# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28202/index.md

Τι φρονείτε λοιπόν; Σας φαίνεται χειρότερος από την Σίβυλλαν χρησμολόγος ο Βάκις; Ώστε καιρός να εκλέξωσιν οι θαυμάσιοι ούτοι μαθηταί του Πρωτέως το μέρος εις το οποίον θα εξατμισθούν• διότι ούτω λέγουν την καύσιν. Αφού είπε ταύτα ο ρήτωρ εκείνος, όλοι οι παριστάμενοι ανεβόησαν• Να καούν τώρα αμέσως, είνε άξιοι να καούν. Και ο μεν ρήτωρ κατέβη γελών από του βήματος, «τον Νέστορα δε Θεαγένην ουκ έλαθεν ιαχή»• {21} αλλ' άμα ήκουσε την βοήν, έτρεξε και αναβάς εις το βήμα ήρχισε να κραυγάζη και να λέγη μυρία κακά περί του προλαλήσαντος, διότι δεν γνωρίζω το όνομα του λαμπρού εκείνου ανθρώπου. Εγώ τον αφήκα να ξελαρυγγίζεται και μετέβην να ίδω τους αθλητάς• διότι ελέγετο ότι οι Ελλανοδίκαι είχον ήδη έλθη εις το πλέθριον. {22}

Και ταύτα μεν συνέβησαν εις την Ήλιδα. Όταν δε έφθασα εις την Ολυμπίαν, ο οπισθόδομος {23} ήτο πλήρης από τους κατηγορούντας τον Πρωτέα ή επαινούντας την πρόθεσίν του, ούτως ώστε και εις συμπλοκήν έφθασαν πολλοί εξ αυτών, έως ου ενεφανίσθη αυτός ο Πρωτεύς συνοδευόμενος από μεγάλου πλήθους, μετά τον αγώνα των κηρύκων, και ωμίλησε περί του εαυτού του, και διηγήθη τον βίον του και τους κινδύνους τους οποίους διέτρεξε και όσα υπέφερε χάριν της φιλοσοφίας. Ωμίλησε δε επί πολύ, αλλ' εγώ ολίγα ήκουσα μη δυνηθείς να πλησιάσω ένεκα του πλήθους των παρισταμένων. Έπειτα φοβηθείς να μη συντριβώ εις τόσον συνωστισμόν, όπως είδα πολλούς άλλους να το πάθουν, απεμακρύνθην, αφήσας τον μελλοθάνατον σοφιστήν ν' απαγγέλλη τον επιτάφιόν του. Μόνον τούτο τον ήκουσα να λέγη, ότι ήθελε να επιθέση χρυσούν στέφανον εις τον χρυσούν βίον του• διότι έπρεπεν ο ζήσας όπως ο Ηρακλής και ν' αποθάνη όπως ο Ηρακλής και ν' αναμιχθή με τον αιθέρα. Θέλω δε, είπε, και να ωφελήσω τους ανθρώπους, δεικνύων εις αυτούς πώς πρέπει να περιφρονούν τον θάνατον, και νομίζω ότι πρέπει όλοι οι άνθρωποι να μου χρησιμεύσουν ως Φιλοκτήται. Εκ των ακροατών οι μεν ανοητότεροι εδάκρυον και εφώναζαν• Χάριν των Ελλήνων πρέπει να μείνης εις την ζωήν, δεν θέλομεν ν' αποθάνης. Οι δε ανδρικώτεροι εκραύγαζαν• Να εκτελέσης την απόφασίν σου. Τούτο ετάραξεν όχι ολίγον τον γέροντα, όστις ήλπιζεν ότι όλοι θα ήσαν υπέρ αυτού και δεν θα τον άφηναν να καή, αλλά και παρά την θέλησίν του θα τον ηνάγκαζαν να ζήση. Αλλ' εκείνη η κραυγή, να εκτελέση την απόφασίν του, ήτο πολύ απροσδόκητος και τον έκαμε να ωχριάση ακόμη περισσότερον, καίτοι είχεν ήδη το χρώμα νεκρού και μάλιστα έτρεμεν ολίγον, ώστε έπαυσε να ομιλή.

Εγώ δε, ως βέβαια συμπεραίνεις, εγέλων διότι ούτε άξιος οίκτου μου εφαίνετο ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος υπερέβη με την γελοίαν ματαιοδοξίαν του όλους τους κενοδόξους. Τον συνώδευον εν τοσούτω πολλοί και η φιλοδοξία του ικανοποιείτο, ενώ παρετήρει το πλήθος των θαυμαστών του, χωρίς να σκέπτεται ο άθλιος ότι και εκείνοι οίτινες οδηγούνται εις τον σταυρόν ή σύρονται υπό του δημίου ακολουθούνται υπό πολύ περισσοτέρων.

Τέλος πάντων οι Ολυμπιακοί αγώνες ετελείωσαν και ήτον η ωραιοτέρα εορτή των Ολυμπίων εκείνη εξ όσων είδα εγώ, ο οποίος τετράκις έως τώρα παρέστην εις τα Ολύμπια. Επειδή δε ήτο δύσκολον να εύρη τις άμαξαν, καθ' ότι πολλοί συγχρόνως ανεχώρουν, καθυστέρησα χωρίς να το θέλω. Ο δε Πρωτεύς, ο οποίος πάντοτε ανέβαλλε την εκτέλεσιν της αποφάσεώς του, απεφάσισεν επί τέλους να δώση το θέαμα της καύσεώς του εν καιρώ νυκτός.

Είς εκ των φίλων μου ήλθε και με παρέλαβε κατά το μεσονύκτιον και διηυθύνθημεν προς την Αρπίνην, όπου ήτον η πυρά. Το μέρος δε τούτο απέχει της Ολυμπίας περί τα είκοσι στάδια και ευρίσκεται προς ανατολάς, κατά το μέρος του ιπποδρόμου. Δεν εβραδύναμεν να φθάσωμεν και ευρήκαμεν πυράν ετοιμασμένην εις λάκκον βάθους μιας οργυιάς περίπου. Ήσαν δε τα ξύλα τα οποία έμελλον ν' αναφθούν δαδιά κατά το πλείστον αναμεμιγμένα με φρύγανα διά ν' ανάψουν ταχύτερα. Και όταν η σελήνη ανέτειλε (διότι έπρεπε και εκείνη να ίδη το ωραίον εκείνο θέαμα), ο Πρωτεύς παρουσιάσθη με τον συνήθη του ιματισμόν και μετ' αυτού οι επιφανέστεροι των Κυνικών• μεταξύ δε αυτών, η εκ Πατρών Κυνική εξοχότης, ο Θεαγένης, ο οποίος εκράτει δάδα και έπαιζε το πρόσωπον δευτεραγωνιστού. Δάδα εκράτει και ο Πρωτεύς. Κατέφθασαν και άλλοι εκ διαφόρων μερών και ήναψαν την πυράν, η οποία ευθύς ανέδωκε μεγάλην φλόγα, διότι, ως είπα, απετελείτο από δαδιά και φρύγανα• εκείνος δε, και τώρα σε παρακαλώ να συγκεντρώσης όλην σου την προσοχήν, απέθεσε την πήραν, τον μανδύαν και το Ηράκλειον ρόπαλον το οποίον εκράτει και έμεινε μόνον με υποκάμισον φοβερά ρυπαρόν. Έπειτα εζήτησε λιβανωτόν διά να το ρίψη εις την πυράν. Κάποιος του έδωκε και αφού το έρριψεν εις το πυρ εστράφη προς μεσημβρίαν—και τούτο δε το κίνημά του ήτο σχετικόν προς την κωμωδίαν—και είπε• «Πνεύματα μητρικά και πατρικά, δεχθήτε με εις τους κόλπους σας με αγάπην». Έπειτα επήδησεν εις την πυράν και δεν εφάνη πλέον, διότι αι φλόγες ήσαν μεγάλαι και αμέσως τον περιεκάλυψαν.

Και πάλιν σε φαντάζομαι, αγαπητέ Κρόνιε, να γελάς διά το τέλος του δράματος. Εγώ δε όταν τον ήκουσα να επικαλήται τα μητρικά πνεύματα δεν παρεξενεύθην πολύ. Αλλ' όταν επεκαλέσθη και τα πατρικά, δεν ηδυνήθην να κρατήσω τον γέλωτα, ενθυμηθείς τα λεχθέντα περί του φόνου του πατρός του. Οι δε Κυνικοί οι οποίοι είχον περικυκλώση την πυράν δεν εδάκρυον, αλλά μόνον διά της σιωπής εξέφραζον κάποιαν λύπην και παρετήρουν εις την πυράν, έως ου εγώ αποκαμών να βλέπω την κωμωδίαν εκείνην είπα• «Είμεθα ανόητοι να καθήμεθα εδώ και να βλέπωμεν θέαμα όχι ευχάριστον, ένα γέροντα ψηνόμενον, και να γεμίζωμεν τους πνεύμονάς μας με οσμήν δυσάρεστον. Ή περιμένετε να έλθη κανείς ζωγράφος να μας ζωγραφίση, όπως εξεικονίζουν τους μαθητάς του Σωκράτους εις το δεσμωτήριον;» Οι Κυνικοί εθύμωσαν και ήρχισαν να με υβρίζουν, τινές δε και ύψωσαν τας βακτηρίας των. Αλλ' επειδή ηπείλησα ότι θα ήρπαζα μερικούς εξ αυτών να τους ρίψω εις την πυράν, διά ν' ακολουθήσουν τον διδάσκαλόν των, εσιώπησαν και ησύχασαν.

Εγώ δε επιστρέφων έκαμνα διαφόρους σκέψεις περί του πάθους της φιλοδοξίας και συνεπέραινα ότι το πάθος τούτο είνε εκ των ισχυροτάτων και εκ των μάλλον ακαταγωνίστων, όχι πλέον δι' ανθρώπους οποίος ο Περεγρίνος, όστις και κατά τα άλλα υπήρξε παράφρων και έζησε βίον αλλόκοτον και άξιον να τελειώση εις την πυράν, αλλά και δι' ανθρώπους οίτινες θεωρούνται λίαν εξαιρετικοί. Καθ' οδόν συνήντησα πολλούς, οίτινες μετέβαινον να ίδουν και αυτοί την ολοκαύτωσιν, διότι ενόμιζον ότι θα τον προφθάσουν ζωντανόν. Πράγματι δε την προηγουμένην ημέραν είχε διαδοθή, ότι, αφού θα προσηύχετο προς τον ανατέλλοντα ήλιον— όπως, λέγεται, κάμνουν οι Βραχμάνες—θα ερρίπτετο εις την πυράν. Απέτρεπα λοιπόν τους περισσοτέρους εξ αυτών, λέγων ότι η θυσία είχε τελειώση, εκτός εάν ήσαν περίεργοι να ίδουν και μόνον το μέρος ή να προφθάσουν υπόλειμμα του πυρός. Αλλ' ευρήκα τον διάβολόν μου, φίλε μου, διότι ήμουν ηναγκασμένος να διηγούμαι εις όλους και ν' ακούω τας ερωτήσεις ανθρώπων οίτινες ήθελον να μάθουν πάσαν λεπτομέρειαν. Όταν λοιπόν έβλεπα κανένα έξυπνον του διηγούμην απλώς, όπως προς σε, όσα συνέβησαν• διά δε τους ηλιθίους και τους χαζούς έπλαττα μύθους, έλεγα λόγου χάριν εις αυτούς ότι άμα ήναψαν την πυράν και ερρίφθη εις αυτήν ο Πρωτεύς, έγινε πρώτον μέγας σεισμός και ήλθεν εκ των εγκάτων της γης βοή μεγάλη, έπειτα εκ του μέσου των φλογών επέταξε γυψ και διηυθύνθη προς τον ουρανόν, φωνάζων με ανθρωπίνην φωνήν• «Αφήκα την γην και αναβαίνω εις τον Όλυμπον». Οι ακούοντες κατελαμβάνοντο υπό φόβου και τρέμοντες εψιθύριζον προσευχάς, με ηρώτων δε ποίαν διεύθυνσιν ηκολούθησεν ο γυψ, προς ανατολάς ή προς δυσμάς, και εγώ εις απάντησιν έλεγα ό,τι μου επήρχετο εις την κεφαλήν.

Όταν δε επέστρεψα εις την Ολυμπίαν, συνήντησα ένα ηλικιωμένον άνθρωπον, ο οποίος εφαίνετο σοβαρός και αξιόπιστος εκ του ήθους και της γενειάδος του, και τον ήκουσα να διηγήται περί του Πρωτέως ότι, αφού εκάη, τον είδε με λευκόν ένδυμα και ότι προ ολίγου τον αφήκε περιπατούντα εις την επτάφωνον στοάν {24}, γελαστόν και φέροντα επί κεφαλής στέφανον από κότινον. Κατόπιν ανέφερε και τον γύπα ορκιζόμενος ότι τον είδε με τα μάτια του να πετάξη εκ της πυράς, δηλαδή τον γύπα τον οποίον εγώ προ ολίγου είχα πετάξη διά να τον βλέπουν οι ηλίθιοι.

Δύνασαι τώρα να φανταστής ποία θαύματα θα επακολουθήσουν ότι θα φάνουν μέλισσαι εις τον τόπον της πυράς και τέττιγες και κορώναι και αλλά τοιαύτα, όπως εις τον τάφον του Ησιόδου. Δεν αμφιβάλλω δε ότι και οι Ηλείοι και οι άλλοι Έλληνες, προς τους οποίους, ως λέγεται, έγραψε, θα του εγείρουν εντός ολίγου ανδριάντας. Ήκουσα τωόντι ότι έστειλεν επιστολάς προς όλας σχεδόν τας μεγάλας πόλεις, διά των οποίων διεβίβασε προς αυτάς τας τελευταίας του θελήσεις, ομού με διαφόρους παραινέσεις και κανόνας ηθικούς και πολιτικούς. Το έργον δε τούτο ανέθηκεν είς τινας εκ των μαθητών του, τους οποίους ωνόμασε νεκραγγέλλους και ταχυδρόμους του Άδου. Τοιούτον υπήρξε το τέλος του ταλαιπώρου Πρωτέως, ο οποίος εν βραχυολογία ουδέποτε εφρόντισε διά την αλήθειαν, παν ό,τι δε είπε και έπραξε πάντοτε απέβλεπεν εις την διαφήμισιν και τον θαυμασμόν του πλήθους, τόσον ώστε και εις το πυρ ερρίφθη, χωρίς να υπολογίση ότι δεν ήτο δυνατόν ν' απολαύση την δόξαν. Αφού θ' απέθνησκε δεν θα ηδύνατο ν' ακούη τους επαίνους. Πριν τελειώσω θα σου διηγηθώ κάτι τι ακόμη, διά να έχης να γελάς επί πολύ. Γνωρίζεις προ πολλού όσα συνέβησαν όταν εταξείδευσα με αυτόν από την Τρωάδα—διότι σου τα διηγήθηκα τότε αμέσως, κατά τον εκ Συρίας ερχομόν μου—και την άλλην καλοπέρασίν του εις το ταξείδι και τον ωραίον έφηβον, τον οποίον προσηλύτισεν εις τον κυνισμόν, διά να έχη και αυτός τον Αλκιβιάδην του, και πώς ετρόμαξεν, όταν μίαν νύκτα εις το μέσον του Αιγαίου εμαύρισεν ο ουρανός και έγινε φοβερά τρικυμία, και έκλαιε μετά των γυναικών αυτός ο θαυμαζόμενος και θεωρούμενος ως περιφρονών τον θάνατον. Αλλά και ολίγον προ του θανάτου του, προ εννέα περίπου ημερών, επειδή, νομίζω, έφαγε περισσότερον του δέοντος, κατελήφθη την νύκτα υπό εμέτων και σφοδροτάτου πυρετού. Αυτά μου διηγήθη ο ιατρός Αλέξανδρος, ο οποίος εκλήθη να τον εξετάση• μου είπε δε ότι τον εύρε να κυλίεται κατά γης, να βασανίζεται υπό πυρετού ανυποφόρου και να ζητή επιμόνως ψυχρόν ύδωρ• ο ιατρός όμως δεν του έδιδεν, αλλά του είπεν ότι, αν εξάπαντος επεθύμει ν' αποθάνη, ο θάνατος είχεν έλθη προς αυτόν μόνος του και δεν είχε παρά να τον ακολουθήση, χωρίς να φροντίζη περί πυράς. Ο Πρωτεύς όμως του απήντησεν ότι τοιούτος θάνατος δεν θα είχεν αξίαν, αφού θα ήτο όπως ο θάνατος όλων των άλλων και επομένως άδοξος. Αυτά μου είπεν ο Αλέξανδρος• αλλά και εγώ αυτός τον είδα προ ολίγων ημερών να έχη αλείψη με φάρμακον τον οφθαλμόν του, όστις εδάκρυζεν εκ της δριμύτητος του ιατρικού. Ως βλέπεις, ενόμιζε, φαίνεται, ότι ο Αιακός δεν υποδέχεται καλώς εις τον Άδην τους πάσχοντας τους οφθαλμούς και μη βλέποντας καλά. Έπραξε δηλαδή όμοιον προς άνθρωπον μέλλοντα να σταυρωθή, ο οποίος φροντίζει να θεραπεύση μικράν πάθησιν του δακτύλου του. Τι νομίζεις ότι θα έπραττεν ο Δημόκριτος εάν έβλεπε ταύτα; Θα ηδύνατο να γελάση όσον ήτο άξιος ο Πρωτεύς; Αλλά τόσος γέλως φαίνεται και της ευθυμίας του Δημοκρίτου ανώτερος. Γέλα εν τοσούτω και συ, φίλε μου, και μάλιστα όταν ακούσης τους άλλους να τον θαυμάζουν.

ΟΙ ΔΡΑΠΕΤΑΙ

Απόλλων, Ζευς, Φιλοσοφία, Ηρακλής, Ερμής, Άνθρωποι, Κύριος, Ορφεύς, Φυγάδες, Φιλοξενών.

ΑΠΟΛΛΩΝ. Αληθεύουν τα λεγόμενα, πατέρα, ότι κάποιος γέρων ερρίφθη εις το πυρ και εκάη απέναντι του ναού σου εις την Ολυμπίαν; Ο άνθρωπος αυτός, ως λέγεται, ήτο πολύ επιτήδειος εις το να κάνη διάφορα πράγματα τα οποία να προκαλούν την προσοχήν και τον θαυμασμόν. Το γεγονός μας διηγήθη η Σελήνη, η οποία, ως μας είπε, τον είδε να καίεται.

ΖΕΥΣ. Είνε πολύ αληθές δυστυχώς και είθε να μη συνέβαινε.

ΑΠΟΛ. Τόσω καλός ήτον αυτός ο γέρων και τόσον άδικον ήτο ν' αποθάνη εις την πυράν;

ΖΕΥΣ. Ίσως και τούτο, αλλ' εγώ ενθυμούμαι ότι τότε κατελήφθην υπό φοβεράς αηδίας, ένεκα της δυσοσμίας την οποίαν έφερε μέχρις εμού ο καπνός των ψηνομένων ανθρωπίνων σαρκών και αν δεν έφευγα αμέσως διά την Αραβίαν, φοβούμαι ότι θα μ' έπνιγεν ο βρωμερός εκείνος καπνός• και όταν ευρέθηκα μέσα εις τόσην ευωδίαν και τόσα αρώματα και αφθόνους αναθυμιάσεις λιβανωτού, μετά δυσκολίας η όσφρησίς μου απέβαλε το δυσάρεστον εκείνο αίσθημα. Τώρα δε ακόμη και μόνον η ανάμνησίς της με ανακατόνει.

ΑΠΟΛ. Και διά ποίον λόγον, ω Ζευ, ο άνθρωπος εκείνος απέθανε κατ' αυτόν τον τρόπον; Ή τι καλόν ήλπιζε διά να πέση εις το πυρ και απανθρακωθή;

ΖΕΥΣ. Την αυτήν ανοησίαν δεν έκαμε προηγουμένως και ο Εμπεδοκλής, ο οποίος επίσης ερίφθη εντός του ηφαιστείου εις την Σικελίαν;

ΑΠΟΛ. Αλλ' εκείνος έπασχεν από παραφροσύνην• ο περί ου ο λόγος όμως ποίαν αιτίαν είχε διά να επιθυμήση τοιούτον θάνατον;

ΖΕΥΣ. Θα σου ειπώ τι είπεν ο ίδιος όταν απελογήθη διά τον θάνατόν του προς τους συνηθροισμένους εις την Ολυμπίαν. Αν ενθυμούμαι καλά, είπε... Αλλά ποιά είνε αυτή που έρχεται με σπουδήν, ταραγμένη και δακρύουσα, η οποία φαίνεται ως να έχη πάθη μέγα αδίκημα; Αλλά την αναγνωρίζω• είνε η Φιλοσοφία• την ακούω που επικαλείται το όνομά μου και παραπονείται. Διατί, κόρη μου, κλαίεις; Και διατί αφήκες τον κόσμον και ήλθες εδώ; μήπως οι αμαθείς άνθρωποι πάλιν σ' επεβουλεύθησαν, όπως άλλοτε, όταν εφόνευσαν τον κατηγορηθέντα υπό του Ανύτου Σωκράτην, και διά τούτο δεν θέλεις να ζης πλέον μεταξύ αυτών;

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Τίποτε τοιούτον, πατέρα• εκείνοι, ο πολύς λαός δηλαδή, μ' ετίμων πολύ, μ' εσέβοντο και μ' εθαύμαζαν και σχεδόν μ' επροσκύνουν, μολονότι δεν πολυενόουν τους λόγους μου. Οι άλλοι όμως, πώς να τους είπω; οι λέγοντες ότι είνε σχετικοί και φίλοι μου, οι οποίοι φέρουν το όνομά μου, αυτοί με κακομετεχειρίσθησαν κατά τον χειρότερον τρόπον.

ΖΕΥΣ. Οι φιλόσοφοι σ' εκακοποίησαν;

ΦΙΛΟΣ. Όχι, πατέρα• και αυτοί εκακοποιήθησαν μαζή μου.

ΖΕΥΣ. Ποίοι λοιπόν σ' επείραξαν, αφού ούτε τον λαόν, ούτε τους φιλοσόφους κατηγορείς;

ΦΙΛΟΣ. Υπάρχουν τινές, ω Ζευ, μεταξύ του λαού και των φιλοσοφούντων, οι οποίοι κατά την ενδυμασίαν, το βλέμμα και το βάδισμα είνε όμοιοι προς ημάς• αξιούν δε ότι είνε οπαδοί μου, φέρουν ως τίτλον το όνομά μου και λέγουν ότι είνε μαθηταί και σύντροφοι και θιασώται μου. Ο βίος όμως αυτών είνε φαυλότατος, γεμάτος από αμάθειαν, θράσος και ασέλγειαν, πράγμα το οποίον αποτελεί όχι μικράν ύβριν εναντίον μου. Εξ αιτίας αυτών, πατέρα, έφυγα από τον κόσμον.

ΖΕΥΣ. Τα παράπονά σου είνε σοβαρά, κόρη μου. Αλλά εις τι προ πάντων σ' επείραξαν;

ΦΙΛ. θα ίδης αν είνε μικρά όσα μου έχουν κάμη. Ενθυμείσαι ότι βλέπων τον κόσμον πλήρη αδικίας και παρανομίας, διότι επλεόναζεν η αμάθεια και η κακουργία και τον συνετάρασσαν, ελυπήθης τους ανθρώπους τους πλανωμένους εις την άγνοιαν και με απέστειλες με την παραγγελίαν να φροντίσω ώστε να παύσουν ν' αδικούν ο είς τον άλλον, να βιαιοπραγούν και να ζουν όπως τα θηρία, να στραφούν δε προς την αλήθειαν και ν' αρχίσουν να συζούν ειρηνικώτερα. Μου είπες δε τα εξής. Τι πράττουν οι άνθρωποι και εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται ένεκα της αμαθείας και συ το βλέπεις, κόρη μου• και επειδή τους λυπούμαι, εξέλεξα σε εξ όλων των θεών, ως μόνην δυναμένην να διορθώσης την κατάστασιν, και σε αποστέλλω να τους φέρης εις την ευθείαν οδόν.

ΖΕΥΣ. Ενθυμούμαι ότι πολλά τοιαύτα σου είπα τότε• συ δε τώρα λέγε τι επηκολούθησε, πώς σε υπεδέχθησαν κατ' αρχάς όταν έφθασες και τι σου έκαμαν τώρα.

ΦΙΛ. Κατ' αρχάς, πατέρα, δεν επήγα αμέσως εις τους Έλληνας, αλλ' ήρχισα από εκείνο το οποίον έκρινα δυσκολώτερον, την διδασκαλίαν των βαρβάρων διότι ενόμισα ότι οι Έλληνες ευκολώτερα θα υπήκουον και πολύ ταχέως θα εδέχοντο οιονδήποτε χαλινόν και θα υπετάσσοντο εις τον ζυγόν της δικαιοσύνης. Ήρχισα λοιπόν από τους Ινδούς, έθνος μέγιστον, και τους έπεισα χωρίς δυσκολίαν να κατέλθουν από τους ελέφαντας και να με ακούσουν• κατώρθωσα δε ώστε ολόκληρος φυλή, οι Βραχμάνες, οι οποίοι συνορεύουν με τους Νεχραίους και τους Οξυδράκας, να γίνουν οπαδοί μου όλοι και τώρα ζουν συμφώνως προς τους ιδικούς μου κανόνας και τιμώνται υπό όλων των περιοίκων λαών και αποθνήσκουν κατά τρόπον παράδοξον.

ΖΕΥΣ. Ενοείς τους γυμνοσοφιστάς. Έχω ακούση πολλά περί αυτών και ότι ανεβαίνουν εις μεγάλην πυράν και υποφέρουν ατάραχοι να καίωνται, χωρίς να μετακινηθούν ή να δείξουν λιποψυχίαν. Αλλά τούτο δεν είνε και τόσον παράδοξον διότι και προ ολίγων ημερών είδα να γίνη το όμοιον εις την Ολυμπίαν. Υποθέτω δε ότι και συ θα παρίστασο, όταν εκαίετο ο γέρων εκείνος.

ΦΙΛ. Ούτε επήγα, πατέρα, εις την Ολυμπίαν, διά τον φόβον των αναθεματισμένων εκείνων τους οποίους ανέφερα, διότι έβλεπα πολλούς εξ αυτών να πηγαίνουν διά να υβρίσουν τους συνερχομένους διά τους αγώνας και να γεμίσουν από θόρυβον τον οπισθόδομον του ναού με τας υλακάς των, ώστε δεν είδα και εκείνον πώς απέθανε. Μετά τους Βραχμάνας λοιπόν επήγα εις την Αιθιοπίαν αμέσως και απ' εκεί κατέβηκα εις την Αίγυπτον αφού δε συνανεστράφην τους ιερείς και προφήτας και τους εδίδαξα τα θεία, ανεχώρησα εις την Βαβυλώνα, διά να μυήσω εις την σοφίαν τους Χαλδαίους και τους Μάγους. Έπειτα επήγα εις την Σκυθίαν και εις την Θράκην κατόπιν, όπου ο Εύμολπος και ο Ορφεύς ήκουσαν την διδασκαλίαν μου• τους προαπέστειλα δε εις την Ελλάδα, τον μεν Εύμολπον διά να μυήση τους Έλληνας εις τα θεία, τα οποία είχε διδαχθή παρ' εμού άπαντα, τον δε Ορφέα διά να τους εξημερώση και εκπολιτίση διά της μουσικής• μετέβην δε και εγώ ευθύς κατόπιν. Κατ' αρχάς οι Έλληνες ούτε πολύ προθύμως με υπεδέχθησαν, αλλ' ούτε και με απεδίωξαν. Ολίγον δε κατ' ολίγον κατώρθωσα να κάμω και επτά μαθητάς {25} και ένα άλλον εκ Σάμου, άλλον εξ Εφέσου και τρίτον εξ Αβδήρων, {26} δηλαδή πολύ ολίγους. Έπειτα δεν γνωρίζω πώς μου προσεκολλήθη το γένος των σοφιστών, το οποίον ούτε ησπάζετο κατά βάθος την διδασκαλίαν μου, αλλ' ούτε και εντελώς την απέκρουεν, αλλ' όπως το γένος των Ιπποκενταύρων απετέλουν κάτι τι σύνθετον και μικτόν, μεταξύ αγυρτείας και φιλοσοφίας πλανώμενον, ούτε εις την άγνοιαν τελείως προσκολλώμενον, ούτε προς εμέ δυνάμενον να βλέπη ατενώς• αλλ' όπως οι ασθενείς την όρασιν, έβλεπον ασαφές και σκοτεινόν τι φάντασμα ή ενίοτε μόνον την σκιάν μου, και εν τοσούτω ενόμιζον ότι ενόουν τα πάντα ακριβώς. Ούτω ανεπτύχθη μεταξύ αυτών η ματαία εκείνη και περιττή φιλοσοφία, η κατά την γνώμην των ακαταγώνιστος, αι περίτεχνοι και ακατανόητοι και ανόητοι απαντήσεις, αι δυσνόητοι και λαβυρινθώδεις ερωτήσεις. Έπειτα, επειδή τους έφεραν εις αμηχανίαν και τους εξήλεγχον οι οπαδοί μου, εξωργίζοντο και συνωμότουν εναντίον αυτών και επί τέλους τους κατεμήνυον εις τα δικαστήρια και τους κατεδίκαζον να πίουν το κώνειον. Έπρεπεν ίσως τότε να φύγω αμέσως και μη ανεχθώ περισσότερον την συντροφειάν των αλλ' ο Αντισθένης, ο Διογένης και κατόπιν ο Κράτης και ο Μένιππος μ' έπεισαν να παραμείνω ακόμη ολίγον και είθε να μη τους ήκουα, διότι δεν θα επάθαινα τόσα κακά κατόπιν.

ΖΕΥΣ. Εξακολουθείς να παραπονείσαι, χωρίς να μου λέγης τι σου έκαμαν.

ΦΙΛ. Άκουσε λοιπόν, ω Ζευ, και θα ίδης πόσα υπέφερα από κάτι ανθρώπους βδελυρούς, ως επί το πολύ δούλους και εργάτας, οι οποίοι δεν είχον καμμίαν σχέσιν προς εμέ από της παιδικής των ηλικίας, διότι τους ημπόδιζον αι ασχολίαι των. Ως είπα ήσαν δούλοι, εργάται και τεχνίται και εδιδάσκοντο να ράπτουν υποδήματα, να κατεργάζωνται ξύλα, ή να πλύνουν και να ξένουν έρια, ώστε να δύνανται ευκολώτερα να τα κατεργάζωνται αι γυναίκες, να τα κλώθουν και να τα υφαίνουν.

Αφού λοιπόν τοιαύτα εδιδάσκοντο κατά την παιδικήν των ηλικίαν, ουδέ κατ' όνομα εγνώριζον την ιδικήν μου διδασκαλίαν. Αλλ' όταν έφθασαν εις την ανδρικήν ηλικίαν και είδαν πως σέβεται ο λαός τους οπαδούς μου και πως ανέχονται οι άνθρωποι την ελευθεροστομίαν των, πως ευχαρίστως ακούουν τας συμβουλάς των και τας ακολουθούν και όταν τους επιπλήττουν συστέλλονται, ενόμισαν ότι τούτο ήτο όχι μικρά εξουσία. Εσκέπτοντο δε ότι να μάθη κανείς όσα απαιτούνται διά να γίνη φιλόσοφος απαιτεί πολύν καιρόν και εις αυτούς ήτο εντελώς αδύνατον αι δε τέχναι και ευτελείς είνε και κόπον πολύν απαιτούν και μόλις δύνανται να παρέχουν τα απαιτούμενα διά να ζήση τις. Είς τινας δε εξ αυτών και η δουλεία εφαίνετο βαρεία και, όπως τωόντι είνε, αφόρητος. Απεφάσισαν λοιπόν να ρίψουν την τελευταίαν άγκυραν, την οποίαν οι ναυτικοί ονομάζουν ιεράν• και προσωρμίσθησαν εις τον ευχάριστον λιμένα της οκνηρίας, συμπαραλαβόντες το θράσος, την αμάθειαν και την αναισχυντίαν, αίτινες αποτελούν τα κυριώτερά των εφόδια• και μελετήσαντες νέου είδους ύβρεις διά να τας έχουν προχείρους, αυτάς δε μόνον έχοντες εις το στόμα των ως δόγματα (δεν είνε λαμπρά εφόδια διά την φιλοσοφίαν;) ενδύονται και μεταμορφούνται ως φιλόσοφοι, όπως κατά τον Αίσωπον έπραξεν ο όνος εκείνος της Κύμης, ο οποίος περιτυλιχθείς με λεοντήν και εκπέμπων τραχύν ογκυθμόν υπεκρίνετο τον λέοντα• ίσως δε ευρέθησαν καί τινες οι οποίοι τον επίστευσαν. Το φιλοσοφικόν σχήμα, ως γνωρίζεις, είνε εύκολον εις απομίμησιν (εννοώ το εξωτερικόν) και δεν είνε πολύ δύσκολον να φορέση κανείς φιλοσοφικόν μανδύαν, να κρεμάση εις τον ώμον του μίαν πήραν, να κρατή ξύλον και να κραυγάζη, μάλλον δε να γκαρίζη ή να υλακτή και να υβρίζη τους πάντας. Ήσαν δε βέβαιοι ότι δεν διέτρεχον κανένα κίνδυνον, διότι θα τους εξησφάλιζεν ο προς το φιλοσοφικόν σχήμα σεβασμός. Ούτω απέκτων ευκόλως και την ελευθερίαν, παρά την θέλησιν του κυρίου των• και αν ούτος επεχείρει να τους επαναφέρη εις τα έργα των, θα τον εξυλοκόπουν. Θα είχον δε άρτον άφθονον και εκλεκτόν και όχι, όπως προηγουμένως, μαύρον και ξηρόν και ως προσφάγιον όχι παστόψαρον ή θύμον, {27} αλλά κρέατα παντοειδή και οίνον τον εκλεκτώτεοον και χρήματα παρ' οιουδήποτε θέλουν• διότι φορολογούν τον κόσμον ή, όπως αυτοί λέγουν, κουρεύουν τα πρόβατα. Έχουν δε πεποίθησιν ότι πολλοί δεν δύνανται ν' αρνηθούν ή εκ σεβασμού προς το φιλοσοφικόν των ένδυμα ή εκ φόβου προς την κακήν των γλώσσαν.

Εσκέπτοντο δε ότι δεν είνε δύσκολον να εξισωθούν προς τους πραγματικούς φιλοσόφους, αφού ουδείς θα υπήρχεν ο δυνάμενος να τους διακρίνη, άμα θα κατώρθωνον να είνε όμοιοι κατά το εξωτερικόν. Διότι δεν δέχονται να υποβληθούν εις κανένα έλεγχον. Εάν κανείς απευθύνη προς αυτούς ερωτήσεις με τάξιν και ησυχίαν, δεν απαντούν, αλλ' αρχίζουν να κραυγάζουν και καταφεύγουν εις την ακρόπολίν των, την ύβριν, και είνε έτοιμοι να μεταχειρισθούν το ξύλον το οποίον κρατούν. Και αν μεν τους προκαλέσης να επιδείξουν τα έργα των, απαντούν διά πολλών λόγων, εάν δε θέλης να τους κρίνης από τους λόγους, σου λέγουν να εξετάσης τον βίον των.

Λοιπόν η πόλις έχει γεμίση από τοιούτους απατεώνας και μάλιστα από τους διατεινομένους ότι είνε οπαδοί του Διογένους, του Αντισθένους και του Κράτητος και ως σήμα έχουν τον κύνα. Αλλά δεν μιμούνται καμμίαν από τας αρετάς, τας οποίας έχουν εκ φύσεως οι σκύλλοι, όπως η φρούρησις και η πίστις, η αγάπη προς τον κύριόν των και η ευγνωμοσύνη• εξ εναντίας έχουν όλα τα ελαττώματα των ζώων εκείνων, το γαύγισμα και την λαιμαργίαν, την ροπήν προς την αρπαγήν, την μεγάλην ασέλγειαν και την κολακείαν και κινούν την ουράν προς τον δίδοντα και περιτριγυρίζουν εις τας τραπέζας. Εις αυτά είνε τέλειοι.

Αλλά θα ίδης τι μέλλει να συμβή εντός ολίγου. Όλοι οι τεχνίται θα φύγουν από τα εργαστήρια και θ' αφήσουν τας τέχνας των, όταν βλέπουν ότι αυτοί μεν κοπιάζουν και κακοπαθούν, από πρωίας μέχρις εσπέρας σκυμμένοι εις τας εργασίας των και μόλις κατορθώνοντες να ζουν εκ του κέρδους το οποίον έχουν, ενώ οι αργοί εκείνοι και αγύρται έχουν τα πάντα άφθονα και ζητούν τυραννικώς, λαμβάνουν δε ευκόλως• και οργίζονται εάν δεν λάβουν, δεν ευχαριστούν δε ουδέ όταν λαμβάνουν. Είνε επόμενον να φαίνωνται ταύτα εις τους πτωχούς εκείνους ανθρώπους ως ο χρυσούς αιών και να νομίζουν ότι το μέλι τρέχει εκ του ουρανού εις τα στόματα των ψευδοφιλοσόφων εκείνων.

Δεν θα ήτο δε το πράγμα τόσον φοβερόν, εάν οι αγύρται εκείνοι περιωρίζοντο μόνον εις αυτά. Αλλ' ενώ έξω και δημοσία φαίνονται πολύ σοβαροί και σκυθρωποί, εάν επιτύχουν κανένα νέον ευειδή ή γυναίκα ωραίαν, εντρέπομαι να είπω τι κάνουν. Μερικοί απάγουν και τας γυναίκας εκείνων οίτινες τους φιλοξενούν, όπως ο εξ Ιλίου εκείνος νέος{28}, με την πρόφασιν να τας μυήσουν εις την φιλοσοφίαν και αυτάς. Έπειτα τας έχουν κοινάς μεταξύ των όλοι και λέγουν ότι ακολουθούν το δόγμα του Πλάτωνος, αγνοούντες πώς ο θείος εκείνος φιλόσοφος ενόει να είνε κοιναί αι γυναίκες. {29}

