# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Τρίτος

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/28018/index.md

Και θαρχίσω από τον νόμον, κατά τον οποίον ούτος θέλει να με αποκηρύξη, διά ναποδείξω ότι δεν έχει τώρα όπως πριν το προς τούτο δικαίωμα. Δεν επιτρέπει ο νομοθέτης εις όλους, πατέρα, να αποκηρύττωσιν αδιακρίτως τα τέκνα των οσάκις θέλουν, ουδέ δι' οιανδήποτε αιτίαν, αλλ' όπως εις τους πατέρας επέτρεψε να αποστρέφωνται τα τέκνα των, ούτω και περί των τέκνων επρονόησεν, ώστε να μη αδικούνται υπό των πατέρων και διά τούτο δεν αφήκε να γίνεται με απόλυτον έλευθερίαν και χωρίς δίκην η τιμωρία των τέκνων, αλλ' ώρισε να κρίνεται εις δικαστήριον και ως κριτάς προσδιώρισε εκείνους οίτινες ούτε από οργήν, ούτε από διαβολήν θα επηρεασθούν εις την κρίσιν του δικαίου• διότι εγνώριζε ότι πολλάκις και εις πολλούς παράλογοι αφορμαί προκαλούν την οργήν και άλλοι μεν παρασύρονται από ψευδείς εισηγήσεις, άλλοι πιστεύουν εις δούλον ή μοχθηρόν γύναιον. Δεν έκρινε λοιπόν δίκαιον να γίνεται η αποκλήρωσις χωρίς δίκην, ούτε αυθαιρέτως και διά μιας τα τέκνα να αποπέμπωνται εκ της πατρικής οικίας, αλλ' ώρισε να χύνεται και νερόν υπέρ αυτών {26}, να έχουν το δικαίωμα της απολογίας και να μη μένη τίποτε ανεξέταστον. Αφού λοιπόν ο νόμος εις μεν τον πατέρα δίδει το δικαίωμα της κατηγορίας, την δε κρίσιν, εάν η κατηγορία του είνε δικαία, αφήνει εις υμάς τους δικαστάς, εκείνο μεν διά το οποίον τώρα με κατηγορεί και διά το οποίον αγανακτεί, ας το αφήσωμεν κατά μέρος επί του παρόντος, προ τούτου δε εξετάσετε εάν έχη το δικαιωμα να αποκηρύττη αφού άπαξ απεκήρυξε και έκαμε χρήσιν του δικαιώματος το οποίον του δίδει ο νόμος και εξεπλήρωσε την πατρικήν αυτήν εξουσίαν, έπειτα δε πάλιν με ανεγνώρισε και ανεκάλεσε την αποκήρυξιν. Εγώ υποστηρίζω ότι είνε αδικώτατον το τοιούτον, δήλα δή να είνε απεριόριστον το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων και πολλαπλαί αι τιμωρίαι και ο φόβος αιώνιος, ο δε νόμος οτέ μεν να συμμερίζεται την οργήν του πατρός, οτέ δε και μετ' ολίγον να ξεθυμώνη μετ' αυτού και πάλιν να επανέρχεται εις την οργήν και ούτω το δίκαιον να στρέφεται πότε ούτω και πότε άλλως, αναλόγως προς τας κατά καιρόν διαθέσεις των πατέρων. Βεβαίως διά πρώτην φοράν είνε δίκαιον να συναγανακτή μετά του πατρός ο νόμος και να του αναγνωρίζη το δικαίωμα της τιμωρίας των τέκνων αλλ' εάν άπαξ εξαντλήση την εξουσίαν του και κάμη χρήσιν του δικαιώματος και ικανοποιήση την οργήν του, έπειτα δε, εάν, μεταπεισθείς ότι το αποκηρυχθέν τέκνον είνε αγαθόν, το υιοθετήση εκ νέου, πρέπει να μείνη εις αυτό το σημείον και να μη μεταπηδά ούτε να αλλάσση γνώμην και να μεταβάλη την κρίσιν. Διότι όταν μεν γεννάται το τέκνον ουδέν υπάρχει γνώρισμα ότι θα γείνη κακόν ή καλόν και διά τούτο επιτρέπεται εις τους πατέρας να αποβάλλουν τους αναξίους της οικογενείας των, καθότι τους ανέθρεψαν χωρίς να γνωρίζουν οποίοι θ' απέβαινον. Όταν όμως εν γνώσει και εκουσίως και κατόπιν δοκιμασίας ανακαλούν τους αποκηρυχθέντας, πώς δύναται να δικαιολογηθή η μετάγνωσις και η ανάμιξις εκ νέου του νόμου; Ο νομοθέτης δύναται να σου είπη• εάν αυτός ο υιός σου ήτο κακός και άξιος ν' αποκηρυχθή, διατί ανεκάλεσες την αποκήρυξιν; διατί τον επανέφερες εις την οικίαν σου; διατί κατήργησες την απόφασιν του νόμου; Ήσο ελεύθερος και ηδύνασο να μη πράξης ταύτα. Διότι δεν σου επιτρέπεται να παίζης με τους νόμους, ούτε διά τας ιδιοτροπίας σου να συγκαλής τα δικαστήρια και να υποβάλης εις κόπους τους δικαστάς και να τους μεταχειρίζεσαι ως υπηρέτας των ορέξεών σου, ούτως ώστε οτέ μεν να τιμωρούν, οτέ δε να συμφιλιώνουν, κατά τας διαθέσεις σου. Μίαν φοράν εγέννησες, μίαν φοράν ανέθρεψες, μίαν φοράν έχεις και το δικαίωμα ν' αποκηρύττης ως αντάλλαγμα τούτων και τότε εάν δικαίως το απαιτής• αλλά το απεριόριστον και αιώνιον δικαίωμα της αποκηρύξεως είνε πάρα πολύ και υπερβαίνει την πατρικήν εξουσίαν.

Λοιπόν προς Θεού, ω άνδρες δικασταί, μη επιτρέψετε εις αυτόν, αφού εκουσίως ανεκάλεσε την αποκήρυξιν και κατήργησε την παλαιάν απόφασιν του δικαστηρίου και έδειξε μεταμέλειαν, πάλιν να επανέλθη εις την αυτήν τιμωρίαν και ν' ανατρέξη εις την πατρικήν εξουσίαν, η οποία εγένετο ήδη εκπρόθεσμος και έχασε την δύναμίν της, αφού ενηργήθη ήδη υπ' αυτού και εξηντλήθη. Βλέπετε ότι και εις τα άλλα δικαστήρια εάν τις νομίζη ότι ηδικήθη υπό των διά κλήρου εκλεγομένων δικαστών, ο νόμος επιτρέπει να κάμη έφεσιν εις άλλο δικαστήριον• εάν όμως οι διάδικοι εκουσίως εκλέξουν δικαστάς και αναθέσουν εις αυτούς, ν' αποφασίσουν διαιτητικώς περί της διενέξεως των, η αναθεώρησις της δίκης δεν επιτρέπεται. Όταν δε τούτο δεν επιτρέπεται εις εκείνους, οίτινες εξέλεξαν άλλους διά να κρίνουν, πολύ δικαιότερον είνε να εμμένουν εις εκείνο, το οποίον οι ίδιοι απεφάσισαν. Ούτω λοιπόν και συ εάν εκείνον τον οποίον απεκήρυξες ως ανάξιον της οικογενείας σου και ηδύνασο να μη τον ανακαλέσης πλέον, έπειτα τον έκρινες καλόν και τον εκάλεσες πάλιν πλησίον σου, δεν έχεις πλέον το δικαιωμα να τον αποκηρύξης. Ότι δεν είνε άξιος να υποστή την αυτήν τιμωρίαν έχει μαρτυρηθή υπό σου, όστις ήδη ωμολόγησες ότι είνε χρηστός. Κατ' ανάγκην λοιπόν εις την ανάκλησιν της αποκηρύξεως και την συγχώρησιν δεν χωρεί μετάνοια, μετά τόσην κρισολογίαν και δύο δίκας, την πρώτην κατά την οποίαν εζήτησες την αποκήρυξιν και την δευτέραν κατά την οποίαν μετεμελήθης και κατήργησες την αποκήρυξιν. Αφού ανεκάλεσες τας προηγουμένας σου αποφάσεις, βεβαιοίς τας κατόπιν αποφάσεις σου. Μένε λοιπόν εις τας τελευταίας και τήρησε την γνώμην σου. Πρέπει να είσαι πατήρ• διότι τούτο ηθέλησες, τούτο έκρινες, τούτο ενέκρινες.

Εγώ νομίζω ότι και αν δεν ήμην γνήσιον τέκνον σου, αλλ' υιοθετημένον και ήθελες να με αποκήρυξης, πάλιν δεν θα είχες δικαίωμα• διότι εκείνος όστις ηδύνατο να μη πράξη τι, δεν δικαιούται, αφού το έπραξε, να το αναιρέση. Αφού δε εγώ και γνήσιον τέκνον του ήμην, έπειτα δε πάλιν αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως με υιοθέτησε, πώς είνε δίκαιον να με αποπέμψη εκ νέου και επανειλημμένως να με στερήση τα υιικά δικαιώματα; Και δούλος αν ήμην, και νομίσας κατ' αρχάς ότι είμαι φαύλος μ' έβαλες εις τα δεσμά, μεταπεισθείς δε έπειτα ότι ουδέν κακόν έπραξα, μου έδωκες την ελευθερίαν μου, νομίζεις ότι σου επετρέπετο να με επαναφέρης εις την αυτήν δουλείαν; Ουδόλως. Διότι περί των τοιούτων αποφάσεων αξιούν οι νόμοι να είνε ανέκκλητοι και διά παντός να ισχύουν. Θα ηδυνάμην να είπω πολλά ακόμη περί του ότι δεν επιτρέπεται εις τον πατέρα ν' αποκηρύττη τον άπαξ αποκηρυχθέντα και εκουσίως συγχωρηθέντα, αλλ' αρκούμαι εις αυτά.

Τώρα δε ας ίδωμεν ποίος είμαι, όταν ο πατήρ μου θέλη να με αποκηρύξη• και δεν θα είπω ότι την μεν πρώτην φοράν ήμουν χωρίς επάγγελμα, τώρα δε ιατρός• διότι η επιστήμη ουδόλως θα συντελέση προς υπεράσπισίν μου• ουδέ ότι τότε μεν ήμουν νέος, τώρα δε έχω ηλικίαν ώριμον, ήτις είνε εγγύησις ότι δεν δύναται να κάμω παρεκτροπάς και αφροσύνας• διότι και τούτο ίσως δεν είνε πολύ σημαντικόν. Αλλά την πρώτην φοράν, χωρίς να του κάμω τίποτε κακόν, ως δύναμαι να βεβαιώσω, αλλά και χωρίς να του κάμω τίποτε καλόν μ' εξεδίωξε• τώρα δε, ότε είμαι σωτήρ και ευεργέτης του (δύναται να υπάρξη μεγαλειτέρα αχαριστία;) αφού τον έσωσα και με την βοήθειάν μου διέφυγε τοιούτον κίνδυνον, με ανταμείβει κατ' αυτόν τον τρόπον παρευθύς διά την θεραπείαν εκείνην. Χωρίς κανένα λόγον αποπέμπει εκείνον όστις δικαίως ηδύνατο να εκδικηθή διά την άδικον αποκήρυξίν του, και όχι μόνον δεν εμνησηκάκησεν, αλλά και τον έσωσε και του επανέφερε το λογικόν. Δεν ήτο μικρά, ουδέ κοινή και τυχαία η προς αυτόν ευεργεσία μου, ω άνδρες δικασταί, και όμως βλέπετε, τι απολαμβάνω τώρα παρ' αυτού. Εάν δε αυτός δεν ενθυμήται ένεκα της ασθενείας του τα τότε γενόμενα, αλλ' υμείς όλοι γνωρίζετε τι έπραττε κατά την ασθένειάν του, πως έπασχε και εις ποίαν κατάστασιν εγώ τον παρέλαβα, όταν οι άλλοι ιατροί είχον απελπισθή να τον κάμουν καλά, οι δε συγγενείς του τον απέφευγον και ούτε ετόλμων να τον πλησιάσουν, και εις τοιαύτην υγείαν τον επανέφερα, ώστε σήμερον να δύναται να διεξάγη δίκας και να συζητή περί των νόμων. Αλλ' έχεις, πατέρα, πρόχειρον παράδειγμα διά να καταλάβης εις ποίαν κατάστασιν ήσο τότε• ήσο περίπου εις την κατάστασιν της γυναικός σου και εγώ σε επανέφερα εις την προτέραν σου φρόνησιν. Δεν είνε λοιπόν δίκαιον να με ανταμείβης κατ' αυτόν τον τρόπον και μόνον εναντίον μου να μεταχειρίζεσαι τον νουν τον οποίον με την βοήθειάν μου ανέκτησες.

Ότι δε δεν ήτο μικρά η ευεργεσία την οποίαν σου έκαμα, φαίνεται και εξ εκείνων τα οποία μου κατηγορείς. Αφού με μισείς διότι δεν θεραπεύω την γυναίκα σου, η οποία ευρίσκεται εις τα έσχατα και πάσχει δεινώς, έπρεπε μάλλον να με υπεραγαπάς διότι από ομοίαν δυστυχίαν σε έσωσα και να μου γνωρίζης χάριν διά την τοιαύτην ευεργεσίαν. Συ όμως αχαριστότατα άμα ανέκτησες το λογικόν με ενήγαγες εις το δικαστήριον και ως αμοιβήν της σωτηρίας σου με τιμωρείς, επανέρχεσαι εις το αρχαίον μίσος σου και τον αυτόν νόμον επικαλείσαι. Ωραίαν αμοιβήν δίδεις εις την επιστήμην και κατ' αξίαν πληρώνεις τα φάρμακα, καταδιώκων τον ιατρόν, αφού σου έδωκε την υγείαν. Υμείς δε, ω άνδρας δικασταί, θα επιτρέψετε εις αυτόν να τιμωρήση τον ευεργέτην του, να εκδιώξη τον σωτήρα του, να μισή εκείνον όστις τον εθεράπευσε και να καταδιώκη εκείνον όστις τον ανέστησε; Βεβαίως όχι, αν είσθε δίκαιοι. Διότι και αν συνέβαινε να είμαι μέγας πταίστης, μου οφείλει μίαν χάριν όχι μικράν, εις ην αποβλέπων ο πατήρ μου και ενθυμούμενος, έπρεπε να παύση να μνησικακή και προθύμως να με συγχωρήση και μάλιστα αφού το καλόν το οποίον του έκαμα είνε τοιούτον, ώστε να υπερβαίνη την προσβολήν. Νομίζω ότι τοιαύτη είνε η θέσις μου απέναντι τούτου, τον οποίον έσωσα και όστις μου οφείλει την ζωήν, αφού του απέδωκα την ύπαρξιν και το λογικόν, ότε ήδη οι άλλοι ιατροί τον είχον απελπίσει και ωμολόγουν ότι η επιστήμη των ήτο ανίκανος να καταπολεμήση το νόσημά του.

Τούτο δε μου φαίνεται ότι έτι μάλλον μεγαλοποιεί την ευεργεσίαν μου, ότι χωρίς να είμαι υιός του τότε και χωρίς να έχω ανάγκην ή καθήκον να τον θεραπεύσω, αλλ' αν και ανεξάρτητος και ξένος, αφού ο φυσικός μας δεσμός είχε λυθή, δεν εφάνην αδιάφορος, αλλ' εκουσίως, απρόσκλητος και αυθόρμητος επήγα προς αυτόν, τον εβοήθησα, τον επεριποιήθην επιμελώς, τον εθεράπευσα, τον επανέφερα εις την υγείαν και ως πατέρα μου τον έσωσα. Ούτω δε έκαμα την καλλιτέραν απολογίαν διά την αποκήρυξίν μου και διά της αγάπης έπαυσα την οργήν του, διά της φιλοστοργίας κατέλυσα τον νόμον και διά μεγάλου ευεργετήματος εξηγόρασα την επάνοδον εις την οικογένειάν μου. Εις περίστασιν τόσον κρίσιμον επέδειξα την προς τον πατέρα αφοσίωσίν μου και διά της επιστήμης μου έγινα άξιος να υιοθετηθώ εκ νέου και εις την δυστυχίαν ανεδείχθην γνήσιος υιός. Πόσα νομίζετε ότι υπέφερα, πόσον εκοπίασα να είμαι διηνεκώς πλησίον του, να τον υπηρετώ, να παρακολουθώ το νόσημά του; και άλλοτε μεν υπεχώρουν εις την ορμήν του πάθους, άλλοτε δε οσάκις ολίγον το νόσημα ενέδιδε, εφήρμοζα κατ' αυτού τα υποδεικνυόμενα υπό της επιστήμης μέσα. Το δυσκολώτατον δε και κινδυνωδέστατον πράγμα εις την ιατρικήν είνε να θεραπεύη τις τοιούτους ασθενείς και να τους πλησιάζη ευρισκομένους εις τοιαύτην κατάστασιν• διότι πολλάκις εις τας στιγμάς των παροξυσμών του πάθους των μεταδίδουν εις τους περιστοιχούντας αυτούς την λύσσαν υπό της οποίας κατέχονται. Και όμως όλα ταύτα δεν με απεθάρρυναν, ούτε με απεδειλίασαν, αλλά μένων διαρκώς πλησίον του πάσχοντος και παλαίων προς το νόσημα, το κατέβαλα επί τέλους διά των φαρμάκων.

Οι ακούοντες ταύτα θα είπουν ίσως• και είνε τάχα μέγας κόπος να δώση κανείς έν φάρμακον εις άρρωστον; Αλλά προ του φαρμάκου πρέπει να γίνουν πολλά, να προπαρασκευασθή ο άρρωστος διά την πόσιν του φαρμάκου και να διαθέση καταλλήλως τον οργανισμόν διά την θεραπείαν• προσέτι δε να επιμεληθή την όλην ιδιοσυγκρασίαν του αρρώστου διά καθαρσίων και ισχναντικών και διά καταλλήλου διαίτης• και να του επιβάλη κίνησιν όσην απαιτείται και ύπνον και ανάπαυσιν. Εις αυτά οι μεν άλλοι άρρωστοι ευκόλως πείθονται• οι παράφρονες όμως, μη διευθυνόμενοι υπό του λογικού, δυσκόλως υποτάσσονται εις τον ιατρόν και εις την θεραπείαν ανθίστανται. Όταν δε κατορθώσωμεν να φθάσωμεν εις το τέλος της θεραπείας και αρχίζωμεν να ελπίζωμεν, επέρχεται πολλάκις μικρόν ατάκτημα, το οποίον ανατρέπει και καταστρέφει διά μιας ό,τι κατωρθώσαμεν με τόσην δυσκολίαν, το νόσημα ανακτά την δύναμίν του και η επιστήμη μας ηττάται. Θα επιτρέψετε λοιπόν εις τούτον ναποκηρύξη πάλιν εκείνον όστις υπέφερε πάντα ταύτα και προς νόσημα τόσον φοβερόν επάλαισε και το πλέον δυσπολέμητον εκ των νοσημάτων ενίκησε; Θα του επιτρέψετε να ερμηνεύη τους νόμους όπως θέλει εναντίον του ευεργέτου και θα τον αφήσετε να υβρίζη την φύσιν; Εγώ υπακούων εις την φύσιν, ω άνδρες δικασταί, σώζω και διαφυλάττω τον πατέρα μου, αδιαφορών αν με αδική• αυτός δε, ακολουθών ως λέγει τους νόμους, προσπαθεί να καταστρέψη και θέλει να στερήση της οικογενείας του τον υιόν του, όστις τον ευηργέτησε. Ενώ αυτός είνε μισότεκνος, εγώ γίνομαι φιλοπάτωρ. Εγώ σέβομαι την φύσιν, αυτός αδιαφορεί προς την φύσιν και την καθυβρίζει. Ιδού πατήρ, όστις αδίκως μισεί• ιδού υιός όστις αδικώτερον αγαπά. Διότι αναγκάζομαι υπό του πατρός μου να κατηγορώ τον εαυτόν μου, ότι ενώ μισούμαι αγαπώ και αγαπώ περισσότερον του δέοντος. Η φύσις μάλλον εις τους πατέρας επιτάσσει ναγαπούν τους υιούς των παρά εις τους υιούς ναγαπούν τους πατέρας των.

Αλλ' ο πατήρ μου εκουσίως και τους νόμους παραβαίνει, οίτινες δεν επιτρέπουν την αποκήρυξιν των τέκνων τα οποία ουδέν κακόν έπραξαν, και την φύσιν περιφρονεί, ήτις εμπνέει πολύ φίλτρον εις τους γεννήτορας προς τα τέκνα των• και μολονότι έχει τας μεγαλειτέρας αφορμάς διά να διάκηται ευμενώς προς εμέ, πολύ απέχει να τρέφη προς εμέ και αυτήν την αγάπην την οποίαν επιβάλλει η φύσις• ούτε λαμβάνει τουλάχιστον εμέ ως υπόδειγμα και δεν μιμείται την αγάπην μου. Αλλ' ω δυστυχία μου, με μισεί ενώ τον αγαπώ και με αποδιώκει ενώ του είμαι αφωσιωμένος• με αδικεί ενώ τον ευεργετώ και ενώ τον εγκολπούμαι με αποκηρύττει, τους δε φιλόπαιδας νόμους ως μισόπαιδας μεταχειρίζεται εναντίον μου. Τι πόλεμος είνε αυτός τον οποίον εγείρεις, πάτερ μου, μεταξύ των νόμων και της φύσεως;

Δεν είνε ταύτα, δεν είνε όπως τα θέλεις• κακώς ερμηνεύεις ω πάτερ, τους καλώς κειμένους νόμους. Η φύσις και ο νόμος δεν αντιμάχονται εις την αγάπην, αλλά συμβαδίζουν και συντρέχουν προς άρσιν των αδικημάτων. Υβρίζεις τον ευεργέτην, αδικείς την φύσιν. Διατί ομού με την φύσιν αδικείς και τους νόμους; Ενώ οι νόμοι θέλουν να είνε καλοί και δίκαιοι και να προστατεύουν τα τέκνα, συ απαιτείς παρ' αυτών το εναντίον και διεγείρων αυτούς εναντίον του τέκνου σου τους διεγείρεις εναντίον όλων και δεν τους αφίνεις να προστατεύουν την μεταξύ πατέρων και τέκνων αγάπην όπως θέλουν, αφού δεν έγιναν εναντίον των μη αδικούντων. Εκείνος δε ο οποίος ζητεί παρά των νόμων να τιμωρούν διά να μη ανταμείψη και δι' όσα ευηργετήθη, σκεφθήτε εις ποίαν υπερβολήν αδικίας φθάνει.

Ότι μεν λοιπόν δεν επιτρέπεται εις τούτον να με αποκηρύξη, αφού ήδη εξήντλησε την πατρικήν εξουσίαν και έκαμε χρήσιν των νόμων, και ότι ούτε άλλως είναι δίκαιον, μετά την ευεργεσίαν την οποίαν του έκαμα, να με αποπέμπη και εκδιώκη εκ της οικογενείας, μου φαίνεται ότι ικανώς ήδη απεδείχθη.

Τώρα δε ας έλθωμεν και εις την αιτίαν της αποκηρύξεως και ας εξετάσωμεν τι είνε το έγκλημα. Είνε δε ανάγκη πάλιν να ανατρέξωμεν εις την γνώμην του νομοθέτου. Και αν προς στιγμήν υποθέσωμεν ότι σου επιτρέπεται κατ' επανάληψιν ν' αποκηρύττης και ότι έχεις αυτήν την εξουσίαν και εναντίον ευεργέτου, πάλιν φρονώ ότι ουχί απολύτως, ουδέ δι' όλας τας αίτιας δύνασαι ν' αποκηρύττης. Ο νομοθέτης δεν είπεν, ότι οία δήποτε και αν είνε η αιτίασις του πατρός, ο υιός πρέπει να αποκηρύττεται, αρκεί ο πατήρ να το θέλη και να το ζήτηση δι' αγωγής. Αν ούτως είχε το πράγμα, τις η ανάγκη τότε του δικαστηρίου; Εξ εναντίας όμως, ω άνδρες δικασταί, ο νομοθέτης σας επιβάλλει να εξετάσετε εάν η οργή του πατρός έχη μεγάλας και δικαίας αφορμάς ή μη. Λοιπόν τούτο τώρα εξετάσατε. Θα σας βοηθήσω δε εις τούτο, διηγούμενος όσα συνέβησαν ευθύς από της θεραπείας του εκ της παραφροσύνης.

Άμα ανέκτησε το λογικόν του ο πατήρ μου, η πρώτη του φροντίς ήτο να ακυρώση την αποκήρυξιν και ήμουν σωτήρ και ευεργέτης και τα πάντα, εγώ τότε. Εις ταύτα δε νομίζω δεν ηδύνατο να ευρεθή καμμία αφορμή κατηγορίας εναντίον μου. Αλλά και μετά ταύτα τι εξ όλων των παραπτωμάτων δύναται να μου αποδώση; Ποίαν περιποίησιν και ποίαν υπηρεσίαν υιικήν παρέλειψα; πότε διενυκτέρευσα έξω της πατρικής οικίας; δύνασαι να με κατηγορήσης διά πότους απρεπείς και τρελλάς διασκεδάσεις; Ποίαν ασωτείαν έκαμα; Εις ποίον καταγώγιον έκαμα ταραχάς; Ποίος με κατηγόρησε; Κανείς. Αλλ' αυτά είνε εκείνα τα οποία ο νόμος θεωρεί ως τα κυρίως δίδοντα το δικαίωμα της αποκηρύξεως.

Αλλ' επήλθε το νόσημα της μητρυιάς. Λοιπόν δι'αυτό πταίω εγώ και απαιτείς να δικασθώ ως υπαίτιος του νοσήματος; Όχι, λέγεις. Αλλά διατί λοιπόν; Διότι κληθείς να την θεραπεύσης δεν θέλεις και επομένως είσαι άξιος αποκηρύξεως, επειδή απειθείς εις τον πατέρα σου. Αλλ' ας αναβάλωμεν το ζήτημα εάν μη δυνάμενος να πράξω όσα με διατάσσει δύναμαι να θεωρηθώ ως απειθών εις την πατρικήν θέλησιν• και περιορίζομαι απλώς να είπω ότι ο νόμος ούτε εις αυτόν δίδει το δικαίωμα να διατάσση εις εμέ τα πάντα αδιακρίτως, ούτε εις εμέ επιβάλλει το καθήκον να υπακούω εις όλα ανεξαιρέτως. Εκ των προσταγμάτων άλλα μεν δεν συνεπάγονται καμμίαν ευθύνην, αλλά δε είνε άξια οργής και τιμωρίας. Εάν ασθενής ο ίδιος, εγώ δε σε παραμελώ• εάν με διατάσσης να φροντίσω διά τα οικιακά μας πράγματα, εγώ δε αδιαφορώ• εάν με αποστέλλης να επιστατήσω εις τας αγροτικάς μας εργασίας, εγώ δε παρακούω. Πάντα ταύτα και τα προς αυτά όμοια δύνανται να θεωρηθούν ως εύλογοι αφορμαί και να προκαλέσουν δικαίως τας πατρικάς μομφάς• τα δε άλλα, όπως τα αναγόμενα εις τας τέχνας και την εξάσκησιν αυτών, ανήκουν εις τα δικαιώματα ημών των τέκνων και μάλιστα εάν ο πατήρ προσωπικώς δεν αδικήται. Εάν λόγου χάριν ο πατήρ διατάσση τον ζωγράφον υιόν του, αυτά, υιέ μου, να ζωγραφίζης και αυτά όχι, και εις τον μουσικόν, αυτήν την αρμονίαν παίζε και όχι την άλλην, και εις τον σιδηρουργόν, αυτά κατασκεύαζε και όχι τα άλλα, θα θεωρηθή δίκαιον ν' αποκηρύξη τον υιόν του διότι ούτος δεν εξασκεί την τέχνην κατά την γνώμην εκείνου; Δεν πιστεύω.

Η δε ιατρική όσον ευγενεστέρα και χρησιμωτέρα εις την ζωήν των ανθρώπων τέχνη είνε, τόσον και μεγαλειτέραν ελευθερίαν πρέπει να έχουν οι εξασκούντες αυτήν, μάλιστα δε είνε δίκαιον να έχουν και προνόμιά τινα, ουδόλως δε να εξαναγκάζωνται, ούτε να διατάσσωνται εις την εκτέλεσιν έργου ιερού, το οποίον εδιδάχθη υπό των θεών και εξασκείται υπό σοφών ανθρώπων• ούτε υπό την δουλείαν του νόμου να γίνεται, ούτε υπό το κράτος φόβου και τιμωρίας δικαστικής, ούτε να εξαρτάται από την ψήφον δικαστών, την απειλήν πατρός ή την οργήν οίου δήποτε άλλου. Ώστε και αν σου έλεγα σαφώς και κατηγορηματικώς, δεν θέλω να την θεραπεύσω, μολονότι δύναμαι, αλλ' έχω την επιστήμην μου μόνον διά τον εαυτόν μου και διά τον πατέρα μου, δι' όλους δε τους άλλους δεν είμαι ιατρός, ποίος τύραννος θα ήτο τόσω βίαιος ώστε να με αναγκάση να εξασκήσω την επιστήμην μου χωρίς να το θέλω; Εις το τοιούτον μου φαίνεται μόνον παρακλήσεις και ικεσίαι χωρούν, όχι δε νόμοι και θυμοί και αγωγαί ενώπιον των δικαστηρίων. Ο ιατρός πρέπει να πείθεται, όχι να διατάσσεται, να θέλη, όχι να φοβήται, να μη σύρεται διά της βίας προς τον άρρωστον, αλλά να μεταβαίνη θεληματικώς και ευχαρίστως. Η ελευθέρα τέχνη είνε απαλλαγμένη πατρικής κηδεμονείας, αφού εις τους ιατρούς αι πόλεις απονέμουν δημοσίας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας και ασυδοσίαν και προνόμια.

Αυτά μόνον θα είχα να είπω υπέρ της επιστήμης, και αν συ μου την είχες διδάξει και πολύ εφρόντισες και εδαπάνησες διά να με κάμης επιστήμονα, εγώ δε ηρνούμην να εκτελέσω μίαν θεραπείαν, την περί ης ο λόγος, καίτοι δυνατήν. Τώρα δε πρέπει να σκεφθής πόσον αυθαίρετος είνε η άπαίτησίς σου να μη με αφίνης ελεύθερον να μεταχειρισθώ κατά βούλησιν πράγμα το οποίον είνε κτήμα μου απολύτως. Αυτήν την τέχνην εγώ έμαθα όχι ως υιός σου, ούτε υποκείμενος εις την κηδεμονείαν σου• και εν τοσούτω την έμαθα προς χάριν σου — και πρώτος συ την επωφελήθης—χωρίς να λάβω παρά σου καμμίαν βοήθειαν διά να σπουδάσω. Ποίον διδάσκαλον μου επλήρωσες; ποίων φαρμάκων την κατασκευήν; Ουδένα και ουδέν, αλλά πενόμενος εγώ και στερούμενος τα χρειώδη εσπούδαζα χάρις εις την συμπάθειαν και τον οίκτον των διδασκάλων μου. Τα μόνα δε εφόδια τα οποία είχα εκ μέρους του πατρός μου διά να σπουδάσω ήσαν η λύπη, η ερημία, η στέρησις, το μίσος της οικογενείας και η αποστροφή των συγγενών. Και εις ανταπόδοσιν τούτων έχεις την αξίωσιν να διευθύνης την επιστήμην μου και να είσαι κύριος εκείνων τα οποία απέκτησα όταν δεν ευρισκόμην υπό την εξουσίαν σου; Πρέπει να είσαι ευχαριστημένος διότι χωρίς να σου οφείλω τίποτε σε ευηργέτησα, ενώ δεν είχες το δικαίωμα να μου απαιτήσης και τότε καμμίαν χάριν.

Δεν πρέπει η ευεργεσία μου να μου γείνη του λοιπού καθήκον, ούτε η εκουσία εκδούλευσις να γείνη αφορμή ώστε να διατάσσωμαι να την επαναλαμβάνω ακουσίως, ούτε πρέπει να γείνη έθιμον ώστε ο ιατρός ο οποίος θα θεραπεύση άπαξ ένα να θεραπεύη όλους και πάντοτε όσους θέλει ο πρώτος θεραπευθείς. Τοιουτοτρόπως θα καθιστώμεν τυράννους ημών τους παρ' ημών θεραπευομένους και ως αμοιβήν θα έχωμεν να δουλεύωμεν αυτούς και εις πάντα διά τον οποίον θα μας διατάσσουν. Δύναται να γείνη πράγμα αδικώτερον τούτου; Διότι σε εθεράπευσα πάσχοντα σοβαρώς, νομίζεις ότι απέκτησες το δικαίωμα να καταχράσαι την επιστήμην μου;

Αυτά θα ηδυνάμην να είπω εάν ο πατήρ μου με διέτασσε να πράξω πράγματα δυνάμενα να γείνουν και εγώ δεν υπήκουα εις όλα, ούτε εξηναγκαζόμην να υπακούσω. Τώρα δε εξετάσετε και οποία είνε εκείνα τα οποία μου επέβαλε να πράξω• αφού εθεράπευσες εμέ, λέγει, από την παραφροσύνην, τώρα δε έπαθε τας φρένας και η σύζυγός του και πάσχει το αυτό νόσημα— διότι αυτήν την ιδέαν έχει—και όπως δι' εμέ απηλπίσθησαν και δι' αυτήν οι άλλοι ιατροί, συ δε, όπως απέδειξες, δύνασαι να θεραπεύσης πάσαν ασθένειαν, θεράπευσε και αυτήν και σώσε την από το νόσημα. Τούτο ούτω απλώς λεγόμενον δύναται να φανή πολύ λογικόν και μάλιστα εις ανθρώπους απλούς και απείρους της ιατρικής. Αλλ' εάν ακούσετε πώς δικαιολογώ εγώ την επιστήμην μου, θα μάθετε ότι ούτε τα πάντα είνε δυνατά εις τους ιατρούς, ούτε τα νοσήματα είνε της αυτής φύσεως όλα, ούτε δι' όλα είνε μία και η αυτή θεραπεία, ούτε τα φάρμακα έχουν την αυτήν ενέργειαν επί όλων των νοσημάτων• και τότε θα γείνη φανερόν ότι παρά πολύ διαφέρει από το μη θέλειν το μη δύνασθαι. Θα μου επιτρέψετε δε την επιστημονικήν ανάπτυξιν ταύτην και θα σας παρακαλέσω να μη θεωρήσετε απρεπές ούτε άσκοπον και ξένον προς την υπόθεσιν ή άκαιρον την περί τούτων ομιλίαν.

Εν πρώτοις καίτοι τα σώματα φαίνονται ότι έχουν την αυτήν σύστασιν, δεν έχουν όμως και την αυτήν φύσιν και ιδιοσυγκρασίαν. Αλλά τα μεν έχουν τας τάδε ιδιότητας• τα δε τας έχουν εις μεγαλείτερον ή ολιγώτερον βαθμόν. Αι διαφοραί δε αύται δεν υπάρχουν μόνον μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και μόνον μεταξύ ανδρών• και τούτων οι οργανισμοί δεν είνε όμοιοι κατά την κράσιν και την σύστασιν, διάφορα δε κατ' ανάγκην κατά το μέγεθος και κατά το είδος είνε και τα νοσήματα τα οποία τους καταλαμβάνουν• άλλα μεν εκ των σωμάτων είνε ευκολοθεράπευτα και το έργον του ιατρού δι' αυτά δεν είνε δυσχερές, άλλα δε είνε εις βαθμόν απελπιστικόν φιλάσθενα• και ευκόλως καταλαμβανόμενα υπό των νοσημάτων κυριεύονται υπό τούτων εντελώς. Το να νομίζη λοιπόν κανείς πάντα πυρετόν ή πάσαν φθίσιν ή περιπνευμονίαν ή παραφροσύνην ότι είνε μία και η αυτή νόσος εις όλους τους οργανισμούς, σημαίνει ότι δεν σκέπτεται ορθώς και λογικώς, ούτε είνε εκ των πεπειραμένων περί τα τοιαύτα ανθρώπων. Η αλήθεια είνε ότι τα αυτά νοσήματα εις άλλους μεν θεραπεύονται ευκόλως, εις άλλους δε δυσκολιότερον ή ουδόλως. Αν σπείρη τις σίτον εις διαφόρους αγρούς, άλλην μεν απόδοσιν θα έχη εις γην πεδινήν, παχείαν, ποτιστικήν, ευήλιον και καλώς αεριζομένην, όπου ο καρπός θα γείνη άφθονος και εκλεκτός, άλλην δε εις λεπτόγειον αγρόν ορεινόν και πετρώδη, άλλην εις γην κακώς ηλιαζομένην, άλλην εις υπώρειαν και εν γένει διάφορος θα είνε κατά τόπους η εσοδεία. Ομοίως και τα νοσήματα αναλόγως των οργανισμών εις τους οποίους εμπίπτουν αυξάνουν και δυναμώνουν ή εξασθενούν. Χωρίς λοιπόν να υπολογίση και εξετάση τας διαφοράς ταύτας ο πατήρ μου, νομίζει ότι πάσα παραφροσύνη είναι η αυτή εις όλα τα σώματα και μία η θεραπεία.

