# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Έκτος

## Part 11

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28606/index.md

ΕΡΜ. Φαίνεται ότι είνε Ιταλιώτης, ω Ζευ, από τα μέρη της εκεί Ελλάδος, τον Κρότωνα ή την Τάραντα. Δεν είνε όμως ένας, αλλά τριακόσιοι σχεδόν έκαμαν εταιρικώς την αγοράν.

ΖΕΥΣ. Ας τον πάρουν και ας έλθη άλλος.

ΕΡΜ. Θέλεις να φέρωμεν αυτόν τον ακάθαρτον τον καταγόμενον από τον Πόντον;

ΖΕΥΣ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Συ με την σακκούλα, που έχεις γυμνούς τους ώμους, έλα και φέρε ένα γύρο διά να σε ιδούν όλοι. Πωλείται βίος ανδροπρεπής, βίος άριστος και θαρραλέος, βίος ελεύθερος. Ποιος θέλει να τον αγοράση;

ΑΓΟΡ. Πώς είπες, κήρυξ; Πωλείς άνθρωπον ελεύθερον;

ΕΡΜ. Μάλιστα.

ΑΓΟΡ. Και δεν φοβείσαι να καταδιωχθής ως εξανδραποδιστής και εναχθής εις τον Άρειον Πάγον;

ΕΡΜ. Αυτός δεν σκοτίζεται διά την πώλησίν του• διότι νομίζει ότι είνε τελείως ελεύθερος.

ΑΓΟΡ. Και εις τι μπορεί να χρησιμεύση άνθρωπος τόσο ρυπαρός και εις τοιαύτην αθλίαν κατάστασιν; Το πολύ πολύ μόνον ως σκαφτιάν δύναται κάνεις να τον χρησιμοποιήση ή διά να κουβαλή νερόν.

ΕΡΜ. Και θυρωρόν εάν τον κάμης θα είνε πολύ πιστότερος από ένα σκύλον. Άλλως τε και αυτός κύων ονομάζεται.

ΑΓΟΡ. Και από πού είνε και τι επαγγέλλεται;

ΕΡΜ. Ρώτησε τον ίδιον• αυτό είνε το καλλίτερον.

ΑΓΟΡ. Είνε τόσον κατσουφιασμένος και άγριος, ώστε φοβούμαι να μη με γαυγίση ή και να με δαγκάση, αν πλησιάσω. Δεν βλέπεις πως εσήκωσε το ραβδί και συνεφρυώθη και κυτάζει κατά τρόπον άγριον και απειλητικόν;

ΕΡΜ. Μη φοβάσαι• είνε ημερωμένος.

ΑΓΟΡ. Δεν μου λες, καλέ μου άνθρωπε, από πού είσαι;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ. Απ' όπου θέλεις.

ΑΓΟΡ. Τι εννοείς;

ΔίΟΓ. Έχεις ενώπιόν σου ένα πολίτην του κόσμου.

ΑΓΟΡ. Και ποιον ακολουθείς και μιμείσαι;

ΔΙΟΓ. Τον Ηρακλέα.

ΑΓΟΡ. Κατά το ξύλον που κρατείς του ομοιάζεις• αλλά διατί δεν φορείς και την λεοντήν;

ΔΙΟΓ. Η λεοντή μου είνε αυτός ο τρίβων. Το έργον μου δε είνε να πολεμώ, όπως εκείνος, τας ηδονάς, όχι κατά διαταγήν άλλου, αλλ' εκουσίως. Ο σκοπός μου είνε να καθαρίσω από αυτάς τον κόσμον.

ΑΓΟΡ. Ευγενής σκοπός. Αλλά τέλος πάντων εις τι συνίστανται κυρίως αι γνώσεις σου και ποίαν τέχνην μετέρχεσαι;

ΔΙΟΓ. Είμαι ελευθερωτής των ανθρώπων και ιατρός των παθών• εν γένει δε θέλω να είμαι της αληθείας και του θάρρους ο κήρυξ.

ΑΓΟΡ. Και αν σ' ερωτήσω, στόμα της αληθείας, κατά ποίον τρόπον θα με εξασκήσης;

ΔΙΟΓ. Αφού σε παραλάβω θα σε γδύσω πρώτον από την καλοπέρασιν, θα σε αναγκάσω έπειτα να ζης με στερήσεις και θα σου φορέσω τρίβωνα όπως αυτόν που φορώ, κατόπιν δε θα σε υποβάλλω εις κόπους και κακοπαθείας, θα κοιμάσαι κατά γης, θα πίνης μόνον νερόν και θα τρέφεσαι με ό,τι τύχη. Αν έχης χρήματα θα σε συμβουλεύσω να πας να τα ρίψης εις την θάλασσαν, θ' αδιαφορήσης διά γυναίκα, τέκνα και πατρίδα και όλα αυτά θα τα θεωρής σαχλαμάρες, θ' αφήσης το σπίτι του πατέρα σου και θα κατοικήσης εις κανένα τάφον ή ερημόπυργον ή και πίθον. θα έχης την σακκούλαν γεμάτην από λούπινα και από βιβλία ολόγραφα {91} και εις την κατάστασιν αυτήν θα θεωρής τον εαυτόν σου ευδαιμόνέστερον από τον βασιλέα των Περσών. Εάν δε κανείς σε δείρη ή σε βασανίση, να μη το θεωρής δυσάρεστον.

ΑΓΟΡ. Τι λες; Να μη πονώ όταν με δέρνουν; Δεν έχω το δέρμα της χελώνης ή του κάβουρα.

ΔΙΟΓ. Ν' ακολουθής με μικράν παραλλαγήν εκείνο που είπεν ο Ευριπίδης.

ΑΓΟΡ. Τι;

ΔΙΟΓ. Το πνεύμα σου θα πονέση αλλ' η γλώσσα θα μείνη ανάλγητος {92}. Προ πάντων όμως πρέπει να είσαι αυθάδης και θρασύς και να υβρίζης τους πάντας αδιακρίτως, βασιλείς και ιδιώτας, διότι ούτω ο κόσμος θα σε προσέξη και θα σε νομίση άφοβον. Η γλώσσα σου να είνε χυδαία και βάρβαρος και η φωνή σου δυνατή και εντελώς ομοία προς το γαύγισμα του σκύλου. Το πρόσωπόν σου να είνε αγριωπόν και το βάδισμα ανάλογον προς την τοιαύτην του προσώπου έκφρασιν. Εν γένει δε όλα σου να είνε θηριώδη και άγρια. Η εντροπή, η μετριοπάθεια και η πραότης ας είνε μακράν σου• και το ερύθημα να το αποξύσης εντελώς από το πρόσωπόν σου. Να συχνάζης κατά προτίμησιν εις τα πολυανθρωπότερα μέρη και εις αυτά πάλιν να ζης μόνος και ακοινώτητος, χωρίς κανένα να πλησιάζης και κανένα να έχης φίλον διότι αυτά είνε εναντίον των αρχών μας. Ενώπιον δε όλων να πράττης με θάρρος εκείνα τα οποία οι άλλοι και ιδιαιτέρως εντρέπονται να πράττουν. Και εις τας ηδονάς της Αφροδίτης να εκλέγης τους γελοιωδεστέρους τρόπους. Και τέλος, όταν θελήσης, να φάγης ένα κταπόδι ωμό ή σουπιά και ν' αποθάνης. Αυτή είνε η ευτυχία την οποίαν θα σου δώσω.

ΑΓΟΡ. Να την κρατήσης για τον εαυτό σου. Αυτά που μου λες είνε απάνθρωπα και συχαμερά.

ΔΙΟΓ. Εύκολα όμως και όλοι δύνανται να τα βάλλουν εις πράξιν. Δεν θα έχης ανάγκην από μάθησιν και σοφίαν γελοίαν, αλλ' η οδός που θα σε φέρη εις την δόξαν θα είνε σύντομος• διότι και κοινός άνθρωπος εάν είσαι, όπως βυρσοδέψης ή παστοπώλης, μαραγκός ή αργυραμοιβός {93}, τούτο δεν θα σε εμποδίση να γίνης περίφημος, αρκεί να έχης αναίδειαν και θράσος και να μάθης καλά να υβρίζης.

ΑΓΟΡ. Δι' αυτά δεν σε χρειάζομαι• ναύτης όμως ή κηπουρός δύνασαι εν ανάγκη να γίνης, εάν θέλουν να σε δώσουν το πολύ για δυο οβολούς.

ΕΡΜ. Πάρε τον. Ευχαρίστως θα τον ξεφορτωθούμε, διότι μας ζαλίζει με τας κραυγάς του και όλους αδιακρίτως υβρίζει και κακολογεί.

ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον, εκείνον τον Κυρηναίον, ο οποίος φορεί πορφύραν και έχει στέφανον επί της κεφαλής του. {94}

ΕΡΜ. Παρακαλώ να γίνη ησυχία, διότι το αντικείμενον είνε πολυτελές και έχει ανάγκην πλουσίων αγοραστών. Πρόκειται περί βίου ευχαρίστου, βίου τρισευτυχούς. Ποιος θέλει μίαν ζωήν ηδυπαθή; Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτό το αβρότατον υποκείμενον;

ΑΓΟΡ. Πλησίασε και λέγε τι γνωρίζεις και θα σε αγοράσω αν δύνασαι να μου είσαι χρήσιμος.

ΕΡΜ. Μη τον ενοχλής, φίλε μου, και μη χάνης τα λόγια σου, διότι είνε μεθυσμένος και δεν θα σου απαντήση• ως βλέπεις, τραυλίζει.

ΑΓΟΡ. Και ποιος έχασε τα μυαλά του ν' αγοράση ένα δούλον τόσον διεφθαρμένον και ακόλαστον; Αλλά και τι μυρωδιές έχει πάνω του! Και πώς τρικλίζει και φαίνεται έτοιμος να πέση! Αλλά λέγε μου τουλάχιστον συ, ω Ερμή, τι γνωρίζει και ποίαν τέχνην επαγγέλεται.

ΕΡΜ. Κυρίως είνε καλός φίλος και ευχάριστος συμπότης και χορευτής• θα είνε πολύ διασκεδαστικός εις ένα αφέντην ο οποίος ρέπει εις τους έρωτας και εις την ασωτείαν. Αλλ' είνε και τέλειος σοφός εις την παρασκευήν των φαγητών και των γλυκυσμάτων και εν γένει είνε επιστήμων εις την καλοπέρασιν. Εσπούδασε εις τας Αθήνας και υπηρέτησεν έπειτα τους τυράννους της Σικελίας και εξετιμάτο πολύ παρ' αυτών. Το κυριώτερον δόγμα του είνε να καταφρονή τα πάντα και συγχρόνως να επωφελήται τα πάντα και να λαμβάνη την ηδονήν όπου την ευρίσκει.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν ν' αποταθής εις άλλον από αυτούς τους πλουσίους που έχουν πολλά χρήματα• εγώ δεν είμαι κατάλληλος ν'αγοράσω ένα τέτοιον γλεντζέν.

ΕΡΜ. Φαίνεται ότι θα μας μείνη απώλητος αυτός.

ΖΕΥΣ. Ας αποσυρθή και φέρε άλλον. Ας έλθουν αυτοί οι δύο, αυτός από τα Άβδυρα που γελά και ο άλλος από την Έφεσον που κλαίει, θέλω να τους πωλήσωμεν και τους δύο ομού.

ΕΡΜ. Κατεβήτε εις το μέσον. Πωλούνται δύο άριστοι βίοι, οι σοφώτατοι εξ όλων.

ΑΓΟΡ. Τι αντίθετοι που είνε! Ο ένας δεν παύει να γελά. Ο άλλος φαίνεται ως να κλαίη τον πατέρα του. Δεν μου λες εσύ, γιατί γελάς;

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ. Ερωτάς; Διότι όλα όσα κάνετε μου φαίνονται γελοία και σεις γελοίοι.

ΑΓΟΡ. Πώς είπες; Μάς εμπαίζεις όλους και περιφρονείς τα πράγματα εις τα οποία ασχολούμεθα;

ΔΗΜ. Αυτό είνε• δεν βλέπω τίποτε το σπουδαίον εις αυτά και τα πάντα είνε κενά και ατόμων φορά και απειρία.

ΑΓΟΡ. Όχι δα• συ είσαι αληθινά κενός και άπειρος του κόσμου. Αλλά δεν θα παύσης να γελάς; Τι αυθάδεια είνε αυτή; Και συ, φίλε μου, διατί κλαίεις; Μου φαίνεται ότι είνε προτιμότερον να ομιλή κανείς με σένα.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Τα ανθρώπινα πράγματα μου φαίνονται, ξένε, θλιβερά και αξιοδάκρυτα και τίποτε εξ αυτών δεν τρέχει προς το καλόν. Σας λυπούμαι λοιπόν και οδύρομαι• και τα μεν παρόντα δεν θεωρώ σπουδαία, τα δε μέλλοντα προβλέπω τρομερά• εννοώ την πυρπόλησιν και την καταστροφήν του σύμπαντος. Δι' αυτά κλαίω και διότι τίποτε δεν είνε στερεόν και όλα συστρέφονται εις ένα κυκεώνα και είνε το αυτό η τέρψις και η θλίψις, η γνώσις και η άγνοια, το μέγα και το μικρόν. Όλα περιστρέφονται και συναλλάσσονται εις το παιγνίδι των αιώνων.

ΑΓΟΡ. Και τι είνε ο αιών;

ΗΡΑΚΛ. Ένα παιδί το οποίον παίζει πεσσούς {95} και φιλονεικεί.

ΑΓΟΡ. Και οι άνθρωποι;

ΗΡΑΚΛ. Θεοί θνητοί.

ΑΓΟΡ. Οι δε θεοί;

ΗΡΑΚΛ. Άνθρωποι αθάνατοι.

ΑΓΟΡ. Αινίγματα μου λέγεις, φίλε μου, ή γρίφους συνθέτεις; Οι λόγοι σου είνε σκοτεινοί όπως οι χρησμοί του Λοξίου Απόλλωνος.

ΗΡΑΚΛ. Διότι δεν έχετε καμμίαν σημασίαν δι' εμέ.

ΑΓΟΡ. Αλλά τότε δεν θα σ' αγοράση κανείς που τα έχει σωστά.

ΗΡΑΚΛ. Και εγώ σας περιφρονώ εξ ίσου και τους αγοράζοντας και τους μη αγοράζοντας.

ΑΓΟΡ. Αυτός μου φαίνεται ότι δεν είνε καλά στα μυαλά του. Ούτε τον ένα, ούτε τον άλλον θ' αγοράσω.

ΕΡΜ. Και αυτοί θα μείνουν απώλητοι.

ΖΕΥΣ. Κάλεσε άλλον.

ΕΡΜ. Θέλεις να καλέσω τον Αθήναιον εκείνον τον πολύλογον;

ΖΕΥΣ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Έλα λοιπόν συ. Πωλείται βίος αγαθός και συνετός. Ποιος θ' αγοράση ένα τόσον αξιοσέβαστον πρόσωπον;

ΑΓΟΡ. Δεν μου λες τι κυρίως ξέρεις εσύ;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Είμαι παιδεραστής και σοφός εις τα του έρωτος.

ΑΓΟΡ. Ωραία! Και θέλεις να σε αγοράσω εγώ και να σε πάρω παιδαγωγόν εις το παιδί μου, που είνε καλοκαμωμένο;

ΣΩΚΡ. Και ποιος από εμένα είνε καταλληλότερος να συναναστρέφεται ένα ωραίον νέον; Διότι δεν είμαι των σωμάτων εραστής αλλά των ωραίων ψυχών, θα τους ακούσης να λέγουν ότι και όταν συνέβη να κοιμηθούν μαζή μου υπό το αυτό σκέπασμα δεν έπαθαν τίποτε κακόν εκ μέρους μου {96}.

ΑΓΟΡ. Αυτά να τα λες αλλού, ότι είσαι παιδεραστής και περιορίζεσαι μόνον εις την ψυχήν των παιδιών, ενώ δύνασαι να πας και πάρα πέρα, αφού κοιμάσθε υπό το αυτό σκέπασμα.

ΣΩΚΡ. Σου ορκίζομαι εις τον σκύλον και εις τον πλάτανον ότι αυτή είνε η αλήθεια {97}.

ΑΓΟΡ. Τι θεοί είνε αυτοί εις τους οποίους ορκίζεσαι;

ΣΩΚΡ. Γιατί; Δεν νομίζεις ότι είνε θεός ο σκύλος; Δεν γνωρίζεις ότι ο Άνουβις ο θεός των Αιγυπτίων είνε κυνοκέφαλος, επίσης δε ο Σείριος εις τον ουρανόν και ο Κέρβερος εις τον Άδην;

ΑΓΟΡ. Καλά λες, το λάθος είνε δικό μου. Αλλά κατά ποίον τρόπον ζης;

ΣΩΚΡ. Κατοικώ εις μίαν πόλιν την οποίαν κατεσκεύασα διά τον εαυτόν μου, μεταχειρίζομαι δε πολίτευμα εντελώς ιδιαίτερον και νόμους δικούς μου.

ΑΓΟΡ. Ήθελα ν' ακούσω κανένα από τους νόμους σου.

ΣΩΚΡ. Άκουσε ένα από τους κυριωτέρους, ο οποίος αφορά τας γυναίκας. Κατά τους νόμους μου, καμμία εκ των γυναικών δεν πρέπει να ανήκη εις ένα και μόνον άνδρα, αλλά να παραδίδεται εις πάντα βουλόμενον.

ΑΓΟΡ. Τι είνε αυτά που λες; Καταργείς τους περί μοιχείας νόμους;

ΣΩΚΡ. Βέβαια και όλας τας περί των τοιούτων μικρολογίας.

ΑΓΟΡ. Και τι φρονείς περί των ωραίων παιδιών;

ΣΩΚΡ. Η αγάπη των πρέπει να είνε η αμοιβή των εναρέτων ανδρών και των ανδραγαθούντων.

ΑΓΟΡ. Ωραία αμοιβή. Η δε σοφία σου εις τι κυρίως συνίσταται;

ΣΩΚΡ. Εις τας ιδέας και εις τα παραδείγματα των όντων• διότι πάντα όσα βλέπεις, η γη και τα υπάρχοντα επί της γης, ο ουρανός και η θάλασσα, έχουν εικόνας αι οποίαι στέκονται αόρατοι έξω των όλων.

ΑΓΟΡ. Και πού στέκονται;

ΣΩΚΡ. Πουθενά. Διότι αν ήσαν κάπου, δεν θα ήσαν.

ΑΓΟΡ. Αυτάς τας εικόνας και τα παραδείγματα που λέγεις δεν τα βλέπω.

ΣΩΚΡ. Επόμενον είνε, διότι είσαι τυφλός την ψυχήν. Εγώ όμως βλέπω εικόνας, βλέπω το δικό σου το αόρατον αντίτυπον, όπως και το δικό μου και εν γένει όλα τα βλέπω διπλά.

ΑΓΟΡ. Πρέπει να σε αγοράσω, διότι βλέπω ότι είσαι σοφός και οξυδερκής. Τι ζητείς δι' αυτόν συ ο κήρυξ;

ΕΡΜ. Δόσε δύο τάλαντα.

ΑΓΟΡ. Τον αγόρασα εις αυτήν την τιμήν, αλλά τα χρήματα θα τα πληρώσω αργότερα.

ΕΡΜ. Το όνομά σου;

ΑΓΟΡ. Δίων ο Συρακούσιος {98}.

ΕΡΜ. Να τον χαίρεσαι. Έλα τώρα συ ο Επικούρειος. Ποιος τον θέλει αυτόν; Είνε μαθητής εκείνου που γελά και του άλλου του μεθυσμένου, τους οποίους προ ολίγου είχαμεν εκθέση εις δημοπρασίαν. Διαφέρει μόνον από αυτούς ότι είνε ασεβέστερος. Κατά τα άλλα είνε και αυτός ευχάριστος και καλοφαγάς.

ΑΓΟΡ. Και η τιμή;

ΕΡΜ. Δύο μναι.

ΑΓΟΡ. Λάβε τις• αλλά θέλω να μάθω ποία φαγητά του αρέσουν περισσότερον.

ΕΡΜ. Αγαπά τα γλυκά και τα μελιτώδη, προ πάντων δε τα σύκα.

ΑΓΟΡ. Δεν θα είνε δύσκολον να τον τρέφωμεν θα του αγοράσω κάμποσες τσαπέλες σύκα της Καρίας.

ΖΕΥΣ. Άλλον κάλεσε, εκείνον που είνε κουρεμμένος σύρριζα και σκυθρωπός, τον Στωικόν.

ΕΡΜ. Καλά λέγεις, διότι πολλοί από τους αγοραστάς αυτόν περιμένουν. Πωλείται η προσωποποίησις της αρετής, η τελειωτάτη ζωή. Ποιος θέλει να γνωρίζη τα πάντα μόνος εξ όλων των ανθρώπων;

ΑΓΟΡ. Πώς το είπες αυτό;

ΕΡΜ. Αυτός είνε ο μόνος σοφός, ο μόνος ωραίος, ο μόνος δίκαιος, ανδρείος, βασιλεύς, ρήτωρ, πλούσιος, νομοθέτης και ό,τι άλλο θέλετε {99}.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν θα είνε και μάγειρος και βυρσοδέψης και ξυλουργός και τα τοιαύτα.

ΕΡΜ. Φαίνεται.

ΑΓΟΡ. Πλησίασε, φίλε μου, και λέγε μου ποίος είσαι και εν πρώτοις εάν λυπήσαι διότι πωλείσαι ως δούλος.

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ. Παντάπασι, διότι αυτά τα πράγματα δεν εξαρτώνται από ημάς και όσα δεν εξαρτώνται από ημάς είνε αδιάφορα {100}.

ΑΓΟΡ. Δεν σ' εννοώ.

ΧΡΥΣ. Δεν ξέρεις ότι εκ των τοιούτων άλλα μεν είνε προηγμένα, άλλα δε εξ εναντίας αποπροηγμένα;

ΑΓΟΡ Ούτε τώρα σ' εννοώ.

ΧΡΥΣ. Δεν είνε παράδοξον, διότι δεν είσαι συνειθισμένος εις τους ημετέρους όρους, ούτε έχεις την καταληπτικήν φαντασίαν. Οι σπουδαίοι όμως οι οποίοι εδιδάχθησαν την λογικήν θεωρίαν, όχι μόνον αυτά γνωρίζουν αλλά και το σύμβαμα και παρασύμβαμα και την διαφοράν η οποία υπάρχει μεταξύ των.

ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω εις την σοφίαν σου να μου εξηγήσης τουλάχιστον τι είνε το σύμβαμα και τι το παρασύμβαμα, διότι δεν ξέρω πώς ο ρυθμός αυτών των λέξεων μου έκαμεν εντύπωσιν.

ΧΡΥΣ. Δεν έχω καμμίαν δυσκολίαν• αν ένας χωλός σκοντάψη με το κουτσό του το πόδι εις πέτραν και πληγωθή, το μεν προηγούμενον δυστύχημα το οποίον τον έκαμε να χωλαίνη είνε σύμβαμα, η δε δευτέρα πληγή παρασύμβαμα.

ΑΓΟΡ. Θαυμάζω την σοφίαν σου. Και τι άλλο ξέρεις;

ΧΡΥΣ. Τας πλεκτάνας των λόγων εις τας οποίας συλλαμβάνω και δεσμεύω εκείνους οι οποίοι συζητούν μετ' εμού και τους αποστομόνω ως με φίμωτρον• η δύναμις δε αύτη είνε ο περίφημος συλλογισμός.

ΑΓΟΡ. Πολύ δυνατόν όπλον και επίφοβον, μα τον Ηρακλήν.

ΧΡΥΣ. Ορίστε εν παράδειγμα• έχεις παιδί;

ΑΓΟΡ. Γιατί ρωτάς;

ΧΡΥΣ. Διά να υποθέσωμεν ότι περιπλανάται πλησίον του ποταμού και το αρπάζει ένας κροκόδειλος, ο οποίος έπειτα σου υπόσχεται να σου το αποδώση εάν του είπης τι ακριβώς σκέπτεται, να σου δώση ή να μη σου δώση το παιδί. Λοιπόν τι θα πης ότι σκέπτεται;

ΑΓΟΡ. Δύσκολη απάντηση μου ζητάς. Δεν γνωρίζω τι να πω διά να σώσω το παιδί μου. Λοιπόν πες μου συ, σε παρακαλώ, πώς να το σώσω πριν προφθάση και το καταπιή.

ΧΡΥΣ. Μη φοβάσαι, {101} θα σου μάθω και άλλα πολύ θαυμαστότερα πράγματα.

ΑΓΟΡ. Ποία;

ΧΡΥΣ. Τον θεριστικόν και τον κυριεύοντα {102} συλλογισμόν, εκτός δε τούτων την Ηλέκτραν και τον εγκεκαλυμμένον.

ΑΓΟΡ. Τι εννοείς με αυτόν τον εγκεκαλυμμένον και ποιά είνε αυτή η Ηλέκτρα;

ΧΡΥΣ. Είνε η περίφημος Ηλέκτρα, η κόρη του Αγαμέμνονος, η οποία τα αυτά πράγματα εγνώριζε και δεν εγνώριζε• διότι όταν ευρίσκετο ενώπιόν της ο Ορέστης, ο οποίος δεν την εγνώριζεν, αυτή εγνώριζε μεν τον Ορέστην ότι ήτο αδελφός της, αλλ' ότι εκείνος ήτο ο Ορέστης το ηγνόει. Τώρα θα σου εξηγήσω και τον εγκεκαλυμμένον συλλογισμόν, ο οποίος είνε εκ των πλέον Θαυμαστών. Ειπέ μου, γνωρίζεις τον πατέρα σου;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Λοιπόν εάν σου παρουσιάσω ένα άνθρωπον σκεπασμένον θα τον γνωρίσης; Τι θα πης;

ΑΓΟΡ. Βέβαια θα πω ότι δεν τον γνωρίζω.

ΧΡΥΣ. Αλλ' όμως αυτός είνε ο πατέρας σου• ώστε εάν τον αγνοής, επόμενον είνε ότι αγνοής τον πατέρα σου.

ΑΓΟΡ. Όχι δα, διότι θα τον ξεσκεπάσω και θα μάθω την αλήθειαν. Δεν μου λες τώρα και τον σκοπόν της σοφίας σου και τι θα πράξης όταν θα φθάσης εις την κορυφήν της αρετής; {103}

ΧΡΥΣ. θα απολαύσω εκείνα τα οποία ως εκ της φύσεώς των κατέχουν την πρώτην θέσιν εις την ευτυχίαν, εννοώ τον πλούτον, την υγείαν και τα τοιαύτα. Αλλά προ τούτου είνε ανάγκη να κοπιάση κανείς, πολύ, σκυμμένος επί βιβλίων ψιλογραμμένων, να συναθροίζη σχόλια και να παραγεμίζη την μνήμην του από σολοικισμούς και ανοήτους λέξεις {104}• και το σπουδαιότερον είνε ότι δεν επιτρέπεται να γίνης σοφός εάν δεν πίης τρις κατά σειράν ελλέβορον.

ΑΓΟΡ. Πολύ ευγενή αυτά και εξόχως ανδροπρεπή. Αλλά το να γίνη κανείς, Γνίφων {105} και τοκογλύφος — διότι και αυτό, βλέπω, το προσόν το έχεις — πώς πρέπει να το θεωρήσωμεν δι' άνθρωπον ο οποίος ήδη κατέπιε τον ελλέβορον και κατέστη τέλειος διά την αρετήν;

ΧΡΥΣ. Μόνον εις τον σοφόν αρμόζει να δανείζη με τόκον διότι αφού ο συλλογισμός είνε η κυριωτέρα αυτού ασχολία, τα δε δάνεια και οι λογαριασμοί φαίνονται συγγενή προς τους συλλογισμούς, μόνον εις τους σπουδαίους ανήκει και τούτο όπως εκείνο, και δεν πρέπει μόνον να λαμβάνη απλούς, όπως οι άλλοι, τους τόκους, αλλά διπλούς, τόκους των τόκων. Δεν πιστεύω ν' αγνοής ότι είνε δύο ειδών τόκοι, οι πρώτοι και οι δεύτεροι, οι οποίοι είνε ως απόγονοι των πρώτων. Αλλά και κατά τον φιλοσοφικόν συλλογισμόν, ο λαμβάνων τον πρώτον τόκον θα λάβη και τον δεύτερον• αλλά θα λάβη τον πρώτον, άρα θα λάβη και τον δεύτερον.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν και περί των μισθών, τους οποίους συ λαμβάνεις παρά των νέων διά να τους διδάσκης την σοφίαν σου, πρέπει το αυτό να είπωμεν και πρέπει να συμπεράνωμεν ότι μόνον οι σοφοί πρέπει να αμοίβωνται με χρήματα διά την αρετήν των;

ΧΡΥΣ. Αυτό ακριβώς• διότι δεν λαμβάνω την αμοιβήν χάριν του εαυτού μου, αλλά χάριν του δίδοντος. Επειδή εκ των ανθρώπων άλλοι μεν πρέπει να εκχύνουν τον πλούτον, άλλοι δε να δέχωνται, εγώ φροντίζω να γίνωμαι δεκτικός, τον δε μαθητήν διδάσκω να εκχύνη.

ΑΓΟΡ. Και όμως το εναντίον έπρεπε να γίνεται, ο νέος να είνε δεκτικός συ δε ο οποίος είσαι ο μόνος πλούσιος να εκχύνης.

ΧΡΥΣ. Εμπαίζεις, αλλά πρόσεξε μήπως σου εκσφενδονίσω κανένα αναπόδεικτον συλλογισμόν.

ΑΓΟΡ. Και τι έχω να φοβηθώ από τοιούτον κτύπημα;

ΧΡΥΣ. θα περιπέσης εις αμηχανίαν και σιωπήν και θα περιέλθη εις σύγχυσιν το πνεύμα σου. Και το σοβαρώτερον είνε ότι, αν θέλω, θα σε αποδείξω εις μίαν στιγμήν λίθον.

ΑΓΟΡ. Πώς λίθον; Διότι δεν μου φαίνεσαι να είσαι ο Περσεύς, αγαπητέ.

ΧΡΥΣ. Ιδού πώς• ο λίθος είνε σώμα;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Το δε ζώον δεν είνε σώμα;

ΑΓΟΡ. Είνε.

ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι ζώον;

ΑΓΟΡ. Φαίνεται.

ΧΡΥΣ. Άρα είσαι λίθος, αφού είσαι σώμα.

ΑΓΟΡ. Σ' εξορκίζω μη μ' αφήσης να μείνω λίθος, αλλ' ανάλυσε με και κάμε με εκ νέου άνθρωπον.

ΧΡΥΣ. Δεν είνε δύσκολον θα γίνης πάλιν άνθρωπος. Λοιπόν ειπέ μου, παν σώμα είνε ζώον;

ΑΓΟΡ. Όχι.

ΧΡΥΣ. Ο δε λίθος είνε ζώον;

ΑΓΟΡ. Όχι.

ΧΡΥΣ. Συ δε είσαι σώμα;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Αφού δε είσαι σώμα, είσαι ζώον;

ΑΓΟΡ. Ναι.

ΧΡΥΣ. Επομένως δεν είσαι λίθος, αφού είσαι ζώον.

ΑΓΟΡ. Ευχαριστώ, αδελφέ, διότι είχαν αρχίση τα πόδια μου να ξεπαγιάζουν και ν' απολιθούνται, όπως της Νιόβης. Τέλος πάντων θα σ' αγοράσω. Αλλά δεν μου λες, πόσον θα πληρώσω;

ΕΡΜ. Δώδεκα μνας.

ΑΓΟΡ. Λάβε.

ΕΡΜ. Μόνος σου τον αγόρασες;

ΑΓΟΡ. Όχι, αλλ' όλοι αυτοί που βλέπεις.

ΕΡΜ. Είνε πολλοί και με ώμους δυνατούς και άξιοι του θεριστικού συλλογισμού.

ΖΕΥΣ. Μη χρονοτριβής, αλλά κάλεσε εκείνον τον Περιπατητικόν.

ΕΡΜ. Έλα συ ο ωραίος και πλούσιος. Ποιος θέλει ν' αγοράση τον σοφώτατον αυτόν, ο οποίος γνωρίζει τα πάντα;

ΑΓΟΡ. Και ποίας ιδιότητας έχει;

ΕΡΜ, Είνε μετριοπαθής, πράος, καλόβολος και, το σπουδαιότερον, διπλούς.

ΑΓΟΡ. Δηλαδή;

ΕΡΜ. Άλλος ο φαινόμενος και άλλος ο εσωτερικός• ώστε, αν τον αγοράσης, να ενθυμήσαι να διακρίνης εις αυτόν τον εσωτερικόν και τον εξωτερικόν άνθρωπον.

ΑΓΟΡ. Ποία δε είνε η κυριωτέρα γνώσις του;

ΕΡΜ. Ότι τα αγαθά είνε τρία, τα ψυχικά, τα σωματικά και τα έξω τούτων.

ΑΓΟΡ. Λογικά είνε αυτά. Και η τιμή του;

ΕΡΜ. Είκοσι μνας.

ΑΓΟΡ. Πολλά ζητάς.

ΕΡΜ. Όχι, φίλε μου, διότι αυτός φαίνεται ότι έχει χρήματα και καλά θα κάμης να τον αγοράσης το ταχύτερον. Εκτός δε των άλλων θα μάθης παρ' αυτού πόσον καιρόν ζη το κουνούπι, εις πόσον δε βάθος της θαλάσσης φθάνει το φως του ήλιου και τι είνε η ψυχή των στρειδιών.

ΑΓΟΡ. Πολύ λεπτολόγος.

ΕΡΜ. Και τι θα πης αν ακούσης άλλα πράγματα πολύ λεπτότερα, περί σπέρματος και γονιμοποιήσεως και περί σχηματισμού του εμβρύου εντός της μήτρας, και ότι ο μεν άνθρωπος είνε ον γελαστικόν, ο δε όνος όχι γελαστικόν, ούτε γνωρίζει να οικοδομή ή να ταξειδεύη.

ΑΓΟΡ. Πολύ θαυμάσια αυτά τα μαθήματα και πρακτικά {106}, ώστε τον αγοράζω είκοσι μνας.

ΕΡΜ. Καλά.

ΖΕΥΣ. Ποίος μας μένει ακόμη;

ΕΡΜ. Αυτός ο Σκεπτικός. Έλα συ, Πυρρία {107}, πλησίασε και κάνε γλίγορα να τελειώνωμεν. Οι περισσότεροι επωλήθησαν και δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν. Ποιος θέλει ν' αγοράση αυτόν εδώ;

ΑΓΟΡ. Εγώ• αλλά πες μου πρώτον τι ξέρεις εσύ;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ουδέν.

ΑΓΟΡ. Πώς είπες;

ΦΙΛ. Διότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει τίποτε απολύτως.

ΑΓΟΡ. Ώστε ούτε ημείς υπάρχομεν;

ΦΙΛ. Ούτε αυτό το γνωρίζω.

ΑΓΟΡ. Ούτε ότι συ υπάρχεις;

ΦΙΛ. Ακόμη περισσότερον αγνοώ τούτο.

ΑΓΟΡ. Τι άγνοια είνε αυτή; Και τι τις θέλεις αυτές τις ζυγαριές;

ΦΙΛ. Ζυγίζω εις αυτάς τας σκέψεις και τας εξισώνω• όταν δε τας εύρω εντελώς ομοίας και ισοβαρείς, τότε προ πάντων δεν γνωρίζω ποία είνε η αληθεστέρα.

ΑΓΟΡ. Και από τα άλλα εις τι προ πάντων καταγίνεσαι επιτυχώς;

ΦΙΛ. Πράττω τα πάντα και αποφεύγω μόνον να καταδιώκω φυγάδα {108}.

ΑΓΟΡ. Και διατί τούτο σου είνε αδύνατον;

ΦΙΛ. Διότι, φίλε μου, δεν δύναμαι να τον συλλάβω.

ΑΓΟΡ. Αυτό το εννοώ, διότι φαίνεσαι βραδύς και νωθρός. Αλλ' ο σκοπός της επιστήμης σου ποιος είνε;

ΦΙΛ. Η άγνοια και ούτε ν' ακούω ούτε να βλέπω.

ΑΓΟΡ. Λοιπόν θέλεις να πης ότι είσαι τυφλός και κωφός συγχρόνως;

ΦΙΛ. Και άκριτος προσέτι και αναίσθητος και εν γένει ουδόλως διαφέρω από τον σκώληκα.

ΑΓΟΡ. Δι' όλα αυτά αξίζεις να σε αγοράσω. Πόσον πωλείται αυτός εδώ;

ΕΡΜ. Μίαν μναν αττικήν.

ΑΓΟΡ. Λάβε την. Ήκουσες; Σε αγόρασα.

ΦΙΛ. Αυτό δεν είνε βέβαιον.

ΑΓΟΡ. Πώς δεν είνε βέβαιον, αφού εμέτρησα τα χρήματα;

ΦΙΛ. Διστάζω δι' αυτό και σκέπτομαι {109}.

ΑΓΟΡ. Και όμως πρέπει να με ακολουθήσης αφού είσαι δούλος μου.

ΦΙΛ. Ποίος γνωρίζει αν αυτά τα οποία λέγεις είνε αληθή;

ΑΓΟΡ. Το γνωρίζουν ο κήρυξ, η μνα που έδωκα και οι παρόντες.

ΦΙΛ. Υπάρχουν και άλλοι εδώ;

ΑΓΟΡ. Μετ' ολίγον θα σε βάλω να γυρίζης τον μύλον κι' εκεί θα πεισθής με δυσάρεστα επιχειρήματα ότι είμαι ο αφέντης σου.

ΦΙΛ. Να είσαι διστακτικός δι' αυτό.

ΑΓΟΡ. Το απεφάσισα ήδη.

ΕΡΜ. Παύσε ν' αντιτείνης και ακολούθησε τον αγοραστήν σου. Εσάς δε τους άλλους θα σας καλέσωμεν αύριον, όταν θα εκθέσωμεν εις δημοπρασίαν τα λαϊκά και βάναυσα και αγοραία επαγγέλματα.

ΑΛΙΕΥΣ Ή ΑΝΑΖΗΣΑΝΤΕΣ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Κτυπάτε, κτυπάτε τον αχρείον με λίθους πολλούς, κτυπάτε τον με βώλους και κεραμίδια, κτυπάτε τον με ξύλα, διά να μη μας ξεφύγη. Εμπρός, Πλάτων, κτύπα• και συ Χρύσιππε, και συ ο άλλος. Όλοι ας ορμήσωμεν εναντίον του,

ως πήρη πήρηφιν αρήγη, βάκτρα δε βάκνροις {110}•

διότι είνε κοινός εχθρός και δεν αφήκε κανένα εξ ημών ανύβριστον. Συ δε, Διογένη, ιδού σου παρουσιάζεται η καλλιτέρα ευκαιρία διά να μεταχειρισθής το ξύλον. Μη τον αφήνετε• ας τιμωρηθή, αναλόγως των συκοφαντιών του. Τι, εκουρασθήκατε, Επίκουρε και Αρίστιππε; και όμως δεν έπρεπε.

Ανέρες έστε, σοφοί, μνήσασθε δε θούριδος οργής {111}•

Αριστοτέλη, κάμε πιο γρήγορα. Λαμπρά, συνελήφθη το θηρίον. Επί τέλους σε κρατούμεν, αχρείε, και θα μάθης εντός ολίγου ποίοι είμεθα ημείς τους οποίους εκακολόγεις. Αλλά κατά ποίον τρόπον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν; Πρέπει να επινοήσωμεν ένα θάνατον με διαφόρους βασάνους, ώστε να μας ικανοποίηση όλους• διότι δι' όσα έπραξεν εις έκαστον εξ ημών ιδιαιτέρως είνε άξιος θανάτου.

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Α'. Κατά τα την γνώμην μου πρέπει να ανασκολοπισθή.

ΦΙΛ. Β'. Αφού όμως μαστιγωθή πρώτα.

ΦΙΛ. Γ'. Να του εξορυχθούν οι οφθαλμοί.

ΦΙΛ. Δ'. Προηγουμένως όμως να του αποκόψωμεν την γλώσσαν.

ΣΩΚΡ. Συ δε, Εμπεδοκλή, ποίαν γνώμην έχεις;

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ. Πρέπει να ριφθή εις τους κρατήρας της Αίτνας, διά να μάθη να μη υβρίζη τους καλλιτέρους του.

ΠΛΑΤΩΝ. Και όμως το καλλίτερον θα ήτο, ως ο Πενθεύς ή ο Ορφεύς,

λακιστόν εν πέτραισιν ευρέσθαι μόρον {112},

διά να λάβη έκαστος ένα κομμάτι και να φύγη...

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Όχι σας παρακαλώ• σας εξορκίζω εις τον ικέσιον Δία να με λυπηθήτε.

ΣΩΚΡ. Μη χάνης τα λόγια σου• τώρα πλέον δεν σώζεσαι. Ξέρεις και τι λέγει ο Όμηρος,

ως ουκ έστι λέουσι και ανδράσιν όρκια πιστά {113}.

ΛΟΥΚ. Και εγώ με στίχους του Ομήρου θα σας ικετεύσω και ίσως εκ σεβασμού προς τα Ομηρικά έπη θα φανήτε επιεικείς.

Ζωγρείτ' ου κακόν άνδρα και άξια δέχθε άποινα χαλκόν τε χρυσόν τε, τα δη φιλέουσι σοφοί περ {114}.

ΠΛΑΤΩΝ. Αλλ' ούτε ημείς Θα δυσκολευθώμεν να σου απαντήσωμεν με Ομηρικούς στίχους. Άκουσε λοιπόν:

μη δη μοι φύξιν γε, κακηγόρε, βάλλεο θυμώ χρυσόν περ λέξας, επεί ίκεο χείρας ες αμάς {115}.

