστις υπομένει αυτάς να λέγεται σώφρων, ούτε ακόλαστος όστις δεν υπομένει, αλλά ο ακόλαστος μεν λέγεται τοιούτος, διότι λυπείται περισσότερον του δέοντος, δηλαδή δεν απολαμβάνει τα ηδονικά (ακόμη δε και αυτήν την λύπην την προξενεί εις αυτόν η ηδονή), ο δε σώφρων, διότι δεν λυπείται από την στέρησιν του ηδονικού. Λοιπόν ο μεν ακόλαστος επιθυμεί όλα τα ηδονικά ή τα κυριώτερα, και σύρεται από την επιθυμίαν, ώστε να προτιμήση αυτά απέναντι των άλλων, και διά τούτο λυπείται, όταν αποτυγχάνη και τα επιθυμεί — διότι η επιθυμία συνοδεύεται με την λύπην, φαίνεται δε βεβαίως οξύμωρον το να λυπήται διά την ηδονήν — . Άνθρωποι όμως παραλείποντες τας ηδονάς και ευχαριστούμενοι ολιγώτερον από ό,τι χρειάζεται δεν ευρίσκονται πολύ συχνά. Διότι δεν είναι ανθρωπινή αυτή η αναισθησία. Διότι ακόμη και τα άλλα ζώα κάμνουν διάκρισιν μεταξύ φαγητών, και με άλλα μεν ευχαριστούνται, με άλλα όμως όχι. Εάν δε συμβή εις κανένα να μη ευρίσκη τίποτε ευχάριστον, ούτε διαφοράν ενός πράγματος από άλλο, αυτός πολύ απέχει να είναι άνθρωπος. Δεν έλαβε δε όνομα ο τοιούτος, διότι δεν συμβαίνει διόλου να υπάρχη. Ο σώφρων όμως είναι μέσος ως προς αυτά. Διότι δεν ευχαριστείται με όσα ευχαριστείται καθ' υπερβολήν ο ακόλαστος, αλλά μάλλον στενοχωρείται, και εν γένει με όσα δεν πρέπει, ή δεν πρέπει καθ' υπερβολήν να ευχαριστήται με κανέν από αυτά ούτε εάν λείπουν στενοχωρείται ούτε τα επιθυμεί παρά μετρίως, ούτε περισσότερον του δέοντος, ούτε όταν δεν πρέπη, ούτε εν γένει άλλως πως. Όσα όμως συντελούν εις την υγείαν ή εις την ευεξίαν και είναι ηδονικά, αυτά θα τα επιθυμήση με μέτρον και όπως πρέπει, και τα άλλα ηδονικά όσα δεν είναι εμπόδια εις αυτά, ή δεν είναι έξω από το καλόν, ή δεν υπερβαίνουν τα οικονομικά του. Διότι όστις είναι τοιούτος εκτιμά τας ηδονάς περισσότερον από όσον αξίζουν, ενώ ο σώφρων δεν είναι τοιούτος, αλλά καθώς υπαγορεύει ο ορθός λόγος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

&Μάλλον εκουσία είναι η ακολασία παρά η δειλία.& —

