# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28061/index.md

Υπήρξε κάποιος όχι προ πολλού καιρού εις την Ασίαν, πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος έπαθε το δυστύχημα να του αποκοπούν και οι δύο πόδες διότι επάγωσαν, υποθέτω, όταν ποτέ του συνέβη να οδοιπορήση εις τα χιόνια. Αυτός λοιπόν, αφού του συνέβη το δυστύχημα τούτο, διά να διορθώση κάπως την δυστυχίαν του, κατεσκεύασε ξυλίνους πόδας και με αυτούς εβάδιζεν, υποστηριζόμενος συγχρόνως υπό των δούλων του. Είχε δε την γελοίαν μανίαν να αγοράζη τα ωραιότερα υποδήματα και να τα φορή πάντοτε καινουργή και ήτο η μεγαλειτέρα του φροντίς να έχη στολισμένα με ωραιότατα υποδήματα τα ξύλα, τα δήθεν πόδια. Δεν είσαι λοιπόν και συ όμοιος, ο οποίος, ενώ έχεις χωλόν και σαθρόν το πνεύμα, αγοράζεις χρυσά υποδήματα με τα οποία μόλις θα ηδύνατο να περιπατήση άλλος έχων άρτια τα πόδια; Επειδή δε μεταξύ των άλλων και τον Όμηρον έχεις αγοράση πολλάκις, σου συνιστώ να πάρης και ν' αναγνώσης την δευτέραν ραψωδίαν της Ιλιάδος και τα μεν άλλα να παρατρέξης, διότι δεν έχουν τίποτε το κοινόν προς σε• αλλ' ο Όμηρος παρεισάγει ένα γελοιωδέστατον άνθρωπον, κακοπλασμένον και ελαττωματικόν κατά το σώμα, εις τον οποίον να σταματήσης. Εκείνος λοιπόν ο Θερσίτης, όπως είνε, εάν φορέση την πανοπλίαν του Αχιλλέως, νομίζεις ότι διά τούτο θα γίνη αμέσως ωραίος και δυνατός, ώστε να δύναται και να υπερπηδήση τον ποταμόν {49} και να θολώση το ρεύμα του με το αίμα των Φρυγών, και να φονεύση τον Έκτορα και προ αυτού τον Λυκάονα και τον Αστεροπαίον, αφού ούτε να σηκώνη επί των ώμων του το δόρυ του Αχιλλέως δύναται; Βέβαια δεν θα είπης ότι αυτά είνε δυνατά• αλλά και γελοίος θα γίνη όπως θα χωλαίνη κάτω από την ασπίδα και θα πίπτη εκ του βάρους• και οσάκις θ' ανυψώνη την κεφαλήν, θα παρουσιάζη υπό το κράνος τους στραβίζοντας οφθαλμούς του, και τον θώρακα θα ανυψώνη το κύρτωμα των ώμων του και τας περικνημίδας θα σύρη κάτω, γελοιοποιών ούτω και εκείνον ο οποίος κατεσκεύασε την πανοπλίαν και εκείνον ο οποίος την έχει. Δεν βλέπεις λοιπόν ότι και εις εσέ συμβαίνει το αυτό όταν κρατής βιβλίον πολυτελέστατον, το οποίον έχει επένδυμα από πορφύραν, χρυσούν δε τον ομφαλόν {50} και το αναγινώσκης βαρβαρίζων, διαστρέφων και προσβάλλων αυτό, και οι μεν πεπαιδευμένοι σε εμπαίζουν, οι δε φίλοι σου και οι κόλακες σε επαινούν, αλλά και αυτοί κρυφίως και μεταξύ των γελούν πολλάκις διά την μωρίαν σου;

Θα σου διηγηθώ τώρα και κάτι το οποίον συνέβη εις τους Δελφούς. Κάποιος Ταραντίνος, Ευάγγελος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτο εκ των πρώτων πολιτών του Τάραντος, εφιλοδόξησε να νικήση εις τα Πύθια. Και εις μεν τους γυμνικούς αγώνας ενόησεν αμέσως ότι του ήτο αδύνατον να διαγωνισθή, καθότι ούτε εις την δύναμιν, ούτε εις την ταχύτητα διεκρίνετο. Εις την κιθάραν όμως και το άσμα επίστευσεν ότι θα ενίκα ευκόλως, πεισθείς υπό των αλιτηρίων οίτινες τον περιεστοίχιζον και οι οποίοι επήνουν και επευφήμουν οσάκις και το ελάχιστον έπαιζεν εις την κιθάραν. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς λαμπροστολισμένος, φορών εκτός άλλων κοσμημάτων χρυσοκέντητον ένδυμα και στέφανον εκ δάφνης χρυσής ωραιότατον, όστις αντί καρπού είχε σμαράγδους ισομεγέθεις με τον καρπόν της δάφνης. Αλλά και η κιθάρα του ήτο κάτι τι έκτακτον εις κάλλος και πολυτέλειαν, διότι ήτο όλη από χρυσόν καθαρόν, ήτο δε καταστόλιστος με ποικίλματα και διαφόρους πολυτίμους λίθους και εις το μέσον είχε σκαλισμένον μεταξύ των Μουσών τον Απόλλωνα και τον Ορφέα• και εθαύμαζον μεγάλως όσοι την έβλεπον. Όταν δ' επί τέλους έφθασεν η ημέρα του αγώνος, παρουσιάσθησαν τρεις διά ν' αγωνισθούν και ο κλήρος ώρισε να ψάλλη δεύτερος ο Ευάγγελος, μετά τον Θέσπιν τον Θηβαίον ο οποίος δεν ηγωνίσθη άσχημα. Εισήλθε λοιπόν ακτινοβολών όλος από χρυσόν, από σμαράγδους, βηρίλλους και υακίνθους, και μεταξύ του χρυσού διεφαίνετο ταιριαστόν το χρώμα του πορφυρού ενδύματος. Με όλα αυτά εξέπληξε προκαταβολικώς τους θεατάς και ενέπνευσεν εις αυτούς υπερβολικάς ελπίδας• αλλ' επειδή έπρεπε τέλος πάντων και να τραγουδήση και να παίξη κιθάραν, ήρχισε να κρούη κάτι τι χωρίς αρμονίαν, κάτι συγκεχυμένον, έσπασε δε και τρεις συγχρόνως χορδάς, διότι έπληξε δυνατώτερον του δέοντος την κιθάραν. Όταν δε ήρχισε και να ψάλλη κάτι τι άμουσον με φωνήν λεπτήν, όλοι οι θεαταί ήρχισαν να γελούν, οι δε αγωνοθέται αγανακτήσαντες διά το θράσος του, τον εμαστίγωσαν και τον εξεδίωξαν εκ του σταδίου. Έγινε δε ακόμη γελοιωδέστερος όταν εφάνη κλαίων ο χρυσούς Ευάγγελος και συρόμενος διά μέσου της σκηνής υπό των μαστιγοφόρων, με τους μηρούς καταιματωμένους, και συλλέγων από το έδαφος τα κοσμήματα της κιθάρας• διότι και αυτά είχον αποκολληθή και πέση, επειδή η κιθάρα εξυλοκοπείτο μετ' αυτού.

Ολίγον κατόπιν αυτού εισήλθε κάποιος Εύμηλος εξ Ηλείας, ο οποίος εκράτει παλαιάν κιθάραν, με ξυλίνους κόλλοπας {51}, το δε ένδυμά του, ομού με τον στέφανον, μόλις θα είχεν αξίαν δέκα δραχμών• αλλ' αυτός ετραγούδησε καλά και εκιθάρισε με τέχνην δι' ο και ανεκηρύχθη νικητής και επευφημήθη• και κατεγέλα τον Ευάγγελον, ο οποίος εις μάτην έκαμεν επίδειξιν με την κιθάραν και τα κοσμήματα, λέγεται δε ότι και είπε προς αυτόν: «Συ μεν, Ευάγγελε, έχεις επί της κεφαλής σου χρυσήν δάφνην διότι είσαι πλούσιος, εγώ όμως έχω την δάφνην των Δελφών. Τούτο δε μόνον εκέρδισες από τον πολυτελή σου στολισμόν, ότι ούτε σε λυπούνται διά την ήτταν σου οι θεαταί, αλλά και σε μισούν διά την αφιλόκαλλον και περιττήν σου πολυτέλειαν». θα ήτο ακριβώς όμοιός σου ο Ευάγγελος ούτος, εάν συ δεν ήσουν αδιάφορος διά τον γέλωτα των θεατών.

Δεν νομίζω δε άκαιρον να σου διηγηθώ και μίαν παλαιάν ιστορίαν της Λέσβου. Όταν αι γυναίκες της Θράκης κατεσπάραξαν τον Ορφέα, λέγουν ότι η κεφαλή του, η οποία ερρίφθη ομού με την λύραν εις τον Έβρον, εξεβλήθη εις τον Μέλανα κόλπον και έπλεεν ομού με την λύραν• και η μεν κεφαλή διηγούνται ότι έψαλλεν ένα θρήνον διά τον θάνατον του Ορφέως, η δε λύρα συνώδευε με τους ήχους τους οποίους εσχημάτιζον αι πνοαί του ανέμου πλήττουσαι τας χορδάς• και ούτω έφθασεν εις την Λέσβον, όπου οι κάτοικοι την μεν κεφαλήν έθαψαν εκεί όπου τώρα είναι ο ναός του Βάκχου, την δε λύραν ανέθηκαν εις τον ναόν του Απόλλωνος, όπου επί πολύ εσώζετο. Μετά καιρόν ο Νέανθος, ο υιός του τυράννου Πιττακού μαθών την ιστορίαν της λύρας, ότι κατεγοήτευε και θηρία και φυτά και λίθους, εξηκολούθει δε και μετά τον θάνατον του Ορφέως και χωρίς κανείς να την εγγίζη να εκπέμπη μελωδίας, επεθύμησε να την σφετερισθή• και δωροδοκήσας διά πολλών χρημάτων τον ιερέα, τον έπεισε να του δώση την λύραν του Ορφέως και εις την θέσιν της να βάλη άλλην λύραν ομοίαν. Αφού δε την έλαβε, την μεν ημέραν δεν ενόμισεν ασφαλές να την μεταχειρισθή, αλλά νύκτα και κρύπτων αυτήν υπό το ένδυμα του εξήλθε μόνος εις το προάστειον και ήρχισε να κρούη και να πλήττη τας χορδάς. Ήλπιζεν ο άμουσος και άτεχνος νέος ότι, καίτοι δεν εγνώριζε μουσικήν, θα έπαιζε θεσπεσίας μελωδίας με τας οποίας θα κατέθελγε τους πάντας και θα εγίνετο ευτυχής και περίφημος κληρονόμος της μουσικής του Ορφέως αλλά το μόνον αποτέλεσμα ήτο να συναθροίσουν οι ήχοι του τους σκύλους —ήσαν δε πολλοί εις το μέρος εκείνο—οίτινες τον κατεσπάραξαν, και ούτω μόνον κατά τούτο το πάθημα εξωμοιώθη προς τον Ορφέα και μόνον τους σκύλλους προσείλκυσε και εξώργισεν εναντίον του. Κατ' αυτόν δε τον τρόπον απεδείχθη σαφέστατα ότι η θέλγουσα δεν ήτο η λύρα, αλλά η τέχνη και το άσμα τα οποία μόνα είχε λάβη εξαίρετα παρά της μητρός του ο Ορφεύς•{52} η λύρα του δε δεν ήτο καθόλου καλλιτέρα από τας άλλας λύρας. Αλλά προς τι να σου αναφέρω τον Ορφέα ή τον Νέανθον, αφού και εις την εποχήν μας υπήρξε και υπάρχει ίσως ακόμη κάποιος, ο οποίος ηγόρασεν αντί τριών χιλιάδων δραχμών τον πηλόπλαστον λύχνον του Στωικού Επικτήτου; Ήλπιζε, φαίνεται, και αυτός ότι, εάν κατά τας νύκτας αναγινώσκη εις το φως του λύχνου εκείνου, εντός ολίγου θα του έλθη ως όνειρον η σοφία του Επικτήτου και ότι θα γίνη όμοιος με τον θαυμαστόν εκείνον γέροντα. Προ ολίγου δε καιρού άλλος ηγόρασεν αντί ενός ταλάντου την βακτηρίαν του Κυνικού Πρωτέως {53} την οποίαν ούτος αφήκεν όταν ανέβη εις την πυράν• έχει δε το κειμήλιον τούτο και το επιδεικνύει όπως οι Τεγεάται το δέρμα του Καλυδωνίου κάπρου, οι Θηβαίοι τα οστά του Γηρυόνου και οι Μεμφίται τους πλοκάμους της Ίσιδος• αυτός δε ο κάτοχος του θαυμασίου εκείνου αντικειμένου υπερέβη και σέ κατά την αμάθειαν και την χυδαιότητα. Βλέπεις εις ποίαν αθλίαν κατάστασιν έχεις φθάση, έχων πραγματικώς ανάγκην βακτηρίας διά να σου κτυπούν την κεφαλήν;

Λέγεται ότι και ο Διονύσιος ο τύραννος κατεγίνετο να συγγράφη τραγωδίας πολύ ανοήτους και γελοίας, ώστε ο Φιλόξενος {54} πολλάκις δι' αυτάς ερρίφθη εις τα λατομεία, διότι δεν ηδύνατο να κρατή τον γέλωτα όταν ήκουε τας γελοίας εκείνας τραγωδίας. Ο Διονύσιος λοιπόν μαθών ότι εμπαίζεται, εφρόντισε διά πολλής δαπάνης ν' αγοράση την πλάκα εις την οποίαν ο Αισχύλος έγραφε, νομίζων ότι ούτω θα εγίνετο και αυτός μέγας ποιητής• αλλ' όμως έγραφε πολύ γελοιωδέστερα πράγματα εις την πλάκα εκείνην, όπως λόγου χάριν το εξής• «Ήλθεν, η Δωρίδιον η γυναίκα του Διονυσίου»• και τούτο• «Αλλοίμονον, πόσον χρησίμην γυναίκα απώλεσα». Από την πλάκα του Αισχύλου εξήλθε και το ακόλουθον «Αυτοί εαυτούς εμπαίζουν οι μωροί θνητοί».

Τούτο θα ηδύνατο να είπη διά σε πολύ ευστόχως ο Διονύσιος και θα ήξιζε δι' αυτό να του χρυσώση κανείς εκείνην την πλάκα. Διότι με ποίαν ελπίδα και συ καταγίνεσαι διηνεκώς να ξετυλίσσης, να κολλάς και να περικόπτης τα βιβλία, να τ' αλείφης με κρόκον και έλαιον του κέδρου, να τα περιβάλλης με δέρματα και να τα στολίζης με ομφαλούς, ως να πρόκειται να απολαύσης τίποτε εξ αυτών; Πολύ ωφελήθης ήδη εκ της αποκτήσεώς των, αφού τοιαύτα λέγεις... αλλά μάλλον δεν λέγεις τίποτε και είσαι των ιχθύων αφωνότερος. Αλλά και ο βίος σου είνε τοιούτος, ώστε ούτε ν' αναφέρη κανείς τας πράξεις σου είνε ευπρεπές και, ως λέγεται, όλοι σε μισούν αγρίως διά την αισχρότητά σου, και αν τα βιβλία έχουν ως αποτέλεσμα να μορφώνουν τους ανθρώπους ούτω, πρέπει να φεύγωμεν και ν' απομακρυνώμεθα όσω το δυνατόν περισσότερον απ' αυτά. Αφού δε δύο είνε τα καλά τα οποία δύναται κανείς ν' αποκτήση εκ των συγγραμάτων των αρχαίων, να ομιλή καλώς και να πράττη τα πρέποντα μιμούμενος τα άριστα και αποφεύγων τα χειρότερα, όταν ούτε τα μεν ούτε τα δε φαίνεται κανείς ωφελούμενος εκ των βιβλίων, εις τι άλλο χρησιμεύουν τα βιβλία τα οποία αγοράζει παρά ως κατοικίαι των ποντικών και των σκόρων και διά να τιμωρούνται ως οι αμελούντες δούλοι; Δεν σκέπτεσαι δε εις ποίαν ελεεινήν θέσιν θα ευρεθής εάν σε συναντήση κανείς κρατούντα βιβλία —πάντοτε δε κάτι κρατείς—και, σ' ερωτήση τίνος ρήτορος ή συγγραφέως ή ποιητού είνε; Συ γνωρίζων από την επιγραφήν δεν θα δυσκολευθής ν' απαντήσης• αλλ' έπειτα, ως συνήθως συμβαίνει, η ομιλία θα προχωρήση, και εκείνος μεν θα επαινέση ή θα κατηγορήση κάτι εκ των περιεχομένων του βιβλίου, συ δε θα ευρεθής εις αμηχανίαν και δεν θα έχης τίποτε να είπης. Δεν θα ευχηθής λοιπόν τότε ν' ανοίξη η γη να σε καταπιή, διότι, ως ο Βελλεροφόντης, θα περιφέρης βιβλίον το οποίον θα μαρτυρή εναντίον σου;

Ο δε Δημήτριος ο Κυνικός, όταν είδεν εις την Κόρινθον κάποιον αμαθή ν' αναγινώσκη βιβλίον καλλιτεχνικώτατον, τας Βάκχας, νομίζω, του Ευριπίδου, και ευρίσκετο εις το μέρος όπου ο άγγελος διηγείται τα παθήματα του Πενθέως και την πράξιν της Αγαύης, ήρπασε το βιβλίον και το έσχισε λέγων «Είνε προτιμώτερον διά τον Πενθέα να σπαραχθή μίαν φοράν από εμέ παρά πολλάκις από σένα».

Πολλάκις εσκέφθηκα, αλλά μέχρι σήμερον δεν ηδυνήθην να εννοήσω, διατί καταβάλλεις τόσην επιμέλειαν εις την αγοράν των βιβλίων. Διότι και εκείνοι οι οποίοι ελάχιστα σε γνωρίζουν δεν δύνανται να υποθέσουν ότι τ' αγοράζεις προς χρήσιν σου και ωφέλειαν• είνε το αυτό ως ν' αγοράζη φαλακρός κτένι ή καθρέπτην ο τυφλός ή αυλητήν ο κωφός ή παλλακίδα ο ευνούχος ή ο χερσαίος κώπην ή ο πλοίαρχος άροτρον. Αλλά μήπως το πράγμα σου χρησιμεύει ως επίδειξις πλούτου και θέλεις να δείξης ότι δεν σου χρησιμεύουν μεν εις τίποτε, αλλ' εξοδεύεις εκ των πολλών σου περισσευμάτων; Αλλ' όμως εξ όσων και εγώ, όστις είμαι Σύρος, γνωρίζω, εάν δεν κατώρθωνες να εισχωρήσης δι' απάτης εις την διαθήκην του γέροντος εκείνου, θ' απέθνησκες τώρα εκ πείνης και θα εξέθετες τα βιβλία εις δημοπρασίαν. Πρέπει λοιπόν να παραδεχθώ ότι επείσθης υπό των κολάκων ότι δεν είσαι μόνον ωραίος και αξιαγάπητος, αλλά και σοφός και ρήτωρ και συγγραφεύς ανώτερος παντός άλλου και αγοράζεις τα βιβλία διά να επιβεβαιώνης τους επαίνους των. Λέγεται δε ότι και επί υποσχέσει γευμάτων αναγινώσκεις εις αυτούς λόγους τους οποίους έχεις συγγράψη και εκείνοι, ως χερσαίοι βάτραχοι διψώντες, σε επευφημούν και δεν πίνουν αν δεν βραχνιάσουν προηγουμένως από τους επαίνους. Διότι δεν εννοώ πώς τόσον εύκολα αφήνεις να σε σύρουν από την μύτην και πιστεύεις εις παν ό,τι σου λέγουν οι κόλακες, και έφθασες μάλιστα μέχρι του να πεισθής ότι ομοιάζεις με κάποιον βασιλέα,{55} όπως ο ψευδαλέξανδρος και ο γναφεύς ο οποίος επέρασεν ως Φίλιππος και ο ψευδονέρων ο οποίος παρουσιάσθη προ ολίγων γενεών και άλλοι τους οποίους το ψεύδος έκαμε περιφήμους. Αλλά δεν είνε παράδοξον ότι συ ο ανόητος και αμαθής άνθρωπος έπαθες τοιούτον τι, και όταν περιπατής, κρατείς προς τα οπίσω την κεφαλήν και μιμείσαι το βάδισμα, το ήθος και το βλέμμα εκείνου προς τον οποίον ετέρπεσο να λέγης ότι ομοιάζεις, αφού λέγεται ότι και ο Πύρρος ο Ηπειρώτης, ο οποίος κατά τα άλλα ήτο θαυμάσιος άνθρωπος, εσύρθη εις παρομοίαν παγίδα υπό των κολάκων, ώστε επίστευεν ότι ήτο όμοιος προς τον Αλέξανδρον τον μέγαν; Και όμως ήτο εντελώς αντίθετος και, όπως λέγουν οι μουσικοί, δις διαπασών ήτο η διαφορά των. Είδα την εικόνα του Πύρρου και εβεβαιώθην περί τούτου, και όμως είχε πεισθή ότι ήτο πανομοιότυπον του Αλεξάνδρου. Αφού δε είχε τοιαύτην ιδέαν περί του εαυτού του ο Πύρρος, ουδείς εκ των περί εαυτόν ετόλμα να τον διαψεύση και όλοι συνεμερίζοντο την πεποίθησίν του, έως ότου εις την Λάρισαν μία γραία του διέλυσε την πλάνην. Ο Πύρρος της έδειξεν εικόνας του Φιλίππου, του Περδίκκα, του Αλεξάνδρου, του Κασσάνδρου και άλλων βασιλέων και την ηρώτησε προς ποίον εξ αυτών ωμοίαζεν είχε δε πλήρη πεποίθησιν ότι η γραία θα τον παρωμοίαζε προς τον Αλέξανδρον• αλλ' αυτή, αφού εδίστασεν επί πολύ, του είπεν: «Ομοιάζεις με τον Βατραχύονα τον μάγειρον»• διότι υπήρχεν εις την Λάρισαν κάποιος Βατραχύων μάγειρος, ομοιάζων προς τον Πύρρον. Και συ λοιπόν δεν γνωρίζω προς ποίον εκ των κιναίδων των συναναστρεφομένων τους ορχηστάς ομοιάζεις• αλλ' ότι θεωρείσαι υπό πάντων ότι έχεις πάθη μανίαν πραγματικήν δι' εκείνην την ομοιότητα, γνωρίζω ασφαλώς. Καθόλου παράδοξον λοιπόν ότι, αφού τόσον απατάσαι εις την ομοιότητα της μορφής, θέλεις και να εξομοιούσαι προς τους πεπαιδευμένους και πιστεύεις εκείνους οίτινες σου κάμνουν σχετικούς επαίνους.

Αλλά διατί φλυαρώ ματαίως; Ο λόγος διά τον οποίον δεικνύεις τόσον ενδιαφέρον διά τα βιβλία είνε προφανής και εγώ από χονδροκεφαλιάν εβράδυνα να το εννοήσω. Είνε κατεργαριά ευφυής, κατά την ιδέαν σου, και βασίζεις εις αυτήν μεγάλας ελπίδας, εάν φθάση η φήμη σου μέχρι του βασιλέως ο οποίος είνε σοφός άνθρωπος και τιμά μεγάλως την παιδείαν. Εάν μάθη ότι αγοράζεις βιβλία και έχεις μεγάλην βιβλιοθήκην, ελπίζεις ότι εντός ολίγου θα δύνασαι να έχης παν ό,τι θέλεις παρ' αυτού. Αλλ' ω κίναιδε, νομίζεις ότι είνε τόσον ναρκωμένος υπό μανδραγόρου {56}, ώστε αυτά μεν ν' ακούη, εκείνα δε να μη γνωρίζη, δηλαδή οποίος είνε ο βίος σου κατά την ημέραν, τι μεθύσια κάνεις, πώς διέρχεσαι τας νύκτας και με ποίους και πόσους ακολασταίνεις; Δεν γνωρίζεις ότι οι βασιλείς έχουν πολλά ώτα και πολλούς οφθαλμούς; Η δε ατιμία σου είνε τόσον γνωστή ώστε και τυφλοί και κωφοί να την γνωρίζουν• διότι και μόνον αν ομιλήσης, και μόνον αν εκδυθής διά να λουσθής ή μάλλον και χωρίς να εκδυθής, αν θέλης, μόνον δε οι δούλοί σου αν εκδυθούν, νομίζεις ότι δεν θα φανερωθούν αμέσως τα νυκτερινά σου μυστικά; Αλλ' ειπέ μου και τούτο• εάν ο Βάσσος, ο οποίος είνε καθηγητής σας εις την αισχρότητα, ή ο Βάτταλος ο αυλητής ή ο κίναιδος Ημιθέων ο Συβαρίτης, ο οποίος σας συνέγραψε τους θαυμαστούς κανόνας, δηλαδή πώς πρέπει να γίνεσθε λείοι και ν' αφαιρήτε τας τρίχας και να παθαίνετε και να ποιήτε τα ακατανόμαστα εκείνα, είπε μου, εάν κανείς εκ τούτων φορέση λεοντήν και βαδίζη κρατών ρόπαλον, τι υποθέτεις ότι θα νομίσουν όσοι τον βλέπουν; ότι είνε Ηρακλής; Όχι βέβαια, εκτός αν είνε μισόστραβοι. Διότι άπειρα είνε όσα θα διαψεύδουν αυτόν τον αρρενωπόν ιματισμόν• το βάδισμα, το βλέμμα, η φωνή, ο λιγυσμένος τράχηλος, το ψιμμύθιον, η μαστίχη και το κοκκινάδι, με τα οποία σεις στολίζεσθε, και εν γένει, κατά την παροιμίαν, ευκολώτερον δύνασαι να κρύψης πέντε ελέφαντας εις την μασχάλην σου παρά ένα φαυλόβιον του είδους σου. Αφού δε η λεοντή δεν δύναται να κρύψη ένα τοιούτον, συ νομίζεις ότι θα κρυφθής κάτω από βιβλίον; Αλλά δεν είνε δυνατόν, διότι θα σας προδώσουν και θα σας αποκαλύψουν τα άλλα σας γνωρίσματα. Μου φαίνεται δε ότι αγνοείς εντελώς ότι την καλήν υπόληψιν δεν πρέπει να την ζητής από τους βιβλιοπώλας, αλλ' από αυτόν τον καθημερινόν σου βίον. Νομίζεις ότι οι βιβλιογράφοι Αττικός και Καλλίνος θα σου χρησιμεύσουν ως συνήγοροι και μάρτυρες υπερασπίσεως εις την κοινήν κατάκρισιν; Όχι, αλλ' άνθρωποι σκληροί θα σε συντρίψουν, αν οι θεοί θέλουν, και θα σε ρίψουν εις την εσχάτην πενίαν. Και αν έχης ακόμη ολίγην σύνεσιν, πρέπει να δώσης εις κανένα από τους πεπαιδευμένους τα βιβλία τα οποία έχεις και μετ' αυτών την νεόκτιστον οικίαν σου, να πληρώσης δε και εις τους δουλεμπόρους μέρος από τα πολλά τα οποία εις αυτούς οφείλεις. Διότι αι δύο σου μεγάλαι φροντίδες υπήρξαν μέχρι τούδε αυταί, ν' αποκτάς βιβλία πολυτελή και ν' αγοράζης δούλους νέους υπέρ την ηβικήν ηλικίαν και ήδη δυνατούς, πράγμα διά το οποίον πολύ φροντίζεις και επιδιώκεις.

Αδύνατον δε αν πτωχύνης να επαρκής και εις τας δύο αυτάς ανάγκας. Άκουσε λοιπόν την συμβουλήν μου και σκέψου ότι μία καλή συμβουλή είνε πολύτιμον δώρον. Σε συμβουλεύω ν' αφήσης την φροντίδα περί πραγμάτων τα οποία ουδόλως σου ταιριάζουν και να περιορισθής να θεραπεύης την άλλην σου μανίαν και ν' αγοράζης τους υπηρέτας εκείνους, μήπως αν σου λείψουν οι δικοί σου, προστρέχεις εις άλλους εκ των ελευθέρων, οι οποίοι είνε κίνδυνος να σου πάρουν τα πάντα, διά να μη αποκαλύψουν όσα έπραξαν μετά σου κατόπιν του συμποσίου, όπως τα αίσχιστα τα οποία περί σου διηγείτο πρό τινος καιρού άμα εξελθών εκ της οικίας σου κάποιος φαύλος, όστις και αποδείξεις των λόγων του εδείκνυεν. Εγώ δε δύναμαι και να παρουσιάσω ως μάρτυρας τους τότε παρόντας, διά να μάθης πώς ηγανάκτησα και παρ' ολίγον να τον δείρω οργιζόμενος προς χάριν σου, μάλιστα όταν επεκαλέσθη ως μάρτυρα δι' αυτάς τας αισχρότητας και άλλον διηγούμενον τα ίδια. Δι' αυτά λοιπόν οικονόμει και φύλαττε τα χρήματά σου, διά να δύνασαι να πράττης και να παθαίνης τα ειρημένα εντός της οικίας σου και με πολλήν ασφάλειαν. Διότι ποίος δύναται να σε μεταπείση ν' αποβάλλης αυτάς τας έξεις; Τούτο είνε τόσον δύσκολον όσον να ξεσυνειθίση ο σκύλλος ο οποίος έμαθε να τρώγη δέρματα. Ευκολώτερον είνε να συνειθίσης το άλλο, δηλαδή να παύσης να αγοράζης βιβλία. Αρκετήν μάθησιν και σοφίαν απέκτησες και παρ' ολίγον να γνωρίζης εκ στήθους όλα τα παλαιά συγγράμματα• γνωρίζεις όλην την ιστορίαν, όλας τας τέχνας και τα κάλλη των λόγων όπως και τα ελαττώματα αυτών και την χρήσιν των αττικών λέξεων. Έχεις γίνη πάνσοφος και έξοχος κατά την παιδείαν διά το πλήθος των βιβλίων τα οποία έχεις. Αφού ευχαριστείσαι εις την απάτην, δεν πειράζει αν και εγώ διασκεδάσω ολίγον με αυτήν σου την αδυναμίαν.

Αλλά ήθελα να σ' ερωτήσω, αφού έχεις τόσα και τόσα βιβλία, τι προ πάντων αναγινώσκεις; Τα έργα του Πλάτωνος, του Αντισθένους του Αρχιλόχου ή του Ιππώνακτος; Ή αυτά τα περιφρονείς, προτιμάς δε τους ρήτορας; Ειπέ μου, αναγινώσκεις και τον κατά Τιμάρχου λόγον του Αισχίνου; Ή αυτά όλα τα γνωρίζεις εκ πείρας; Θα έχεις βέβαια επαναλάβη εις την ζωήν σου τας σκηνάς του Αριστοφάνους και του Ευπόλιδος. Ανέγνωσες και ολόκληρον την κωμωδίαν, τους «Βάπτας»; {57}. Και δεν εταράχθης, ούτε εκοκκίνησες όταν ανεγνώρισες τον εαυτόν σου εις τας σκηνάς του έργου εκείνου; Ό,τι προ πάντων πρέπει να θαυμάση κανείς εις εσέ είνε, πώς ενώ έχεις τοιαύτην διαφθοράν ψυχής, εγγίζεις τα βιβλία και πώς με τοιαύτας χείρας τα ξεδιπλώνεις. Πότε δε αναγινώσκεις; την ημέραν; Αλλ' ουδείς σε είδε ποτέ να πράττης τούτο. Μήπως την νύκτα; Αφού προηγουμένως ασχοληθής εις τας ηδονάς σου εκείνας, ή προ των έργων; Εν πάση περίπτώσει δεν πρέπει να τολμάς τοιαύτα πράγματα πριν ή επέλθη σκότος. Αφησε δε τα βιβλία και περιορίσου μόνον εις τας ιδιαιτέρας σου τέρψεις, μολονότι έπρεπε και από εκείνας να παραιτηθής, εντρεπόμενος την Φαίδραν του Ευριπίδου, ήτις αγανακτεί υπέρ των γυναικών και λέγει:

ουδέ σκότος φρίσσουσι τον συνεργάτην τέρεμνά τ' οίκων μήποτε φθογγήν αφή. {58}

Εάν όμως είσαι αποφασισμένος να επιμείνης εις την μανίαν σου, εξακολούθει ν' αγοράζης βιβλία, έχε τα κλεισμένα εις την οικίαν σου και απολάμβανε την δόξαν των αποκτημάτων τούτων. Και τούτο σου είνε αρκετόν. Αλλά μη τα εγγίζης, μη τα αναγινώσκης, ούτε φέρε εις την γλώσσαν σου λόγους αρχαίων συγγραφέων και ποιήματα τα οποία ουδέν κακόν σου έκαμαν. Γνωρίζω ότι εις μάτην σου δίδω τας συμβουλάς αυτάς και κατά την παροιμίαν επιχειρώ να λευκάνω τον Αιθίοπα• διότι συ θα εξακολουθής να αγοράζης και να μη χρησιμοποιής τα βιβλία• και θα εμπαίζεσαι υπό των πεπαιδευμένων, οίτινες αρκούνται εις την ωφέλειαν την οποίαν απολαμβάνουν εκ του λόγου και της διανοίας των συγγραφέων και ουχί εκ της πολυτελείας και της εξωτερικής ωραιότητος των βιβλίων.

Συ νομίζεις ότι θα διορθώσης την αμάθειάν σου και θα την συγκαλύψης με την δόξαν της κατοχής και ότι θα καταπλήξης τον κόσμον με το πλήθος των βιβλίων και δεν γνωρίζεις ότι και οι αμαθέστεροι εκ των ιατρών πράττουν κάτι τι παρόμοιον. Φροντίζουν να έχουν εργαλειοθήκας από ελεφαντοκόκκαλον και αργυράς βεντούζας και νυστέρια χρυσοκόλλητα. Αλλ' όταν επιστή ανάγκη να τα μεταχειρισθούν, δεν γνωρίζουν πώς να τα πιάσουν, και τότε έρχεται είς εκ των πεπειραμένων ιατρών, ο οποίος έχει μαχαιρίδιον τελείως ακονισμένον, αλλά κατά τα αλλά ευτελές, και με αυτό απαλάττει από το νόσημα τον άρρωστον. Διά να σε παρομοιάσω δε και προς άλλους γελοιωδεστέρους, σου αναφέρω τους κουρείς, εκ των οποίων όσοι μεν είνε καλοί τεχνίται έχουν μόνον έν ξυράφιον, ψαλλίδια και μικρόν κάτοπτρον• οι δε αμαθείς και άπειροι επιδεικνύουν πλήθος ξυραφιών και μεγάλους καθρέπτας, με τούτο όμως δεν κατορθώνουν να κρύπτουν την αμάθειάν των. Παθαίνουν δε το κωμικώτατον, ότι οι περισσότεροι πηγαίνουν και κουρεύονται εις τους άλλους κουρείς και έπειτα εισέρχονται και διευθετίζουν τα μαλλιά των εις τα ιδικά των κάτοπτρα. Και συ λοιπόν, εάν άλλος σου ζητήση βιβλία, δύνασαι ούτω να τα χρησιμοποιήσης, αλλ' ο ίδιος να τα μεταχειρισθής δεν είνε δυνατόν. Αλλ' ούτε εδάνεισες κανένα ποτέ βιβλίον, αλλά μιμείσαι τον σκύλλον της παροιμίας ο οποίος κάθηται εις την φάτνην και ούτε αυτός τρώγει την κριθήν, ούτε τον ίππον ο οποίος δύναται αφήνει να φάγη.

Αυτά επί του παρόντος και μόνον διά τα βιβλία είχα να σου είπω μετά πάσης ειλικρινείας• διά δε τα άλλα, όσα αισχρά και επαίσχυντα πράττεις, θα γίνη λόγος και πάλιν και πολλάκις.

ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩΜΕΝ ΕΥΚΟΛΑ ΤΗΝ ΔΙΑΒΟΛΗΝ

