# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Πέμπτος

## Part 10

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28202/index.md

ΕΡΜ. Γιατί όχι, Χάρων; Ή έχεις την ιδέαν ότι είμεθα πλέον αδύνατοι από τα παιδαρέλια εκείνα, αφού μάλιστα είμεθα και θεοί;

ΧΑΡ. Όχι• αλλά το πράγμα μου φαίνεται πολύ μεγάλο και δύσκολο.

ΕΡΜ. Επόμενον είνε, διότι είσαι αμαθής, Χάρων, και δεν έχεις το χάρισμα το ποιητικόν. Ο θαυμάσιος όμως Όμηρος με δύο στίχους μεταφέρει και αλληλεπιθέτει τα βουνά και εις μίαν στιγμήν μας κάνει κλίμακα διά τον ουρανόν. Αλλ' απορώ πώς νομίζεις αυτά απίστευτα, αφού γνωρίζεις τον Άτλαντα, ο οποίος σηκώνει τον κόσμον με όλους ημάς εις τους ώμους του και είνε ένας μόνον. Θα έχης δε ίσως ακούση και περί του αδελφού μου του Ηρακλέους ότι αντικατέστησέ ποτε τον Άτλαντα εκείνον και του πήρε το φορτίον του διά να τον ξεκουράση ολίγον.

ΧΑΡ. Τα ήκουσα και αυτά, αλλ' αν είνε αληθινά, συ, Ερμή, και οι ποιηταί το ξέρετε.

ΕΡΜ. Αληθέστατα, Χάρων. Διότι διά ποίον λόγον άνθρωποι σοφοί θα εψεύδοντο; Λοιπόν ας ξεκουνήσωμεν την Όσσαν πρώτον, ακολουθούντες τας οδηγίας του ποιήματος και του αρχιτέκτονος,

αυτάρ επ' Όσση, Πήλιον εινοσίφυλλον {101}.

Βλέπεις, πόσον εύκολα και πόσον ποιητικώς τα εκαταφέραμεν; Τώρα θ' ανέβω να ίδω αν είνε ανάγκη να βάλωμεν και άλλο βουνό απάνω. Μωρέ, πόσον χαμηλότερα είμεθα ακόμη από τον ουρανόν• από τα ανατολικά μόλις φαίνεται η Ιονία και η Λυδία, από δε τα δυτικά παράλια δεν φαίνεται τίποτε πέραν της Ιταλίας και Σικελίας και από τον βορράν μόνον τα κάτω του Ίστρου διακρίνονται, προς νότον δε η Κρήτη ολίγον και αμυδρά φαίνεται. Πρέπει να μετακινήσωμεν και την Οίτην και έπειτα επάνω εις όλα αυτά να τοποθετήσωμεν και τον Παρνασσόν.

ΧΑΡ. Έτσι να κάμωμεν. Πρόσεξε μόνον να μη υψώσωμεν το έργον μας πέραν του πιθανού και έπειτα καταρρεύση και συγκρημνισθώμεν, πληρώσωμεν δε την ευπιστίαν μας εις την οικοδομικήν του Ομήρου με τα κεφάλια μας που θα τσακισθούν.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει και όλα θα πάνε καλά. Μετακίνησε την Οίτην και επάνω εις αυτήν ας θέσωμεν τον Παρνασσόν. Και τώρα ανεβαίνω πάλιν διά να ίδω. Λαμπρά• βλέπω τα πάντα. Ανέβα τώρα και συ.

ΧΑΡ. Δόσε μου το χέρι σου, Ερμή, διότι δεν μου είνε εύκολον να σκαρφαλώσω τόσο ψηλά.

ΕΡΜ. Αφού θέλεις να δης τα πάντα, Χάρων, πρέπει και να κινδυνεύσης ολίγον. Όταν κανείς είνε περίεργος πρέπει να έχη και το θάρρος του κινδύνου. Κρατήσου από το χέρι μου και πρόσεξε να μην πατής εις τα ολισθηρά μέρη. Λαμπρά• ανέβηκες και συ. Αφού δε ο Παρνασσός έχει δύο κορυφάς, πάρε συ την μίαν και εγώ την άλλην και ας καθήσωμεν• τώρα δε κύτταζε γύρω και βλέπε.

ΧΑΡ. Βλέπω μίαν εκτεταμένην ξηράν και μίαν μεγάλην λίμνην, η οποία την περιβρέχει, όρη και ποταμούς, μεγαλειτέρους από τον Κωκυτόν και τον Πυριφλεγέθοντα και ανθρώπους μικρούς—μικρούς και μερικές από της φωληές των.

ΕΡΜ. Είνε πόλεις αυτές που νομίζεις φωληές.

ΧΑΡ. Το ξέρεις, Ερμή, ότι δεν εκάμαμε τίποτε και ότι αδίκως μετεκινήσαμεν τον Παρνασσόν ομού με την Κασταλλίαν και την Οίτην και τα άλλα βουνά;

ΕΡΜ. Διατί;

ΧΑΡ. Δεν βλέπω τίποτε καθαρά απ' αυτό το ύψος. Η επιθυμία μου δεν ήτο να ίδω πόλεις και όρη μόνον όπως εις της ζωγραφιές, αλλά και ανθρώπους, και να διακρίνω τι κάνουν και ν' ακούσω τι λέγουν, όπως την πρώτην στιγμήν που με συνήντησες και με είδες να γελώ και με ηρώτησες γιατί γελούσα• είχα ακούση κάτι το οποίον μου εφάνη πολύ αστείον.

ΕΡΜ. Τι;

ΧΑΡ. Κάποιος είχε προσκληθή από ένα φίλον του εις γεύμα διά την επιούσαν, και ενώ έλεγε «μάλιστα, θα έλθω χωρίς άλλο», έπεσε μία κεραμίδα από την στέγην, τον βρήκε στο κεφάλι και τον αφήκε στον τόπο. Αυτό μου εφάνη πολύ αστείον, διότι έβλεπα ότι έδιδεν υπόσχεσιν την οποίαν δεν θα ηδύνατο να εκτελέση. Μου φαίνεται δε ότι καλλίτερα θα κάμωμεν να κατέβωμεν λίγο χαμηλότερα, διότι θέλω να βλέπω και ν' ακούω συγχρόνως.

ΕΡΜ. Μη σε μέλει• και δι' αυτό θα φροντίσω• θα δανεισθώ από τον Όμηρον ένα εξορκισμόν διά να σε κάμω να βλέπης πολύ δυνατά. Να θυμάσαι μόνον άμα απαγγείλω τους στίχους να παύσης να αμβλυωπής και να βλέπης τα πάντα καθαρά.

ΧΑΡ. Λέγε λοιπόν.

ΕΡΜ. Αχλύν δ' αύ τοι απ' οφθαλμών έλον, ή πριν επήεν,

όφρ' ευ γινώσκης ημέν θεον ηδέ και άνδρα {102}.

Λοιπόν βλέπεις τώρα;

ΧΑΡ. Θαυμάσια. Μπροστά μου ο Λυγγεύς είνε στραβός. Και τώρα θα σε παρακαλέσω να μου απαντήσης εις μερικάς ερωτήσεις• θέλεις δε και εγώ να σου ομιλήσω με στίχους του Ομήρου, διά να μάθης ότι κάτι ξέρω και από Όμηρον;

ΕΡΜ. Και πώς ξέρεις εσύ Όμηρον, που ήσουν πάντοτε ναύτης και κωπηλάτης;

ΧΑΡ. Βλέπω ότι έχεις πολύ κακήν ιδέαν για μας τους ναυτικούς. Αλλ' εγώ, όταν πέθανε ο ποιητής και τον πήρα, τον ήκουα ν' απαγγέλλη πολλά εκ των ποιημάτων του και ενθυμούμαι ακόμη μερικά, μολονότι την ημέραν εκείνην είχαμε τρικυμίαν μεγάλην. Άμα ήρχισε να ψάλλη μίαν ωδήν, η οποία δεν ήτο πολύ αισία διά το ταξείδι, ο Ποσειδών εμάζευσε τα σύννεφα και ετάραξε την Αχερουσίαν. Την ανακάτεψε με την τρίαινάν του ως με κουτάλαν. Έγεινε δε μεγάλη ανεμοζάλη και σκότος εξ αιτίας των στίχων εκείνων και παρ' ολίγον να μας ανατρέψη το πλοίον και ο ποιητής έπαθε ναυτίαν και εξέρασε πολλάς ραψωδίας ομού με την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν και τον Κύκλωπα. Από τόσα ξεράσματα δεν ήτο δύσκολον να διατηρώ ακόμη μερικά. Λοιπόν λέγε μου τώρα•

Τις γαρ όδ' ποτέ πάχιστος ανήρ ηύς τε μέγας τε, έξοχος ανθρώπων κεφαλήν και ευρέας ώμους;

ΕΡΜ. Είνε ο αθλητής Μίλων ο Κροτωνιάτης. Τον χειροκροτούν δε οι Έλληνες διότι εσήκωσεν εις τους ώμους του ταύρον και με το φορτίον τούτο διατρέχει το στάδιον.

ΧΑΡ. Και δεν είνε δικαιότερον να χειροκροτούν εμένα, Ερμή, ο οποίος μετ' ολίγον θα σου συλλάβω αυτόν τον Μίλωνα και θα τον ρίψω εις το πλοιάριον, όταν θα νικηθή υπό του ακατανικήτου ανταγωνιστού, του θανάτου, και θα έλθη κάτω, χωρίς μάλιστα καλά καλά να καταλάβη πώς ενικήθη; Και τότε θα κλαίη ενθυμούμενος τους στεφάνους που λαμβάνει τώρα και τα χειροκροτήματα. Τώρα υπερηφανεύεται και νομίζει ότι είνε κάτι σπουδαίον, διότι κατορθώνει να σηκώνη ένα ταύρον και οι θεαταί τον θαυμάζουν διά τούτο. Τι να υποθέσωμεν; Φαντάζεται άρά γε ότι θ' αποθάνη μίαν ημέραν;

ΕΡΜ. Πού να λογαριάζη θάνατον αυτός με την ζωήν και την δύναμιν που έχει!

ΧΑΡ. Άφησ' τον και έχομε να γελάσωμεν όταν θα ταξειδεύη μαζή μας και όχι πλέον ταύρον, αλλ' ουδέ κουνούπι θα δύναται να σηκώση. Αλλά πες μου και τούτο•

Τις τ' άρ' όδ' άλλος ο σεμνός ανήρ;

Από το ένδυμά του δεν φαίνεται να είνε Έλλην.

ΕΡΜ. Είνε ο Κύρος, ο υιός του Καμβύσου, ο οποίος αφήρεσεν από τους Μήδους την κυριαρχίαν και την έδωκεν εις τους Πέρσας. Αυτός προ ολίγου καιρού ενίκησε τους Ασσυρίους και κατέκτησε την Βαβυλώνα• τώρα δε φαίνεται ότι παρασκευάζει εκστρατείαν εναντίον της Λυδίας, διά να καθαιρέση και τον Κροίσον και γίνη κύριος όλης της Ασίας.

ΧΑΡ. Και ο Κροίσος που είνε;

ΕΡΜ. Κύτταξε εκεί που φαίνεται μία μεγάλη ακρόπολις με τριπλούν τείχος• είνε αι Σάρδεις• βλέπεις δε τώρα και τον Κροίσον ξαπλωμένον επάνω εις χρυσήν κλίνην και συνδιαλεγόμενον με τον Σόλωνα τον Αθηναίον. Θέλεις ν' ακούσωμεν τι λέγουν;

ΧΑΡ. Μάλιστα.

ΚΡΟΙΣΟΣ. Είδες, ω ξένε Αθηναίε, τα πλούτη μου και τους θησαυρούς και πόσον χρυσόν άκοπον έχω και την άλλην μου πολυτέλειαν. Τώρα σε παρακαλώ να μου πης ποίον εξ όλων των ανθρώπων νομίζεις ως τον πλέον ευτυχή.

ΧΑΡ. Τι άρά γε θ' απαντήση ο Σόλων;

ΕΡΜ. Μη ανησυχής και δεν θα πη τίποτε ανόητον.

ΣΟΛΩΝ. Οι ευτυχείς, Κροίσε, είνε ολίγοι• εγώ δε ως τους πλέον ευτυχείς νομίζω τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, τους υιούς της Αργείας ιερείας.

ΧΑΡ. Εννοεί βέβαια εκείνους οι οποίοι απέθανον συγχρόνως προ καιρού, αφού εζεύχθησαν εις την άμαξαν και έσυραν την μητέρα των μέχρι του ναού της Αρτέμιδος.

ΚΡΟΙΣ. Ας παραδεχθώμεν ότι αυτοί έχουν τα πρωτεία της ευτυχίας. Δεύτερος ποίος έρχεται;

ΣΟΛ. Τέλλος ο Αθηναίος, ο οποίος αφού έζησε καλώς, απέθανεν υπέρ της πατρίδος του.

ΚΡΟΙΣ. Εγώ δε, κάθαρμα, δεν σου φαίνομαι ευτυχής;

ΣΟΛ. Αυτό δεν θα φανή, Κροίσε, πριν φθάσης εις το τέλος του βίου σου• διότι μόνον ο θάνατος τα ξεκαθαρίζει αυτά τα ζητήματα και μόνον εκείνος είνε ευτυχής ο οποίος κατορθώνει να είνε μέχρι τέλους τοιούτος.

ΧΑΡ. Εύγε, Σόλων, που δεν μας λησμονείς, αλλά λέγεις ότι το ζήτημα της ευτυχίας πρέπει να λύεται κοντά εις το πλοίον μου. Αλλά ποίοι είνε εκείνοι οι άνθρωποι, τους οποίους ο Κροίσος ξαποστέλλει κάπου, και τι σηκώνουν εις τους ώμους των;

ΕΡΜ. Είνε πλίνθοι χρυσαί, τας οποίας αποστέλλει ως προσφοράς εις τον Πύθιον Απόλλωνα διά τους χρησμούς που μετ' ολίγον θα φέρουν την καταστροφήν του• διότι αγαπά και εκτιμά πολύ την μαντικήν.

ΧΑΡ. Μπα! αυτό το κίτρινο πράγμα που στίλβει και έχει μίαν λάμψιν κοκκινωπήν είνε ο χρυσός; Τον έχω ακούση πολλάκις και τώρα μόνον τον βλέπω.

ΕΡΜ. Αυτός είνε, Χάρων, περί του οποίου όλοι ομιλούν και όλοι τον επιδιώκουν.

ΧΑΡ. Αλλά δεν βλέπω τι καλόν έχει αυτό το πράγμα, εκτός μόνον ότι δίδει βάρος εις αυτόν που το έχει.

ΕΡΜ. Δεν ξέρεις πόσοι πόλεμοι έγιναν δι' αυτό, πόσαι επιβουλαί και ληστείαι, επιορκίαι και φόνοι, πόσα μακρυνά ταξείδια έγιναν χάριν αυτού και πόσοι άνθρωποι έχασαν την ελευθερίαν των εξ αιτίας του!

ΧΑΡ. Δι' αυτό το μέταλλον, Ερμή, το οποίον πολύ ολίγον διαφέρει από τον χαλκόν; Τον χαλκόν τον γνωρίζω, διότι ως ξέρεις, λαμβάνω από έκαστον εκ των ερχομένων εις τον Άδην ένα οβολόν.

ΕΡΜ. Ναι• αλλ' ο χαλκός είνε πολύς και δεν του αποδίδουν μεγάλην σημασίαν οι άνθρωποι, ενώ ο χρυσός είνε ολίγος και τον εξάγουν από πολύ βάθος οι μεταλλευταί. Από την γην όμως εξάγεται και αυτός, καθώς ο μόλυβδος και τα άλλα.

ΧΑΡ. Πολύ ανοήτους μου παριστάς τους ανθρώπους, αφού τόσον αγαπούν αυτό το κίτρινον και βαρύ πράγμα.

ΕΡΜ. Βλέπεις όμως ότι ο Σόλων εκείνος δεν φαίνεται να το αγαπά, αφού, ως είδες, εμπαίζει τον Κροίσον και τα πλούτη διά τα οποία ο βάρβαρος υπερηφανεύεται. Αλλά μου φαίνεται ότι κάτι θέλει πάλιν να τον ερωτήση. Ας ακούσωμεν.

ΣΟΛ. Δεν μου λέγεις, Κροίσε, νομίζεις ότι ο Πύθιος Απόλλων έχει ανάγκην αυτών των πλίνθων;

ΚΡΟΙΣ. Βέβαια• διότι δεν υπάρχει εις τους Δελφούς άλλο τοιούτον αφιέρωμα.

ΣΟΛ. Ώστε φρονείς ότι ο θεός θα είνε ευτυχής αν μετά των άλλων αποκτήση και πλίνθους χρυσάς;

ΚΡΟΙΣ. Διατί όχι;

ΣΟΛ. Τότε, κατά την ιδέαν σου, Κροίσε, θα επικρατή πολλή πενία εις τον ουρανόν, αφού οι θεοί ευρίσκονται εις την ανάγκην να ζητούν χρυσόν από την Λυδίαν, αν επιθυμήσουν.

ΚΡΟΙΣ. Και πού αλλού υπάρχει τόσος χρυσός όσος εδώ;

ΣΟΛ. Δεν μου λες, σίδηρος δεν παράγεται εις την Λυδίαν;

ΚΡΟΙΣ. Όχι πολύς.

ΣΟΛ. Σας λείπει λοιπόν το καλλίτερον.

ΚΡΟΙΣ. Πώς; είνε καλλίτερος ο σίδηρος από τον χρυσόν;

ΣΟΛ. Αν μου απαντήσης χωρίς να θυμώνης, θα το εννοήσης.

ΚΡΟΙΣ. Ερώτα, Σόλων.

ΣΟΛ. Ποίοι είνε καλλίτεροι, εκείνοι οι οποίοι σώζουν άλλους ή οι σωζόμενοι παρ' εκείνων;

ΚΡΟΙΣ. Βεβαίως οι σώζοντες.

ΣΟΛ. Λοιπόν εάν ο Κύρος, όπως λέγεται ότι σχεδιάζει, εκστρατεύση εναντίον των Λυδών, τότε θα κατασκευάσης χρυσάς μαχαίρας διά τον στρατόν σου, ή θα σου χρησιμεύση ο σίδηρος;

ΚΡΟΙΣ. Ο σίδηρος, εννοείται.

ΣΟΛ. Επομένως, εάν δεν έχης σίδηρον, θα σου φύγη ο χρυσός και θα πάη αιχμάλωτος εις την Περσίαν.

ΚΡΟΙΣ. Κουνήσου από τη θέσι σου, άνθρωπε.

ΣΟΛ. Εύχομαι να μη συμβούν αυτά, αλλ' οπωσδήποτε ομολογείς ότι ο σίδηρος είνε καλλίτερος από τον χρυσόν.

ΚΡΟΙΣ. Λοιπόν και εις τον θεόν θέλεις ν' αφιερώσω πλίνθους σιδηράς, να ζητήσω δε οπίσω τον χρυσόν;

ΣΟΛ. Ούτε σιδήρου έχει ανάγκην ο θεός, αλλ' είτε χαλκόν, είτε χρυσόν αφιερώσης, θα γείνη λεία των ανθρώπων, των Φωκέων λόγου χάριν, των Βοιωτών ή των Δελφών, ή κανενός τυράννου ή ληστού, ο δε Απόλλων ολίγον ενδιαφέρεται διά τα χρυσά σου αφιερώματα.

ΚΡΟΙΣ. Πάντοτε συ μου κατηγορείς τον πλούτον και τον φθονείς.

ΕΡΜ. Βλέπεις, Χάρων, ότι ο Λυδός δεν ανέχεται την ειλικρίνειαν και την αλήθειαν των λόγων, αλλά του φαίνεται παράδοξον ότι άνθρωπος πτωχός δεν συστέλλεται και δεν φοβείται ενώπιόν του, αλλ' εκφράζει ελευθέρως την γνώμην του. Αλλά θα ενθυμηθή τους λόγους του Σόλωνος ολίγον βραδύτερον, όταν θα τον συλλάβη ο Κύρος και θα τον ρίψη εις την πυράν διότι ήκουσα προ ημερών την Κλωθώ να αναφέρη τα εις έκαστον μέλλοντα να συμβούν, μεταξύ δε αυτών ανεφέρετο και ότι ο Κροίσος θα αιχμαλωτισθή υπό του Κύρου, ο δε Κύρος θα φονευθή υπό της Μασσαγέτιδος εκείνης. Βλέπεις αυτήν την Σκυθίδα η οποία εκστρατεύει ιππεύουσα λευκόν ίππον;

ΧΑΡ. Μάλιστα.

ΕΡΜ. Είνε η Τόμυρις. Αυτή θα κόψη την κεφαλήν του Κύρου και θα την βάλη εις ασκόν γεμάτον από αίμα. Βλέπεις και τον υιόν του, εκείνον τον νέον; Είνε ο Καμβύσης• αυτός θα διαδεχθή εις τον θρόνον τον πατέρα του και, αφού κάμη μυρία σφάλματα εις την Λυβίαν και την Αιθιοπίαν, εις το τέλος θα τρελλαθή και θ' αποθάνη, αφού φονεύση τον ιερόν βουν Άπιν.

ΧΑΡ. Τι αστεία πράγματα. Αλλά τώρα ποίος τολμά να ατενίση αυτούς τους τόσον αγερώχους; Και ποίος δύναται να πιστεύση ότι εκείνος μεν θα αιχμαλωτισθή, του δε άλλου η κεφαλή θα ριφθή εις ασκόν γεμάτον από αίμα; Εκείνος δε Ερμή, ποίος είνε, που φορεί μανδύαν από πορφύραν και διάδημα ηγεμονικόν και εις τον οποίον ο μάγειρος δίδει δακτύλιον μέσα από το ψάρι που ξεκοίλιασε,

Νήσω εν αμφιρύτη; βασιλεύς δε τις εύχεται είναι{103}.

ΕΡΜ. Εύγε, Χάρων• βλέπω ότι αρχίζεις να εφαρμόζης ωραία τους Ομηρικούς στίχους. Αυτός που βλέπεις είνε ο Πολυκράτης ο τύραννος της Σάμου, ο οποίος νομίζει ότι είνε εις άκρον ευτυχής• αλλά και αυτός θα προδοθή εις τον σατράπην Οροίτην υπό του δούλου, τον οποίον βλέπεις παριστάμενον, και θ' ανασκολοπισθή ο δυστυχής και θα χάση την ευτυχίαν του εντός ολίγου. Και αυτά τα ήκουσα από την ΚλωΘώ.

ΧΑΡ. Εύγε, Κλωθώ γενναία• κόπτε κεφαλάς και ανασκολόπιζε, διά να εννοήσουν ότι είνε άνθρωποι• ως τόσω δε ας υψηλοφρονούν διά να πέσουν από υψηλότερα και να αισθανθούν περισσότερον πόνον εις την πτώσιν των. Εγώ θα γελάσω τότε που θα βλέπω ένα έκαστον εξ αυτών γυμνόν εις το πλοίον μου και ούτε παρφύραν, ούτε τιάραν, ούτε θρόνον χρυσούν θα έχουν.

ΕΡΜ. Τέλος πάντων η τύχη αυτών θα είνε τοιαύτη. Βλέπεις τώρα τον όχλον, εκ του οποίου άλλοι ταξειδεύουν, άλλοι πολεμούν, άλλοι δικάζονται ή γεωργούν, δανείζουν ή επαιτούν;

ΧΑΡ. Βλέπω πλήθος πολυάσχολον και πολυτάραχον ζωήν και τας πόλεις των που ομοιάζουν με κυψέλλας, όπου έκαστος έχει το κεντρί του και τον πλησίον του κεντά, μερικοί δε μεγάλοι, ως σφήκες άγουν και φέρουν τους άλλους. Το δε άλλο πλήθος που πετά γύρω των αόρατον τι είνε;

ΕΡΜ. Ελπίδες και φόβοι και μωρίαι και ηδοναί, φιλαργυρίαι και θυμοί και τα παρόμοια. Εκ τούτων η μωρία ζη κάτω μεταξύ των ανθρώπων, όπως και το μίσος, η οργή, η ζηλοτυπία, η αμάθεια, η στενοχωρία και η φιλαργυρία• αι δε ελπίδες και ο φόβος πετούν υπεράνω, και ο μεν επιπίπτει και τους συνταράσσει και τους κάμνει να μαζεύωνται και να τρέμουν, αι δ' ελπίδες πετούν πάνω από τας κεφαλάς των και φεύγουν και απομακρύνονται, οσάκις νομίση τις ότι δύναται να τας συλλάβη και τους αφήνουν με το στόμα ανοικτόν• δηλαδή παθαίνουν ό,τι βλέπεις τον Τάνταλον να πάσχη κάτω εις τον Άδην με το νερόν. Εάν δε προσέξης, θα ίδης και τας Μοίρας από πάνω να κλώθουν τα νήματα από τα οποία κρέμεται η τύχη εκάστου. Τα βλέπεις αυτά τα νήματα που κατεβαίνουν ως ιστοί αράχνης από ταδράκτια εις κάθε άνθρωπον;

ΧΑΡ. Βλέπω κάτι κλωστές πολύ λεπτές, που εις πολλούς είνε μπλεγμένες και συνδέουν τον ένα με τον άλλον.

ΕΡΜ. Αυτό σημαίνει ότι είνε γραμμένον ο ένας να φονεύση τον άλλον και ο άλλος να κληρονομήση εκείνον του οποίου το νήμα είνε μικρότερον. Κάτι τοιούτον σημαίνει αυτό το μπλέξιμον. Βλέπεις ότι όλοι κρέμονται από λεπτότατα νήματα• και ο μεν ένας έχει συρθή επάνω και μένει μετέωρος, μετ' ολίγον δε, όταν εκ του βάρους του θα κοπή η κλωστή, θα πέση και θα κάμη μέγαν κρότον• ο δε άλλος κρεμάμενος εις μικρόν ύψος και αν κρημνισθή θα πέση χωρίς κρότον και μόλις οι γείτονες θα πάρουν είδησιν από την πτώσιν του.

ΧΑΡ. Πολύ αστεία αυτά, Ερμή.

ΕΡΜ. Και όμως δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον πράγματικώς είνε γελοία, Χάρων, και μάλιστα η μεγάλη σημασία την οποίαν αποδίδουν εις τα πράγματα και αι ελπίδες υπό των οποίων κατέχονται καθ' ον χρόνον επέρχεται και τους αρπάζει ο θάνατος. Ως βλέπεις, πολλοί αγγελιαφόροι και υπηρέται του περιπολούν μεταξύ αυτών, πυρετοί διαφόρων ειδών και φθίσεις και περιπνευμονίαι, φόνοι και ληστείαι, δηλητήρια και δικασταί και τύραννοι. Αυτά ουδόλως τα σκέπτονται εν όσω ευτυχούν, άμα δε η τύχη των μεταβληθή, αρχίζουν να κλαίουν και να οδύρωνται. Αν ευθύς εξ αρχής εσκέπτοντο ότι είνε θνητοί και ότι η ζωή των διαρκεί ολίγον και ως όνειρον, μετά το οποίον θα φύγουν εκ της ζωής και θ' αφήσουν τα πάντα επί της γης, θα ζούσαν φρονιμώτερα και ολιγώτερον θα ελυπούντο όταν θ' απέθνησκαν. Τώρα ελπίζοντες ότι αιωνίως θα ζουν και θ' απολαμβάνουν τα υπάρχοντά των, δυσφορούν όταν έρχεται ο υπηρέτης του θανάτου και τους δένει με τον πυρετόν ή με την φθίσιν και τους παίρνει, διότι ενόμιζαν ότι ποτέ δεν θ' απεσπώντο από την ζωήν. Τι θα έκαμνεν εκείνος ο οποίος οικοδομεί οικίαν με πολλήν σπουδήν και βιάζει τους εργάτας να τελειώσουν το ταχύτερον, εάν εμάνθανεν ότι μόλις την στεγάση θ' αποθάνη και θα την αφήση εις τον κληρονόμον του, χωρίς να προφθάση ο κακομοίρης να δειπνήση εντός αυτής; Εκείνος δε ο οποίος χαίρει διότι η γυναίκα του εγέννησεν αρσενικό παιδί και έχει καλέση διά τούτο τους φίλους του εις γεύμα και δίδει εις το παιδί το όνομα του πατρός του {104} θα έχαιρε, νομίζεις, αν εγνώριζεν ότι το παιδί εκείνο θ' αποθάνη όταν γίνη επτά ετών; Και η αιτία είνε ότι βλέπει μεν τον πατέρα ο οποίος είνε ευτυχής διότι ενίκησεν ο υιός του εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, δεν βλέπει δε τον γείτονα ο οποίος κηδεύει το παιδί του και δεν φαντάζεται από ποίαν λεπτήν κλωστήν κρέμεται η ευτυχία διά την οποίαν χαίρει. Αλλά βλέπεις και εκείνους οι οποίοι φιλονεικούν διά σύνορα πόσοι είνε, και εκείνους που συναθροίζουν χρήματα, οι οποίοι πριν τ' απολαύσουν σύρονται εις τον θάνατον υπό των αγγελιαφόρων και των υπηρετών τους οποίους ανέφερα. •

ΧΑΡ. Τα βλέπω όλα αυτά και σκέπτομαι και απορώ ποίαν ευχαρίστησιν ευρίσκουν εις την ζωήν και διατί λυπούνται τόσον διά την στέρησίν της. Και αυτοί οι βασιλείς των, οι οποίοι θεωρούνται οι πλέον ευτυχείς, εκτός του ότι και αυτοί έχουν αβεβαίαν και αμφίβολον την τύχην, ως είπες, έχουν εις την ζωήν των περισσοτέρας δυσαρεσκείας παρά τέρψεις, φόβους, ανησυχίας, μίση και επιβουλάς, θυμούς και κολακείας, διότι εις όλα αυτά υπόκεινται. Παραλείπω τας θλίψεις και τα νοσήματα και τα πάθη, τα οποία εξ ίσου με τους άλλους ανθρώπους κατέχουν και αυτούς. Αφού δε η ζωή αυτών είνε τόσον αξιοθρήνητος, εύκολον να φαντασθή κανείς τι είνε η ζωή των κοινών ανθρώπων. Ξέρεις πώς μου φαίνεται, Ερμή, ότι μοιάζουν οι άνθρωποι και η ζωή των όλη; Θα είδές ποτε τας φυσαλλίδας που σχηματίζει το νερόν το οποίον πέφτει από βρύσιν• λέγω εκείνας από τας οποίας σχηματίζεται ο αφρός• από αυτάς άλλες είνε μικρές και αμέσως διαλύονται και χάνονται και άλλες διαρκούν περισσότερον, με την προσθήκην δε και άλλων φουσκώνουν περισσότερον και αποκτούν μέγαν όγκον, αλλ' επί τέλους και αυταί σκάζουν, διότι δεν είνε δυνατόν να γείνη άλλως. Τοιαύτη είνε των ανθρώπων η ζωή• όλοι φουσκώνουν από αέρα πολύν ή ολίγον και οι μεν διαρκούν επ' ολίγον καιρόν, οι δε μόλις φανούν εξαφανίζονται• διότι όλοι είνε προωρισμένοι να σκάσουν ως φυσαλλίδες.

ΕΡΜ. Η παρομοίωσίς σου, Χάρων, δεν είνε χειροτέρα από την παρομοίωσιν του Ομήρου, ο οποίος παρομοιάζει τους ανθρώπους με τα φύλλα του δένδρου.

ΧΑΡ. Και όμως, Ερμή, ενώ είνε τοιούτοι, βλέπεις τι κάνουν και πώς συνερίζονται και φιλονεικούν μεταξύ των διά τα πρωτεία, τας τιμάς και τας περιουσίας, τα οποία μέλλουν ν' αφήσουν και μόνον ένα οβολόν να παραλάβουν και να έλθουν προς ημάς κάτω εις τον Άδην. Και αφού ευρισκόμεθα εδώ υψηλά, θέλεις να φωνάξω με όλην μου την δύναμιν και να τους συμβουλεύσω ν' αφήσουν τους αδίκους κόπους και να μη λησμονούν τον θάνατον; Θέλεις να φωνάξω• Ω ανόητοι, διατί χάνεσθε εις αυτά τα μάταια πράγματα; Παύσετε να κοπιάζετε• δεν θα ζήσετε αιωνίως• τίποτε από όσα νομίζετε σπουδαία δεν είνε παντοτεινόν, ούτε θα παραλάβετε τίποτε από αυτά μαζή σας όταν θ' αποθάνετε, αλλά θα φύγετε γυμνοί, αι δε οικοδομαί και τα κτήματα και ο χρυσός θα περιέλθουν εις άλλους και πάντοτε θ' αλλάσσουν κυρίους. Δεν νομίζεις ότι, αν φωνάξω αυτά και άλλα προς αυτούς, θα ωφεληθούν και θα γείνουν φρονιμώτεροι;

ΕΡΜ. Είσαι πολύ αφελής. Δεν φαντάζεσαι πόσον η άγνοια και η απάτη τους διαφθείρει, και ούτε με τρύπανον δύνανται ν• ανοιχθούν τ' αυτιά των• με τόσον κερί τα έχουν βουλώση, όπως ο Οδυσσεύς έφραξε τα ώτα των συντρόφων του διά να μη ακούσουν το άσμα των Σειρήνων. Και να σκάσης να φωνάζης, δεν υπάρχει ελπίς να σ' ακούσουν. Εις τον κόσμον η άγνοια έχει το αυτό αποτέλεσμα το οποίον εις τον Άδην έχει το ύδωρ της Λήθης. Υπάρχουν όμως και ολίγοι οι οποίοι δεν εδέχθησαν να φράξουν τ' αυτιά των με κερί, αλλά τ' αφήκαν ανοικτά προς την αλήθειαν και βλέπουν καθαρά τα πράγματα και τα εννοούν όπως είνε.

ΧΑΡ. Λοιπόν εις εκείνους να φωνάξωμεν.

ΕΡΜ. Περιττόν να τους συμβουλεύσωμεν πράγματα που τα γνωρίζουν. Βλέπεις ότι έχουν χωρισθή από τους άλλους και καταγελούν τα συμβαίνοντα και δεν αρέσκονται κατ' ουδένα τρόπον εις αυτά, αλλ' είνε φανερόν ότι σκέπτονται να φύγουν εκ της ζωής το ταχύτερον και να έλθουν προς ημάς κάτω• διότι οι άνθρωποι τους μισούν, επειδή κατακρίνουν την αμάθειάν των.

ΧΑΡ. Εύγε τους• βλέπω όμως, Ερμή, ότι είνε πολύ ολίγοι.

ΕΡΜ. Είνε παράδοξον ότι είνε και τόσοι. Αλλά καιρός να κατέβωμεν.

ΧΑΡ. Κάτι τι ακόμη επεθύμουν να μάθω, Ερμή, και διά να μου κάμης πλήρη την χάριν διά την οποίαν σε παρεκάλεσα, θέλω να μου δείξης τα μέρη εις τα οποία αποθηκεύουν και θάπτουν τα σώματα εκείνων που πεθαίνουν.

ΕΡΜ. Τα ονομάζουν μνήματα και τάφους και μαυσωλεία. Βλέπεις πλησίον των πόλεων εκείνα τα αναχώματα, τας στήλας και τας πυραμίδας; Όλα αυτά είνε νεκροδοχεία.

ΧΑΡ. Και δεν μου λες, διατί στεφανώνουν τους λίθους και τους χρίουν με αρώματα; Βλέπω και άλλους οι οποίοι έχουν ανάψη πυράν κοντά στους τάφους και έσκαψαν λάκκον και καίουν πολυτελή φαγητά, εις δε τον λάκκον χύνουν οίνον και μελίκρατα, ως δύναται κανείς να συμπεράνη. Δεν εννοώ, φίλε μου, τι δύνανται να ωφελήσουν αυτά τους ευρισκομένους εις τον Άδην.

ΕΡΜ. Πιστεύουν ότι αι ψυχαί έρχονται από τον κάτω κόσμον και πετούν γύρω εις τας πυράς διά να δειπνούν με την κνίσαν και τον καπνόν, πίνουν δε από τους λάκκους το μελίκρατον.

ΧΑΡ. Εκείνοι πίνουν που είνε μόνον σκελετοί και έχουν τα κρανία κατάξηρα; Αλλ' είνε γελοίον να σου το λέγω, αφού κάθε μέρα τους οδηγείς και τους ξέρεις. Γνωρίζεις επίσης ότι, αφού άπαξ έλθουν κάτω, δεν είνε δυνατόν πλέον να επιστρέψουν. Θα ήτο πολύ ευχάριστος η θέσις σου, Ερμή, και πολύ αναπαυτικόν το έργον σου εάν συ, που τους οδηγείς κάτω, ήσουν αναγκασμένος να τους επαναφέρης διά να πίνουν. Ω ανόητοι άνθρωποι, που δεν εννοείτε ποία σύνορα ανυπέρβλητα υπάρχουν μεταξύ των νεκρών και των ζώντων και ότι,

κάτθαν' ομώς ό τ' άτυμβος ανήρ ός τ' έλλαχε τύμβου, εν δε ιή τιμή Ίρος κρείων τ' Αγαμέμνων• Θερσίτη δ' ίσος Θέτιδος παις ηϋκόμοιο. πάντες δ' εισίν όμως νεκύων αμενηνά κάρηνα, γυμνοί τε ξηροί τε κατ' ασφοδελόν λειμώνα {105}.

ΕΡΜ. Μπα! βλέπω ότι είσαι πολύ δυνατός εις τον Όμηρον. Αλλ' αφού μου ενθύμησες τον Αχιλλέα, θα σου δείξω τον τάφον του. Τον βλέπεις εκεί κοντά εις την θάλασσαν; Εκεί είνε το Σίγειον, ακρωτήριον της Τρωάδος• απέναντι έχει ταφή ο Αίας εις το Ροίτειον.

ΧΑΡ. Δεν είνε μεγάλοι οι τάφοι των. Και τώρα δείξε μου τας περιφήμους πόλεις, περί των οποίων γίνεται λόγος και κάτω εις τον Άδην, την Νινευή του Σαρδαναπάλου, την Βαβυλώνα, τας Μυκήνας, τας Κλεωνάς και την Ίλιον. Από την τελευταίαν είχα άλλοτε πολλούς επιβάτας και επί δέκα έτη δεν μ' αφήκαν να τραβήξω έξω και να καλαφατήσω το πλοιάριον.

ΕΡΜ. Η Νινευή, Χάρων, κατεστράφη προ πολλού και ούτε ίχνος αυτής σώζεται, ούτε δύναται κανείς να διακρίνη πού ήτο. Η δε Βαβυλών είνε εκείνη εκεί με τους ωραίους πύργους και το μέγα περιτείχισμα, η οποία και αυτή μετ' ολίγον καιρόν θα εξαφανισθή όπως η Νινευή• τας δε Μυκήνας και τας Κλεωνάς εντρέπομαι να σου δείξω, διότι είμαι βέβαιος ότι, άμα επιστρέψης εις τον Άδην, θα πνίξης τον Όμηρον διά τας υπερβολάς των ποιημάτων του. Φαίνεται όμως ότι άλλοτε ήσαν ευτυχείς, τώρα δε απέθαναν και αυταί• διότι αποθνήσκουν και αι πόλεις, όπως οι άνθρωποι και, το πλέον παράδοξον, οι ποταμοί• του Ινάχου λ. χ. ούτε η κοίτη φαίνεται πλέον εις το Άργος.

ΧΑΡ. Και τι γίνονται τώρα οι μεγάλοι σου έπαινοι, Όμηρε, και τα πομπώδη ονόματα, Ίλιος ιρή και ευρυάγυια και εϋκτείμεναι Κλεωναί {106}; Αλλά δεν μου λες, ποίοι είνε εκείνοι που πολεμούν και διατί αλληλοσκοτώνονται; Τους διέκρινα ενώ μιλούσαμεν.

ΕΡΜ. Είνε οι Αργείοι και οι Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε ο ημιθανής είνε ο στρατηγός των τελευταίων Ορυάδας, ο οποίος επί του τροπαίου της νίκης γράφει με το αίμα του την επιγραφήν.

