# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

## Part 13

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28606/index.md

Εγώ άμα ενόησα τας αηδίας και τας κακίας αίτινες συνοδεύουν το επάγγγελμα του ρήτορος, την απάτην και το ψεύδος, την θρασύτητα και τας φωνασκίας και τον συναγωνισμόν και μυρία άλλα, απεσύρθην από το επάγγελμα τούτο και ετράπην προς σε, ω Φιλοσοφία, με τον πόθον να διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου υπό την σκέπην σου• όπως οι καταφεύγοντες μετά τρικυμίαν και ανεμοζάλην εις ήσυχον λιμένα. Όταν δε κατ' αρχάς σε αντίκρυσα, ήμην πλήρης θαυμασμού προς εσέ και όλους αυτούς, οίτινες έδωκαν τους κανόνας του αρίστου τρόπου του ζην και προς εκείνους οίτινες σπεύδουν προς αυτούς τείνουν την χείρα και δίδουν τας καλλιτέρας και ωφελιμωτέρας συμβουλάς, τας οποίας ακολουθών τις δεν φοβείται να ολισθήση, πράγμα το οποίον εκ των σήμερον φιλοσοφούντων ολίγοι κάμνουν. Όταν δε είδα ότι πολλοί εκ τούτων δεν ακολουθούν την Φιλοσοφίαν εξ αγάπης προς αυτήν, αλλά χάριν της εξ αυτής προερχομένης δόξης και κατά μεν τα πρόχειρα, τας φανεράς πράξεις και όσα είνε, εύκολον να μιμηθή πας τις, φαίνονται αγαθοί και σεβάσμιοι άνθρωποι, εννοώ την γενειάδα, το βάδισμα και το ένδυμα, εις δε τον ιδιαίτερον βίον των και εις τα πράγματα διαψεύδουν το εξωτερικόν των και πράττουν τα εναντία και ατιμάζουν την αξιοπρέπειαν του επαγγέλματός των, ήρχισα ν' αγανακτώ. Το πράγμα μου εφάνη όμοιον ως να έβλεπα ηθοποιόν τραγικόν τρυφηλόν και θηλυπρεπή να υποκρίνεται τον Αχιλλέα ή τον Θησέα ή τον Ηρακλήν, χωρίς να έχη τίποτε το ηρωικόν εις το βάδισμα και την φωνήν, αλλά να κάμνη κινήσεις γυναικώδεις υπό τοιούτον προσωπείον. Τον τοιούτον ούτε η Ελένη, ούτε η Πολυξένη θα υπέφερε να υποδυθή το πρόσωπον αυτών και θα τον εθεώρουν καθ' υπερβολήν θηλυπρεπή, πολύ δε μάλλον ο θαυμάσιος ήρως Ηρακλής• το πιθανώτερον είνε ότι ούτος αμέσως θα τον συνέτριβε μετά του προσωπείου του διά του ροπάλου, οργιζόμενος διότι τόσον ατιμωτικώς θα τον εξεθήλυνε.

Βλέπων ότι και υμείς υβρίζεσθε κατά τον αυτόν τρόπον υπό των φιλοσόφων εκείνων, δεν ηδυνήθην να υποφέρω τοιαύτην επαίσχυντον υπόκρισιν και να βλέπω πιθήκους τολμώντας να φορούν προσωπεία ηρώων ή μιμούμενους τον όνον του μύθου, ο οποίος φορέσας λεοντήν εξέπεμπεν ογκυθμόν μεγαλόφωνον και φοβερόν, θέλων να πιστευθή ως λέων, υπό των Κυμαίων, οίτινες δεν εγνώριζον τι είνε λέων, έως ου κάποιος ξένος, ο οποίος είχεν ιδή πολλάκις λέοντα και όνον, τον απεκάλυψε και ήρχισε να τον ξυλοκοπή. Αλλ' εκείνο το οποίον προ πάντων μου εφαίνετο φοβερόν, ω Φιλοσοφία, είνε ότι οι άνθρωποι, οσάκις εβλεπον κανένα εξ αυτών φαύλον και άσεμνον και ασελγή, κατηγόρουν την Φιλοσοφίαν και τον Χρύσιππον, τον Πλάτωνα ή τον Πυθαγόραν ή άλλον οιονδήποτε, του οποίου εκείνος έλεγεν ότι είνε οπαδός και μιμητής. Από τας κακίας εκείνου εσχημάτιζον κακήν ιδέαν και περί υμών των προ πολλού αποθανόντων, διότι δεν ευρίσκεσθε εις την ζωήν, ώστε να δυνηθούν να σας συγκρίνουν• εκείνον δε έβλεπον να πράττη άτιμα και άσεμνα, ώστε ερήμην κατεδικάζεσθε μετ' αυτού και εις την αυτήν κατηγορίαν κατελέγεσθε•

Μη υποφέρων να βλέπω ταύτα, τους κατέκρινα, αποκαλύπτων την αγυρτείαν αυτών και τους διέκρινα από σας• ενώ δε σεις έπρεπε να με τιμάτε διά ταύτα, με εισάγετε εις δίκην. Λοιπόν και αν ίδω τινά εκ των μεμυημένων εις τα ιερά μυστήρια ν' αποκαλύπτη τα απόρρητα των θεών και αγανακτήσω διά τούτο και τον κατηγορήσω, θα νομίσετε ότι έχω άδικον; Αλλά τούτο δεν θα ήτο ορθόν αφού και οι αθλοθέται συνειθίζουν, όταν κανείς ηθοποιός, ο οποίος υποδύεται το πρόσωπον της Αθηνάς, του Ποσειδώνος ή του Διός, δεν υποκρίνεται καλώς και όπως πρέπει να παρίστανται οι θεοί, να τον μαστιγώνουν και δεν οργίζονται κατ' αυτών οι θεοί ούτοι διότι παρέδωκαν εις τους μαστιγοφόρους εκείνον ο οποίος παρουσιάζεται με το προσωπείον και το σχήμα αυτών, αλλ' εξ εναντίας ευχαριστούνται όταν τον βλέπουν μαστιγούμενον. Το πταίσμα είνε μικρόν όταν ο ηθοποιός δεν υποκρίνεται καλώς το πρόσωπον ενός δούλου ή αγγελιαφόρου, αλλ' είνε ασεβές και αποτρόπαιον να μη παραστήση όπως πρέπει προς τους θεατάς τον Δία ή τον Ηρακλήν.

Αλλά και τούτο είνε εκ των πλέον ατόπων, ότι, ενώ τα έργα σας γνωρίζουν με πολλήν ακρίβειαν, οι περισσότεροι εξ αυτών ζουν κατά τρόπον τοιούτον, ώστε να δύναται να υποτεθή ότι αναγινώσκουν και μελετούν αυτά διά να πράττουν τα εναντία. Πάντα όσα λέγουν και διδάσκουν, ότι πρέπει να περιφρονώμεν τα χρήματα και την δόξαν και μόνον το αγαθόν να νομίζωμεν ωφέλιμον, να μη οργιζώμεθα και να καταφρονώμεν τους ισχυρούς και να φερώμεθα προς αυτούς ως ίσοι προς ίσους, είνε καλά αναμφιβόλως και σοφά και θαυμάσια. Αλλ' αυτοί και αυτά διδάσκουν επί πληρωμή και τους πλουσίους κολακεύουν και φοβούνται και προς το χρήμα χάσκουν και είνε πλέον οξύθυμοι από τα κυνάρια και πλέον δειλοί από τους λαγούς, πλέον κόλακες από τους πιθήκους και ασελγέστεροι από τους όνους, αρπακτικώτεροι από τους γάτους και φιλονεικότεροι από τους πετεινούς. Και γίνονται γελοίοι αγωνιζόμενοι δι' αυτά και διαγκωνιζόμενοι εις τας θύρας των πλουσίων, παρακαθήμενοι εις γεύματα πολυάνθρωπα, επαινούντες και κολακεύοντες υπερβολικώς κατά την διάρκειαν αυτών, υπερπληρούντες τας γαστέρας των και μεμψιμοιρούντες και κατά την ώραν του πότου εγείροντες φιλοσοφικάς συζητήσεις ατερπείς και ατόπους και υποκύπτοντες εις την μέθην. Οι δε απλοί άνθρωποι, οίτινες συντρώγουν, γελούν και χλευάζουν την Φιλοσοφίαν, η οποία τοιαύτα καθάρματα δημιουργεί. Και το αισχρότατον εξ όλων είνε ότι, ενώ έκαστος εξ αυτών λέγει ότι ουδενός έχει ανάγκην και ότι μόνον η σοφία είνε πλούτος, μετ' ολίγον πηγαίνει και ζητεί και αγανακτεί εάν δεν λάβη. Είνε το αυτό ως εάν τις παρουσιάζεται ως ηγεμών και φορή τιάραν και διάδημα και όλα τα άλλα όσα αποτελούν τα γνωρίσματα της βασιλείας, έπειτα δε ζητεί από τους υποδεεστέρους και επαιτεί. Όταν λοιπόν πρόκειται να ζητήσουν τίποτε, διδάσκουν διά πολλών επιχειρημάτων ότι ο άνθρωπος πρέπει να είνε μεταδοτικός, ότι ο πλούτος είνε πράγμα μάταιον και ασήμαντον και ότι ο χρυσός και ο άργυρος ουδόλως διαφέρουν από τα χαλίκια της παραλίας. Αλλ' όταν κανείς παλαιός των φίλος προσέρχεται και ζητή να του δώσουν μικράν συνδρομήν, σιωπούν και φαίνονται ως μη εννοούντες ή υποστηρίζουν τα αντίθετα• οι δε πολλοί λόγοι περί φιλίας, περί αρετής και αγαθοεργίας εξαφανίζονται διά μιας, ως πτερόεντα αληθώς έπη και εις μάτην νομίζεις τα επαναλαμβάνουν καθ' εκάστην εις τας ομιλίας των. Έφ' όσον δεν πρόκειται περί αργύρου ή χρυσού είνε φίλοι• εάν δε κανείς και μόνον οβολόν επιδείξη, η ειρήνη παύει, αι συνθήκαι ακυρούνται, τα βιβλία εξαφανίζονται και η αρετή φεύγει. Συμβαίνει εις αυτούς ό,τι και εις τους σκύλους• όταν εις το μέσον αυτών ριφθή κόκαλον αναπηδούν και αλληλοδαγκώνονται και όλοι γαυγίζουν εκείνον ο οποίος επρόλαβε και ήρπασε το κόκαλον. Λέγεται δε ότι και κάποιος βασιλεύς της Αιγύπτου εδίδαξέ ποτε πιθήκους να χορεύουν πυρρήχιον, και τα ζώα, τα οποία ευκόλως μιμούνται τας πράξεις των ανθρώπων, ταχέως συνείθισαν να χορεύουν και να φορούν πορφύρας και προσωπίδας, και το θέαμα επετύγχανεν έως ότου εις εκ των θεατών, άνθρωπος αστείος, έρριψεν εις το μέσον αυτών καρύδια, τα οποία είχε κρυμμένα εις τον κόλπον του. Τότε οι πίθηκοι ιδόντες τα καρύδια ελησμόνησαν τον χορόν και αντί χορευτών έγιναν εκ νέου πίθηκοι και ήρχισαν να σχίζουν τα προσωπεία και τα ενδύματά των και να μάχωνται μεταξύ των περί του ποίος ν' αρπάση τα καρύδια• ούτω δε ο θίασος των χορευτών διελύθη και οι θεαταί εγέλων.

Τοιαύτα πράττουν και οι σημερινοί φιλόσοφοι και αυτούς εγώ κατέκρινα και δεν θα παύσω ποτέ να τους ελέγχω και να τους σατυρίζω• περί υμών δε και εκείνων οίτινες είνε αληθείς μιμηταί σας — διότι υπάρχουν καί τινες οι οποίοι είνε πραγματικοί οπαδοί της φιλοσοφίας και αφωσιωμένοι εις τους νόμους σας — δεν παρεφρόνησα διά να είπω τίποτε βλάσφημον ή υβριστικόν. Αλλά και τι έχω να είπω και τι κοινόν υπάρχει μεταξύ υμών και τούτων; Τους αγύρτας όμως τούτους και εχθρούς των θεών είνε δίκαιον να μισώ. Δεν μου λέγετε σεις, Πυθαγόρα και Πλάτων και Χρύσιππε και Αριστοτέλη, ποίαν σχέσιν έχουν προς υμάς οι τοιούτοι και ποίαν συγγένειαν και κατά τι η διαγωγή των δύναται να συγκριθή προς την ιδικήν σας; Ο πίθηκος, κατά την παροιμίαν, θέλει να μιμηθή τον Ηρακλήν. Επειδή έχουν μεγάλας γενειάδας και λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι και είνε σκυθρωποί, πρέπει να τους θεωρώμεν ομοίους με σας; Αλλά θα ήσαν υποφερτοί αν και εις αυτήν την υπόκρισιν είχον πιθανότητα• είνε όμως ευκολώτερον ο γυψ να μιμηθή την αηδόνα παρά αυτοί τους αληθείς φιλοσόφους.

Αυτά είχα να είπω προς απολογίαν μου. Συ δε, ω Αλήθεια, μαρτύρησε προς το δικαστήριον εάν όσα είπα είνε αληθή.

ΦΙΛΟΣ. Ν' απομακρυνθής, Παρρησιάδη ... Ακόμη μακρύτερα. — Πώς σας εφάνησαν αυτά τα οποία είπε και τι πρέπει ν' αποφασίσωμεν;

ΑΛΗΘΕΙΑ. Εγώ, ω Φιλοσοφία, ενώ τον ήκουα να ομιλή, ηυχόμην να σχισθή η γη διά να κρυφθώ• τόσον αληθή ήσαν όλα όσα είπε. Γνώριζαν τους ψευδοφιλοσόφους εκείνους και έβλεπα ότι τα λεγόμενά του εφηρμόζοντο άλλα μεν εις εκείνον, άλλα δε εις τούτον. Τόσον ακριβώς τους παρέστησε, ώστε ενόμιζα ότι τους έβλεπα ζωγραφισμένους. Όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς τους εξεικόνισεν ακριβέστατα.

ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ. Κι' εγώ πολύ εκοκκίνησα, ω Αλήθεια. Σεις δε τι λέγετε;

ΑΝΑΖ. Τι άλλο παρά ότι πρέπει να αθωωθή και ανακηρυχθή φίλος ημών και ευεργέτης; Εμείς επάθαμεν εκείνο το οποίον λέγεται περί των κατοίκων της Ιλίου, οι οποίοι καλέσαντες ένα τραγωδόν να τους διασκεδάση, τον ήκουσαν να ψάλλη τας συμφοράς της πατρίδος των. Αλλ' ας ψάλλη και ας εξακολουθή να μαστιγώνη τους εχθρούς των θεών.

ΔΙΟΓ. Και εγώ, Φιλοσοφία, ανακαλώ την κατηγορίαν και αναγνωρίζω ότι ο Παρρησιάδης είνε άξιος των μεγαλειτέρων επαίνων. Του λοιπού τον θεωρώ φίλον, διότι είνε εξαίρετος άνθρωπος.

ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Παρρησιάδη, σε ανακηρύττομεν παμψηφεί αθώον και του λοιπού σε θεωρούμεν ημέτερον.

ΠΑΡΡ. Ευχαριστώ την θεάν Νίκην διά τον πρώτον μου θρίαμβον• αλλά νομίζω ότι ποιητικώτερα πρέπει να εκφράσω τας ευχαριστίας μου :

Ω μέγα σεμνή Νίκη, τον εμόν βίο τον κατέχοις και μη λήγοις στεφανούσα {122}.

ΑΛΗΘ. Μεταβαίνομεν εις το δεύτερον μέρος της υποθέσεως. Ας καλέσωμεν και τους ψευδοφιλοσόφους, διά να δικασθούν διά τας καθ' ημών ύβρεις των. Την κατηγορίαν θα υποστηρίξη ο Παρρησιάδης.

ΠΑΡΡ. Πολύ καλά• ώστε σκύψε προς την πόλιν, Συλλογισμέ και κάλει τους φιλοσόφους.

ΣΥΛΛ. Ακούσετε οι φιλόσοφοι των Αθηνών• πρέπει να έλθετε εις την Ακρόπολιν διά ν' απολογηθήτε περί της διαγωγής σας ενώπιον της Αρετής, της Φιλοσοφίας και της Δικαιοσύνης.

ΠΑΡΡ. Βλέπετε πόσον ολίγοι έρχονται, αφού ήκουσαν το κήρυγμα; Φοβούνται την Δικαιοσύνην. Οι περισσότεροι δε εξ αυτών ούτε καιρόν έχουν, διότι καταγίνονται να περιποιούνται τους πλουσίους. Εάν θέλετε να έλθουν όλοι, να σου πω εγώ τι πρέπει να διακηρύξης.

ΦΙΛΟΣ. Να διαλαλήσης μόνος σου ό,τι θέλεις, Παρρησιάδη.

ΠΑΡΡΗΣ. Δεν δυσκολεύομαι. Ακούσετε τι διατάσσει η Φιλοσοφία. Όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι και θεωρούν ότι αρμόζει εις αυτούς ο τίτλος ούτος να έλθουν εις την Ακρόπολιν, όπου θα γίνη διανομή χρημάτων. Θα δοθούν εις έκαστον δύο μναι και γλύκισμα σησαμωτόν. Εκείνος δε ο οποίος θα επιδείξη την μεγαλειτέραν γενειάδα θα λάβη επί πλέον και ένα καλάθι σύκα. Περιττόν να φέρετε μαζή σας σωφροσύνην ή δικαιοσύνην ή εγκράτειαν• αυτά δεν είνε αναγκαία, εάν δεν υπάρχουν• αλλ' είνε απαραίτητον να φέρη έκαστος πέντε συλλογισμούς, διότι άνευ αυτών δεν δύναται να θεωρηθή κανείς σοφός,

κείται δ' εν μέσσοισι δυο χρυσοίο τάλαντα, τω δόμεν, ος μετά πάσιν εριζέμεν έξοχος είη {123}.

Βλέπετε τώρα πόσοι αναβαίνουν και πώς αλληλοσπρώχνονται, άμα ήκουσαν τας δύο μνας. Και από το Πελασγικόν αναβαίνουν άλλοι, άλλοι από το Ασκληπιείον και ακόμη περισσότεροι από τον Άρειον Πάγον, μερικοί δε και από τον τάφον του Τάλου και άλλοι έβαλαν κλίμακας προς το μέρος του ναού των Διοσκούρων και σκαρφαλώνουν με βοήν κατά κοπάδια, και, όπως λέγει ο Όμηρος, μυριάδες έρχονται εξ όλων των μερών,

όσσα τε φύλλα και άνθεα γίνεται ώρη {124},

και εντός ολίγου η Ακρόπολις εγέμισεν από φιλοσόφους, οι οποίοι καταλαμβάνουν θέσεις με θόρυβον. Παντού πήραι, γενειάδες, κολακεία, αναισχυντία, βακτηρία, λαιμαργία, συλλογισμός και φιλοχρηματία. Οι δε ολίγοι, οι οποίοι με το πρώτον κήρυγμα ανέβηκαν, έγιναν αφανείς και άσημοι, αναμιχθέντες εις το πλήθος των άλλων και ένεκα της εξωτερικής ομοιότητος δεν διακρίνονται. Αυτό είνε το μεγαλείτερον κακόν, ω Φιλοσοφία, διά το οποίον προ πάντων θα ηδύνατο κανείς να σου παραπονεθή, ότι δεν επέβαλες εις αυτούς σημείον εκ του οποίου να γνωρίζωνται• διότι πολλάκις ευκολώτερα περνούν ως φιλόσοφοι αυτοί οι αγύρται παρά οι αληθείς φιλόσοφοι.

ΦΙΛΟΣ. Θα γίνη και αυτό μετ' ολίγον• αλλά τώρα ας τους υποδεχθώμεν.

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ. Πρέπει να προτιμηθώμεν εις την διανομήν ημείς οι Πλατωνικοί.

ΠΥΘΑΓΟΡΙΚΟΣ. Όχι, ημείς οι Πυθαγορικοί πρέπει να λάβωμεν πρώτοι, διότι ο Πυθαγόρας ήτο αρχαιότερος.

ΣΤΩΙΚΟΣ. Δεν ξέρετε τι λέτε• είμεθα καλλίτεροι ημείς οι Στωικοί.

ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΙΚΟΣ. Προκειμένου περί χρημάτων, πρέπει να προτιμώμεθα ημείς οι Περιπατητικοί.

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ. Δόσετε εις ημάς τα γλυκίσματα και τα σύκα και όσον διά τα χρήματα περιμένομεν να τα λάβωμεν τελευταίοι.

ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ. Πού είνε τα δύο τάλαντα, διότι κανείς δεν δύναται να συγκριθή προς ημάς εις τας συζητήσεις.

ΣΤΩΙΚ. Όχι βέβαια όταν είμεθα παρόντες ημείς οι Στωικοί.

ΦΙΛΟΣ. Παύσετε να φιλονεικήτε• σεις δε οι Κυνικοί μη σπρώχνεσθε έτσι και μη κτυπιέσθε με τας βακτηρίας, διότι δεν σας εκαλέσαμεν δι' αυτά που νομίζετε. Τώρα πρόκειται εγώ η Φιλοσοφία, η Αρετή και η Αλήθεια, να δικάσωμεν ποίοι από σας είνε οι αληθινοί φιλόσοφοι• και όσοι μεν ευρεθούν ότι ζουν σύμφωνα προς τους ιδικούς μας κανόνας, θ' αναγνωρισθούν ως οι άριστοι και θα ζήσουν του λοιπού ευτυχείς• τους δε αγύρτας και ξένους προς ημάς θα τιμωρήσωμεν αυστηρώς διά να παύσουν να οικειοποιούνται τίτλους ανωτέρους της αξίας των και ν' αλαζονεύωνται. Αλλά τι επάθατε; Φεύγετε; Ιδέτε πώς κατακρημνίζονται οι περισσότεροι διά να φύγουν το ταχύτερον. Εντός ολίγου εκενώθη η Ακρόπολις και δεν έμειναν παρά [μόνο] οι ολίγοι ούτοι, όσοι δεν φοβούνται να κριθούν. Πάρετε οι υπηρέται την πήραν την οποίαν έρριψεν ο Κυνίσκος ενώ έφευγε και φέρετέ την εδώ διά να την ίδω τι περιέχει. Βέβαια θα περιέχη λούπινα ή κανένα βιβλίον ή καμμίαν στακτόπητταν.

ΠΑΡΡ. Όχι, αλλά χρήματα και αρώματα (και μικράν μάχαιραν των θυσιών) και καθρέπτην και κύβους.

ΦΙΛΟΣ. Εύγε, λαμπρέ φιλόσοφε. Αυτά ήσαν τα εφόδια της φιλοσοφίας σου και αυτά σου έδιδαν το δικαίωμα να υβρίζης τους πάντας και να διδάσκης τους άλλους;

ΠΑΡΡ. Τοιούτοι είνε όλοι αυτοί. Πρέπει δε να σκεφθήτε και να εύρετε τρόπον διά να διακρίνουν οι άνθρωποι ποίοι εξ αυτών είνε καλοί και ποίοι αγύρται. Συ, Αλήθεια, πρέπει να εύρης τρόπον — διότι είνε και συμφέρον σου — να παύση να επικρατή το ψεύδος και να παύση η άγνοια να βοηθή τους φαύλους να κρύπτωνται μιμούμενοι τους χρηστούς.

ΑΛΗΘ. Ας αναθέσωμεν εις αυτόν τον Παρρησιάδην την φροντίδα, αφού απεδείχθη χρηστός και φίλος ημών, μέγας δε θαυμαστής σου, ω Φιλοσοφία. Ας παραλάβη δε και τον Έλεγχον και ας υποβάλη εις εξέτασιν όλους, όσοι λέγουν ότι είνε φιλόσοφοι• και όποιον ευρίσκει γνήσιον και αληθινόν φιλόσοφον να του απονέμη στέφανον και να τον καλή εις το Πρυτανείον {125}, οποίον δε ανακαλύπτει ψευδοφιλόσοφον — και είνε πολλοί τοιούτοι να του αφαιρή τον φιλοσοφικόν τρίβωνα και να του αποκόπτη σύρριζα την γενειάδα με τραγοκουρευτικήν ψαλλίδα, εις δε το μέτωπον μεταξύ των φρυδιών να τον στιγματίζη ή να τον σφραγίζη με έγκαυμα• η δε σφραγίς του εγκαυτήρος να παριστά αλώπεκα ή πίθηκον.

ΦΙΛΟΣ. Εύγε, Αλήθεια. Συ δε, Παρρησιάδη, να τους δοκιμάσης καθ'όν τρόπον λέγεται ότι δοκιμάζουν οι αετοί τους νεοσσούς των εις τον Ήλιον. Δεν εννοώ όμως ότι πρέπει να βάλης και τους φιλοσόφους ν' αντικρύσουν ατενώς το φως του ηλίου και ούτω να δοκιμασθούν, αλλά να θέσης ενώπιόν των χρυσόν και δόξαν και ηδονήν, και οποίον εξ αυτών ίδης να τα περιφρονή και να φαίνεται απαθής ενώπιον αυτών, αυτός να στεφανούται• εκείνον δε τον οποίον ίδης να τα προσβλέπη με πόθον και να εκτείνη το χέρι προς τον χρυσόν, να τον υποβάλλης εις το καυτήριον, αφού προηγουμένως του κουρεύσης την γενειάδα.

ΠΑΡΡ. Θα γίνουν αυτά όπως διατάσσης, Φιλοσοφία, και μετ' ολίγον θα ίδης τους περισσοτέρους εξ αυτών φέροντας την σφραγίδα της αλώπεκος ή του πιθήκου, πολύ δε ολίγους στεφανωμένους. Αν θέλετε και εδώ δύναμαι να αναβιβάσω μερικούς εξ αυτών.

ΦΙΛΟΣ. Πώς είνε δυνατόν να τους επαναφέρης αφού με τοιούτον πανικόν έφυγαν;

ΠΑΡΡ. Δεν είνε δύσκολον, αρκεί η ιέρεια να μου επιτρέψη να μεταχειρισθώ επ' ολίγον εκείνην την ορμιάν και το άγκιστρον, τα οποία έχει αφιερώση εις τον ναόν της Αθηνάς κάποιος αλιεύς του Πειραιώς.

ΙΕΡΕΙΑ. Λάβε τα, ιδού δε και το καλάμι διά να δυνηθής να τα μεταχειρισθής.

ΠΑΡΡ. Θα με υποχρεώσης εάν μου δώσης και μερικά σύκα και ολίγον χρυσόν.

ΙΕΡ. Λάβε και αυτά.

ΦΙΛΟΣ. Τι σκέπτεται να πράξη άρά γε αυτός ο άνθρωπος;

ΙΕΡ. Έβαλε ως δόλωμα εις το αγκίστρι ένα σύκο και χρυσάφι, εκάθησε επάνω εις το τείχος και εκρέμασε το αγκίστρι εις την πόλιν.

ΦΙΛΟΣ. Τι σκοπόν έχουν αυτά, Παρρησιάδη; Μήπως σκέπτεσαι ν' αλιεύσης λίθους εκ του Πελασγικού;

ΠΑΡΡ. Σιώπησε, Φιλοσοφία, και περίμενε να ιδής τι θα ψαρεύσω. Συ δε, Ποσειδών, προστάτα των αλιέων και συ, καλή Αμφιτρίτη, οδηγήσατε εις το αγκιστρόν μου πολλούς ιχθύς. Α! βλέπω ένα μεγάλον λάβρακα ή μάλλον ένα χρύσοφρυν {126}.

ΕΛΕΓΧΟΣ. Όχι, είνε γαλέος• τρέχει προς το άγκιστρον με το στόμα ανοικτόν. Οσφραίνεται το χρυσάφι• πλησιάζει, ετσίμπησε, επιάστηκε• ανάσυρε.

ΠΑΡΡ. Βοήθησε ολίγον και συ, Έλεγχε. Καλά, τον ανεβάσαμεν. Ας ίδωμεν τίνος είδους ψάρι είνε. Μπα! είνε σκυλόψαρο. Τι φοβερά δόντια που έχει, θεέ μου! Τ' είν' αυτό που έπαθες, σοφώτατε; Ενόμιζες ότι θα εκρύπτεσο εις τους βράχους και θα έτρωγες με την ησυχίαν σου το δόλωμα χωρίς να σε ιδή κανείς, αλλά συνελήφθης και τώρα θα σε κρεμάσω από τα σπάραχνα να σε ιδούν όλοι. Ας βγάλωμεν πρώτα το άγκιστρον με το δόλωμα. Αλλά βλέπω ότι το άγκιστρον δεν έχει τίποτε• ο φίλος εκατάπιε το σύκον και το χρυσάφι ευρίσκεται εις την κοιλιά του.

ΔΙΟΓ. Βάλε τον να τα ξεράση διά να τα μεταχειρισθώμεν ως δόλωμα και δι' άλλους.

ΠΑΡΡ. Τα εξέρασε. Και τώρα τι λες, Διογένη; Τον γνωρίζεις αυτόν και έχει καμμίαν σχέσιν μαζή σου;

ΔΙΟΓ. Καμμίαν.

ΠΑΡΡ. Λοιπόν αυτόν εξετίμησα εγώ προ ημερών δύο οβολούς. Εσύ ποίαν αξίαν του δίδεις;

ΔΙΟΓ. Δύο οβολοί είνε πολλά• είνε παληόψαρον από εκείνα τα οποία δεν τρώγονται. Το κρέας του είνε αηδές και σκληρόν και δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Άφησέ τον να πέση κατακέφαλα από τους βράχους και ρίψε το άγκιστρον να σύρης άλλον. Αλλά δεν είνε φόβος, Παρρησιάδη, να σου σπάση το καλάμι από το βάρος;

ΠΑΡΡ. Μη φοβάσαι, Διογένη• είνε ελαφροί, πολύ ελαφρότεροι από τις μαρίδες.

ΔΙ0Γ. Βέβαια, αφού δεν έχουν περισσότερο μυαλό {127}• τράβα όμως.

ΠΑΡΡ. Μπα! ποίος είν' αυτός ο άλλος ο πλατύς που ομοιάζει σαν γλώσσα ή ψήττα; Τρέχει με το στόμα ανοικτόν προς το αγκίστρι• το εκατάπιε• συνελήφθη• ας τον τραβήξωμεν.

ΔΙΟΓ. Ποιος είνε;

ΕΛΕΓΧ. Λέγει ότι είνε μαθητής του Πλάτωνος.

ΠΛΑΤ. Και συ, αναιδέστατε, τρέχεις προς τον χρυσόν;

ΠΑΡΡ. Τι λέγεις, Πλάτων; Τι πρέπει να τον κάμωμεν αυτόν;

ΠΛΑΤ. Από τον αυτόν κρημνόν να τον ρίψετε και αυτόν.

ΔΙΟΓ. Ας ψαρεύσωμεν τώρα άλλον.

ΠΑΡΡ. Βλέπω ένα ωραιότατον να πλησιάζη και όσον μου επιτρέπει το βάθος να διακρίνω έχει διάφορα χρώματα και εις την ράχην γραμμάς χρυσάς. Τον βλέπεις, Έλεγχε; Αυτός είνε ο οποίος υποκρίνεται τον Αριστοτέλην. Επλησίασε και έπειτα πάλιν απεμακρύνθη και με προσοχήν παρατηρεί γύρω του. Αλλ' επέστρεψε πάλιν, έχαψε το δόλωμα, συνελήφθη• ας τον ανελκύσωμεν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Μη μ' ερωτάς, Παρρησιάδη, περί αυτού διότι δεν γνωρίζω ποιος είνε.

ΠΑΡΡ. Λοιπόν, Αριστοτέλη, και αυτόν να τον πετάξωμεν κάτω. Αλλά τι βλέπω; Ένα πλήθος ψάρια του αυτού χρώματος, με αγκάθια και το δέρμα πολύ τραχύ πιο δυσκολόπιαστα από τους αχινούς. Χρειάζεται δίκτυ διά να τα πιάσωμεν και δίκτυ δεν έχομεν. Αλλ' αρκεί και ένα μόνον από το κοπάδι να τραβήξωμεν. Θα ορμήση δε εις το αγκίστρι το θρασύτερον από αυτά.

ΕΛΕΓΧ. Ρίψε το αγκίστρι αν θέλης, αλλά φρόντισε προηγουμένως να συνδέσης με μακρόν σίδηρον την ορμιάν και το αγκίστρι διά να μη το κόψη με τα δόντια του και καταπιή το χρυσάφι.

ΠΑΡΡ. Έτοιμα. Συ δε, ω Ποσειδών, ελθέ εις βοήθειαν. Πω πω, τι μάχη γίνεται γύρω εις το δόλωμα και πώς ερρίχθηκαν όλοι εις το σύκον, ενώ άλλοι έχουν κολλήση επάνω εις το χρυσάφι. Αλλά επιάστηκε ένας εις το αγκίστρι από τους πλέον δυνατούς. Δεν μου λες εις ποίαν σχολήν ανήκεις; Αλλ' είμαι γελοίος να ζητώ από ένα ψάρι να μιλήση, αφού ξέρω ότι τα ψάρια είνε άφωνα. Αντ' αυτού λέγε συ, Έλεγχε, ποίον έχει διδάσκαλον.

ΕΛΕΓΧ. Τον Χρύσιππον.

ΠΑΡΡ. Εννοώ• η προτίμησίς του οφείλεται υποθέτω εις το ότι το όνομα του διδασκάλου έχει χρυσόν. Λοιπόν, Χρύσιππε, τους γνωρίζεις αυτούς και συ τους εδίδαξες την διαγωγήν την οποίαν ακολουθούν;

ΧΡΥΣ. Είνε ύβρις, Παρρησιάδη, να νομίζης ότι τοιούτοι άνθρωποι δύνανται να έχουν οιανδήποτε σχέσιν προς εμέ και να μου απευθύνης τοιαύτας ερωτήσεις.

ΠΑΡΡ. Εύγε, Χρύσιππε, αυτά τα οποία λέγεις σε τιμούν. Λοιπόν, και αυτός ας ριφθή κάτω, όπως οι άλλοι, αφού είνε και ακανθώδης και υπάρχει φόβος, αν τον φάη κανείς, να του καθήσουν κόκαλα εις τον λαιμόν.

ΦΙΛΟΣ. Αρκετούς εψάρευσες, Παρρησιάδη, και πρέπει να παύσης διά να μη σου κόψη κανείς μαζί με το αγκίστρι και το χρυσάφι και το πάρη και φύγη, έπειτα δε θ' αναγκασθής να το πληρώσης εις την ιέρειαν. Και τώρα ημείς θα πάμε να περιπατήσωμεν• καιρός δε και σεις οι άλλοι ν' αναχωρήσετε διά να περάσετε τον καιρόν της αδείας σας. Συ δε, Παρρησιάδη, και ο Έλεγχος, εξετάσατε αυτούς όλους και τους μεν αγαθούς στεφανώνετε, τους φαύλους δε στιγματίζετε.

ΠΑΡΡ. Θα εκτελέσωμεν την παραγγελίαν σου, Φιλοσοφία.

Χαίρετε, σεβαστοί φιλόσοφοι. Ημείς δε, Έλεγχε, ας κατέβωμεν και ας εκτελέσωμεν τας διαταγάς της Φιλοσοφίας. Από πού δε νομίζεις ότι πρέπει ν' αρχίσωμεν; Από την Ακαδημίαν ή από την Στοάν;

ΕΛΕΓΧ. Ας κάμωμεν την αρχήν από το Λύκειον.

ΠΑΡΡ. Το ίδιο κάνει. Εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος είνε ότι όπου και αν πάμε θα χρειασθούμεν ολίγους στεφάνους και πολλά καυτήρια.

ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ή ΑΕΤΙΩΝ {128}

Θα ήτο ευτύχημα να μιμηθή κανείς τον Ηρόδοτον, όχι εις όλα τα προτερήματά του ως συγγραφέως — διότι τούτο θα ήτο υπερβολικός πόθος — αλλ' εις έν τουλάχιστον εξ όλων, το κάλλος λ.χ. και την αρμονίαν του ύφους του, την ιδιαιτέραν χάριν της Ιωνικής διαλέκτου, τον πλούτον της σκέψεως ή τα αναρίθμητα κάλλη, τα οποία εκείνος έχει συναθροίση εις τα έργα του και τα οποία απελπίζουν τον αποπειρώμενον να τον μιμηθή. Εκείνα όμως τα οποία έπραξε διά να καταστήση γνωστά τα συγγράμματά του και να καταστή εντός ολίγου περίφημος μεταξύ των Ελλήνων και εγώ και συ και άλλοι δυνάμεθα να τα μιμηθώμεν. Διότι όταν αναχωρήσας εκ της πατρίδος του ήλθεν εκ Καρίας κατ' ευθείαν εις την Ελλάδα, εσκέπτετο πώς ταχύτερα και ευκολώτερα να γίνη γνωστός και διάσημος αυτός και τα έργα του. Να ταξειδεύη από πόλεως εις πόλιν και να τ' αναγινώσκη τώρα μεν προς τους Αθηναίους, έπειτα δε προς τους Κορινθίους ή τους Αργείους και τους Λακεδαιμονίους χωριστά εθεώρησε κοπιώδες και απαιτούν πολλήν χρονοτριβήν. Λοιπόν αντί να βαδίση βαθμηδόν και κατ' ολίγον προς τον σκοπόν του, ήθελε να εύρη ει δυνατόν όλους τους Έλληνας συνηθροισμένους. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός των μεγάλων Ολυμπιακών αγώνων, ο Ηρόδοτος έκρινεν ότι παρουσιάζεται η ευκαιρία την οποίαν επεθύμει. Όταν δε η πανήγυρις ευρίσκετο εις την ακμήν της και είχον συνέλθη πανταχόθεν οι άριστοι των Ελλήνων, ενεφανίσθη εις τον οπισθόδομον, όχι ως θεατής, αλλ' ως αγωνιστής. Και αναγνώσας τας ιστορίας του, τόσον κατεγοήτευσε τους ακροατάς, ώστε τα βιβλία του ωνομάσθησαν Μούσαι, ήσαν δε εννέα όσαι και αι Μούσαι. Ούτω έγινε γνωστός πολύ περισσότερον και από αυτούς τους Ολυμπιονίκας. Και δεν υπήρχε κανείς ο μη γνωρίζων το όνομα του Ηροδότου, είτε διότι τον εγνώρισαν οι ίδιοι εις την Ολυμπίαν, είτε διότι ήκουσαν περί αυτού από τους επιστρέψαντας εκ των αγώνων• και άμα ενεφανίζετο πουθενά, τον εδακτυλοδείκτουν λέγοντες• Αυτός είνε ο Ηρόδοτος, ο οποίος έγραψεν εις την Ιωνικήν διάλεκτον την ιστορίαν του πολέμου των Ελλήνων και των Περσών και εξύμνησε τας νίκας μας. Τοιούτον όφελος απήλαυσεν εκ της ιστορίας του• εις μίαν πάνδημον των Ελλήνων σύνοδον έλαβε την κοινήν της Ελλάδος ψήφον και ανεκηρύχθη νικητής ουχί παρ' ενός κήρυκος, αλλ' εις πάσαν πόλιν εξ ης κατήγετο έκαστος των παρευρισκομένων εις τους αγώνας.

