# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28606/index.md

ΜΙΚ. Αλήθεια είνε φοβερά αυτά που λες, κυρ πετεινέ. Και τώρα εννοώ ότι είμαι πολύ ασφαλέστερος να κόφτω και να ράβω παπούτσια παρά να πίνω από χρυσήν φιάλην κρασί εις το οποίον έχει αναμιχθή κώνειον ή άλλο δηλητήριον. Ο μόνος κίνδυνος που διατρέχω εγώ είνε να ξεφύγη το σουβλί να μου τρυπήση το δάκτυλον και να βγάλω ολίγον αίμα• αυτοί όμως, ως λες, συντρώγουν με τον Θάνατον και η ζωή των είνε γεμάτη από δυστυχίαν. Και όταν ξεπέφτουν, ομοιάζουν με τους τραγικούς ηθοποιούς, τους όποιους βλέπομεν άλλοτε μεν ως Κέκροπας, Σισσύφους ή Τηλέφους στολισμένους με διαδήματα και ξίφη ελεφαντοκόσμητα και μανδύαν χρυσοκέντητον και μαλλιά μακρυά που κυματίζουν• αν δε συμβή — και συμβαίνει πολλάκις — να σκοντάψη κανείς από αυτούς και να πέση εις το μέσον της σκηνής, αρχίζουν και γελούν οι θεαταί, διότι το προσωπείον του μαζή με το διάδημα σπάζει και η αληθινή κεφαλή του ηθοποιού ματώνει, συγχρόνως δε τα σκέλη του παρουσιάζονται γυμνά και φαίνονται μέσα από το βασιλικόν ενδύμα τα πραγματικά του φορέματα, τα οποία είνε κουρέλια ελεεινά, φαίνονται δε και τα θεατρικά υποδήματα, τα οποία είνε τόσον άσχημα και τόσον δυσανάλογα προς το πόδι. Βλέπεις, αγαπητέ πετεινέ, ότι μ' εδίδαξες και κάνω και εγώ τώρα καλάς παρομοιώσεις; Τέλος πάντων τοιαύτη είνε η βασιλεία• αλλά δεν μου λες τώρα, όταν ήσουν άλογο ή σκύλλος, ψάρι ή βάτραχος, πώς σου εφαίνετο εκείνη η ζωή;

ΠΕΤ. Μου κάνεις ερώτησιν η οποία απαιτεί μακράν απάντησιν και δεν έχομεν καιρόν. Αλλ' αν θέλης να σου ειπώ με λίγα λόγια, δεν υπάρχει ζωή που να μη είνε ευτυχεστέρα από την ζωήν του ανθρώπου και περισσότερον σύμφωνος με την φύσιν και περιωρισμένη εις τα φυσικά όρια• ίππον τοκογλύφον ή συκοφάντην βάτραχον ή καρακάξαν σοφιστήν ή μάγειρον κώνωπα ή πετεινόν κίναιδον δεν θα εύρης, ούτε τίποτε άλλο από τα γελοία τα οποία βλέπομεν μεταξύ των ανθρώπων.

ΜΙΚ. Αυτά ίσως είνε αληθινά, κυρ πετεινέ. Αλλ' εγώ δεν 'ντρέπομαι να σου ομολογήσω τι μου συμβαίνει• μου είνε αδύνατον να ξεμάθω την επιθυμίαν που είχα από τα παιδικά μου χρόνια να γείνω πλούσιος• και το όνειρον μου μένει ακόμη μπροστά στα μάτια μου με όλο εκείνο το χρυσάφι. Σκάζω δε από ζήλεια, όταν συλλογίζωμαι ότι απολαμβάνει τόσα πλούτη ο παλιάνθρωπος ο Σίμων.

ΠΕΤ. Εγώ θα σε θεραπεύσω από αυτήν την αρρώστεια, Μίκυλλε• και αφού είνε νύκτα ακόμη, σήκω και ακολούθησε με• θα σε πάω εις το σπίτι αυτού του Σίμωνος και εις τα σπίτια άλλων πλουσίων, για να 'δης ποία είνε η κατάστασίς των.

ΜΙΚ. Πώς θα 'δω αφού είνε κλειστά τα σπίτια; μήπως θα με βάλης να τρυπήσω τοίχους;

ΠΕΤ. Όχι, αλλ' ο Ερμής, εις τον οποίον είμαι αφιερωμένος, μου έχει δώση ένα χάρισμα• εάν κανείς αφαιρέση το μακρότερον πτερόν της ουράς μου, το οποίον είνε τόσο μαλακόν, ώστε είνε λυγισμένον. . . .

ΜΙΚ. Μα έχεις δύο τέτοια.

ΠΕΤ. Εννοώ το δεξιόν. Εις όποιον επιτρέψω να το αποσπάση και να το κρατή, θα έχη την δύναμιν ν' ανοίγη κάθε θύραν που θέλει και να βλέπη τα πάντα χωρίς να τον βλέπουν.

ΜΙΚ. Δεν τώξερα ότ' είσαι και μάγος. Αλλ' αν μου δώσης τέτοια δύναμιν, θα 'δης εντός ολίγου όλα τα αγαθά του Σίμωνος να έλθουν εδώ• θα τα μετακομίσω• αυτός δε πάλιν θ' αρχίση να δαγκώνη τα πετσιά για να τα τεντώνη.

ΠΕΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται να γίνη• διότι ο Ερμής μου παρήγγειλε, αν κάμη τίποτε τοιούτον αυτός που έχει το πτερόν, να κράξω και να τον προδώσω.

ΜΙΚ. Δυσκολεύομαι να το πιστεύσω αυτό• αφού ο Ερμής είνε κλέπτης, πώς δεν θέλει να κλέπτουν οι άλλοι; Ας πάμε όμως και θα προσπαθήσω να μη 'γγίξω στο χρυσάφι.

ΠΕΤ. Τράβηξε πρώτα το πτερόν. . . . Τι έκαμες; Και τα δυο τα έβγαλες;

ΜΙΚ. Έτσι είμαι πιο σίγουρος και για σένα θα είνε μικρότερα η ασχημία, γιατί δεν θα γέρνης και δεν θα κουτσαίνης από το ένα μέρος της ουράς.

ΠΕΤ. Ας είνε. Εις του Σίμωνος θα πάμε πρώτα ή εις άλλον πλούσιον;

ΜΙΚ. Όχι στου Σίμωνος, που, αφού επλούτισε, του φαίνεται μικρόν το δισύλλαβον όνομά του και τώκαμε τετρασύλλαβον. Αλλ' εφθάσαμεν εις την πόρτα του. Τι πρέπει να κάμω τώρα;

ΠΕΤ. Βάλε το πτερόν στην κλειδαρότρυπα.

ΜΙΚ. Ορίστε. Ω Θεέ μου, άνοιξε η πόρτα σαν να ήτο το φτερό κλειδί.

ΠΕΤ. Πήγαινε 'μπρός. Τον βλέπεις πώς αγρυπνεί και λογαριάζει;

ΜΙΚ, Τον βλέπω• δίπλα σ' ένα λυχνάρι διψασμένο που μόλις φέγγει. Είνε κατακίτρινος, αδύνατος και λυωμένος, από τις φροντίδες βέβαια• δεν ήκουσα να είνε άρρωστος.

ΠΕΤ. Άκουσε τι λέγει και θα εννοήσης πως είν' έτσι.

ΣΙΜΩΝ. Τα εβδομήντα τάλαντα είνε καλά κρυμμένα και θαμμένα κάτω από το κρεββάτι και κανείς δεν ξέρει τίποτε• τα δεκάξη όμως μου φαίνεται ότι τα είδε ο Σωσύλος όταν τάκρυβα κάτω από την φάτνην και γι' αυτό όλο στο σταύλο βρίσκεται, ενώ άλλοτε ήτο τεμπέλης και πολύ ολίγον εφρόντιζε για τη δουλειά του. Φαίνεται δε ότι μου έχουν κλέψη πολλά, αλλοιώτικα που βρήκε τα χρήματα ο Τίβιος και αγόρασε χθες, ως ήκουσα, τόσο μεγάλα παστόψαρα κ' επήρε της γυναίκας του σκουλαρίκια πέντε δραχμών; ω δυστυχία μου, με ληστεύουν. Αλλά και τα σκεύη μου τα πολύτιμα δεν είνε ασφαλισμένα εκεί που τα έχω και είνε τόσα πολλά. Φοβούμαι μήπως κανείς τρυπήση τον τοίχον και τα κλέψη. Πολλοί με φθονούν και με κατατρέχουν και περισσότερον από όλους ο Μίκυλλος ο γείτονας.

ΜΙΚ. Σου μοιάζω• σαν κι' εσένα κλέβω κι' εγώ τα πιάτα.

ΠΕΤ. Σώπα, Μίκυλλε, να μη μας ακούση.

ΣΙΜ. Το καλλίτερο είνε να μη κοιμούμαι και να κάθωμαι να τα φυλάττω όλα. Και τώρα ας σηκωθώ να κάμω ένα γύρο στο σπίτι. Ποιος είνε εκεί; Σε βλέπω κλέφτη... αλλ' όχι είνε στύλος. Καλά. Πρέπει να ξεθάψω και να μετρήσω πάλιν τα χρήματα για να δω μήπως έχω κάμη κανένα λάθος. Αλλ' ακούω πάλιν θόρυβον• τι συμβαίνει; με πολιορκούν και με κατατρέχουν όλοι. Πού είνε το μαχαίρι μου; Αν πιάσω κανένα... Ας θάψω πάλιν τα χρήματα.

ΠΕΤ. Είδες, Μίκυλλε, την κατάστασιν του Σίμωνος. Ας πάμε τώρα και εις άλλον, ενόσω είνε ακόμη ολίγη νύκτα.

ΜΙΚ. Τι ζωή περνά ο κακομοίρης! Μόνο οι εχθροί μου θα ήθελα να έχουν τέτοια ευτυχία. Αλλά πριν φύγω θέλω να του δώσω ένα σκαμπίλι.

ΣΙΜ. Ποιός μ' εκτύπησε; Με ληστεύουν τον δυστυχή.

ΜΙΚ. Σκούζε και ξενύχτα, λυώνε κοντά στο χρυσάφι και παίρνε το χρώμα του. Εμείς δε ας πάμε, αν θέλης, εις του Γνίφωνος του τοκιστού. Δεν είνε μακράν απ' εδώ το σπίτι του.-Μας άνοιξε και αυτή η θύρα.

ΠΕΤ. Τον βλέπεις και αυτόν πώς αγρυπνά από τας φροντίδας. Κάθεται, και λογαριάζει τους τόκους και βλέπει τα δάκτυλα του πώς έχουν μείνη πετσί και κόκκαλο. Και μετ' ολίγον καιρόν θα ταφήση όλα αυτά για να γίνη βρωμούσα ή σκνίπα ή σκυλόμυγα.

ΜΙΚ. Τον βλέπω τον κακομοίρη και ανόητον άνθρωπον, που και τώρα δεν ζη καλλίτερα από την βρωμούσαν ή την σκνίπαν. Πάμε τώρα εις άλλον.

ΠΕΤ. Πάμε, αν θέλης, εις τον δικόν σου τον Ευκράτην.-Ιδού ήνοιξε και αυτή η θύρα• ώστε πάμε μέσα.

ΜΙΚ. Όλα αυτά προ ολίγου ήσαν δικά μου.

ΠΕΤ. Ακόμη ονειρεύεσαι τα πλούτη; Λοιπόν κύτταξε τον Ευκράτην τι παθαίνει από τον δούλον του, γέρων άνθρωπος.

ΜΙΚ. Τι αίσχος και ατιμία τερατώδης! Και από το άλλο μέρος η γυναίκα του τον κερατόνει με τον μάγειρον.

ΠΕΤ. Λοιπόν θέλεις να τα κληρονομήσης και αυτά και να γίνης καθ' όλα όμοιος με τον Ευκράτην;

ΜΙΚ. Όχι, αδερφέ, όχι• καλλίτερα να πάω από πανούκλα• αν πρόκειται να καταντήσω έτσι. Στον άνεμο το χρυσάφι και τα πλούσια γεύματα. Προτιμώ να έχω μόνο δυο οβολούς, παρά να με κλέφτουν οι υπηρέται.

ΠΕΤ. Επειδή αρχίζει να ξημερώνη, ας πάμε πίσω στο σπίτι μας• κι' άλλη φορά βλέπεις και άλλων πλουσίων την κακομοιριά.

ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ Ή ΛΑΠΙΘΑΙ

Φίλων και Λυκίνος.

ΦΙΛΩΝ. Ήκουσα, Λυκίνε, ότι διεσκεδάσατε χθες πολύ εις το γεύμα του Αρισταινέτου, ότι έγιναν συζητήσεις φιλοσοφικαί και επηκολούθησε φινονεικία πολύ ζωηρά και, αν έλεγε την αλήθειαν ο Χαρίνος ο οποίος τα διηγείτο, η φιλονεικία έφθασε μέχρι ξύλου και τέλος διελύθη με αιματοχυσίαν η συναναστροφή.

ΛΥΚΙΝΟΣ. Και από πού τα έμαθε αυτά ο Χαρίνος, Φίλων• Διότι δεν ήτο μαζή μας εις τον δείπνον.

ΦΙΛ. Τα ήκουσεν από τον Διόνικον τον ιατρόν, ως έλεγε. Ο Διόνικος μου φαίνεται ότι ήτον εις το δείπνον.

ΛΥΚ. Βέβαια• και αυτός όμως δεν ήτο από την αρχήν, αλλ' έφθασεν εις το μέσον περίπου της μάχης, ολίγον προ των τραυματισμών, ώστε αμφιβάλλω αν ηδύνατο να διηγηθή ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, αφού δεν τα παρηκολούθησεν αφ' ης στιγμής ήρχισεν η φιλονεικία έως ότου ετελείωσεν εις το αίμα.

ΦΙΛ. Και ο Χαρίνος, Λυκίνε, μας είπεν ότι αν θέλωμεν να μάθωμεν όλην την αλήθειαν και πώς έγιναν τα καθέκαστα, νάρθωμε να σ' ερωτήσωμεν. Επίσης ο Διόνικος έλεγεν ότι αυτός δεν παρευρέθη εις όλα και ότι συ γνωρίζεις όσα έγιναν και θυμάσαι τα λόγια που είπαν, διότι τα τοιαύτα τ' ακούς με ενδιαφέρον και προσοχήν. Ώστε πολύ θα μας ευχαριστήσης αν μας προσφέρης ένα τοιούτον γεύμα, το οποίον θα είνε από τα πλέον ευχάριστα δι' εμέ, τοσούτω μάλλον καθ' όσον θα γευμαΤιςωμεν με ησυχίαν και ασφάλειαν και έξω βολής, και να μας διηγηθής τα πάντα, είτε γέροντες παρεξετράπησαν κατά το δείπνον, είτε νέοι είπαν και έπραξαν απρεπή πράγματα παρασυρθέντες υπό της οινοποσίας.

ΛΥΚ. Άτοπα πράγματα ζητείς, Φίλων, όταν με παρακαλής να καταστήσω γνωστά εις τους πολλούς και να διηγηθώ πράγματα τα οποία έγιναν εν καιρώ μέθης, ενώ πρέπει να τα θάψωμεν εις την λήθην και να τα θεωρήσωμεν ως έργα του θεού Διονύσου, ο οποίος, ως γνωρίζεις, και εις τους φρονιμωτέρους επιβάλλει τα όργιά του. Σκέψου λοιπόν μήπως είνε άτοπον και ασεβές να πολυεξετάζη κανείς τα τοιαύτα, τα οποία καλόν είνε ν' αφήνωμεν εις το συμπόσιον, όταν αναχωρούμεν. «Μισώ λέγει και ο ποιητής, μνάμωνα συμπόταν» {39}. Δεν έκαμε δε καλά και ο Διόνικος να διηγηθή όσα συνέβησαν εις τον Χαρίνον και να εκθέση κατά τοιούτον τρόπον ανθρώπους φιλοσόφους. Εγώ τουλάχιστον ποτέ δεν θα πω τέτοια πράγματα.

ΦΙΛ. Αλλού αυτά, Λυκίνε. Να μη τα λες σ' εμένα που σε ξέρω ότι επιθυμείς να τα πης πολύ περισσότερον παρ' όσον εγώ επιθυμώ να τα ακούσω. Έχω την ιδέαν ότι εάν δεν έχης ακροατάς, θα πας να τα διηγηθής σε κανένα στύλον ή σε κανένα ανδριάντα διά να ξεθυμάνης. Και αν εγώ τώρα επιχειρήσω να φύγω, θα με κρατήσης• και αν φύγω θα με παρακολουθήσης και θα με παρακαλής να σε ακούσω• τότε δε και εγώ θα κάνω ότι δεν θέλω. Λοιπόν πηγαίνω να τα μάθω από άλλον και συ κράτα τα μυστικά.

ΛΥΚ. Μη θυμώνης, βρε αδελφέ, και θα σου τα διηγηθώ, αφού τόσον επιμένεις. Θα σε παρακαλέσω μόνον να μη τα πης σε πολλούς.

ΦΙΛ. Σε ξέρω πολύ καλά, Λυκίνε, και θα θεωρήσω περιττόν να τα πω εις άλλους, διότι συ θα τα διηγηθής προ εμού εις όλους και θα τα διηγηθής και καλλίτερα. Αλλά λέγε μου εν πρώτοις γιατί έγινε το γεύμα; Ο Αρισταίνετος επάντρευε το γυιό του Ζήνωνα;

ΛΥΚ. Όχι, την θυγατέρα του την Κλεανθίδα με τον γυιό του Ευκρίτου του τοκιστού που κάνει και τον φιλόσοφον.

ΦΙΛ. Πολύ ωραίο παιδί, αλλά πολύ μικρό ακόμη για γάμο.

ΛΥΚ. Ο Αρισταίνετος τον εθεώρησε ως τον καταλληλότερον, διότι και φρόνιμος είνε και εις την φιλοσοφίαν έχει επιδοθή, είνε δε και μοναχογυιός και έχει πλούσιον πατέρα. Δι' αυτά ο Αρισταίνετος τον επροτίμησεν από όλους ως γαμβρόν.

ΦΙΛ. Και μόνον ότι ο πατέρας του ο Εύκριτος είνε πλούσιος είνε σπουδαίον προσόν για ένα γαμβρό. Και οι προσκεκλημένοι ποίοι ήσαν;

ΛΥΚ. Περιττόν να σου αναφέρω τους άλλους• θα περιορισθώ μόνον εις τους φιλοσόφους και τους ρήτορας, διότι ξέρω ότι και συ αυτούς θέλεις να μάθης. Ήτο λοιπόν ο Ζηνόθεμις ο γέρων Στωικός και μαζή μ' αυτόν ο Δίφιλος ο επονομαζόμενος Λαβύρινθος, ο οποίος είνε διδάσκαλος του Ζήνωνος του υιού του Αρισταινέτου. Από τους Περιπατητικούς ήτο ο Κλεόδημος• τον ξέρεις τον λογάν εκείνον, τον φιλόνεικον, τον οποίον οι μαθηταί του ονομάζουν ξίφος και κοπίδα. Αλλά και ο Επικούρειος Έρμων ήτο εκεί και όταν ήλθε ήρχισαν να τον στραβοκυττάζουν οι Στωικοί και ν' αποστρέφουν το πρόσωπον και εφαίνοντο ότι τον εμίσουν ως να ήτο πατροκτόνος και ιερόσυλος. Αυτοί ήσαν προσωπικοί φίλοι και σχετικοί του Αρισταινέτου και είχαν προσκληθή εις το γεύμα, μαζή δε με αυτούς ο γραμματικός Ιστιαίος και ο ρήτωρ Διονυσόδωρος. Είχε προσκληθή και ο Ίων ο Πλατωνικός διδάσκαλος του Χαιρέα του γαμβρού, πολύ σοβαρός άνθρωπος και σεβάσμιος, του οποίου η φυσιογνωμία παρουσιάζει μεγάλην σεμνότητα. Τον ονομάζουν Κανόνα διά την ορθότητα της κρίσεώς του. Όταν εισήλθε, επροσηκώθηκαν όλοι και τον εχαιρετούσαν ως εξαιρετικόν πρόσωπον και εθεωρήθη ως μεγάλη τιμή και ως θεού εμφάνισις η παρουσία του θαυμαστού Ίωνος.

Όταν έφθασεν η ώρα να κατακλιθώμεν γύρω εις τα τραπέζια, αι γυναίκες κατέλαβαν όλον τον κλιντήρα ο οποίος είνε δεξιά μετά την είσοδον, ήσαν δε κάμποσες, και μεταξύ αυτών η νύμφη η οποία ήτο εντελώς σκεπασμένη με πέπλον. Οι άλλοι ετοποθετήθησαν απέναντι της θύρας, έκαστος κατά την αξίαν του. Απέναντι των γυναικών ετοποθετήθη πρώτος ο Εύκριτος και κατόπιν ο Αρισταίνετος. Έπειτα έγινε ζήτημα ποίος έπρεπε να τοποθετηθή πρώτος, ο Ζηνόθεμις ο Στωικός, ως γέρων, ή ο Έρμων ο Επικούρειος, ο οποίος ήτο ιερεύς των Διοσκούρων και ανήκεν εις μίαν από τας πρώτας οικογενείας της πόλεως. Αλλ' ο Ζηνόθεμις έλυσε το ζήτημα. Εάν, είπε, μου δώσης θέσιν μετά αυτόν τον άνθρωπον, Αρισταίνετε, τον Επικούρειον, διά να μη είπω τίποτε άλλο κακόν περί αυτού, φεύγω και εγκαταλείπω το συμπόσιόν σου. Και συγχρόνως εκάλεσε τον υπηρέτην του και εφαίνετο έτοιμος να εξέλθη. Τότε ο Έρμων είπε• Σου αφήνω την πρώτην θέσιν, Ζηνόθεμι, μολονότι, αν όχι δι' άλλο, διότι είμαι ιερεύς έπρεπε να με σεβασθής, όσον και αν καταφρονής τον Επίκουρον. «Επικούρειος ιερεύς! ας γελάσω, είπεν ο Ζηνόθεμις!» και ενώ έλεγεν αυτά κατεκλίνετο και κατόπιν αυτού ο Έρμων, έπειτα o Κλεόδημος ο Περιπατητικός, έπειτα ο Ίων και μετ' αυτόν ο γαμβρός, έπειτα εγώ και πλησίον μου ο Δίφιλος και κατόπιν αυτού ο Ζήνων ο μαθητής του και μετ' αυτούς ο ρήτωρ Διονυσόδωρος και ο γραμματικός Ιστιαίος.

ΦΙΛ. Αυτό, βλέπω, το συμπόσιον, Λυκίνε, ήτο μουσείον σοφών και είνε άξιος επαίνου ο Αρισταίνετος ότι εις μίαν τοιαύτην οικογενειακήν εορτήν εκάλεσε προ πάντων σοφούς, εκλέξας το άνθος από εκάστην σχολήν, χωρίς να προτιμήση τους μεν και να παραλείψη άλλους εκ των διακρινομένων.

ΛΥΚ. Διότι ο Αρισταίνετος δεν είνε όπως οι περισσότεροι από τους πλουσίους, αλλ' ενδιαφέρεται και διά τα γράμματα και τας επιστήμας και κατά το πλείστον σοφούς συναναστρέφεται. Κατ' αρχάς λοιπόν ετρώγαμεν με ησυχίαν και τα φαγητά ήσαν πολύ ποικίλα. Περιττόν να σου αναφέρω τους διαφόρους ζωμούς, τα γλυκύσματα και τα καρυκεύματα• αρκεί να σου είπω ότι όλα ήσαν άφθονα. Μετ' ολίγον ο Κλεόδημος έσκυψε προς τον Ίωνα και του είπε• Βλέπεις τον γέροντα — ενόει τον Ζηνόθεμιν, διότι ήκουα τα λεγόμενα — με τι λαιμαργίαν τρώγει κι' εκαταλέρωσε το φόρεμά του με ζουμιά. Δεν αρκείται δε μόνον να τρώγη, αλλά δίδει και εις τον υπηρέτην του που στέκει πίσω και νομίζει ότι δεν τον βλέπουν• λησμονεί ότι είνε και άλλοι δίπλα του. Δείξε τον και εις τον Λυκίνον διά να είνε μάρτυς. Εγώ όμως δεν είχα ανάγκην να μου δείξη ο Ίων, διότι πολύ προηγουμένως είχα 'δη τα συμβαίνοντα.

Μόλις είπεν αυτά ο Κλεόδημος, εισώρμησεν ο Κυνικός Αλκιδάμας απρόσκλητος και διά να τρέψη το πράγμα εις το αστείον είπε το Ομηρικόν, ότι «ο Μενέλαος έρχεται απρόσκλητος». Εις τους άλλους όμως η διαγωγή του έκαμεν εντύπωσιν αναισχυντίας και εψιθύριζον ό,τι έκαστος είχεν εις την μνήμην πρόχειρον, ο μεν «Αφραίνεις {40} Μενέλαε», ο δε,

Αλλ' ουκ Ατρείδη Αγαμέμνονι ήνδανε θυμώ {41}.

Και άλλα τοιαύτα κατάλληλα εις την περίστασιν και αστεία εκρυφομιλούσαν• φανερά όμως δεν ετόλμα κανείς να είπη τίποτε• διότι εφοβούντο τον Αλκιδάμαντα ως κακήν γλώσσαν και υλακτικώτερον όλων των σκύλων• διά τούτο θεωρείται και ο καλλίτερος των Κυνικών φιλοσόφων και τον τρέμουν όλοι. Ο Αρισταίνετος του είπεν ότι καλά έκαμε, και τον εκάλεσε να πάρη μίαν καθέκλαν και να καθήση πλησίον του Ιστιαίου και του Διονυσοδώρου. Αλλ' αυτός απήντησεν ότι είνε γυναικώδες και μαλθακόν να κάθεται κανείς εις καθέκλαν ή σκαμνί, «όπως σεις που είσθε σχεδόν ανάσκελα ξαπλωμένοι πάνω σ' αυτά τα μαλακά κρεββάτια και εις πορφύραν και τρώγετε• εγώ και όρθιος μπορώ να δειπνήσω και να περπατώ συγχρόνως• και αν κουρασθώ θα στρώσω χάμω τον μανδύαν μου και θα ξαπλωθώ, ακουμβώντας εις τον αγκώνα μου, όπως ζωγραφίζουν τον Ηρακλή». «Κάμε όπως σου είνε πλέον ευχάριστον» είπεν ο Αρισταίνετος. Από της στιγμής εκείνης ο Αλκιδάμας περιεφέρετο και εδείπνα, όπως οι Σκύθαι, μετατοπιζόμενος προς τα αφθονώτερα τρόφιμα και ακολουθών τους περιφέροντας τα φαγητά. Αλλά και ενώ έτρωγε δεν έπαυε να ομιλή περί αρετής και κακίας και να κατακρίνη τον χρυσόν και τον άργυρον. Και ηρώτα τον Αρτσταίνετον τι τα ήθελε τα τόσα πολύτιμα ποτήρια, ενώ τα χωματένια θα έκαναν την ίδια δουλειά. Αλλ' ο Αρισταίνετος διά να παύση την φλυαρίαν του ένευσεν εις ένα υπηρέτην να του γεμίση με άκρατον και του προσφέρη ένα μεγάλο ποτήρι• εφάνη δε προς στιγμήν ότι η ιδέα του ήτο καλή και ότι θα έφερεν αποτέλεσμα, αλλά δεν εφαντάζετο πόσων κακών θα εγίνετο αρχή το ποτήρι εκείνο. Όταν έλαβε το ποτήρι ο Αλκιδάμας εσιώπησεν επί πολύ• έπειτα επλάγιασε κατά γης και στηριζόμενος εις τον αγκώνα του έμεινεν εις την θέσιν εκείνην, ημίγυμνος και κρατών το ποτήρι όπως οι ζωγράφοι παριστούν τον Ηρακλήν φιλοξενούμενον υπό του Φόλου {42}.

Τώρα δε το ποτήρι είχεν αρχίση να κυκλοφορή και μεταξύ των άλλων συμποτών και προπόσεις εγίνοντο, αι ομιλίαι εζωήρευσαν και φώτα έφεραν οι υπηρέται, διότι είχεν αρχίση να νυκτώνη. Εν τω μεταξύ εγώ παρετήρησα ότι ο νεαρός οινοχόος, ο οποίος εστέκετο πλησίον εις τον Κλεόδημον εχαμογέλα από καιρού εις καιρόν — (πρέπει, μου φαίνεται, να αναφέρω και τα μικρά επεισόδια του γεύματος και μάλιστα εκείνα τα οποία έχουν κάποιο αστείον ενδιαφέρον) — και επρόσεχα ν' ανακαλύψω την αιτίαν των μειδιαμάτων του.

Μετ' ολίγον επλησίασε διά να πάρη το ποτήρι του Κλεοδήμου, και ο Κλεόδημος του έσφιγξε το δάχτυλον και συγχρόνως με το ποτήρι τού έδωκε δυο δραχμάς, νομίζω. Το παιδί εμειδίασεν εκ νέου διά το σφίξιμον του δακτύλου, δεν αντελήφθη όμως, φαίνεται, και το νόμισμα και, επειδή δεν το εκράτησε, έπεσε και έκαμε θόρυβον, εκοκκίνησαν δε και οι δύο κατά τρόπον ο οποίος τους επρόδιδε. Οι πλησίον ευρισκόμενοι ηρώτησαν τίνος ήτο το νόμισμα• αλλά το μεν παιδί ηρνήθη ότι του έπεσε νόμισμα, ηρνήθη δε και ο Κλεόδημος, πλησίον του οποίου εκτύπησε. Το πράγμα δεν έκαμεν εντύπωσιν και επέρασεν απαρατήρητον και μόνον ο Αρισταίνετος, ως ενόησα, το παρετήρησε• διότι μετ' ολίγον μετετόπισε το παιδί, διατάξας αυτό κρυφίως να εξέλθη, αντ' αυτού δε διέταξε με νεύμα έναν οινοχόον εκ των ενηλίκων και δυνατών, ο οποίος εφαίνετο ως ημιονηγός ή ιπποκόμος, να υπηρετή τον Κλεόδημον. Το επεισόδιον ετελείωσε τοιουτοτρόπως• θα εγίνετο δε αίτιον μεγάλης καταισχύνης εις τον Κλεόδημον εάν εγίνετο γνωστόν μεταξύ όλων των συμποτών και δεν επρολάμβανεν ο Αρισταίνετος με πολλήν δεξιότητα να δώση τέλος εις την παρεκτροπήν.

Ο δε Κυνικός Αλκιδάμας, ο οποίος είχεν ήδη πίη αρκετά, αφού ηρώτησε και έμαθε πώς ωνομάζετο η νύμφη, εφώναξε με φωνήν μεγάλην να γίνη σιωπή και στραφείς προς τας γυναίκας είπε• Προπίνω εις υγείαν σου, Κλεανθίς, εν ονόματι του Ηρακλέους του προστάτου και αρχηγού μας. Επειδή δε εγέλασαν διά τούτο όλοι, Γελάτε, γαϊδούρια, είπε, διότι προέπια υπέρ της νύμφης εν ονόματι του θεού μας του Ηρακλέους; Και όμως πρέπει να ξέρετε ότι αν δεν λάβη από το χέρι μου το ποτήρι {43}, δεν θα γέννηση ποτέ υιόν όμοιον μ' εμένα, δηλαδή με δύναμιν ακαταγώνιστον, με χαρακτήρα ελεύθερον και σώμα τόσο ρωμαλέον. Και διά να δείξη την αθλητικήν του διάπλασιν, ήνοιξε το ένδυμά του και εγυμνούτο μέχρις αναισχυντίας. Πάλιν εγέλασαν δι' αυτά οι ομοτράπεζοι, αυτός δε εξοργισθείς εσηκώθη και τους ητένιζε με βλέμμα άγριον και παράφορον και ήτο φανερόν ότι θα ήρχιζεν εχθροπραξίας, θα κατέφερε δε την βακτηρίαν του εις την κεφαλήν κανενός, εάν εγκαίρως δεν ενεφανίζετο μέγα γλύκισμα κομιζόμενον, και άμα το είδεν έγινεν ημερώτερος, ο θυμός του έπαυσε και ήρχισε να το παρακολουθή περιφερόμενον και να τρώγη. Και οι πλείστοι εκ των άλλων είχον ήδη μεθύση και η αίθουσα του συμποσίου ήτο πλήρης θορύβου. Ο Δισνυσόδωρος ο ρήτωρ απήγγελλε μέρη των λόγων του και εχειροκροτείτο υπό των υπηρετών, οίτινες εστέκοντο όπισθέν του• ο δε Ιστιαίος, ο οποίος κατείχε την τελευταίαν θέσιν απήγγελλε ποιήματα, αναμιγνύων στίχους του Πινδάρου, του Ησιόδου και του Ανακρέοντος και σχηματίζων εξ όλων αυτών ποίημα αστειότατον, εις το οποίον ως να προέβλεπε τα μέλλοντα να συμβούν έλεγε•

Συν δ' έβαλον ρινούς {44}

και

ένθα δ' αρ' οιμωγή τε και ευχωλή πέλεν ανδρών {45}

Ο δε Ζηνόθεμις ανεγίνωσκε βιβλίον ψιλογραμμένον {46}, το οποίον είχε λάβη από τον υπηρέτην του.

Και επειδή, όπως συνειθίζεται, οι υπηρέται έπαυσαν επ' ολίγον να κουβαλούν φαγητά, ο Αρισταίνετος ο οποίος είχε προνοήση να μη μείνη και το διάλειμμα εκείνο χωρίς τέρψιν και απασχόλησιν, διέταξε να εισέλθη ο γελωτοποιός και να είπη ή να κάμη τίποτε αστείον προς μεγαλειτέραν διασκέδασιν των προσκεκλημένων του. Εισήλθε λοιπόν ένας ασχημάνθρωπος, ο οποίος είχε ξυρισμένον το κεφάλι και ολίγας τρίχας ορθάς εις την κορυφήν. Αυτός εχόρευσε με διάφορα τσακίσματα και μορφασμούς γελοίους διά να φαίνεται αστειότερος και απήγγειλε σατυρικά ποιήματα, μιμούμενος την προφοράν των Αιγυπτίων και τέλος ήρχισε ν' απευθύνη σκώμματα εις τους παρισταμένους. Και οι μεν άλλοι, εγελούσαν όταν εσκώπτοντο, ο Αλκιδάμας όμως, όταν ο γελωτοποιός τον έσκωψε και αυτόν και τον ωνόμασε σκυλάκι της Μάλτας, εθύμωσε — ήτο δε και πριν φανερόν ότι εζήλευε τον γελωτοποιόν διά την εντύπωσιν που έκανε και διότι συνεκέντρωνε την προσοχήν των συμποτών — επέταξε τον μανδύαν του και επροκάλεσε τον γελωτοποιόν εις πυγμαχίαν. Τον εφοβέριζε δε, αν δεν εδέχετο, να τον δείρη. Ούτω ο ταλαίπωρος Σατυρίων — διότι τούτο ήτο το όνομα του γελωτοποιού — ηναγκάσθη να δεχθή την πρόκλησιν και ήρχισε να πυγμαχή. Και το θέαμα ήτο αστειότατον να βλέπη κανείς ένα φιλόσοφον να αγωνίζεται με ένα γελωτοποιόν, να κτυπά και να κτυπάται. Εκ των παρόντων άλλοι μεν ησθάνοντο εντροπήν, άλλοι δε εγέλων, έως ου ο Αλκιδάμας απέκαμε να κτυπάται υπό του ανθρωπίσκου, ο οποίος ήτο γυμνασμένος εις την πυγμαχίαν και υπεχώρησεν ηττημένος. Γέλοια ακράτητα υπεδέχθησαν την έκβασιν της μάχης.

Τότε εισήλθεν ο Διόνικος ο ιατρός, ολίγον μετά την πυγμαχίαν• είχε δε βραδύνη, ως έλεγε, διότι επήγε να επισκεφθή τον αυλητήν Πολυπρέποντα, ο οποίος είχε πάθη παραφροσύνην. Διηγήθη δε και κάτι κωμικοτραγικόν το οποίον του συνέβη. Όταν εισήλθεν εις την κατοικίαν του αυλητού, δεν εγνώριζεν ότι την στιγμήν εκείνην ο παράφρων κατείχετο υπό παροξυσμού και άμα τον είδεν έτρεξε και έκλεισε την θύραν, έπειτα έσυρε μαχαίρι, έδωκε δε εις τον ιατρόν αυλούς και τον διέταξε να παίξη. Και επειδή ο ιατρός δεν ηδύνατο ν' αυλήση, ο παράφρων ήρχισε να τον κτυπά εις τας παλάμας με μάστιγα από λουρί. Ο ιατρός ευρεθείς εις τοιούτον κίνδυνον εσκέφθη το εξής διά να σωθή• εκάλεσεν εις αγώνα μουσικόν τον παράφρονα υπό τον όρον ο ηττώμενος να λαμβάνη ωρισμένον αριθμόν μαστιγώσεων. Και εν πρώτοις αυτός έπαιξεν αυλόν όπως ηδύνατο, δηλαδή αθλίως• έπειτα εδώκεν εις τον τρελλόν τους αυλούς και έλαβε παρ' αυτού την δερματίνην μάστιγα και το μαχαίρι, τα οποία έσπευσε και έρριψε διά του φεγγίτου έξω εις την αυλήν και ούτω χωρίς μεγάλον κίνδυνον πλέον ηδύνατο ν' αμύνεται εναντίον του παράφρονος και συγχρόνως να φωνάζη και να καλή εις βοήθειαν τους γείτονας, οι οποίοι εβίασαν την θύραν και τον εβοήθησαν να σωθή. Εδείκνυε δε σημεία των κτυπημάτων και μερικάς αμυχάς εις το πρόσωπον. Ο Διόνικος αφού έκαμεν όχι ολιγωτέραν από τον γελωτοποιόν εντύπωσιν με την διήγησίν του, εχώθη πλησίον του Ιστιαίου και εδείπνα με τα υπολείμματα. Φαίνεται δε ότι κάποιος θεός μας τον έστειλε, διότι μας εφάνη πολύ χρήσιμος αργότερα.

Μετ' ολίγον παρουσιάσθη ένας δούλος ο οποίος είπεν ότι είχε σταλή από τον Ετοιμοκλέα τον Στωικόν και έφερεν επιστολήν με την παραγγελίαν του κυρίου του να την αναγνώση ενώπιον και εις επήκοον όλων και έπειτα να φύγη. Ο Αρισταίνετος του έδωκε την άδειαν, αυτός δε επλησίασεν εις τον λύχνον και ήρχισε ν' αναγινώσκη.

ΦΙΛ. θα ήτο βέβαια κανέν εγκώμιον της νύμφης ή επιθαλάμιον εξ εκείνων τα οποία συνειθίζονται εις τοιαύτας περιστάσεις.

ΛΥΚ. Και ημείς κάτι τοιούτον ενομίσαμεν, αλλά κάθε άλλο ήτο. Ιδού τι έγραφεν η επιστολή.

«Ετοιμοκλής ο φιλόσοφος προς τον Αρισταίνετον.

