# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τέταρτος

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28061/index.md

ΠΑΡ. Έλα τώρα να συγκρίνωμεν προς τα διάφορα είδη της τέχνης την παρασιτικήν και να ίδωμεν εάν ταιριάζη με αυτά και δεν ομοιάζη με τας ραγισμένας πηλίνας χύτρας αι οποίαι κρουόμεναι αναδίδουν ήχον χαλασμένον. Πρέπει λοιπόν και αυτή, όπως πάσα τέχνη, να είνε άθροισμα γνώσεων. Πρώτη τοιαύτη γνώσις είνε να δοκιμάζη και να διακρίνη ο παράσιτος ποίος είνε κατάλληλος διά να τον τρέφη και εις ποίον αν προσκολληθή ως παράσιτος δεν θα μετανοήση. Δεν πιστεύω να λέγωμεν ότι είνε τέχνη να διακρίνη κανείς τα κίβδηλα νομίσματα και τα γνήσια, και δεν είνε τέχνη να διακρίνη τους κιβδήλους και τους αγαθούς ανθρώπους, μάλιστα όταν γνωρίζωμεν ότι οι άνθρωποι δεν διακρίνονται μεθ' όσης ευκολίας τα νομίσματα. Τούτο λέγει και ο σοφός Ευριπίδης όταν παραπονείται ότι

ανδρών δ' ότω χρή τον κακόν διειδέναι, ουδείς χαρακτήρ εμπέφυκε σώματι. {23}

Εκ τούτου φαίνεται ότι και μεγαλειτέρα είνε η τέχνη του παρασίτου, αφού και τα τόσον άδηλα και δυσνόητα περισσότερον από την μαντικήν εννοεί και μαντεύει. Έπειτα το να γνωρίζη να λέγη λόγους καταλλήλους και να πράττη ό,τι απαιτείται διά ν' αποκτήση την εμπιστοσύνην και την εύνοιαν εκείνου ο οποίος τον τρέφει, δεν σου φαίνεται ότι είνε μεγάλη σύνεσις και εμπειρία;

ΤΥΧ. Βεβαίως.

ΠΑΡ. Το ότι δε από τα συμπόσια απέρχεται χορτασμένος περισσότερον από τους άλλους και αφού διεκρίθη περισσότερον από τους μη έχοντας την τέχνην του, νομίζεις ότι δεν απαιτεί τέχνην και σοφίαν;

ΤΥΧ. Καθόλου.

ΠΑΡ. Και ότι γνωρίζει να διακρίνη τας ποιότητας των φαγητών και την τέχνην ή την ατεχνίαν ενός εδέσματος νομίζεις ότι δεν απαιτεί γνώσεις και μάλιστα όταν ο σοφώτατος Πλάτων λέγει ότι, αν ο μέλλων να λάβη μέρος εις συμπόσιον δεν γνωρίζη μαγειρικήν, η κρίσις του περί του γεύματος δεν έχει κύρος;{24} Ότι δε η τέχνη του παρασίτου δεν σύγκειται μόνον από γνώσεις, αλλά γνώσεις πρακτικάς αι οποίαι ομού συμβάλουν προς ένα σκοπόν, απόδειξις είνε ότι οι άλλοι τεχνίται πολλάκις επί ημέρας και μήνας και έτη ολόκληρα παύουν να εξασκούν την τέχνην των και όμως δεν την χάνουν• αλλ' όταν του παρασίτου αι γνώσεις παύσουν να εξασκούνται καθ' εκάστην, όχι μόνον η τέχνη χάνεται, αλλά και αυτός ο τεχνίτης. Ότι λοιπόν ο σκοπός της είνε η ωφέλεια θα είνε τρέλλα να το αμφισβητήση κανείς. Εγώ τουλάχιστον δεν νομίζω τίποτε χρησιμώτερον εις την ζωήν από το να τρώγη κανείς και να πίνη, ούτε είναι δυνατόν άνευ τούτου η ζωή.

ΤΥΧ. Αναμφιβόλως.

ΠΑΡ. Αλλ' ούτε προς το κάλλος και την σωματικήν ρώμην έχει αναλογίας η παρασιτική, ώστε να μη δύναται να θεωρηθή τέχνη, αλλά μία τοιαύτη δύναμις.

ΤΥΧ. Αυτό είνε αληθές.

ΠΑΡ. Αλλ' ούτε ατεχνία είνε• διότι η ατεχνία δεν προσφέρει ποτέ τίποτε χρήσιμον εις εκείνον ο οποίος την έχει. Παραδείγματος χάριν, εάν αναλάβη τις να κυβερνήση πλοίον εν καιρώ χειμώνος, χωρίς να γνωρίζη την ναυτικήν τέχνην, δύναται να σωθή;

ΤΥΧ. Βεβαίως όχι.

ΠΑΡ. Και τούτο διότι δεν κατέχει την τέχνην δι' ης θα δυνηθή να σωθή. Ή δεν λέγω σωστά;

ΤΥΧ. Πολύ σωστά.

ΠΑΡ. Λοιπόν και ο παράσιτος δεν θα εσώζετο υπό της παρασιτικής εάν αυτή ήτο ατεχνία. Ή όχι;

ΤΥΧ. Βέβαια.

ΠΑΡ. Λοιπόν η τέχνη σώζει, η ατεχνία δε όχι;

ΤΥΧ. Αναμφιβόλως.

ΠΑΡ. Η παρασιτική επομένως είνε τέχνη.

ΤΥΧ. Τέχνη, ως φαίνεται.

ΠΑΡ. Αλλά και πλοιάρχους καλούς και αμαξηλάτας εμπείρους γνωρίζω πολλούς, οίτινες κατέπεσαν από τα οχήματα και άλλοι μεν κατετραυματίσθησαν άλλοι δε εντελώς εφονεύθησαν• παρασίτου όμως ναυάγιον τοιούτον δεν έχει κανείς ν' αναφέρη. Λοιπόν, εάν ούτε ατεχνία είνε η παρασιτική ούτε φυσική δύναμις, αλλά σύστημα πρακτικών γνώσεων, αναγνωρίζεται από ημάς σήμερον ότι είνε τέχνη.

ΤΥΧ. Ούτω τουλάχιστον φαίνεται. Υπολείπεται τώρα να μας δώσης και ένα καλόν ορισμόν της παρασιτικής.

ΠΑΡ. Πολύ καλά. Μου φαίνεται ότι ως εξής δύναται ακριβώς να ορισθή• η παρασιτική είνε τέχνη των ποτών και των φαγητών και εκείνων τα οποία πρέπει να λέγη τις διά να έχη αυτά τα αγαθά• σκοπός δε αυτής είνε η ευχαρίστησις.

ΤΥΧ. Θαυμάσια μου φαίνεται ότι ώρισες την τέχνην σου. Αλλά να προσέξης μήπως έλθης εις σύγκρουσιν με μερικούς εκ των φιλοσόφων όσον αφορά τον σκοπόν.

ΠΑΡ. Μου είνε αρκετόν εάν η ευτυχία και η παρασιτική έχουν τον αυτόν σκοπόν. Θα αποδειχθή δε τούτο ως εξής. Ο σοφός Όμηρος θαυμάζων τον βίον του παρασίτου ως ευτυχή και ζηλευτόν λέγει•

ου γαρ έγωγέ τί φημι τέλος χαριέστερον είναι, ή ότ' αν ευφροσύνη μεν έχη κατά δήμον άπαντα, παρά δε πλήθωσι τράπεζαι σίτου και κρειών, μέθυ δ' εκ κρητήρος αφύσσων οινοχόος φορέησι και εγχείη δεπάεσσι. {25}

Έπειτα δε ως να μη εθαύμασε ταύτα επαρκώς, προσθέτει διά να εκφράση έτι μάλλον την γνώμην του.

τούτο τι μοι κάλλιστον ενί φρεσίν είδεται είναι. {26}

Και εξ όσων λέγει δεν φαίνεται να εννοή παρά την ευτυχίαν των παρασίτων.

Και δεν έβαλεν εις του τυχόντος ανθρώπου το στόμα τους λόγους τούτους, αλλά τους απέδωκεν εις τον φρονιμώτατον των Ελλήνων. Εάν δε ο Οδυσσεύς ήθελε να επαινέση την ευτυχίαν ως την εννοούν οι Στωικοί, θα έλεγεν αυτά όταν παρέλαβε τον Φιλοκτήτην από την Λήμνον, είτε όταν εξεπόρθησε το Ίλιον, όταν εκράτησε τους Έλληνας οίτινες είχον τραπή εις φυγήν ή όταν εισήλθεν εις την Τροίαν αφού εμαστιγώθη μόνος του {27} και εφόρεσε ράκη πενιχρά και στωικά {28}• αλλά τότε δεν είπεν ότι αυτή είνε η πλέον ευχάριστος κατάστασις. Και όταν ακόμη έζη πλησίον της Καλυψούς βίον επικούρειον και ηδύνατο να ζη αργός, να εντρυφά και ν' απολαμβάνη τον έρωτα της θυγατρός του Άτλαντος και πάσαν άλλην απόλαυσιν, ουδέ τότε είπεν ότι αυτή η ζωή ήτο η πλέον ευχάριστος, αλλά το είπε περί της ζωής των παρασίτων. Τότε δε οι παράσιτοι ωνομάζοντο δαιτυμόνες. Τι λέγει λοιπόν; Διότι αξίζει και πάλιν ν' αναφέρωμεν τους στίχους, καθότι μόνον αν τους ακούση κανείς πολλάκις δύναται να συλλάβη την έννοιάν των «δαιτυμόνες καθήμενοι εξείης» {29} και έπειτα.

παρά δε πλήθωσι τράπεζαι σίτου και κρειών.

Αλλ' ο Επίκουρος πολύ αναιδώς έκλεψε τον σκοπόν της παρασιτικής και τον έκαμε σκοπόν της ευτυχίας, όπως την εννοεί. Ότι δε πρόκειται περί κλοπής και ουδόλως ενδιαφέρει τον Επίκουρον το ευχάριστον, αλλά τον παράσιτον, θα σου το αποδείξω. Εγώ θεωρώ ευχάριστον πρώτον να μένη το σώμα ατάραχον, έπειτα δε να μη θορυβήται και να μη ταράσσεται και η ψυχή. Αυτά λοιπόν και τα δύο τα απολαμβάνει ο παράσιτος, ο δε Επίκουρος ούτε το έν, ούτε το άλλο• διότι καταγινόμενος εις ερεύνας περί του σχήματος της γης, περί της απειρίας των κόσμων, περί του μεγέθους του ηλίου και της αποστάσεως των άστρων, περί των πρώτων στοιχείων και περί των θεών, εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, και περί των ζητημάτων τούτων πάντοτε φιλονεικών και συζητών προς διαφόρους δεν έχει μόνον τας κοινάς ενοχλήσεις, αλλά και τας ενοχλήσεις του σύμπαντος. Ο παράσιτος όμως νομίζει ότι όλα καλώς έχουν και πιστεύει ότι δεν ηδύναντο να είνε καλλίτερα ή όπως είνε• και χωρίς να ενοχλήται από τοιαύτας σκέψεις, τρώγει και κοιμάται ανάσκελα και ξαπλώνει πόδια και χέρια, όπως ο Οδυσσεύς όταν απέπλευσεν εκ της Σχερίας διά την πατρίδα του. Όχι δε μόνον υπ' αυτήν την έποψιν ουδέν κοινόν έχει το ευχάριστον με τον Επίκουρον, αλλά και υπό άλλην έποψιν• ο Επίκουρος δηλαδή, οίος δήποτε και αν είνε ο σοφός όστις ονομάζεται ούτω, έχει ή δεν έχει να τρώγη• εάν μεν δεν έχη, δεν είνε δυνατόν να ζη ευχαρίστως, αλλ' ούτε καν να ζη• εάν δε έχη, έχει είτε εξ ιδίων είτε διότι λαμβάνει παρ' άλλου• και αν άλλος του δίδη να τρώγη είνε παράσιτος και όχι ό,τι λέγει• εάν δε ζη εξ ιδίων, δεν ζη ευχαρίστως.

ΤΥΧ. Διά ποίον λόγον;

ΠΑΡ. Διότι εάν ζη εξ ιδίων, η τοιαύτη ζωή, Τυχιάδη, παρακολουθείται από πολλάς ενοχλήσεις• και θα σου τας αναφέρω. Ο θέλων να ζήση κατά τρόπον ευχάριστον πρέπει να ικανοποιή όλας του τας ορέξεις ή όχι;

ΤΥΧ. Είμαι σύμφωνος.

ΠΑΡ. Λοιπόν, εις εκείνον ο οποίος έχει πολλά, ίσως τούτο είνε εύκολον, εις εκείνον δε ο οποίος έχει ολίγα ή τίποτε, δεν είνε δυνατόν• ώστε πτωχός δεν δύναται να γείνη σοφός, ούτε να φθάση εις τον σκοπόν, δηλαδή εις το ευχάριστον. Αλλ' ουδ' ο πλούσιος, ο δυνάμενος εκ της περιουσίας του να ικανοποιή αφθόνως τας επιθυμίας του, θα δυνηθή να κατορθώση τούτο. Διατί δε τούτο; Διότι εκείνος ο οποίος ζη εκ της περιουσίας του, κατ' ανάγκην δοκιμάζει πολλάς ενοχλήσεις• άλλοτε μεν θυμώνει με τον μάγειρον διότι κακώς παρεσκεύασε το φαγητόν, ή αν δεν φιλονεικήση με τον μάγειρον, θα φάγη κακώς παρασκευασθέντα φαγητά τα οποία δεν θα είνε ευχάριστα• άλλοτε δε θα φιλονεική με τον οικονόμον του διότι δεν οικονομεί καλώς. Ή δεν λέγω σωστά;

ΤΥΧ. Μα τον Δία, είμαι σύμφωνος.

ΠΑΡ. Εις τον Επίκουρον λοιπόν είνε επόμενον να συμβαίνουν όλαι αυταί αι ενοχλήσεις, ώστε ουδέποτε να επιτύχη τον σκοπόν της φιλοσοφίας του• ο παράσιτος όμως ούτε μάγειρον έχει με τον οποίον να θυμώση, ούτε κτήμα, ούτε οικονόμον, ούτε χρήματα, διά την απώλειαν των οποίων να λυπηθή, αλλά και χωρίς αυτά έχει να τρώγη και να πίνη χωρίς να έχη και καμμίαν ενόχλησιν εξ εκείνων τας οποίας οι άλλοι κατ' ανάγκην έχουν.

Ότι λοιπόν η παρασιτική είνε τέχνη, ικανώς απεδείχθη και εκ τούτων και εκ των άλλων. Υπολείπεται τώρα ν' αποδείξωμεν ότι είνε και η αρίστη, και τούτο όχι απλώς, αλλά πρώτον ότι εν γένει είνε ανωτέρα όλων των τεχνών, έπειτα δε και από εκάστην χωριστά. Τα γενικά της πλεονεκτήματα είνε τα εξής• πάσα τέχνη απαιτεί σπουδήν, κόπον, φόβον και ξύλον, πράγματα τα οποία δεν υπάρχει κανείς όστις να τα θεωρή ευχάριστα• την παρασιτικήν όμως τέχνην μόνην δύναται να μάθη κανείς δίχως κόπον. Είδες ποτέ κανένα να φεύγη από γεύμα κλαίων, όπως βλέπομεν μερικούς να φεύγουν εκ των σχολείων; Και είδες κανένα να πηγαίνη σκυθρωπός εις δείπνον όπως όσοι πηγαίνουν εις τα σχολεία; Ο παράσιτος μεταβαίνει εκουσίως εις το δείπνον, διότι πολύ αγαπά την τέχνην του, οι δε μανθάνοντες τας άλλας τέχνας τας μισούν, ώστε μερικοί και δραπετεύουν διά να τας αποφύγουν. Αλλά δεν σκέπτεσαι και τούτο, ότι οι πατέρες και αι μητέρες ανταμείβουν τα τέκνα των, τα οποία προκόπτουν εις τας τέχνας εκείνας, καθ' ον τρόπον ανταμείβονται καθ' εκάστην και οι παράσιτοι; Καλά έγραψε το παιδί, λέγουν• δόστε του να φάγη• δεν έγραψε καλά• μη του δώσετε. Ούτω το πράγμα και ως αμοιβή και ως τιμωρία φαίνεται σπουδαίον. Αι άλλαι τέχναι διά να δώσουν καρπούς απαιτούν προηγουμένως μάθησιν και κόπον, διότι «είνε πολύς και ανηφορικός ο δρόμος όστις φέρει εις αυτάς», όπως λέγει διά την αρετήν ο Ησίοδος• η δε παρασιτική μόνη εκ των τεχνών απολαμβάνει συγχρόνως με την μάθησιν, και άμα αρχίση, φθάνει και εις τον σκοπόν της. Εκ των άλλων τεχνών, όχι μερικαί, αλλά όλαι ως σκοπόν έχουν να μας θρέψουν, ο δε παράσιτος ευθύς άμα αρχίση την τέχνην του, έχει εξ αυτής την τροφήν του• ή νομίζεις ότι ο γεωργός γεωργεί χάριν της γεωργίας και ο τέκτων κτίζει χάριν της τεκτονικής; Και ο παράσιτος δεν επιδιώκει τίποτε άλλο, αλλά το αυτό είνε και έργον αυτού και σκοπός του έργου του. Είνε δε πασίγνωστον ότι εν ώ οι εξασκούντες τας λοιπάς τέχνας κοπιάζουν καθ' όλον τον καιρόν και μόνον μίαν ή δύο ημέρας κατά μήνα εορτάζουν, και αυταί αι πόλεις μόνον κατά μήνα ή κατ' έτος άγουν εορτήν και λέγουν ότι τότε διασκεδάζουν, διά τον παράσιτον και αι τριάκοντα ημέραι του μηνός είνε εορταί• όλαι δι' αυτόν είνε αφιερωμέναι εις τους θεούς. Προσέτι όσοι καταγίνονται να μάθουν τας άλλας τέχνας, τρώγουν και πίνουν ολίγον, όπως οι άρρωστοι, δεν επιτρέπεται δε να διασκεδάζη κανείς και να μανθάνη. Και αι μεν άλλαι τέχναι δεν δύνανται να υπηρετούν τον κατέχοντα αυτάς χωρίς όργανα• ούτε να αυλή κανείς δύναται χωρίς αυλούς, ούτε να ψάλλη χωρίς λύραν, ούτε να ιππεύη χωρίς ίππον• η δε παρασιτική είνε τόσον καλή και εύχρηστος τέχνη, ώστε ο τεχνίτης δύναται να την εξασκή και χωρίς κανέν όργανον. Επίσης εν ώ διά να μάθωμεν τας άλλας τέχνας πληρώνομεν, δι' αυτήν πληρωνόμεθα. Και αι μεν άλλαι τέχναι έχουν διδασκάλους, η δε παρασιτική κανένα, αλλά καθώς η ποιητική, κατά τον Σωκράτην, και αυτή είνε θείον δώρον. Σκέψου δε και τούτο, ότι τας μεν τέχνας δεν δυνάμεθα να εξασκούμεν όταν οδοιπορούμεν ή ταξειδεύωμεν, αυτήν δε εξασκούμεν και εις οδοιπορίας και εις ταξείδια.

ΤΥΧ. Πολύ σωστά.

ΠΑΡ. Εκτός τούτου, Τυχιάδη, αι άλλαι τέχναι μου φαίνονται ότι ζηλεύουν την παρασιτικήν, ενώ αυτή δεν ζηλεύει καμμίαν άλλην.

ΤΥΧ. Και δεν νομίζεις ότι αδικούν οι λαμβάνοντες τα ανήκοντα εις άλλους;

ΠΑΡ. Πώς όχι;

ΤΥΧ. Λοιπόν, πώς μόνος ο παράσιτος δύναται να σφετερίζεται τα ανήκοντα εις άλλους και να μη αδική;

ΠΑΡ. Αυτό δεν δύναμαι να το εξηγήσω. Αλλ' ενώ των άλλων τεχνών η αφετηρία και η καταγωγή είνε ευτελείς και ταπειναί, της παρασιτικής η αρχή είνε πολύ ευγενής• διότι εάν εξετάσης καλά την φιλίαν, θα εύρης ότι είνε αρχή της παρασιτικής.

ΤΥΧ. Πώς;

ΠΑΡ. Διότι ουδείς καλεί εις δείπνον εχθρόν ή άγνωστον άνθρωπον ή μετρίως γνώριμον, αλλά πρέπει να γείνη προηγουμένως φίλος διά να συμμερισθή τας σπονδάς και την τράπεζαν και κοινωνήση εις τα μυστήρια αυτής. Εγώ τουλάχιστον ήκουσα πολλάκις μερικούς να λέγουν πώς δύναται να είνε αυτός φίλος μου, αφού ούτε έφαγε, ούτε έπιε ποτέ μαζή μου; Δηλαδή μόνον τον συμπίνοντα και συντρώγοντα θεωρούν πιστόν φίλον. Ότι δε αυτή είνε η βασιλικωτάτη των τεχνών θα το εννοήσης όχι ολιγώτερον και εκ τούτου• τας άλλας τέχνας εξασκούν οι τεχνίται κοπιάζοντες και ιδρώνοντες, και είτε όρθιοι είτε καθήμενοι εργάζονται ως δούλοι των τεχνών, ο δε παράσιτος εξασκεί την τέχνην του ως βασιλεύς, ξαπλωμένος. Και είνε ανάγκη να αναφέρω, διά να παραστήσω την ευτυχίαν του, ότι μόνος, κατά τον σοφόν Όμηρον, «ούτε φυτεύει χερσί φυτόν, ούτε αροί, αλλά τα γ' άσπαρτα και ανήροτα πάντα» νέμεται{30}; Αλλά και ενώ τον ρήτορα, τον γεωμέτρην και τον χαλκέα ουδέν εμποδίζει να εξασκή την τέχνην του, είτε κακός είνε είτε μωρός, ουδείς δύναται να παρασιτή εάν είνε μωρός ή φαύλος.

ΤΥΧ. Μπα! μπα! Πολύ την ανυψώνεις την παρασιτικήν, και μου φαίνεται ότι θα με κάμης ν' αφήσω το επάγγελμά μου και να γείνω παράσιτος.

ΠΑΡ. Λοιπόν ότι είνε ανωτέρα από όλας ομού τας τέχνας, μου φαίνεται ότι το απέδειξα. Τώρα δε ας εξετάσωμεν κατά τι υπερτερεί και εκάστην χωριστά. Αλλά να την συγκρίνωμεν με τας βαναύσους τέχνας και ανόητον είνε και αναξιοπρεπές. Θα περιορισθώ να αποδείξω ότι είνε ανωτέρα των καλλιτέρων και μεγαλειτέρων τεχνών. Νομίζω δε ότι άμα αποδείξω ότι η παρασιτική είνε ανωτέρα της ρητορικής και της φιλοσοφίας, τας οποίας διά την ευγένειάν των και επιστήμας ονομάζουν τινές, θα γείνη προφανές ότι και των άλλων τεχνών εξέχει, όπως η Ναυσικάα των υπηρετριών της. Γενικώς λοιπόν είνε ανωτέρα και των δύο, και της ρητορικής και της φιλοσοφίας, πρώτον κατά την υπόστασιν• καθότι αυτή μεν υπάρχει, εκείναι δε όχι• διότι περί της ρητορικής δεν υπάρχει μία και η αυτή γνώμη, αλλ' οι μεν την θεωρούν τέχνην, οι δε ατεχνίαν, άλλοι κακοτεχνίαν και άλλοι άλλο. Ομοίως και η φιλοσοφία δεν είνε εις όλα και καθ' όλα η αυτή• διότι άλλην γνώμην έχει περί των πραγμάτων ο Επίκουρος, άλλην οι Στωικοί, άλλην η Ακαδημία, άλλην οι Περιπατητικοί και τέλος πάντων έκαστος έχει άλλην ιδέαν περί της φιλοσοφίας• και μέχρι τούδε τουλάχιστον ούτε μία εκ των γνωμών τούτων επεκράτησε, ούτε μία φαίνεται να είνε η τέχνη των. Τι δε δύναταί τις να συμπεράνη εκ τούτου είνε φανερόν. Ούτε κατ' αρχήν δύναται να θεωρηθή υπάρχουσα μία τέχνη η οποία δεν έχει υπόστασιν. Ορίστε η αριθμητική είνε μία και η αυτή• δύο και δύο και διά τους Έλληνας και διά τους βαρβάρους κάνουν τέσσερα• φιλοσοφίας όμως βλέπομεν πολλάς και διαφόρους και ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τους σκοπούς συμφωνούν όλαι.

ΤΥΧ. Έχεις δίκαιον η φιλοσοφία λέγουν ότι είνε μία, αυτοί δε την διαιρούν εις πολλάς.

ΠΑΡ. Και διά μεν τας άλλας τέχνας δύναται να φανή κανείς επιεικής, και αν έχουν μερικάς ασυμφωνίας και αι ιδέαι των δεν είνε σταθεραί πάντοτε. Αλλά διά την φιλοσοφίαν πώς δυνάμεθα να ανεχθώμεν να μη είνε μία και μόνη και να μη αντιφάσκη προς εαυτήν; Και όμως η φιλοσοφία δεν είνε μία• υπάρχει απειρία φιλοσοφιών. Αλλά πολλαί δεν δύνανται να είνε, αφού η φιλοσοφία είνε μία. Και περί της υποστάσεως της ρητορικής τα αυτά δύναταί τις να είπη• διότι όταν περί ενός θέματος δεν λέγουν τα αυτά όλοι οι ρήτορες, αλλά γίνεται περί αυτό πόλεμος αντιθέτων γνωμών, τούτο αποτελεί μεγίστην απόδειξιν ότι ουδέ κατ' αρχήν υπάρχει εκείνο το οποίον δεν εννοείται καθ' ένα και τον αυτόν τρόπον• διότι όταν ζητούμεν τι είνε η ρητορική και δεν κατορθώνομεν να συμφωνήσωμεν ότι είνε μία και η αυτή, τούτο αναιρεί αυτήν την ύπαρξιν του ζητουμένου. Η παρασιτική όμως δεν είνε τοιαύτη, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων και μεταξύ των βαρβάρων είνε μία και κατά τον αυτόν τρόπον εξασκείται και δεν δύναταί τις να είπη ότι άλλως οι μεν και άλλως οι δε παρασιτούν, ούτε υπάρχουν παράσιτοι διάφορων συστημάτων, όπως οι Στωικοί ή Επικούρειοι, έχοντες διάφορα δόγματα, αλλ' όλοι συμφωνούν προς όλους και κατά τα έργα και κατά τον σκοπόν. Ώστε εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι η παρασιτική κατά τούτο πλησιάζει να είνε και σοφία.

ΤΥΧ. Πολύ καλά μου φαίνεται ότι τα είπες αυτά. Αλλ' ότι και κατά τα άλλα η φιλοσοφία είνε υποδεεστέρα της τέχνης σου πώς το αποδεικνύεις;

ΠΑΡ. Εν πρώτοις πρέπει να είπω ότι την φιλοσοφίαν ουδέποτε ηγάπησε παράσιτος, εν ώ αναφέρονται πάρα πολλοί φιλόσοφοι οι οποίοι ηγάπησαν την παρασιτικήν και μέχρι σήμερον υπάρχουν τοιούτοι.

ΤΥΧ. Δύνασαι να μου αναφέρης φιλοσόφους οίτινες επεδόθησαν εις την παρασιτικήν;

ΠΑΡ. Ερωτάς; Και συ τους γνωρίζεις, αλλά υποκρίνεσαι ότι τους αγνοείς, ωσάν τούτο να είνε δι' αυτούς εντροπή και όχι τιμή.

ΤΥΧ. Όχι, σε βεβαιώ, αλλά σοβαρώς πιστεύω ότι δεν έχεις να αναφέρης τοιούτους.

ΠΑΡ. Φαίνεται ότι δεν ανέγνωσες ποτέ βίους φιλοσόφων, άλλως θα ενόεις αμέσως ποίους θέλω να είπω.

ΤΥΧ. Τέλος πάντων επιθυμώ ν' ακούσω ποίοι είνε.

ΠΑΡ. Θα σου τους αναφέρω και θα ιδής ότι δεν είνε οι χειρότεροι, αλλά μάλιστα οι καλλίτεροι, ως εγώ νομίζω, και εκείνοι τους οποίους ολιγώτερον φαντάζεσαι ως τοιούτους. Λοιπόν ο Αισχίνης ο μαθητής του Σωκράτους, εκείνος ο οποίος έγραψε τους εκτενείς και χαριτωμένους διαλόγους, επήγε κάποτε εις την Σικελίαν και είχε μαζή του τα συγγράμματά του διά να δυνηθή δι' αυτών να γνωρισθή με τον Διονύσιον τον τύρανον. Ανέγνωσε δε τον «Μιλτιάδην» και επειδή το έργον ήρεσεν εις τον τύραννον, παρέμεινεν εις την Σικελίαν ως παράσιτος του Διονυσίου, εγκαταλείψας τον Σωκράτην και την διδασκαλίαν του. Αλλά και ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος δεν σου φαίνεται ότι είνε εκ των δοκίμων φιλοσόφων;

ΤΥΧ. Βεβαίως.

ΠΑΡ. Και αυτός λοιπόν κατά την αυτήν εποχήν διέτριβεν εις τας Συρακούσας ως παράσιτος του Διονυσίου. Εξ όλων δε των παρασίτων αυτός ήτο ο πλέον ευνοούμενος του τυράννου, διότι ήτο και ο ευφυέστερος εις την τέχνην και ο Διονύσιος απέστελλε προς αυτόν καθ' εκάστην τους μαγείρους του διά να διδάσκωνται παρ' αυτού. Δικαίως δε ο Αρίστιππος θεωρείται ως κόσμημα της παρασιτικής τέχνης. Ο δε μέγας και πολύς Πλάτων σας μετέβη και αυτός εις την Σικελίαν προς τοιούτον σκοπόν και αφού επί ολίγας ημέρας εκάθησεν εις την τράπεζαν του τυράννου, εξέπεσεν ένεκεν ελλείψεως ευφυίας. Επιστρέψας δε εις τας Αθήνας εμελέτησε και παρεσκευάσθη, και έπειτα έκαμε δεύτερον ταξείδιον εις Σικελίαν, αλλά και πάλιν εξ αμαθίας απέτυχεν ως παράσιτος. Το ατύχημα δε τούτο του Πλάτωνος εις την Σικελίαν φαίνεται όμοιον προς την συμφοράν του Νικίου.

ΤΥΧ. Και ποίος το αναφέρει αυτό, Σίμων;

ΠΑΡ. Εκτός πολλών άλλων ο Αριστόξενος ο μουσικός, πολύ σημαντικός συγγραφεύς. Και αυτός δε ήτο παράσιτος του Νηλέως. Ότι δε ο Ευριπίδης ήτο παράσιτος του Αρχελάου μέχρι του θανάτου του και ο Ανάξαρχος του Αλεξάνδρου βεβαίως θα το γνωρίζης. Ο δε Αριστοτέλης μόνον ολίγον και επιπολαίως κατέγινεν εις την παρασιτικήν, όπως και εις τας άλλας τέχνας. Σου ανέφερα λοιπόν αρκετούς φιλοσόφους οι οποίοι επεδόθησαν με ζήλον εις την παρασιτικήν, αλλ' ουδείς δύναται ν' αναφέρη ένα παράσιτον όστις ηθέλησε να γίνη φιλόσοφος. Εάν δε η ευτυχία είνε το να μη πεινά τις, να μη διψά και να μη κρυώνη, αυτήν την ευτυχίαν μόνον ο παράσιτος την έχει. Φιλοσόφους δύνασαι να εύρης πολλούς ριγούντας και πεινώντας, παράσιτον όμως όχι• ή δεν είνε παράσιτος, αλλά δυστυχής ο πτωχός άνθρωπος ο όμοιος με φιλόσοφον.

ΤΥΧ. Πολύ σωστά τα είπες αυτά. Αλλ' ότι κατά πολύ υπερέχει η παρασιτική της φιλοσοφίας και της ρητορικής πώς το αποδεικνύεις;

ΠΑΡ. Εις τον βίον των ανθρώπων, φίλτατε, υπάρχουν δύο καταστάσεις, η κατάστασις της ειρήνης και η κατάστασις του πολέμου• εις τους δύο δε τούτους καιρούς διακρίνονται αι τέχναι και οι εξασκούντες αυτάς οποίοι είνε. Αν θέλης λοιπόν, ας εξετάσωμεν πρώτον την εν καιρώ πολέμου κατάστασιν και ποίοι κατ' αυτήν είνε προ πάντων χρήσιμοι ιδιαιτέρως έκαστος και όλοι ομού εις την πατρίδα.

ΤΥΧ. Η σύγκρισις την οποίαν επιχειρείς είνε πολύ τολμηρά και μου έρχονται γέλοια όταν φαντάζωμαι την θέσιν ενός φιλοσόφου ανταγωνιζομένου προς ένα παράσιτον.

ΠΑΡ. Λοιπόν διά να μη απορής υπερβολικά και να μη σου φαίνεται το πράγμα γελοίον, ας υποθέσωμεν ότι μας αναγγέλλεται αιφνιδία εισβολή εχθρών εις την χώραν μας και είνε ανάγκη να τους αποκρούσωμεν και να μη τους αφήσωμεν να καταστρέφουν τα περίχωρα, ο δε στρατηγός παραγγέλλει να στρατολογηθούν όλοι οι έχοντες την στρατεύσιμον ηλικίαν. Προσέρχονται λοιπόν όλοι και μεταξύ τούτων μερικοί φιλόσοφοι, ρήτορες και παράσιτοι. Εν πρώτοις ας τους εκδύσωμεν• διότι είνε ανάγκη οι μέλλοντες να οπλισθούν να γυμνωθούν προηγουμένως. Παρατήρει λοιπόν ένα ένα και εξέταξε τα σώματά των. Άλλους μεν εξ αυτών θα ίδης ισχνούς και ωχρούς και τρέμοντας, ως να είνε ήδη τραυματίαι λησμονημένοι εις το πεδίον της μάχης. Δεν είνε επομένως γελοίον και να το λέγη τις ότι δύνανται ν' ανθέξουν εις αγώνα και μάχην και συμπλοκάς και δρόμον και κονιορτόν και τραύματα άνθρωποι όπως αυτοί που έχουν ανάγκην θεραπείας; Στρέψου τώρα προς τον παράσιτον και παρατήρησε πώς είνε. Αυτός πρώτον είνε παχύς και έχει το χρώμα ευχάριστον ούτε μαύρος είνε ως δούλος, ούτε λευκός ως γυναίκα. Το ήθος του είνε αρρενωπόν και το βλέμμα του ζωηρόν και αγριωπόν, όπως το ιδικόν μου• διότι δεν πρέπει οι μεταβαίνοντες εις τον πόλεμον να έχουν βλέμμα δειλόν και γυναικώδες. Λοιπόν ο τοιούτος οπλίτης δεν θα είνε καλός και ζων και αν αποθάνη ενδόξως; Αλλά τις η ανάγκη να λέγωμεν τούτο εξ εικασίας, αφού έχομεν ωρισμένα παραδείγματα και βέβαια γεγονότα ν' αναφέρωμεν; Εν γένει δύναταί τις να είπη ότι εν καιρώ πολέμου κανείς ποτε ρήτωρ ή φιλόσοφος δεν είχε το θάρρος να εξέλθη εκ του τείχους• εάν δε κανείς ηναγκάσθη να λάβη μέρος εις μάχην, ελιποτάκτησε και έφυγε.

ΤΥΧ. Πολύ εκπληκτικά πράγματα λέγεις, και όσα υπόσχεσαι να είπης, δεν είνε ολιγώτερον καταπληκτικά. Λέγε όμως.

ΠΑΡ. Από τους Ρήτορας λοιπόν ο Ισοκράτης όχι μόνον εις πόλεμον δεν επήγε, αλλ' ούτε εις δικαστήριον ετόλμησε ποτέ να ομιλήση εκ δειλίας, υποθέτω, ήτις και την φωνήν του διέκοπτε. Θέλεις και αλλά παραδείγματα; Μήπως ο Δημάδης, ο Αισχίνης και ο Φιλοκράτης, άμα ανηγγέλθη ότι ο Φίλιππος θα εκήρυττε πόλεμον κατά των Αθηνών, δεν επρόδωσαν την πόλιν και δεν παρέδωκαν τους εαυτούς των εις τον Φίλιππον εκ φόβου και πάντοτε εξηκολούθουν να υπηρετούν τους σκοπούς αυτού; Και αν κανείς άλλος Αθηναίος είχε τα αυτά φρονήματα και αυτόν τον είχαν φίλον. Ο Υπερίδης δε και ο Δημοσθένης και ο Λυκούργος, οι θεωρούμενοι ως οι γενναιότεροι και οι οποίοι πάντοτε εθορύβουν εις τας συνελεύσεις του λαού και κατεφέροντο κατά του Φιλίππου, τι γενναίον έπραξαν εις τον κατ' αυτού πόλεμον; Ο μεν Υπερίδης και ο Λυκούργος όχι μόνον δεν έλαβον μέρος εις καμμίαν εκστρατείαν, αλλ' ούτε ετόλμησαν να ξεμυτίσουν από τας πύλας της πόλεως• εκάθηντο εντός των τειχών και, ενώ επολιορκούντο, συνέθετον ψηφίσματα και νομοσχέδια. Ο δε επιφανέστερος εξ αυτών, εκείνος ο οποίος έλεγε διηνεκώς εις τας συνελεύσεις «ο Φίλιππος ο Μακεδών είνε αχρείος, από την χώραν του οποίου ούτε δούλον δεν πρέπει να αγοράζη κανείς», ετόλμησε να μεταβή μέχρι Βοιωτίας, αλλά πριν να συγκρουσθούν τα δύο στρατεύματα και έλθουν εις χείρας, έρριψε την ασπίδα του και έφυγε. Ή δεν τα ήκουσες άλλοτε ποτέ από κανένα αυτά, τα οποία όχι μόνον εις τους Αθηναίους είνε πολύ γνωστά, αλλά και εις τους Θράκας και τους Σκύθας, οπόθεν το κάθαρμα εκείνο κατήγετο;

ΤΥΧ. Τα γνωρίζω• αλλ' αυτοί ήσαν ρήτορες και είχαν εξασκηθή εις τους λόγους, όχι δε και εις την ανδρείαν. Περί των φιλοσόφων όμως τι δύνασαι να είπης; Διότι δεν πιστεύω να δύνασαι να τους κατηγορήσης και τούτους όπως εκείνους.

