# Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Πρώτος

## Part 12

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28626/index.md

Και τόρα ας ομιλήσωμεν περί φρονήσεως, αφού εξετάσωμεν ποίου είδους θεωρούμεν τους φρονίμους. Και λοιπόν φαίνεται ότι ιδιότης του φρονίμου είναι το να ημπορή να σκεφθή καλά ως προς τα αγαθά και συμφέροντα διά τον εαυτόν του, όχι μονομερώς, λόγου χάριν ποία χρησιμεύουν διά την υγείαν ή διά να αποκτήση δύναμιν, αλλά γενικώς ποία συντελούν εις την ευζωίαν. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι τότε ονομάζομεν κανένα φρόνιμον ως προς έν πράγμα, όταν υπολογίση καλώς αυτό έως ότου να επιτύχη αξιόλογον αποτέλεσμα, αν και δεν υπάρχει περί αυτού ωρισμένη τέχνη. Και επομένως γενικώς φρόνιμος είναι όστις προμελετά καλώς. Κανείς όμως δεν προμελετά όσα είναι αδύνατον να συμβούν κατ' άλλον τρόπον, ούτε όσα δεν είναι πιθανόν δι' αυτόν να τα εκτελέση. Επομένως, αφού η επιστήμη συνοδεύεται με απόδειξιν και αφού δεν υπάρχει απόδειξις δι' όσα αι αρχαί των είναι ενδεχόμενον να είναι και κατ' άλλον τρόπον, διότι όλα αυτά είναι ενδεχόμενον να είναι και κατ' άλλον τρόπον, αφού τέλος δεν είναι δυνατόν να προμελετήση κανείς τα υπάρχοντα εξ ανάγκης, έπεται ότι δεν είναι η φρόνησις επιστήμη ούτε τέχνη. Και επιστήμη μεν δεν είναι, διότι είναι ενδεχόμενον το εκτελεστόν να συμβαίνη κατ' άλλον τρόπον, τέχνη δε δεν είναι, διότι άλλο είναι το γένος της εκτελέσεως και άλλο της δημιουργίας. Λοιπόν υπολείπεται να είναι ψυχική διάθεσις εκτελεστική συνοδευομένη από λόγον αληθή και περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα αγαθά και κακά. Δηλαδή της μεν δημιουργίας το αποτέλεσμα είναι κάτι τι ξεχωριστόν από αυτήν, της εκτελέσεως όμως δεν είναι διαφορετικόν, διότι η ιδία η ευδόκιμος εκτέλεσις είναι αποτέλεσμα. Διά τούτο τον Περικλέα και τους τοιούτους τους νομίζομεν φρονίμους, διότι είναι ικανοί να αντιλαμβάνωνται όσα είναι αγαθά διά τον εαυτόν των και διά τους άλλους ανθρώπους. Νομίζομεν δε ότι τοιούτοι είναι οι οικοδεσποτικοί και οι πολιτικοί. Ως εκ τούτου αυτό το όνομα αποδίδομεν εις την σωφροσύνην, διότι σώζει την φρόνησιν. Δηλαδή κυρίως αυτού του είδους την γνώμην σώζει. Διότι δεν καταστρέφει ούτε διαστρέφει παντός είδους γνώμην η ηδονή και η λύπη, λόγου χάριν αν αι τρεις γωνίαι του τριγώνου είναι ίσαι προς δύο ορθάς ή όχι, αλλά μόνον τας περιστρεφομένας εις τας ευδοκίμους εκτελέσεις. Διότι αι αρχαί των εκτελεστών αποτελούν τον σκοπόν αυτών. Αλλά όστις είναι διεφθαρμένος από ηδονήν ή λύπην δεν βλέπει καθαρά την αρχήν, ούτε ότι πρέπει χάριν της αρχής και εξ αιτίας αυτής να προαιρήται και να εκτελή τα πάντα. Διότι η κακία καταστρέφει τας αρχάς. Επομένως κατ' ανάγκην η φρόνησις είναι διάθεσις συνοδευομένη από αληθή λόγον εκτελεστική ως προς τα ανθρώπινα αγαθά. Αλλά βεβαίως της μεν τέχνης υπάρχει αρετή, της φρονήσεως όμως δεν υπάρχει. Και εις μεν την τέχνην όστις σφάλλει εκουσίως είναι προτιμότερος, εις την φρόνησιν όμως όχι, καθώς και εις όλας τας αρετάς. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φρόνησις είναι κάποια αρετή και όχι τέχνη. Από τα δυο δε λογικά μέρη της ψυχής φαίνεται ότι εις το έν μόνον ανήκει η αρετή, δηλαδή εις το κριτικόν. Διότι και η κρίσις καθώς και η φρόνησις περιστρέφεται εις τα ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως. Αλλά βεβαίως δεν είναι πάλιν ούτε μόνον διάθεσις συνοδευομένη από λόγον. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι την τοιαύτην διάθεσιν είναι δυνατόν να την λησμονήσωμεν, την φρόνησιν όμως όχι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Ο νους.&

Επειδή δε η επιστήμη είναι μία γνώμη περί των καθολικών πραγμάτων και των υπαρχόντων εξ ανάγκης, και επειδή υπάρχουν αρχαί όλων των πραγμάτων τα οποία επιδέχονται απόδειξιν καθώς και πάσης επιστήμης — διότι η επιστήμη συνοδεύεται από λόγον — έπεται ότι των αρχών παντός πράγματος υποκειμένου εις την επιστήμην δεν υπάρχει ούτε επιστήμη ούτε τέχνη ούτε φρόνησις. Διότι παν ό,τι υπόκειται εις την επιστήμην επιδέχεται απόδειξιν, ενώ όλαι αυταί περιστρέφονται εις όσα είναι ενδεχόμενον να συμβούν και αλλέως. Αλλ' ούτε βεβαίως σοφία αυτών των πραγμάτων υπάρχει. Διότι ιδιότης της σοφίας είναι να έχη απόδειξιν διά μερικά πράγματα. Αφού λοιπόν τα μέσα, με τα οποία ευρίσκομεν την αλήθειαν, και με τα οποία ποτέ δεν διαψευδόμεθα ως προς τα ενδεχόμενα ή μη ενδεχόμενα να συμβούν και αλλέως, είναι η επιστήμη και η φρόνησις και η σοφία και ο νους, κανέν από τα τρία όμως εξ αυτών δεν είναι δυνατόν να είναι αυτό — τρία δε εννοώ την φρόνησιν, την επιστήμην, την σοφίαν — απομένει να είναι ο νους το μέσον με το οποίον ευρίσκομεν τας αρχάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

&Σοφία.&

Την δε σοφίαν ως προς τας τέχνας την αποδίδομεν εις τους επιτηδειοτάτους• λόγου χάριν θεωρούμεν τον Φειδίαν σοφόν λιθοξόον και τον Πολύκλειτον σοφόν ανδριαντοποιόν. Και βεβαίως εδώ τίποτε άλλο δεν εννοούμεν με την σοφίαν, παρά ό,τι είναι η αρετή εις την τέχνην. Νομίζομεν όμως και ότι υπάρχουν γενικώς μερικοί σοφοί όχι εις έν είδος ούτε εις ωρισμένον πράγμα, καθώς λέγει ο Όμηρος εις τον Μαργίτην:

Ούτε σκαφτιάν τον έκαμαν οι θεοί, ούτε οργωτήν, αλλ' ούτε είς άλλο τίποτε σοφόν.

Ώστε είναι φανερόν ότι η σοφία είναι μία από τας ακριβεστάτας επιστήμας. Επομένως ο σοφός δεν πρέπει να γνωρίζη μόνον όσα εξάγονται από τας αρχάς, αλλά να ευρίσκη την αλήθειαν και ως προς τας αρχάς. Επομένως η σοφία ίσως είναι νους και επιστήμη, και είναι καθώς μία κεφαλή η οποία περιέχει επιστήμην περιστρεφομένην εις τα σπουδαιότερα.

Διότι είναι παράλογον να θεωρή κανείς την πολιτικήν ή την φρόνησιν σπουδαιοτάτην, εάν ο άνθρωπος δεν είναι το ανώτερον από όλα εις τον κόσμον. Αφού λοιπόν άλλο είναι το υγιεινόν και το αγαθόν διά τους ανθρώπους και άλλο διά τα ψάρια, ενώ το λευκόν και το ευθύγραμμον είναι το ίδιον πάντοτε, τότε ημπορούμεν και όλοι το ίδιον πράγμα να θεωρούμεν ως σοφόν, ως φρόνιμον όμως κάτι άλλο. Δηλαδή η ορθή αντίληψις εις τα περιστοιχίζοντα τον εαυτόν μας θα ημπορούσε να ονομασθή φρόνιμον πράγμα και εις αυτό να εμπιστευθούν αυτά. Διά τούτο και μερικά από τα ζώα τα θεωρούν φρόνιμα, όσα δηλαδή φαίνονται ότι έχουν κάποιαν προνοητικήν δύναμιν διά την ζωήν των. Είναι δε επίσης φανερόν ότι δεν ημπορεί να είναι το ίδιον πράγμα η σοφία και η πολιτική. Διότι, εάν μεν ονομάση κανείς σοφίαν την περιστρεφομένην εις τα ατομικά συμφέροντα, τότε θα φανερωθούν πολλαί σοφίαι. Διότι δεν υπάρχει σοφία διά το αγαθόν όλων των ζώων, αλλά διαφορετική διά το καθέν, αφού και ιατρική δεν υπάρχει μία δι' όλα τα όντα. Εάν δε ονομάση σοφίαν αυτήν την πολιτικήν, διότι ο άνθρωπος είναι το ανώτερον από όλα τα άλλα ζώα, δεν έχει καμμίαν άλλην διαφοράν. Διότι και από τον άνθρωπον υπάρχουν άλλα όντα πολύ θεϊκώτερα κατά την φύσιν ωσάν ολοφάνερα, από τα οποία συνίσταται ο κόσμος. Λοιπόν από όσα είπαμεν είναι φανερόν ότι η σοφία και η επιστήμη και ο νους είναι από τα τιμαλφέστερα πράγματα εις τον κόσμον. Διά τούτο τον Αναξαγόραν και τον Θαλήν και τους ομοίους των τους θεωρούν μεν σοφούς, όχι όμως φρονίμους, αφού τους βλέπουν ότι δεν γνωρίζουν τα ατομικά των συμφέροντα, και λέγουν μεν ότι αυτοί γνωρίζουν περισσά και αξιοθαύμαστα και δύσκολα και θεϊκά πράγματα, αυτά όμως είναι άχρηστα, διότι δεν εξετάζουν ποία είναι τα ανθρώπινα αγαθά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Φρόνησις.&

Η δε φρόνησις όμως περιστρέφεται εις τα ανθρώπινα και εις όσα είναι δυνατόν να τα προμελετήσωμεν. Δηλαδή κυρίως θεωρούμεν έργον του φρονίμου την καλήν προμελέτην. Κανείς όμως δεν σκέπτεται δι' όσα είναι αδύνατον να συμβούν κατ' άλλον τρόπον από ό,τι συμβαίνουν, ούτε δι' όσα δεν έχουν κάποιον τέλος, και αν αυτά πάλιν δεν είναι εκτελεστόν αγαθόν. Όστις δε είναι γενικώς προνοητικός παρατηρεί με την σκέψιν του ποίον είναι το άριστον από όλα τα εκτελεστά διά τον άνθρωπον. Και δεν περιστρέφεται η φρόνησις μόνον εις τα γενικά, αλλά πρέπει κανείς να γνωρίζη και τα καθέκαστα. Δηλαδή είναι εκτελεστική, αλλά πάσα εκτέλεσις περιστρέφεται εις τα καθέκαστα. Διά τούτο μερικοί αμαθέστεροι είναι εκτελεστικώτεροι από άλλους πολυμαθείς, δηλαδή οι έμπειροι. Διότι, εάν τύχη κανείς να γνωρίζη ότι όλα τα ελαφρά κρέατα είναι εύπεπτα και υγιεινά, δεν γνωρίζη όμως ποία είναι ελαφρά, δεν θα επαναφέρη την υγείαν, αλλά μόνον όστις γνωρίζει ότι τα πουλερικά κρέατα είναι ελαφρά, αυτός θα φέρη την υγείαν περισσότερον. Η δε φρόνησις είναι εκτελεστική. Ώστε ή πρέπει να έχωμεν και τα δύο, ή αυτήν περισσότερον. Ίσως δε και εδώ κάποια από τας δύο είναι αρχιεργατική αρετή. Είναι δε η πολιτική και η φρόνησις η ιδία διάθεσις, ουσιωδώς όμως δεν είναι το ίδιον πράγμα, διότι η δευτέρα περιστρέφεται εις την πόλιν, και η μεν αρχιεργατική φρόνησις είναι νομοθετική, η δε αναφερομένη εις τα καθέκαστα φέρει το κοινόν όνομα πολιτική. Αυτή δε είναι εκτελεστική και προνοητική. Διότι το ψήφισμα είναι εκτελεστόν, επειδή είναι το τελευταίον. Διά τούτο μόνον οι τοιούτοι λέγομεν ότι πολιτεύονται. Διότι μόνον αυτοί ενεργούν καθώς οι χειροτέχναι. Φαίνεται δε ότι και η φρόνησις κυρίως είναι η περιστρεφομένη εις το άτομον και τον ένα. Και αυτή φέρει το κοινόν όνομα φρόνησις. Από εκείνας όμως η μεν μία ονομάζεται οικονομία, η δε άλλη νομοθεσία και η άλλη πολιτική, και από αυτήν η μεν μία είναι βουλευτική, η δε άλλη δικαστική.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Συνέχεια περί φρονήσεως.&

Ίσως λοιπόν είναι έν είδος γνώσεως το να γνωρίζη κανείς τα ατομικά του συμφέροντα, έχει όμως μεγάλην διαφοράν από την γνώσιν εν γένει. Και φαίνεται ότι φρόνιμος είναι όστις γνωρίζει τα ατομικά του, και φροντίζει διά το άτομόν του, ενώ οι πολιτικοί φαίνονται πολυπράγμονες. Διά τούτο λέγει ο Ευριπίδης {37}:

Πού φρόνιμος; ενώ ημπορούσα ήσυχα να είμαι ένας μέσα εις όλον τον στρατόν να κάμνω την δουλειά μου; Μα όσοι μεγαλοπιάνονται.......

Διότι οι τοιούτοι επιδιώκουν το ατομικόν των συμφέρον, και αυτό νομίζουν ότι πρέπει να εκτελούν. Από αυτήν λοιπόν την γνώμην προήλθε το να θεωρούνται φρόνιμοι αυτοί. Μολονότι ίσως δεν είναι δυνατόν να επιδιώκη κανείς ορθώς το ατομικόν του συμφέρον χωρίς οικονομίαν και πολιτικήν, έπειτα δε είναι άγνωστον πώς πρέπει κανείς να διοική τα ατομικά του πράγματα και πρέπει να το εξετάσωμεν. Απόδειξις δε αυτού που είπαμεν είναι ότι οι νέοι γίνονται μεν μαθηματικοί και σοφοί εις τοιούτου είδους πράγματα, φρόνιμοι όμως δεν φαίνεται να γίνωνται. Αιτία δε είναι ότι η φρόνησις φαίνεται ότι περιστρέφεται εις τα καθέκαστα, τα οποία γίνονται γνωστά από εμπειρίαν. Αλλά νέος έμπειρος δεν υπάρχει, διότι η εμπειρία έρχεται με τον πολύν καιρόν. Άλλως τε ημπορεί να λάβη υπ' όψιν του κανείς και το εξής. Διατί τάχα ένα παιδί ημπορεί να γίνη μαθηματικός, όχι όμως και σοφός ή φυσικός; Όχι τάχα διότι εκείνα μεν γίνονται αφηρημένως, ενώ αυτών εδώ αι αρχαί πηγάζουν από την εμπειρίαν, και εις αυτά μεν εδώ οι νέοι ψιττακίζουν τας αρχάς χωρίς πεποίθησιν, ενώ εις εκείνα δεν είναι άγνωστοι αι αρχαί; Έπειτα το λάθος της προμελέτης ή ανήκει εις τα γενικά ή εις τα καθέκαστα. Δηλαδή ή πρόκειται να εύρωμεν ότι όλα τα βαρειά νερά είναι βλαβερά, ή ότι τούτο εδώ είναι βαρύ. Ότι δε η φρόνησις δεν είναι επιστήμη είναι ολοφάνερον. Διότι, καθώς είπαμεν, περιστρέφεται εις το τελευταίον. Διότι τοιούτον είναι παν ό,τι είναι εκτελεστόν. Και βεβαίως αντιτίθεται προς τον νουν. Διότι ο νους περιστρέφεται εις τα αξιώματα, τα οποία δεν επιδέχονται απόδειξιν, ενώ η φρόνησις περιστρέφεται εις τα τελευταία (εξαγόμενα), τα οποία δεν υπόκεινται εις καμμίαν επιστήμην αλλά εις την αίσθησιν, και όχι εις τα ιδιαίτερα αισθητήριά μας, αλλά εις εκείνην με την οποίαν εννοούμεν ότι το τελευταίον πολύγωνον εις τα μαθηματικά είναι το τρίγωνον. Διότι εις αυτό και θα σταματήση. Αλλά αυτό εδώ πλέον είναι μάλλον αντίληψις παρά φρόνησις, και είναι διαφορετικόν είδος από εκείνην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.

&Περίσκεψις.&

Η έρευνα δε διαφέρει από την προμελέτην. Διότι η προμελέτη είναι έν μέρος της όλης ερεύνης. Πρέπει δε να ειπούμεν και τι είναι περίσκεψις, δηλαδή αν είναι επιστήμη, ή κρίσις, ή ευστοχία, ή κανέν άλλο γένος. Και λοιπόν επιστήμη μεν δεν είναι — διότι κανείς δεν ερευνά όσα γνωρίζονται, ενώ η περίσκεψις είναι κάποια προμελέτη, και όστις προμελετά ερευνά και υπολογίζει. — Αλλά πάλιν και ευστοχία δεν είναι. Διότι η ευστοχία είναι κάτι που δεν έχει λόγον και γίνεται γλήγορα, ενώ η προμελέτη διαρκεί πολλήν ώραν, και λέγουν παροιμιωδώς ότι πρέπει να σκεπτώμεθα μεν αργά, αλλά να εκτελούμεν γλήγορα τα αποφασισθέντα. Έπειτα διαφέρει η αγχίνοια από την περίσκεψιν. Είναι δε η αγχίνοια κάποια ευστοχία. Αλλ' ούτε βεβαίως κρίσις είναι η περίσκεψις. Αλλά επειδή όστις μεν προμελετά κακώς κάμνει σφάλμα, όστις δε προμελετά καλώς κάμνει το ορθόν, είναι φανερόν ότι η περίσκεψις είναι κάποια ορθότης, όχι όμως επιστήμης ούτε κρίσεως. Διότι της μεν επιστήμης ορθότης δεν υπάρχει — διότι δεν υπάρχει ούτε σφάλμα — της δε κρίσεως ορθότης είναι η αλήθεια. Εξ άλλου δε ωρίσαμεν προηγουμένως όλα εκείνα, εις όσα περιστρέφεται η κρίσις.

Αλλά πάλιν ούτε χωρίς λόγον γίνεται η περίσκεψις. Μένει λοιπόν να αναφέρεται εις την διάνοιαν. Διότι αυτή δεν είναι ακόμη κατάφασις. Και βεβαίως και η κρίσις δεν είναι έρευνα αλλά κατάφασις, ενώ όστις προμελετά, είτε ορθώς είτε εσφαλμένως εκτελεί τούτο, ερευνά και συλλογίζεται. Ώστε είναι κάποια ορθότης της σκέψεως η περίσκεψις. Διά τούτο πρώτον πρέπει να εξετάσωμεν, τι είναι σκέψις και εις τι περιστρέφεται, επειδή δε η ορθότης λέγεται με πολλάς σημασίας, είναι φανερόν ότι όλη η ορθότης σκέψεως δεν είναι περίσκεψις. Διότι ο ακρατής και ο μηδαμινός, εάν επιδιώκη, εάν είναι δαιμόνιος, θα το επιτύχη με τον υπολογισμόν, και επομένως υπό έποψιν μεν προμελέτης θα εκτελή ορθώς, υπό έποψιν όμως αποφάσεως θα απολαύση μέγα κακόν. Φαίνεται δε βεβαίως ότι η περίσκεψις είναι κάπως αγαθόν. Δηλαδή εκείνο το είδος μόνον της ορθής προμελέτης είναι περίσκεψις, το οποίον επιδιώκει το αγαθόν. Αλλ' είναι δυνατόν να το επιτύχωμεν αυτό και με ψευδή συλλογισμόν. Δηλαδή, ό,τι μεν πρέπει να κάμωμεν, είναι δυνατόν να το επιτύχωμεν, όχι όμως και το μέσον, αλλά πιθανόν να είναι ψευδής ο μέσος όρος (=η ελάσσων πρότασις). Ώστε και αυτό το είδος δεν είναι περίσκεψις, με το οποίον επιτυγχάνει μεν κανείς ό,τι πρέπει, όχι όμως με το πρέπον μέσον. Έπειτα είναι δυνατόν άλλος να σκεφθή πολλήν ώραν και επιτύχη, και άλλος γλήγορα. Επομένως ούτε εκείνο δεν είναι ακόμη περίσκεψις, αλλά απλώς ορθότης ως προς το ωφέλιμον, και δι' ό,τι πρέπει, και καθώς πρέπει, και όταν πρέπη. Έπειτα είναι δυνατόν να προμελετά κανείς ορθώς και γενικώς, αλλά και εν σχέσει προς κάποιον αποτέλεσμα. Και γενική μεν προμελέτη είναι εκείνη η οποία κατορθώνει γενικώς το αποτέλεσμα, μία δε ωρισμένη είναι εκείνη η οποία κατορθώνει έν ωρισμένον αποτέλεσμα. Εάν λοιπόν είναι ιδιότης των φρονίμων η καλή προμελέτη, τότε η περίσκεψις θα είναι ίσως ορθότης συμφωνούσα με το συμφέρον εν σχέσει προς έν αποτέλεσμα, διά το οποίον η φρόνησις είναι αληθής αντίληψις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Ευσυνεσία& (εξυπνάδα).

Αλλά και η σύνεσις και η ευσυνεσία, δηλαδή αι ιδιότητες με τας οποίας χαρακτηρίζουν τους συνετούς και ευσυνέτους, δεν είναι ούτε εντελώς το ίδιον με την επιστήμην και κρίσιν — διότι τότε όλοι θα ήσαν συνετοί — ούτε πάλιν μία ειδική επιστήμη, καθώς λόγου χάριν η ιατρική διά τα υγιεινά, και η γεωμετρία διά τα μεγέθη. Διότι η σύνεσις δεν περιστρέφεται ούτε εις τα αιώνια και αμετάβλητα πράγματα, ούτε εις τα συμβαίνοντα εις ό,τιδήποτε, αλλά εις όσα ημπορεί κανείς να έχη απορίαν και να τα σκέπτεται. Διά τούτο περιστρέφεται μεν εις τα ίδια ζητήματα εις όσα και η φρόνησις, δεν είναι όμως το ίδιον η σύνεσις και η φρόνησις. Διότι η μεν φρόνησις είναι διατακτική — διότι το αποτέλεσμα αυτής είναι, τι πρέπει να πράξωμεν ή όχι — ενώ η σύνεσις είναι μόνον κριτική. — Και βεβαίως είναι το ίδιον η σύνεσις και η ευσυνεσία και ο συνετός και ο ευσύνετος. Σύνεσις δε δεν είναι ούτε το να έχωμεν φρόνησιν ούτε να λάβωμεν, αλλά καθώς το μανθάνω λέγεται αρχαϊκώς συνίημι, εάν εφαρμόζη την επιστήμην, ομοίως και εάν εφαρμόζη την κρίσιν, διά να κρίνη καλώς εκείνα εις τα οποία περιστρέφεται η φρόνησις, όταν ομιλή άλλος. Διότι το μόριον ευ είναι το ίδιον με το καλώς. Και από τούτο προήλθε το όνομα ευσυνεσία, με την οποίαν χαρακτηρίζονται οι ευσύνετοι, δηλαδή από την καλήν μάθησιν. Διότι πολλάκις ανταλλάσσεται το μανθάνω με το συνίημι.

&Γνώμη (κρίσις) {38}.&

Η δε γνώμη, καθώς λέγουν, είναι εκείνη με την οποίαν χαρακτηρίζομεν τον ορθόγνωμον (ορθόφρονα) και είναι η ορθή κρίσις του ευπρεπούς. Απόδειξις δε είναι το εξής. Δηλαδή προ πάντων τον ευπρεπή τον θεωρούμεν ορθόγνωμον και ευπρέπειαν θεωρούμεν το να δίδωμεν εις μερικάς περιστάσεις συγγνώμην. Η δε συγγνώμη (συμβιβαστικότης) είναι γνώμη ορθή κρίνουσα το ευπρεπές. Η δε ορθή κρίσις χαρακτηρίζει το αληθές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Η γνώμη, η σύνεσις, η φρόνησις, και ο νους ανήκουν εις το ίδιον άτομον.& — Αλλά και όλαι αι ανωτέρω διαθέσεις βεβαίως τείνουν εις το ίδιον πράγμα. Δηλαδή την γνώμην και την σύνεσιν και την φρόνησιν και τον νουν τας εφαρμόζομεν εις τους ιδίους ανθρώπους και λέγομεν ότι έχουν γνώμην και νουν και πάλιν ότι είναι φρόνιμοι και συνετοί. Διότι όλαι αυταί αι δυνάμεις περιστρέφονται εις τα τελευταία εξαγόμενα και τα καθέκαστα, και με το να κρίνη κανείς όσα κρίνει ο φρόνιμος, είναι συνετός και ορθόγνωμος ή συμβιβαστικός. Διότι τα ευπρεπή μόνα από όλα τα αγαθά μας είναι κοινά εις τας σχέσεις μας προς τους άλλους, περιστρέφονται όμως εις τα καθέκαστα και τελευταία όλα τα επιτυχώς εκτελεστά. Και βεβαίως ο φρόνιμος πρέπει να τα γνωρίζη αυτά, και η σύνεσις και η γνώμη περιστρέφεται εις τα εκτελεστά, τα οποία είναι τελευταία.

&Εποπτικός νους.& — Και ο νους δε περιστρέφεται εις τα τελευταία και κατά τας δύο διευθύνσεις. Δηλαδή και εις τους πρώτους όρους (προτάσεις) και εις τους τελευταίους περιστρέφεται ο νους και ο λόγος, και αυτός μεν (ο λόγος) είναι κατάλληλος εις τας αποδείξεις του αμεταβλήτου και των αξιωμάτων, εκείνος δε εις την εφαρμογήν των τελευταίων εξαγομένων και του ενδεχομένου, και της δευτέρας προτάσεως. Διότι αυταί είναι αι αρχαί των αιτίων. Δηλαδή από τα καθέκαστα προέρχονται τα γενικά. Αυτά λοιπόν πρέπει να τα αντιλαμβανώμεθα, και τούτο εκτελεί ο νους. Διά τούτο αυτά φαίνονται ότι είναι φυσικά, και εκ φύσεως σοφός μεν δεν είναι κανείς, έχει όμως γνώμην και σύνεσιν και νουν. Απόδειξις δε είναι ότι αυτά συμβαδίζουν με τας ηλικίας. Και η δείνα ηλικία λέγομεν ότι έχει γνώμην και νουν, διότι φρονούμεν ότι η αιτία υπάρχει εις την φύσιν. Διά τούτο και η αρχή και το τέλος είναι ο νους. Διότι αι αποδείξεις προέρχονται από αυτά και εις αυτά περιστρέφονται. Ώστε πρέπει να δίδωμεν προσοχήν εις τας αναποδείκτους κρίσεις των εμπείρων και των γεροντοτέρων ή των φρονίμων όχι ολιγώτερον από τας αποδείξεις. Διότι αυτοί βλέπουν ορθώς, επειδή έχουν έμπειρον βλέμμα. Και λοιπών περί φρονήσεως και σοφίας και εις τι ασχολείται εκάστη και ότι εκάστη είναι ιδιότης διαφορετικού μέρους της ψυχής, το εξετάσαμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Απορίαι περί χρησιμότητος της φρονήσεως και σοφίας.& — Τόρα όμως έρχεται το ερώτημα περί αυτών εις τι χρησιμεύουν. Και λοιπόν η μεν σοφία τίποτε δεν αντιλαμβάνεται από εκείνα τα οποία κάμνουν τον άνθρωπον ευτυχή — δηλαδή δεν περιστρέφεται εις την γένεσιν κανενός πράγματος — , η δε φρόνησις το έχει μεν αυτό, αλλά ποία η ανάγκη αυτής, αφού η μεν φρόνησις περιστρέφεται εις τα δίκαια και καλά και αγαθά διά τον άνθρωπον, αυτά δε είναι έργα του αγαθού ανδρός, και όμως με μόνην την γνώσιν δεν γινόμεθα διόλου ικανώτεροι εις την εκτέλεσιν αυτών — αφού αι αρεταί είναι συνήθειαι — καθώς ούτε εις τα υγιεινά και την ευρωστίαν, τα οποία δεν θεωρούνται ενέργειαι αλλά διαθέσεις; Διότι εις τίποτε δεν είμεθα εκτελεστικώτεροι με το να έχωμεν την ιατρικήν και την γυμναστικήν. Εάν δε δεν θεωρήσωμεν κανένα φρόνιμον προς χάριν αυτών, αλλά μόνον χάριν της γενέσεως, τότε η φρόνησις δεν χρησιμεύει διόλου εις εκείνους οι οποίοι είναι σπουδαίοι εις αυτήν, ακόμη δε ουδέ εις όσους δεν είναι σπουδαίοι. Διότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά αν τας έχομεν οι ίδιοι, ή υπακούομεν εις άλλους οι οποίοι τας κατέχουν. Και διότι εις ημάς είναι τούτο αρκετόν, καθώς συμβαίνει διά την υγείαν. Δηλαδή επιθυμούμεν να είμεθα υγιείς, αλλά δεν μανθάνομεν την ιατρικήν. Έπειτα δε ίσως φανή παράλογον, εάν θα την θεωρήσωμεν εγκυροτέραν από την σοφίαν, ενώ είναι κατωτέρα. Διότι η πρωτουργός εξουσιάζει και διατάσσει εις τα καθέκαστα. Περί αυτών λοιπόν πρέπει να ομιλήσωμεν. Διότι τόρα τας απορίας μόνον εξετάσαμεν περί αυτών.

&Η φρόνησις και ιδίως η σοφία έχει ανάγκην άλλης πρακτικωτέρας δυνάμεως.& — Και πρώτον λέγομεν ότι αυταί πρέπει να είναι καθ' εαυτάς προτιμητέαι — αφού είναι αρεταί η καθεμία του καθενός μέρους της ψυχής — και όταν ακόμη δεν παράγη τίποτε καμμία από αυτάς. Εκτός τούτου όμως παράγουν και κάτι τι, πλην όχι καθώς η ιατρική την υγείαν, αλλά καθώς η υγεία φέρει την ευτυχίαν, ομοίως και η σοφία φέρει αυτήν. Διότι, επειδή είναι μέρος της όλης αρετής, κάμνει τον άνθρωπον ευδαίμονα και διότι την έχει και διότι ενεργεί δι' αυτής. Έπειτα παν έργον τελειόνει συμφώνως με την φρόνησιν και την ηθικήν αρετήν. Διότι η μεν αρετή ευρίσκει ορθώς τον σκοπόν, η δε φρόνησις τα μέσα τα οποία φέρουν εις τον σκοπόν. Του δε τετάρτου μέρους της ψυχής, δηλαδή του θρεπτικού, δεν υπάρχει τοιαύτη αρετή. Διότι τίποτε δεν εξαρτάται από αυτό να εκτελεσθή ή όχι, ότι όμως δεν γινόμεθα διόλου εκτελεστικώτεροι εις τα καλά και δίκαια από την φρόνησιν πρέπει να αρχίσωμεν ολίγα από τα ανώτερα, αφού λάβωμεν τούτο ως αρχήν. Δηλαδή καθώς διά τα δίκαια όσοι τα εκτελούν δεν τους ονομάζομεν ακόμη δικαίους, λόγου χάριν όσοι εκτελούν τα επιβαλλόμενα από τους νόμους, ή όσοι εκτελούν εν αγνοία ή ακουσίως, ή από κανένα άλλον λόγον και όχι χάριν αυτών — μολονότι βεβαίως εκτελούν τα πρέποντα και όσα οφείλει να πράττη ο σπουδαίος — ομοίως καθώς φαίνεται, έχει σημασίαν με ποίαν διάθεσιν τα εκτελεί κανείς διά να είναι αγαθός, εννοώ δε παραδείγματος χάριν την εκ προαιρέσεως εκτέλεσιν και χάριν των ιδίων πράξεων. Και λοιπόν την μεν προαίρεσιν καθιστά ορθήν η αρετή, ποία όμως επλάσθησαν να εκτελούνται εξ αιτίας αυτής, αυτό δεν είναι έργον της αρετής, αλλά άλλης δυνάμεως. Αλλά πρέπει να ομιλήσωμεν με περισσοτέραν προσοχήν περί αυτών.

&Δεινότης& {39}

Υπάρχει δε κάποια δύναμις, την οποίαν ονομάζουν δεινότητα. Αύτη δε είναι ικανή, όσα συντείνουν προς τον υποτεθέντα σκοπόν να τα εκτελή και να τα επιτυγχάνη. Αν μεν λοιπόν ο σκοπός είναι καλός, τότε είναι επαινετή, αν δε είναι μηδαμινός, τότε αυτή είναι πανουργία. Δια τούτο και τους φρονίμους και τους πανούργους τους ονομάζουν δαιμονίους. Η φρόνησις όμως δεν είναι κυρίως δεινότης, αλλά πάλιν δεν στερείται και αυτήν την δύναμιν. Αυτή δε η διάθεσις δεν προσγίνεται εις αυτόν τον ψυχικόν οφθαλμόν χωρίς αρετήν, καθώς το είπαμεν και καθώς είναι προφανές. Διότι οι συλλογισμοί περιέχουν την αρχήν των εκτελεστών ως μείζονα πρότασιν: «Αφού τοιούτου είδους είναι το τέλος, και αφού είναι το καλλίτερον», οτιδήποτε και αν είναι. Δηλαδή έστω ως παράδειγμα ό,τι και αν τύχη. Αλλά το καλλίτερον αυτό, εάν δεν υπάρχη εις τον αγαθόν, δεν αποδεικνύεται. Διότι η μοχθηρία τον διαστρέφει και τον κάμνει να διαψεύδεται ως προς τας αρχάς των εκτελεστών ώστε είναι φανερόν ότι είναι αδύνατον να είναι κανείς φρόνιμος, αν δεν είναι αγαθός. Και λοιπόν ας σκεφθώμεν πάλιν περί της αρετής. Δηλαδή η αρετή έχει τον αυτόν λόγον προς την δεινότητα, ον λόγον έχει η φρόνησις — δεν είναι μεν το ίδιον πράγμα είναι όμως ομοία — ομοίως δε και η φυσική αρετή προς την κυρίως αρετήν. Διότι εις όλους φαίνεται ότι υπάρχει κάπως εκ φύσεως έκαστον είδος από τα ήθη — δηλαδή και την δικαιοσύνην και την σωφροσύνην και την ανδρείαν και όλα τα άλλα τα έχομεν ευθύς εκ γενετής — αλλ' όμως ζητούμεν κάποιον άλλον, δηλαδή το κυρίως αγαθόν, και θέλομεν όλα αυτά να υπάρξουν εντός μας κατ' άλλον τρόπον. Διότι και εις τα παιδία και τα θηρία υπάρχουν αι φυσικαί διαθέσεις, χωριστά όμως από τον νουν φαίνονται ότι είναι βλαβεραί. Αλλά τούτο τουλάχιστον φαίνεται σαφές, ότι καθώς εις έν ισχυρόν σώμα, όταν κινήται χωρίς όρασιν, συμβαίνη να προσκρούη δυνατά ένεκα αυτής της ελλείψεως, το ίδιον και εδώ. Εάν όμως αποκτήση νουν, διαφέρει εις την εκτέλεσιν, η δε διάθεσις, ενώ είναι πάλιν ομοία, τότε όμως κυρίως θα είναι αρετή. Επομένως, καθώς εις το γνωστικόν μέρος υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή η δεινότης και η φρόνησις, ομοίως και εις το ηθικόν υπάρχουν δύο είδη, δηλαδή το έν μεν είναι η φυσική αρετή, το δε άλλο η κυρίως αρετή, και από αυτάς τας δύο η κυρίως αρετή δεν γίνεται χωρίς φρόνησιν.

