# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28018/index.md

Εκτός τούτου ότι τα γυναικεία σώματα διαφέρουν μεγάλως των ανδρικών κατά την δύναμιν των νοσημάτων και κατά την πιθανότητα ή το απίθανον της ιάσεως είναι πρόδηλον. Διότι τα μεν ανδρικά είνε στερεά την σύστασιν και ισχυρά, γυμνασμένα δε εις κίνησιν και εις την ζωήν του ανοικτού αέρος• τα δε γυναικεία χαλαρά και άνευρα, αναπτυχθέντα εις την σκιάν και λευκά ένεκεν ελλείψεως αίματος και ανεπαρκείας θερμαντικού και πληθώρας υγρών• διά τούτο και ευκολώτερον των ανδρικών ασθενούν και κυριεύονται υπό των νοσημάτων, δυσκολώτερον θεραπεύονται και πολύ συχνά υποκύπτουν εις την παραφροσύνην. Επειδή είνε λίαν επιρρεπείς εις οργήν, πολύ ευερέθιστοι και λεπταί, ολίγην δύναμιν σώματος έχουν, ευκόλως περιπίπτουν εις το νόσημα εκείνο.

Δεν είναι επομένως δίκαιον να ζητήται παρά των ιατρών η αυτή θεραπεία δι' αμφότερα τα φύλα, αφού γνωρίζομεν ότι μέγα χάσμα υπάρχει μεταξύ των και ότι από της γεννήσεως διαφέρουν και καθ' όλον τον τρόπον του ζην και καθ' όλας τας πράξεις. Όταν λοιπόν λέγης ότι παρεφρόνησε πρέπει να προσθέτης και ότι γυνή ήτο εκείνη ήτις παρεφρόνησε, και μη συγχέης πάντα ταύτα υπό την λέξιν παραφροσύνη η οποία φαίνεται έν και το αυτό πράγμα σημαίνουσα, αλλά διακρίνων, όπως είναι και εις την φύσιν, εξέταζε τι είναι δυνατόν να γείνη διά τον άνδρα ή την γυναίκα ιδιαιτέρως• διότι ημείς οι ιατροί, ως ανωτέρω είπα, τούτο πρώτον εξετάζομεν, την φύσιν και την κράσιν του νοσούντος και ποίας ιδιότητας έχει κατά το μάλλον ή ήττον, αν επικρατή εις τον οργανισμόν του το θερμόν ή το ψυχρόν, αν το σώμα είναι νέον ή ηλικιωμένον, μέγα ή μικρόν, παχύ ή ολιγόσαρκον και όλα τα τοιαύτα. Και εν γένει αν κανείς εξετάση αυτά θα είνε λίαν αξιόπιστος όταν θα απελπίση ή θα δώση ελπίδας περί της θεραπείας. Αλλά και της παραφροσύνης τα είδη είνε πολυάριθμα και έχουν πολλάς και διαφόρους αιτίας• δι' ο ουδέ και ονόματα έχουν όμοια• διότι δεν είναι το αυτό η παράνοια και το παραλήρημα, η λύσσα και η μανία, αλλά ταύτα πάντα προσδιορίζουν διαφόρους βαθμούς της νόσου. Και τα αίτια εις μεν τους άνδρας είνε άλλα, εις δε τας γυναίκας άλλα• και μεταξύ αυτών των ανδρών διά μεν τους νέους είνε άλλα, διά δε τους γέροντας διαφορετικά. Εις τους νέους αφορμή γίνεται κατά το πλείστον η πληθώρα των χυμών• τους δε γέροντας πολλάκις είτε διαβολή εξερεθιστική, είτε οργή παράλογος κατά των οικείων αφού κατά πρώτον τους φέρει εις ταραχήν του λογικού, ολίγον κατ' ολίγον τους ρίπτει εις μανίαν. Τας δε γυναίκας πολλά είναι τα αίτια τα οποία τας οδηγούν ευκόλως εις την φρενοπάθειαν, μάλιστα δε το μίσος εναντίον τινός ή ο φθόνος δι' εχθρόν ευτυχούντα ή λύπη τις ή οργή• ολίγον κατ' ολίγον ταύτα υποκαίοντα και επί πολύ τρεφόμενα εις την ψυχήν απολήγουν εις μανίαν.

Τοιαύτα, πάτερ, έπαθε και η σύζυγός σου και ίσως κάτι την είχε λυπήσει προηγουμένως• διότι ουδένα εκείνη εμίσει, αλλά το πάθος είνε επίμονον και δεν είναι δυνατόν εις ην κατάστασιν ευρίσκεται να θεραπευτή υπό ιατρού• εάν δε άλλος τις αναλάβη να την θεραπεύση, τότε σου δίδω το δικαιωμα να με μισής ως ένοχον. Αλλά θα ομολογήσω και κάτι άλλο, ότι και αν δεν ήτο τόσον απελπιστική η κατάστασίς της, αλλά διεφαίνετο κάποια ελπίς σωτηρίας, πάλιν θα εδίσταζα να επιχειρήσω την θεραπείαν και να της δώσω φάρμακα, διότι θα εφοβούμην την τύχην και την δυσφήμισιν. Γνωρίζεις ότι γενικώς αποδίδεται εις τας μητρυιάς, και αν ακόμη είνε αγαθαί, ότι μισούν τους προγονούς των, και το μίσος τούτο θεωρείται ως κοινή μανία των γυναικών. Εάν λοιπόν συνέβαινε να λάβη κακήν τροπήν το νόσημα και τα φάρμακά μου να αποβούν ανωφελή, ίσως θα εκίνουν υποψίας ότι η θεραπεία μου συνετέλεσε σκοπίμως.

Τοιαύτη είνε η κατάστασις της συζύγου σου, πάτερ, και αναγκάζομαι να σου είπω ότι ουδέποτε θα βελτιωθή και αν μυριάκις πίη το φάρμακον• διά τούτο είνε περιττόν και να επιχειρήσω, εκτός αν μόνον με εξαναγκάζης διά ναποτύχω και δυσφημισθώ. Άφησε με να με ζηλεύουν οι ομότεχνοι. Εάν δε με αποκηρύξης πάλιν, εγώ καίτοι θα μείνω έρημος, δεν θα τρέφω εναντίον σου καμμίαν έχθραν. Και εάν, ο μη γένοιτο, σου επανέλθη το νόσημα—-διότι όταν λαμβάνουν νέας αφορμάς συνήθως υποτροπιάζουν αυτά τα νοσήματα — τι θα πράξω; Να είσαι βέβαιος ότι θα σε θεραπεύσω και τότε και ουδέποτε θα παραλείψω το καθήκον το οποίον η φύσις επιβάλλει εις τα τέκνα, ούτε θα λησμονήσω εγώ ότι είσαι πατήρ μου. Αλλά και αν θα επανέλθης εις το λογικόν, θα δύναμαι να ελπίσω ότι θα με αναγνωρίσης πάλιν ως υιόν σου; Ιδού, και με αυτά τα οποία τώρα κάμνεις, προκαλείς το νόσημα και το εξεγείρεις. Ενώ προ ολίγου χρόνου μόλις εσώθης από τοιαύτην ασθένειαν, πεισμόνεις και φωνάζεις και, το χειρότερον, θυμόνεις και εχθρεύεσαι και επικαλείσαι τους νόμους. Αλλοίμονον, πάτερ, τοιαύτα ήσαν και της προηγουμένης σου παραφροσύνης τα προοίμια.

ΦΑΛΑΡΙΣ

Λόγος πρώτος

Μας έπεμψεν, ω Δελφοί, ο ημέτερος ηγεμών Φάλαρις να φέρωμεν προς τον θεόν τούτον τον ταύρον και να δώσωμεν προς υμάς εξηγήσεις και περί αυτού και διά την προσφοράν του• ο σκοπός λοιπόν της αφίξεώς μας είναι ούτος και εκείνα δε τα οποία θέλει να σας ανακοινώσωμεν ο Φάλαρις είναι τα εξής. Εγώ, λέγει, ω Δελφοί, θα ήθελα με πάσαν θυσίαν να με γνωρίσουν οι Έλληνες οποίος πραγματικώς είμαι και όχι οποίον με παρέστησεν εις τους αγνοούντας η φήμη την οποίαν εσχημάτισαν όσοι με μισούν και με φθονούν αλλά προ πάντων θα επεθύμουν να γνωρισθώ από σας οι οποίοι είσθε ιερείς και συγκάθεδροι του Πυθίου Απόλλωνος και ούτως ειπείν σύνοικοι και υπό την αυτήν στέγην ζώντες μετά του θεού. Διότι νομίζω ότι αν απολογηθώ προς υμάς και σας πείσω ότι αδίκως θεωρούμαι σκληρός, δι' υμών θα απολογηθώ και προς όλους τους άλλους. Και δι' όσα θα είπω επικαλούμαι μάρτυρα τον θεόν τον οποίον δεν δύναταί τις να απατήση και διά ψευδών λόγων να παρασύρη• ανθρώπους είναι εύκολον να εξαπατήση τις, αλλά θεόν και μάλιστα ένα τοιούτον, αδύνατον να διαλάθη.

Ήμουν πολίτης της Ακράγαντος ουχί εκ των αφανών, αλλ' εκ των πλέον ευγενών και ανετράφην ως αρμόζει εις ελεύθερον άνδρα και εξεπαιδεύθην• πάντοτε δε ήμουν περιποιητικός προς την πόλιν και επεζήτουν την εύνοιαν αυτής, προς δε τους συμπολίτας μου επιεικής και μετριοπαθής, ουδεμίαν δε βιαιότητα ή σκαιότητα ή ύβριν και αυθαιρεσίας απέδιδε κανείς εις τον πρότερον εκείνον βίον μου. Αλλ' επειδή έβλεπα τους πολιτικούς αντιπάλους μου ότι με επεβουλεύοντο και εζήτουν πάντα τρόπον να με καταστρέψουν— ήτο δε διηρημένη η πόλις μας εις δύο αντιμαχόμενα κόμματα— δεν εύρισκα άλλον τρόπον ασφαλείας και σωτηρίας και δι' εμέ και διά την πολιτείαν παρά να συγκεντρώσω εις χείρας μου την εξουσίαν και να χαλιναγωγήσω τους αντιπολιτευομένους, ώστε να παύσουν τας εναντίον μου επιβουλάς των, την δε πόλιν να επαναφέρω εις την φρόνησιν και την ησυχίαν. Ευρήκα δε και πολλούς άνδρας μετριοπαθείς και φιλοπάτριδας, οι οποίοι επεδοκίμασαν την γνώμην μου και ανεγνώρισαν ότι ήτο αναγκαία τοιαύτη μεταβολή. Τούτους μετεχειρίσθην ως συναγωνιστάς και ευκόλως επέτυχα τον σκοπόν μου. Του λοιπού οι μεν εχθροί μου έπαυσαν τας ταραχάς και έγιναν ευπειθείς, εγώ διηύθυνα την πολιτείαν και η πόλις ήτο ήσυχος. Θανατώσεις ή εξορίας ή δημεύσεις ούτε εναντίον εκείνων οίτινες επεβουλεύθησαν την ζωήν μου έκαμα, καίτοι είναι αναγκαίον να γίνωνται τα τοιαύτα, μάλιστα κατά την αρχήν μιας δυναστείας• αλλ' ενόμιζα ότι με φιλανθρωπίαν και πραότητα, με ημερότητα και ισοτιμίαν θα τους έφερα εις την ευπείθειαν. Ευθύς λοιπόν με τους εχθρούς μου έκαμα ειρήνην και συνεφιλιώθην, τους πλείστους δ' εξ αυτών μετεχειριζόμην ως συμβούλους και ομοτραπέζους. Βλέπων δε ότι η πόλις εξ αμελείας των αρχόντων αυτής ευρίσκετο εις ελεεινήν κατάστασιν, καθότι πολλοί έκλεπτον ή μάλλον διήρπαζον τα κοινά, κατεσκεύασα υδραγωγεία και κρήνας, την εκόσμησα δι' οικοδομών δημοσίων και την ενίσχυσα διά τειχών και τας δημοσίας προσόδους ηύξησα ταχέως διά της επιμελείας της οικονομικής υπηρεσίας και διά την νεολαίαν εφρόντιζα και διά τους γέροντας επρονόησα και τον λαόν επεριποιούμην με θεάματα, διανομάς βοηθημάτων, πανηγύρεις και δημόσια γεύματα. Μου επροξένει δε φρίκην και μόνον να ακούσω περί εξυβρίσεως παρθένων ή διαφθοράς εφήβων ή απαγωγής γυναικών ή αποστολής δορυφόρων προς σύλληψιν πολίτου ή προς οίαν δήποτε τυραννικήν απειλήν.

Είχα δε αρχίσει και να σκέπτωμαι να εγκαταλείψω την αρχήν και να καταθέσω την εξουσίαν, καθότι αι φροντίδες της αρχής είχον αρχίσει να με κουράζουν και ο φθόνος ο οποίος με περιέβαλλε καθίστα επαχθέστερα τα βάρη της εξουσίας• αλλ' ήθελα να εύρω τρόπον ώστε μετά την παραίτησίν μου να μη έχη πλέον η πόλις ανάγκην τοιαύτης υπηρεσίας. Εν ω όμως εγώ με απλότητα τοιαύτα εσκεπτόμην, οι αντίπαλοί μου συνωμότουν εναντίον μου και συνεσκέπτοντο περί του πώς να στασιάσουν και με επιβουλευθούν και συνήρχοντο κρυφίως και συνήθροιζον όπλα και χρήματα και παρά των κατοίκων των γειτονικών πόλεων εζήτουν συνδρομήν και εις την Ελλάδα απέστελλον πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους και Αθηναίους• όσα δε είχαν αποφασίσει περί εμού, εάν με συνελάμβανον και πώς θα με κατεσπάρασσαν με τας χείρας των και ποία βασανιστήρια θα εφήρμοζον εναντίον μου, ωμολόγησαν δημοσία όταν διά βασανιστηρίων ανεκρίθησαν. Εάν δε εγώ διέφυγα τας επιβουλάς των το οφείλω εις τους θεούς οίτινες μου απεκάλυψαν τα τεκταινόμενα και μάλιστα εις τον Πύθιον Απόλλωνα όστις δι' ονείρων με ειδοποίησε δι' όλα.

Και τώρα σας παρακαλώ να έλθετε εις την θέσιν μου, ω Δελφοί, να φαντασθήτε τον κίνδυνον εις τον οποίον ευρέθην και να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω όταν ανύποπτος και απροφύλακτος παρ' ολίγον να συλληφθώ υπό των εχθρών μου και αν δεν είχα δίκαιον να ζητήσω τρόπον σωτηρίας. Προς στιγμήν έλθετε πλησίον μου εις την Ακράγαντα και αφού ίδετε τας συνωμοσίας και ακούσετε τας απειλάς των να μου είπετε τι έπρεπε να πράξω. Να φερθώ ακόμη προς αυτούς με φιλανθρωπίαν, να παραβλέψω και να ανεχθώ έως ου μετ' ολίγον με καταστρέψουν; Θα ήτο ως να προσέφερα τον τράχηλόν μου προς σφαγήν και απεφάσιζα να ίδω τα τέκνα και ό,τι άλλο έχω φίλτατον να εξοντωθούν προ των οφθαλμών μου. Δεν αμφιβάλλω ότι θα με ελέγατε ηλίθιον βλέποντές με τοιαύτα σκεπτόμενον και θα μου εδίδατε την συμβουλήν να λάβω γενναίας και ανδρικάς αποφάσεις και με την δικαίαν οργήν αδικημένου ανθρώπου να καταδιώξω τους εχθρούς μου και διά παντός τρόπου να εξασφαλισθώ διά το μέλλον. Τι λοιπόν έπραξα μετά τούτο; Έστειλα και έφερα ενώπιον μου τους ενόχους, επέτρεψα εις αυτούς ναπολογηθούν, έφερα αποδείξεις της ενοχής των και απέδειξα σαφώς τα καθέκαστα της επιβουλής των• αφού δε και αυτοί ηναγκάσθησαν να ομολογήσουν, τους ετιμώρησα όχι τόσον διότι εκινδύνευσεν η ζωή μου, αλλά διότι δεν με αφήκαν να μείνω εις τας αγαθάς μου διαθέσεις και τας αποφάσεις τας οποίας εξ αρχής έλαβα. Έκτοτε εξακολουθώ να προσέχω διά την ασφάλειάν μου, πάντα δε ο οποίος με επιβουλεύεται τιμωρώ. Και οι άνθρωποι κατηγορούν εμέ ως σκληρόν χωρίς να συλλογίζωνται ποίοι έδωκαν την αφορμήν. Βλέποντες τας συνεπείας και τας τιμωρίας, αίτινες δίδουν εις αυτούς την εντύπωσιν της σκληρότητος, με κατηγορούν δι' αυτάς, όπως εάν έβλεπέ τις ιερόσυλον ριπτόμενον από του βράχου{27}, προς τιμωρίαν, δεν ελάμβανεν υπ' όψει την ασέβειάν του και δεν εσυλλογίζετο πως εισήλθε την νύκτα εις τον ναόν και έκλεψε τα αφιερώματα και ύψωσε χείρα ασεβή προς το είδωλον του Θεού, αλλά κατηγόρει υμάς δι' υπερβολικήν αγριότητα, διότι ενώ είσθε Έλληνες και λέγετε ότι είσθε θεράποντες του Θεού εδέχθητε να υποστή ανθρωπος Έλλην πλησίον του ναού—διότι, ως λέγεται, ο βράχος δεν απέχει πολύ από την πόλιν των Δελφών—τοιαύτην τιμωρίαν. Αλλά νομίζω ότι και σεις θα εγελάτε αν τις έλεγε ταύτα εναντίον σας και όλοι οι άλλοι θα επεδοκίμαζον την εναντίον των ιεροσύλων σκληρότητα.

Εν γένει οι λαοί χωρίς να εξετάζουν οποίος είνε ο κυβερνών, είτε δίκαιος είτε άδικος, μισούν το όνομα της τυραννίας και τον τύραννον {28}, είτε Αιακός, είτε Μίνως, είτε Ραδάμανθυς είνε, και ομοίως επιζητούν να εξολοθρεύσουν όλους. Μη πιστεύοντες ότι δύνανται να υπάρξουν και καλοί τύραννοι, συμπεριλαμβάνουν και τούτους εις το αυτό όνομα και το αυτό μίσος. Εγώ τουλάχιστον ακούω ότι και αυτόθι εις την Ελλάδα υπήρξαν πολλοί τύραννοι σοφοί και υπό όνομα θεωρούμενον κακόν επέδειξαν αγαθόν και ήμερον χαρακτήρα, υπάρχουν δε και εις τον ναόν σας ανατεθειμένα γνωμικά αυτών, αγάλματα και άλλα αφιερώματα.

Αλλά και οι νομοθέται, ως γνωρίζετε, νομοθετούν περισσοτέρας ποινάς παρά αμοιβάς, καθότι όλα τα άλλα ουδέν ωφελούν εάν μη συνυπάρχη ο φόβος και το δέος της τιμωρίας. Εις ημάς δε τους τυράννους είνε πολύ αναγκαιότερος ο φόβος, καθότι κυβερνώμεν παρά την θέλησιν του λαού και ζώμεν μεταξύ ανθρώπων οίτινες μας μισούν και μας επιβουλεύονται. Πολλάκις μάλιστα ούτε ο φόβος μας είνε αρκετός, διότι οι εχθροί μας ενθυμίζουν τον περί της Ύδρας μύθον. Όσω τιμωρούμεν τόσω περισσότεραι αφορμαί τιμωριών αναφύονται. Και αν θέλωμεν να διατηρήσωμεν την αρχήν πρέπει να εξακολουθούμεν όπως ηρχίσαμεν να αποκόπτωμεν τας αναφυομένας αφορμάς και, όπως ο Ιόλαιος, να επικαίωμεν τας αποκοπτομένας κεφαλάς της Ύδρας. Εκείνος ο οποίος άπαξ θα εισέλθη εις αυτήν την οδόν, πρέπει να εξακολουθήση, άλλως αν δείξη επιείκειαν θα χαθή. Δύνασθε να πιστεύσετε ότι υπάρχει άνθρωπος τόσον άγριος και ανήμερος, ώστε να τέρπεται εις τας μαστιγώσεις και ν' ακούη κραυγάς πόνου και να βλέπη σφαζομένους, εάν δεν έχη σπουδαίαν αφορμήν να προσφεύγη εις τοιαύτας τιμωρίας; Ποσάκις εγώ εδάκρυσα διότι εμαστιγούντο άλλοι, ποσάκις δε αναγκάζομαι να θρηνώ και να οδύρωμαι διά την τύχην μου και ούτω να υποφέρω μεγαλειτέραν και χρονιωτέραν τιμωρίαν εγώ; Διότι δι' άνθρωπον εκ φύσεως αγαθόν, εξ ανάγκης δε σκληρόν, είνε πολύ λυπηρότερον να τιμωρή παρά να τιμωρήται. Και αν θέλετε να σας ομιλήσω ειλικρινώς, εάν μου επροτείνετο να εκλέξω, τι προτιμώ, να τιμωρήσω άλλους αδίκως ή ν' αποθάνω, να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα εδίσταζα να προτιμήσω τον θάνατον παρά να τιμωρήσω αθώους. Αλλ' εάν τις μου είπη• Προτιμάς, Φάλαρι, να αποθάνης συ αδίκως ή να τιμωρήσης δικαίως τους εχθρούς σου; Βεβαίως θα προτιμήσω το τελευταίον. Διότι και πάλιν θα επικαλεσθώ την γνώμην σας, ω Δελφοί, και θα σας ερωτήσω, είνε προτιμότερον να αποθάνη τις αδίκως ή να σώζη αδίκως εκείνον όστις επεβουλεύθη την ζωήν του;

Δεν πιστεύω να είνε κανείς τόσον ανόητος ώστε να μη προτιμά να ζη μάλλον παρά να σώση τους εχθρούς του διά να τον καταστρέψουν. Εν τοσούτω εγώ και εις πολλούς εξ εκείνων οίτινες συνώμοσαν εναντίον μου και απεδείχθησαν εχθροί μου εχάρισα την ζωήν• και αναφέρω τον Άκανθον, όστις ευρίσκεται μεταξύ των απεσταλμένων μου, τον Τιμοκράτην και τον αδελφόν του Λεωγόραν, εις τους οποίους εχαρίσθην ένεκα της παλαιάς μας φιλίας.

Αλλά διά να γνωρίσετε καλλίτερα τον χαρακτήρα μου, πρέπει να ερωτήσετε τους ξένους τους ερχομένους εις την Ακράγαντα, πώς φέρομαι προς αυτούς και αν μεταχειρίζωμαι φιλανθρώπως τους ερχομένους εις την πόλιν μας. Θα μάθετε δε παρ' αυτών ότι έχω εις τους λιμένας ανθρώπους επίτηδες διά να με πληροφορούν ποίοι και πόθεν έρχονται διά να τους φιλοξενώ και τους προπέμπω κατ' αξίαν. Τινές δε έρχονται και επίτηδες διά να διατρίψουν πλησίον μου και μεταξύ αυτών είνε οι σοφώτατοι των Ελλήνων, οίτινες δεν αποφεύγουν την συναναστροφήν μου. Και αυτός ο σοφός Πυθαγόρας ήλθε προς εμέ προ ολίγου καιρού, όταν δε με εγνώρισε και είδεν ότι εκείνα τα οποία είχεν ακούσει περί εμού δεν ήσαν ακριβή, με απεχαιρέτισε με επαίνους διά την δικαιοσύνην μου και συλλυπούμενός με διά τας σκληρότητας εις τας οποίας ήμουν ηναγκασμένος να προσφεύγω. Νομίζετε λοιπόν ότι εκείνος ο οποίος φέρεται τόσον φιλανθρώπως προς τους ξένους, είνε δυνατόν να φέρεται αδίκως προς τους ιδικούς του, αν μη λαμβάνη παρ' αυτών σοβαράς αφορμάς;

Αυτά είχα να είπω προς υμάς ως απολογίαν• νομίζω δε ότι είνε αληθή και δίκαια και μάλλον επαίνου παρά μίσους άξια. Τώρα δε είνε καιρός να σας ομιλήσω περί του αφιερώματός μου, πόθεν και πώς απέκτησα τον ταύρον τούτον χωρίς να πληρώσω εκείνον ο οποίος τον κατεσκεύασε. Διότι δεν είμαι τόσον ανόητος ώστε να επιθυμώ την απόκτησιν τοιούτων αντικειμένων. Εκείνος ο οποίος τον κατεσκεύασεν ήτο Ακραγαντίνος ονόματι Περίλαος, καλός μεν χαλκεύς, κακός δε άνθρωπος. Ούτος έχων πολύ εσφαλμένην ιδέαν περί των αισθημάτων μου, ενόμιζεν ότι θα με ευχαριστεί εάν επενόει νέον τι βασανιστήριον, διότι ενόμιζεν ότι μου ήτο επιθυμία απαραίτητος να βασανίζω ανθρώπους. Κατεσκεύασε λοιπόν αυτόν τον χάλκινον ταύρον, φυσικώτατον και ωραιότατον και μου τον έφερε• μόνον η κίνησις και ο μυκηθμός του έλειπε διά να νομισθή ζωντανός. Όταν δε τον είδα αμέσως ανεφώνησα ότι πρέπει να σταλή ως αφιέρωμα εις τον Πύθιον Απόλλωνα και ότι είνε άξιον του θεού αφιέρωμα. Αλλ' ο Περίλαος ο οποίος ήτο εκεί μου είπε• Και τι θα είπης όταν θα ίδης την τέχνην με την οποίαν είνε εσωτερικώς κατασκευασμένος και τον σκοπόν εις τον οποίον δύναται να χρησιμεύση; Ανοίξας δε τότε τα νώτα του ταύρου, όταν θέλης, είπε, να τιμωρήσης κανένα θα τον εισάγης εις αυτό το μηχάνημα και θα τον κλείης εντός αυτού. Έπειτα θα προσαρμόζης αυτούς τους αυλούς εις τους ρώθωνας του ταύρου και θα διατάσσης ν' ανάπτουν φωτιάν κάτω από την κοιλίαν του. Τότε ο κλεισμένος εντός του ταύρου θα καταληφθή από τρομερούς πόνους και θ' αρχίση να φωνάζη, αλλ' αι κραυγαί του θα εξέρχωνται από τους αυλούς ως παθητικώταται μελωδίαι και ο ταύρος θα εκπέμπη συγκινητικούς μυκηθμούς και αρμονικάς θρηνωδίας, ούτως ώστε εκείνος μεν θα τιμωρήται, συ δε θα τέρπεσαι υπό μουσικής. Άμα ήκουσα ταύτα, εσιχάθηκα την πολυμήχανον κακίαν του ανθρωπου και εμίσησα την καταχθονιότητα του μηχανήματος και απεφάσισα να τιμωρήσω τον εφευρέτην διά της εφευρέσεώς του. Και του είπα• Εάν, Περίλαε, όλα αυτά δεν είνε ψεύδη, πρέπει να εισέλθης ο ίδιος εις το μηχάνημα σου, να μιμηθής τας κραυγάς των βασανιζομένων και ν' αποδείξης την αλήθειαν της τέχνης σου, διά να ίδωμεν αν αληθώς αι κραυγαί σου θα μεταβληθούν εις μελωδίας. Ο Περίλαος υπήκουσεν, αφού δε εισήλθεν εις τον ταύρον και τον έκλεισα, διέταξα ν' ανάψουν υπό το μηχάνημα πυρ και του είπα• Τώρα λάβε την αμοιβήν την οποίαν αξίζει η θαυμαστή σου τέχνη και ως διδάσκαλος της μουσικής άρχισε πρώτος να παίζης. Και αυτός μεν ετιμωρήθη δικαίως διά την εφεύρεσίν του• εγώ δε διατάξας να τον εξαγάγουν, ενώ ακόμη έζη και ανέπνεε, διά να μη μιάνη το κατασκεύασμά του, παρήγγειλα να τον ρίψουν εκ των κρημνών, καθαρίσας δε τον χάλκινον ταύρον, τον έστειλα προς υμάς διά ν' αφιερωθή εις τον θεόν, διέταξα δε συγχρόνως να γραφή επ' αυτού όλη η διήγησις, το όνομα εμού του αφιερούντος και του τεχνίτου Περιλάου, την επίνοιαν τούτου και την δικαιοσύνην την ιδικήν μου, την δικαίαν τιμωρίαν, την μουσικήν του χαλκέως και το πρώτον πείραμα της μουσικής ταύτης.

Υμείς δε, ω Δελφοί, θα πράξετε έργον δικαιοσύνης να τελέσετε θυσίαν υπέρ εμού μετά των απεσταλμένων, να τοποθετήσετε δε τον ταύρον εις καλόν μέρος του ναού ώστε να βλέπουν όλοι πώς φέρομαι εγώ προς τους κακούς και πώς τιμωρώ τας περιττάς προς κακουργίαν επιθυμίας των. Διότι είνε αρκετή διά να φανερώση τον χαρακτήρα μου και μόνη η τιμωρία του Περιλάου και η αφιέρωσις του ταύρου, τον οποίον δεν εφύλαξα δι' άλλων τιμωρουμένων μελωδήματα και τίποτε άλλο δεν έπαιξα εις αυτό το μουσικόν όργανον παρά μόνον του τεχνίτου τας κραυγάς και ότι μόνον αυτόν μετεχειρίσθην διά να δοκιμάσω την τέχνην του και εις αυτόν έπαυσα την βάρβαρον εκείνην και απάνθρωπον μουσικήν. Επί του παρόντος αρκούμαι εις αυτό το αφιέρωμα, θα κάμω δε και άλλα πολλάκις, όταν δ' θεός συντελέση ώστε να μη ευρίσκωμαι εις την ανάγκην να τιμωρώ.

Ταύτα, ω Δελφοί, είνε όσα σας γράφει ο Φάλαρις, αληθή όλα όπως επράχθησαν, είνε δε δίκαιον να πιστεύσετε την μαρτυρίαν μας, διότι και εις θέσιν είμεθα να τα γνωρίζωμεν και ουδένα λόγον έχομεν να ψευσθώμεν. Εάν δε πρέπει να προσεύχεσθε και υπέρ ανθρώπου όστις αδίκως θεωρείται κακός και χωρίς να το θέλη αναγκάζεται να τιμωρή, σας παρακαλούμεν ημείς οι Ακραγαντίνοι, οι οποίοι είμεθα Έλληνες και Δωριείς την καταγωγήν, να δεχθήτε την φιλίαν την οποίαν σας προσφέρει ο Φάλαρις, ο οποίος έχει την διάθεσιν να κάμη πολλάς δωρεάς και εις το κοινόν σας και ιδιαιτέρως εις ένα έκαστον από σας. Λάβετε λοιπόν τον ταύρον και αναθέσατέ τον και ευχηθήτε και υπέρ της Ακράγαντος και υπέρ του Φαλάριδος και μήτε ημάς αποπέμψετε απράκτους, μήτε εκείνον προσβάλλετε και ούτε τον θεόν να στερήσετε ωραιοτάτου και συγχρόνως δικαιοτάτου αναθήματος.

Φ Α Λ Α Ρ Ι Σ

Λόγος δεύτερος

Ούτε των Ακραγαντίνων, ω άνδρες Δελφοί, είμαι απεσταλμένος, ούτε του Φαλάριδος ατομικός φίλος, ούτε με συνδέει προς αυτόν αγάπη τις ή μελλούσης φιλίας ελπίς• αλλ' αφού ήκουσα όσα είπον οι πρέσβεις αυτού μετριόφρονα και φρόνιμα, απέβλεψα δε εις το συμφέρον της θρησκείας και εις το συμφέρον όλων ημών, όχι μόνον διά το παρόν αλλά και διά το μέλλον, λαμβάνω τον λόγον διά να σας συμβουλεύσω να μη προσβάλετε ένα ηγεμόνα όστις θέλει να είνε ευσεβής, ούτε ν' απορρίψετε αφιέρωμα το οποίον ήδη προωρίσθη διά τον θεόν και μάλιστα διότι τούτο θα χρησιμεύση και θα μείνη ως παράδειγμα τριών εκ των σπουδαιοτάτων πραγμάτων, τέχνης καλλίστης και ιδέας κακίστης και δικαίας τιμωρίας. Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και το να διστάσετε όπως δήποτε περί τούτου και να συσκέπτεσθε εάν πρέπει να δεχθήτε το αφιέρωμα ή να το επιστρέψετε, είνε ήδη ανόσιον ή μάλλον αποτελεί υπερβολικήν ασέβειαν• διότι είνε καθαρά ιεροσυλία και πολύ μεγαλειτέρα των άλλων• εάν είνε ιερόσυλοι οι κλέπτοντες τα ήδη αφιερωμένα εις τον θεόν, είνε πολύ περισσότερον ιερόσυλοι εκείνοι οίτινες εμποδίζουν και τους σκεπτομένους να αφιερώσουν τι εις το ιερόν. Σας παρακαλώ δε, διότι είμαι και εγώ Δελφός και εξ ίσου με υμάς μετέχω εις την κοινήν φήμην, εάν διατηρήται, και εις την δυσφήμισιν εάν τοιαύτη τις δημιουργηθή εκ του ζητήματος, περί του οποίου πρόκειται, μήτε ν' αποκλείωμεν του ιερού τους ευσεβείς, ούτε την πόλιν να παριστώμεν εις όλον τον κόσμον ως κατηγορούσαν τα πεμπόμενα προς τον θεόν αφιερώματα και υποβάλλουσαν τους αφιερούντας εις δίκην και ψήφον• διότι ουδείς πλέον θα τολμήση ναφιερώση, αφού θα γνωρίζη ότι ο θεός δεν θα δεχθή ό,τι πρότερον δεν επιδοκιμάσουν οι κάτοικοι των Δελφών.

Αλλ' ο Πύθιος Απόλλων εξέφερεν ήδη την δικαίαν περί του αφιερώματος γνώμην• διότι αν εμίσει τον Φάλαριν και απεστρέφετο το δώρον αυτού, θα του ήτο εύκολον να το βυθίση εις το μέσον του Ιονίου πελάγους μετά του πλοίου το οποίον το έφερε• εξ εναντίας όμως συνετέλεσεν ώστε να ταξειδεύση το πλοίον, ως λέγεται, με λαμπρόν καιρόν και να φθάση σώον μετά του φορτίου του εις την Κίρραν.{29} Εκ τούτου γίνεται φανερόν ότι δέχεται προθύμως την ευσέβειαν του ηγεμόνος. Πρέπει λοιπόν και ημείς συμφώνως προς την γνώμην του θεού να ψηφίσωμεν και να προσθέσωμεν τον ταύρον τούτον εις τα άλλα κοσμήματα του ναού. Διότι θα είνε λίαν άτοπον όταν εστάλη προς τον θεόν δώρον τόσον μεγαλοπρεπές, να δοθή εκ του ιερού ψήφος καταδικαστική και ως αμοιβή προς τον αφιερωτήν να σταλή η καταδίκη ότι ούτε να αφιερώση θεωρείται άξιος.

Εκείνος, ο οποίος υποστηρίζει τα εναντία προς εμέ, ως εάν προ ολίγου καιρού ήλθεν εξ Ακράγαντος, διηγείται εις βάρος του τυράννου σφαγάς και βιασμούς και αρπαγάς και απαγωγάς σχεδόν ως αυτόπτης, ενώ γνωρίζομεν ότι ουδέποτε εισήλθεν εις πλοίον και ουδέποτε απεμακρύνθη των Δελφών. Αλλά διά τα τοιαύτα ούτε τους παρουσιαζομένους ως παθόντας πρέπει να πιστεύωμεν όταν τα διηγούνται, — διότι είνε άδηλον αν λέγουν την αλήθειαν — πολύ δε ολιγώτερον εις εκείνους οίτινες κατηγορούν διά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουν. Αλλά και αν τι τοιούτον συνέβη εις την Σικελίαν, δεν ανήκει εις τους Δελφούς να το εξετάζουν, εκτός εάν αντί ιερέων αξιούμεν τώρα ότι είμεθα δικασταί και αντί να θυσιάζωμεν και κατά τα άλλα να υπηρετούμεν τον θεόν, να συζητούμεν εάν τινες των κατοικούντων πέραν του Ιονίου πελάγους τυραννούνται δικαίως ή αδίκως.

Ας αφήσωμεν τους άλλους να φροντίζουν διά τας υποθέσεις των και ημείς ας φροντίζωμεν διά τας ιδικάς μας και να εξετάζωμεν πώς ήσαν άλλοτε και πώς είνε τώρα και τι είνε το καλλίτερον και συμφερώτερον δι' ημάς. Ότι κατοικούμεν εις κρημνούς και γεωργούμεν εις πέτρας είνε περιττόν να περιμένετε να το μάθετε από τον Όμηρον, αφού το βλέπετε με τους οφθαλμούς σας.

