# Λουκιανός - Άπαντα, Τόμος Δεύτερος

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27938/index.md

Όταν λοιπόν είδα και αυτήν μου την ελπίδα να διαψευσθή, έτι μάλλον ελυπούμην, αλλ' επροσπαθούσα να παρηγορήσω τον εαυτόν μου με την σκέψιν ότι και άλλοι πολλοί, μεταξύ των οποίων και σοφοί και λίαν φημιζόμενοι διά την σύνεσίν των, δεν εγνώριζαν την αλήθειαν. Ενώ δε κάποτε αγρυπνούσα με τοιαύτας σκέψεις, απεφάσισα να υπάγω εις την Βαβυλώνα και να παρακαλέσω κανένα εκ των μάγων μαθητών και διαδόχων του Ζωροάστρου, περί των οποίων είχα ακούσει να λέγεται ότι με επωδάς και διαφόρους μαγείας δύνανται ν' ανοίξουν τας πύλας του Άδου, να κατεβάζουν οποίον θέλουν και να τον ανεβάζουν πάλιν οπίσω. Ως καλλίτερον λοιπόν έκρινα να κατέβω με την βοήθειαν κανενός εξ αυτών και να υπάγω προς τον Βοιωτόν Τειρεσίαν διά να μάθω παρ' αυτού, αφού ήτο μάντις και σοφός, ποία είνε η καλλιτέρα ζωή, την οποίαν πρέπει να προτιμήση ο φρόνιμος άνθρωπος• και αμέσως ανεπήδησα και έτρεξα με σπουδήν και κατ' ευθείαν εις την Βαβυλώνα. Άμα δε έφθασα εκεί, ευρήκα ένα εκ των Χαλδαίων, σοφόν και θαυμαστόν κατά την τέχνην, ο οποίος είχε λευκήν την κόμην και γενειάδα σεβάσμιαν, ωνομάζετο δε Μιθροβαρζάνης. Τον παρεκάλεσα και τον καθικέτευσα και μετά δυσκολίας τον έπεισα να με οδήγηση εις τον Άδην με οίαν δήποτε αμοιβήν ήθελε. Ο μάγος με παρέλαβε και κατ' αρχάς μεν επί είκοσι εννέα ημέρας, αρχίσας από την νέαν σελήνην, με έλουε• κατά την αυγήν με ωδήγει εις τον Ευφράτην, όταν δε ανέτελλεν ο ήλιος μου απήγγελλε λόγια τα οποία μου ήσαν ακατάληπτα• όπως οι αμαθείς κήρυκες των αγώνων, έλεγε τους λόγους του βιαστικούς και ακατανοήτους• ηδύνατό τις όμως να μαντεύση ότι κάποιους θεούς επεκαλείτο. Μετά την επωδήν αυτήν και αφού μου έπτυε τρεις φορές κατά πρόσωπον, επέστρεφα χωρίς ν' ατενίζω κανένα εκ των συναντωμένων. Ως τροφήν μου έδιδεν ακροβλάσταρα της δρυός, ως ποτόν δε γάλα και υδρόμελι και νερόν του ποταμού Χοάσπου. Εκοιμώμουν δε έξω επάνω εις τα χόρτα. Αφού δε ενόμισεν αρκετήν αυτήν την προπαρασκευήν, με ωδήγησε περί το μεσονύκτιον εις τον Τίγρητα ποταμόν, όπου με έπλυνε, με εσπόγγισε, με εξήγνισε, όπως εξαγνίζουν τους νεκρούς, με δαδιά και σκυλοκρόμμυδον και άλλα διάφορα. Αφού δε εψιθύρισε την επωδήν εκείνην, με εμάγευσε όλον και διέγραψε κύκλους γύρω μου διά να μη με κακοποιήσουν τα φαντάσματα, με ωδήγησε πάλιν εις το σπήτι του, αλλά με υπεχρέωσε να οπισθοβατώ. Κατά το υπόλοιπον δε της νυκτός εκάμαμεν τας ετοιμασίας μας διά το ταξείδι. Ο μεν Μιθροβαρζάνης εφόρεσε μίαν μαγικήν στολήν κατά πολύ ομοιάζουσαν με το Μηδικόν ένδυμα, έπειτα δε έφερε και μ' εστόλισε με αυτόν τον πίλον και την λεοντήν και μου έδωκε να κρατώ την λύραν, μου παρήγγειλε δε εάν μ' ερωτήσουν πώς ονομάζομαι να μη λέγω Μένιππος, αλλ' Ηρακλής ή Οδυσσεύς ή Ορφεύς.

ΦΙΛ. Γιατί αυτό, Μένιππε; Διότι ούτε των ονομάτων, ούτε της ενδυμασίας την σημασίαν εννοώ.

ΜΕΝ. Και όμως το πράγμα είνε φανερόν και όχι δύσκολον να εννοηθή. Επειδή εκείνοι άλλοτε κατέβηκαν ζωντανοί εις τον Άδην, εσκέπτετο ότι αν με εξωμοίωνε προς αυτούς, ευκόλως θα διεφεύγαμεν την προσοχήν του Αιακού και ανεμποδίστως θα εισηρχόμεθα, χάρις εις την μεταμφίεσιν εκείνην την θεατρικήν εις την οποίαν ο Αιακός είνε συνηθισμένος. Ήρχισεν ήδη να φέγγη και κατεβήκαμεν εις τον ποταμόν διά ν' αναχωρήσωμεν. Είχε δε ετοιμασθή κατά παραγγελίαν του πλοίον και σφάγια διά θυσίαν και υδρόμελι και άλλα χρήσιμα διά την τελετήν. Επιβιβάσαντες δε όλα αυτά τα εφόδια εισήλθαμεν και ημείς και

βαίνομεν αχνύμενοι, θαλερόν κατά δάκρυ χέοντες. {37}

Επί τινα καιρόν το πλοίον μας ηκολούθει το ρεύμα του ποταμού• έπειτα δε εισήλθαμεν εις το έλος και την λίμνην, όπου ο Ευφράτης χύνεται• αφού δε επεράσαμεν και την λίμνην εφθάσαμεν εις μέρος έρημον, δασώδες και σκιερόν, όπου απεβιβάσθημεν. Ο Μιθροβαρζάνης προηγείτο. Εσκάψαμεν δε λάκκον, εσφάξαμεν τα πρόβατα και εκάμαμεν σπονδάς χύνοντες γύρω εις τον λάκκον το αίμα. Ο δε μάγος εν τω μεταξύ τούτω κρατών δάδα αναμμένην, όχι πλέον με σιγανήν φωνήν, αλλά με όλην του την δύναμιν εφώναζε και επεκαλείτο όλους τους καταχθονίους θεούς και τας Ποινάς και τας Εριννύας

και νυχίαν Εκάτην και επαινήν Περσεφόνειαν {38}

αναμιγνύων συγχρόνως βαρβαρικάς τινας, ακαταλήπτους και πολυσυλλάβους λέξεις. Ευθύς δε όλος ο τόπος εσείσθη και υπό της μαγικής επωδής εσχίσθη το έδαφος και ηκούετο μακρυνόν το γαύγισμα του Κερβέρου. Και η στιγμή ήτο πολύ φοβερά και τρομακτική,

έδδεισεν δ' υπένερθεν άναξ ενέρων Αϊδωνεύς{39}

διότι εφαίνοντο ήδη τα περισσότερα μέρη του Άδου, η λίμνη και ο Πυριφλεγέθων και του Πλούτωνος τα ανάκτορα. Καταβάντες δε διά του χάσματος ευρήκαμεν τον Ραδάμανθυν ημιθανή εκ του τρόμου• ο δε Κέρβερος υλάκτησεν ολίγον και εκινήθη διά να ορμήση εναντίον μας, αλλ' εγώ έσπευσα και έκρουσα την λύραν και αμέσως η μουσική τον εγοήτευσε και τον κατεπράυνε. Όταν εφθάσαμεν εις την λίμνην, παρ' ολίγον να μη δυνηθώμεν να περάσωμεν• διότι το πλοιάριον ήτο ήδη γεμάτον και ανεδίδετο εξ αυτού θρήνος, καθότι οι επιβάται του ήσαν όλοι τραυματίαι και είχον άλλος μεν τον πόδα, άλλος δε την κεφαλήν και άλλος άλλο μέλος του σώματος πληγωμένον. Φαίνεται ότι ήρχοντο από κάποιον πόλεμον. Αλλ' ο καλός Χάρων άμα είδε την λεοντήν, νομίσας ότι είμαι ο Ηρακλής, με εδέχθη εις το πλοίον και ευχαρίστως μ' επέρασεν, όταν δε απεβιβάσθημεν μας έδειξε και τον δρόμον. Όταν ευρέθημεν εις το σκότος επροπορεύετο ο Μιθροβαρζάνης, ηκολούθουν δε εγώ και τον εκράτουν από το ένδυμα έως ου εφθάσαμεν εις μέγα λειβάδι κατάφυτον από ασφοδέλους, όπου επετούσαν γύρω μας με θόρυβον αι σκιαί των νεκρών. Προχωρήσαντες εφθάσαμεν μετ' ολίγον εις το δικαστήριον του Μίνωος, τον οποίον ευρήκαμεν να κάθηται επί θρόνου υψηλού, εκατέρωθεν δε αυτού εστέκοντο αι Ποιναί, αι Εριννύες και οι εκδικηταί Δαίμονες. Εξ άλλου μέρους ωδηγούντο εις το Δικαστήριον δεμένοι με αλυσσίδα μακράν κατά σειράν πολυάριθμοι, περί των οποίων ελέγετο ότι είνε μοιχοί, πορνοβοσκοί, άρπαγες, κόλακες και συκοφάνται και όλον το πλήθος εκείνων οίτινες φέρουν αναστατώσεις εις την ζωήν των ανθρώπων. Χωριστά δε ωδηγούντο οι πλούσιοι και οι τοκογλύφοι, ωχροί και προγάστορες και χωλαίνοντες από ποδάγραν, δεσμευμένοι έκαστος με κλοιόν και κόρακα {40} βάρους δύο ταλάντων. Σταματήσαντες λοιπόν ημείς εβλέπαμεν τα γινόμενα και ηκούαμεν τας απολογίας. Ως κατήγοροι δε παρίσταντο παράδοξοι και πρωτοφανείς ρήτορες.

ΦΙΛ. Δηλαδή ποίοι ήσαν αυτοί; Θέλω να το μάθω και αυτό.

ΜΕΝ. Γνωρίζεις τας σκιάς τας οποίας σχηματίζουν τα σώματα όταν τα κτυπά ο ήλιος.

ΦΙΛ. Πώς όχι;

ΜΕΝ. Αύται λοιπόν αι σκιαί, όταν αποθάνωμεν, κατηγορούν και μαρτυρούν και αποδεικνύουν όσα επράξαμεν εις την ζωήν και φαίνονται λίαν αξιόπιστοι μάρτυρες, διότι πάντοτε μας παρακολουθούν και ουδέποτε μας αποχωρίζονται. Ο δε Μίνως, αφού εξήταζεν επιμελώς ένα έκαστον, τον απέπεμπεν εις τον τόπον των ασεβών διά να τιμωρηθή αναλόγως των κακών του πράξεων, εφαίνετο δε αυστηρός προ πάντων εις εκείνους οίτινες υπερηφανεύοντο διά πλούτον και αξιώματα και είχον περίπου την αξίωσιν να προσκυνούνται. Ο δικαστής του Άδου τους απηχθάνετο κυρίως διά την εφήμερον αλαζονείαν και υπεροψίαν, διότι ελησμόνουν ότι και αυτοί ήσαν θνητοί, θνητά δε και τα καλά τα οποία είχαν λάβει παρά της τύχης. Αυτοί δε, αφού απέβαλλαν όλα τα λαμπρά εκείνα εφόδια, εννοώ τα πλούτη και την ευγένειαν και τα αξιώματα, παρίσταντο γυμνοί και κάτω νεύοντες και εφαίνοντο ως να ωνειρεύοντο την ευτυχίαν την οποίαν αφήκαν εις την ζωήν. Εγώ δε βλέπων ταύτα, ησθανόμην μεγάλην χαράν και αν ανεγνώριζα κανένα, επλησίαζα και χαμηλοφώνως του υπενθύμιζα τι ήτο εις την ζωήν και πόσον εφούσκωνε τότε όταν από πρωίας ανέμεναν πολλοί εις τα πρόθυρα της κατοικίας του και επερίμεναν την εμφάνισίν του, ενώ οι υπηρέται του τους απεδίωκαν και έκλειαν προ αυτών την θύραν• αυτός δε, αν κατεδέχετο επί τέλους να εμφανισθή επ' ολίγον, καταστόλιστος και χρυσοκόσμητος, ενόμιζεν ότι θα έδιδε την ευδαιμονίαν και την μακαριότητα εις εκείνους εις τους οποίους θ' απηύθυνε χαιρετισμόν και θα προσέφερε το στήθος ή την δεξιάν του προς ασπασμόν. Και εκείνοι ελυπούντο ακούοντες αυτά.

Αλλ' ο Μίνως εδίκασε και μίαν υπόθεσιν κατά χάριν. Ο Διονύσιος ο Σικελιώτης κατηγορήθη διά πολλά και ανόσια υπό του Δίωνος, τα οποία επεμαρτύρησεν η σκιά, και θα παρεδίδετο εις την Χίμαιραν, ότε ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, ο οποίος πολύ τιμάται και έχει μεγάλην επιρροήν εις τον Άδην, προσήλθε και τον έσωσε από την καταδίκην, διότι εβεβαίωσεν ότι πολλούς εκ των πεπαιδευμένων εβοήθησε και υπεστήριξε διά χρημάτων.

Αναχωρήσαντες έπειτα από το δικαστήριον, επήγαμεν εις το κολαστήριον. Εκεί, φίλε μου, δεν δύνασαι να φαντασθής πόσον λυπηρά πράγματα ηκούσαμεν και είδαμεν. Ηκούοντο συγχρόνως κτύποι ραβδισμών και κραυγαί των ψηνομένων εις την φωτιάν, και ελειτούργουν παντοία βασανιστήρια, στρέβλαι και κύφωνες και τροχοί, και η Χίμαιρα εσπάρασσε σάρκας, ο δε Κέρβερος κατεβρόχθιζε. Εκολάζοντο δε συγχρόνως βασιλείς, δούλοι, σατράπαι, πτωχοί και πλούσιοι και όλοι κλαίοντες μετενόουν δι' όσα κακά είχαν πράξει. Ανεγνωρίσαμεν μεταξύ αυτών και μερικούς εκ των προ ολίγου καιρού αποθανόντων• αυτοί δε έκρυπτον το πρόσωπον αυτών αισχυνόμενοι και όσοι μας προσέβλεπον είχον εις το βλέμμα πολύ το δουλοπρεπές και κολακευτικόν, αυτοί οίτινες υπήρξαν τόσον αγέρωχοι και υπερόπται εις την ζωήν. Αλλ' εις τους πτωχούς η τιμωρία ήτο επιεικεστέρα• διότι είχε και διακοπάς αναπαύσεως.

Αλλ' είδα και τους περιφήμους κολασμένους, τον Ιξίωνα και τον Σίσυφον, τον Φρύγα Τάνταλον βασανιζόμενον υπό της δίψης και τον εκ της Γης γεννηθέντα Τιτυόν. Θεέ μου, πόσος ήτο ! Κατείχε χώρον ολοκλήρου αγρού.

Αφού είδαμεν και τούτους, εισήλθαμεν εις την Αχερουσίαν πεδιάδα, όπου ευρήκαμεν τους ημιθέους και τας ηρωίδας και το άλλο πλήθος των νεκρών, οι οποίοι διέμεναν κατά έθνη και φυλάς, και οι μεν ήσαν παλαιοί και μουχλιασμένοι και ως λέγει ο Όμηρος, αμενηνοί{41}, οι δε νεοφερμένοι και στερεώτεροι, μάλιστα δε όσοι εξ αυτών ήσαν Αιγύπτιοι και ήσαν βαλσαμωμένοι. Δεν ήτο όμως εύκολον να γνωρίση κανείς κανένα μεταξύ αυτών• διότι όλοι γίνονται εντελώς όμοιοι προς αλλήλους, άμα γυμνωθούν τα οστά• αλλά δι' επιμόνου παρατηρήσεως και μετά δυσκολίας ανεγνωρίζαμεν μερικούς. Ήσαν δε 'ξαπλωμένοι οι μεν επί των δε, μαυρισμένοι και άσχημοι και μη διατηρούντες τίποτε από τα κάλλη της ζωής. Και ενώ έβλεπα τόσους σκελετούς συσσωρευμένους και όλους ομοίους, οι οποίοι είχον το βλέμμα κενόν και φοβερόν και εδείκνυον τους οδόντας χωρίς χείλη, εσκεπτόμην με απορίαν πώς είνε δυνατόν να διακρίνω τον Θερσίτην από τον ωραίον Νιρέα ή τον επαίτην γέρον από τον βασιλέα των Φαιάκων ή τον μάγειρον Πυρρίαν από τον Αγαμέμνονα• διότι δεν διετήρουν κανέν από τα παλαιά γνωρίσματα, αλλ' ήσαν όμοια τα κόκκαλα, αγνώριστα και χωρίς κανέν διακριτικόν σημείον, και κανείς δεν ηδύνατο να τα διακρίνη.

Ενώ δε παρετήρουν αυτά, η ζωή των ανθρώπων μου εφαίνετο ότι ομοιάζει με μακράν πομπήν, της οποίας τα καθέκαστα διατάσσει και τακτοποιεί η τύχη, ενδύουσα με διαφόρων ειδών και χρωμάτων ενδύματα τους πομπευτάς• και άλλον μεν κατά προτίμησιν ενδύει ως βασιλέα και θέτει επί της κεφαλής του τιάραν, τον περιβάλλει με δορυφόρους και στέφει την κεφαλήν του με το διάδημα, εις άλλον δε δίδει σχήμα δούλου, άλλον κάνει ωραίον και άλλον άσχημον και γελοίον, διότι πρέπει το θέαμα να έχη ποικιλίαν. Συμβαίνει δε πολλάκις εις το μέσον της πομπής να μεταβάλλη τα σχήματα μερικών και να μη τους αφίνη να έχουν μέχρι τέλους την τάξιν εις την οποίαν ετάχθησαν, αλλά μεταμφιέσασα τον Κροίσον λ. χ. τον ηνάγκασε να φορέση ένδυμα δούλου και αιχμαλώτου, εις δε τον Μαιάνδριον, ο οποίος πριν ευρίσκετο μεταξύ των δούλων, εφόρεσε την ηγεμονικήν στολήν του Πολυκράτους και επί τινα καιρόν τον αφήκε να επιδεικνύεται ως τύραννος. Έπειτα όταν περάση ο καιρός της πομπής, αμέσως έκαστος αποβάλλει το πομπευτικόν ένδυμα και το σχήμα, γίνεται όπως ήτο πριν και ουδόλως διαφέρει των άλλων. Τινές δε εξ αγνοίας, όταν η τύχη έρχεται και απαιτή τον στολισμόν τον οποίον έδωκεν εις αυτούς διά την προσωρινήν πομπήν, λυπούνται και αγανακτούν, ως να στερούνται πραγμάτων τα οποία δεν εδόθησαν εις αυτούς προσωρινώς και διά να ταποδώσουν, αλλ' ήσαν δικά των. Θα είδες πολλάκις, υποθέτω, τους τραγικούς εκείνους ηθοποιούς, οι οποίοι κατά την ανάγκην των δραμάτων άλλοτε μεν γίνονται Κρέοντες, άλλοτε δε Πρίαμοι και Αγαμέμνονες, συμβαίνει δε ο ίδιος ο οποίος προ ολίγου παρουσιαστή με πολλήν σοβαρότητα ως Κέκρωψ ή Ερεχθεύς να εμφανισθή μετ' ολίγον υπηρέτης, διότι έτσι το θέλει ο ποιητής, και όταν τελειώση το δράμα, έκαστος εξ αυτών αποβάλλει το χρυσοποίκιλτον εκείνο ένδυμα και την προσωπίδα και κατεβαίνων από τους κοθόρνους του {42}, γίνεται πάλιν πτωχός και ταπεινός και δεν είνε πλέον Αγαμέμνων του Ατρέως, ούτε Κρέων του Μενοικέως, αλλ' ονομάζεται Πώλος Χαρικλέους Σουνιεύς ή Σάτυρος Θεογείτονος Μαραθώνιος. Τοιαύτα μου εφάνησαν τότε και τα πράγματα των ανθρώπων.

ΦΙΛ. Ειπέ μου, Μένιππε, και εκείνοι που έχουν τους πολυτελείς και μεγαλοπρεπείς τάφους επί της γης, τας στήλας, τους ανδριάντας και τα επιγράμματα, δεν έχουν εις τον Άδην περισσοτέραν υπόληψιν από τους κοινούς νεκρούς;

ΜΕΝ. Αστειεύεσαι; Αν έβλεπες τον Μαύσωλον — εννοώ τον Κάρα, ο οποίος είνε περίφημος διά τον τάφον του — είμαι βέβαιος ότι θα εξεραίνεσο από τα γέλοια, τόσον παραπεταμένος είνε μεταξύ του πλήθους των νεκρών και μου φαίνεται ότι η μόνη του απόλαυσις εκ του μνημείου εκείνου είνε το βάρος το οποίον του δίδει με τον τόσον όγκον του. Όταν λοιπόν, φίλε μου, ο Αιακός ορίση εις έκαστον τον χώρον της διαμονής του— δίδει δε το πολύ ενός ποδός τόπον—-πρέπει καθένας να περιορισθή εις το μέρος του και να μαζευθή εις αυτό χωρίς να υπερβαίνη το μέτρον. Πολύ δε περισσότερον, υποθέτω, θα εγέλας αν έβλεπες εκείνους οι οποίοι υπήρξαν εδώ βασιλείς και σατράπαι να είνε πτωχοί εκεί και να πωλούν παστά ή να διδάσκουν τα πρώτα γράμματα, να υβρίζωνται υπό του τυχόντος και να ραπίζωνται όπως οι ευτελέστατοι δούλοι. Εγώ τουλάχιστον όταν είδα τον Φίλιππον τον Μακεδόνα, δεν ηδυνήθην να κρατηθώ• μου τον έδειξαν εις μίαν μικράν γωνίαν καταγινόμενον να μπαλώνη παλαιά υποδήματα χάριν ολίγων οβολών. Πολλούς δε άλλους, όπως ο Ξέρξης, ο Δαρείος και ο Πολυκράτης, ηδύνατο κανείς να ίδη επαιτούντας εις τους δρόμους.

ΦΙΛ. Αυτά τα οποία μου διηγείσαι περί των βασιλέων μου φαίνονται παράδοξα και απίστευτα. Ο δε Σωκράτης και ο Διογένης και οι άλλοι σοφοί τι κάνουν;

ΜΕΝ. Ο Σωκράτης και εκεί περιφέρεται και ελέγχει τους πάντας• τον συναναστρέφονται δε ο Παλαμήδης, ο Οδυσσεύς, ο Νέστωρ και άλλοι φλύαροι νεκροί. Έχει δε ακόμη τα σκέλλη πρισμένα από το δηλητήριον. Ο δε καλός Διογένης κατοικεί πλησίον του Ασσυρίου Σαρδαναπάλου, του Φρυγός Μίδα και άλλων πλουσίων• και όταν ακούη να στενάζουν και να ενθυμούνται την περασμένην ευτυχίαν, γελά και διασκεδάζει και συνήθως ξαπλωμένος ανάσκελα τραγουδεί και με πολύ τραχείαν και δυνατήν φωνήν καταπνίγει τους κλαυθμούς των, ούτως ώστε να ενοχλούνται φοβερά και να σκέπτωνται περί μετοικεσίας, διότι δεν υποφέρουν τον Διογένην.

ΦΙΛ. Αρκετά μου είπες περί των νεκρών• αλλά ποίον ήτο το ψήφισμα το οποίον, ως είπες στην αρχήν, έγεινε εναντίον των πλουσίων;

ΜΕΝ. Καλά μου το ενθύμισες• διότι ενώ είχα σκοπόν να ομιλήσω δι' αυτό, δεν ξέρω πώς απεπλανήθην εις άλλας ομιλίας. Όταν λοιπόν ευρισκόμην εκεί, οι πρυτάνεις συνεκάλεσαν τον λαόν εις συνέλευσιν διά να σκεφθούν περί των κοινών συμφερόντων. Βλέπων δε πολλούς να τρέχουν, ανεμίχθην και εγώ εις το πλήθος των νεκρών και έγεινα είς εκ των δημοτών του Άδου. Εις την συνέλευσιν εκείνην εθεσπίσθησαν και άλλα, επί τέλους δε έγεινε και ψήφισμα περί των πλουσίων. Αφού απηγγέλθησαν πολλαί και μεγάλαι κατηγορίαι εναντίον αυτών, διά βιαιότητα, αλαζονείαν, υπεροψίαν και αδικίαν, εσηκώθη είς εκ των δημαγωγών και ανέγνωσε ψήφισμα το οποίον ανέφερε τα εξής :

ΨΗΦΙΣΜΑ «Επειδή πολλά και παράνομα πράττουν οι πλούσιοι εις τον κόσμον, αρπάζοντες και βιαιοπραγούντες και κατά πάντα τρόπον περιφρονούντες τους πτωχούς, η βουλή και ο λαός απεφάσισαν ίνα, όταν αποθάνωσι, τα μεν σώματά των κολάζωνται, όπως και των άλλων αχρείων, αι δε ψυχαί των επιστρέφουν εις την ζωήν και εισέρχωνται εις τους όνους. Την γαϊδουρινήν δε αυτήν ζωήν να ζήσουν επί είκοσι και πέντε μυριάδας ετών, όνοι από όνους γινόμενοι, καταδικασμένοι ν' αχθοφορούν και να υπηρετούν τους πτωχούς. Μόνον δε μετά την πάροδον του χρονικού τούτου διαστήματος να επιτρέπεται εις αυτούς ν' αποθάνουν. Τανωτέρω επρότεινεν ο Κρανίων Σκελετίωνος ο εκ Νεκροχωρίου της φυλής Πτωματίδος».

Αναγνωσθέντος του ψηφίσματος τούτου, το επεψήφισαν οι άρχοντες, το επεδοκίμασε δε το πλήθος δι ανυψώσεως των χειρών, και η Βριμώ {43} υπεβρυχήθη, ο δε Κέρβερος εγαύγισε. Κατ' αυτόν τον τρόπον επικυρούνται και γίνονται εκτελεστά τα νομοθετήματα. Αυτά συνέβησαν εις την συνέλευσιν.

Εγώ δε διά τον σκοπόν της καθόδου μου ευρήκα τον Τειρεσίαν και τον παρεκάλεσα να μου είπη, χωρίς να μου αποκρύψη τίποτε, ποίον νομίζει ως τον καλλίτερον τρόπον του βίου. Αυτός εγέλασε — είνε δε τυφλόν γεροντάκι, ωχρόν και με λεπτήν φωνήν—Γνωρίζω, παιδί μου, είπε, ότι ευρίσκεσαι εις αυτήν την απορίαν, διότι οι σοφοί ούτε μεταξύ των, ούτε προς τους εαυτούς των συμφωνούν• δυστυχώς όμως δεν μου επιτρέπεται να σου 'πω τίποτε, διότι απαγορεύεται υπό του Ραδαμάνθυος. Όχι, μη μου αρνήσαι, πατεράκη, του είπα, και μη με αφήσης να περιφέρωμαι εις την ζωήν τυφλότερος από σε. Τότε μ' έσυρε παράμερα και όταν ευρέθη μεν μακράν των άλλων, έσκυψε και μου είπε χαμηλοφώνως στ' αυτί: Η καλλίτερα και φρονιμωτέρα είνε η ζωή των απλών ανθρώπων. Άφησε την ανόητον επιθυμίαν να εξετάζης τα ουράνια φαινόμενα και να ζητής την αρχήν και τον σκοπόν των όντων και των πραγμάτων περιφρονών δε τους σοφούς τούτους συλλογισμούς, και θεωρών τα τοιαύτα μωρολογίαν, τούτο μόνον να επιδιώξης με πάντα τρόπον ν' απολαύσης το παρόν, να περάσης δε το μεγαλείτερον μέρος της ζωής σου μ' ευθυμίαν και εις τίποτε να μη αποδίδης σπουδαιότητα.

Ως ειπών πάλιν ώρτο κατ' ασφοδελόν λειμώνα {44}

Εγώ δε—διότι ήτο αργά—είπα εις τον Μιθροβαρζάνην• Διατί χρονοτριβούμεν και δεν επιστρέφομεν εις τον επάνω κόσμον; Αυτός δε μου απήντησε• Μη ανησυχής, διότι θα σου δείξω ένα μονοπάτι διά να επιστρέψης ταχέως και χωρίς πολύν κόπον. Με ωδήγησε δε εις μέρος σκοτεινότερον των άλλων και μου έδειξε με το χέρι του ένα μακρυνόν και αμυδρόν φως, το οποίον εφαίνετο ως να εισέδυεν από κλειδαρότρυπαν. Εκεί, μου είπεν, είνε το ιερόν του Τροφωνίου και απ' εκεί κατεβαίνουν όσοι έρχονται από την Βοιωτίαν. Ακολούθησε λοιπόν αυτόν τον δρόμον και μετ'ολίγον θα ευρίσκεσαι εις την Ελλάδα. Οι λόγοι ούτοι μ' ευχαρίστησαν και, αφού εχαιρέτισα τον μάγον, ανέβηκα συρόμενος μετά κόπου εις το χάσμα και, χωρίς να εννοήσω πώς, ευρέθηκα εις την Λειβαδιάν.

&ΦΙΛΟΨΕΥΔΗΣ Ή ΑΠΙΣΤΩΝ&

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Δύνασαι, Φιλοκλή, να μου πης τι είνε εκείνο το οποίον κάνει πολλούς ν' αγαπούν το ψεύδος, ούτως ώστε και αυτοί ν' αρέσκωνται να μη λέγουν τίποτε αληθές και να προσέχουν προ πάντων εις τους λέγοντας τοιαύτα;

ΦΙΛΟΚΛΗΣ. Πολλά είνε, Τυχιάδη, τα οποία δύνανται να αναγκάσουν μερικούς εκ των ανθρώπων να ψεύδωνται χάριν του συμφέροντός των.

ΤΥΧΙΑΔΗΣ. Άσχετοι ούτοι και δεν σε ερωτώ περί εκείνων οίτινες εξ ανάγκης ψεύδονται• διότι αυτοί είνε δικαιολογημένοι, ίσως δε είνε και μάλλον άξιοι επαίνου μερικοί εξ αυτών, όσοι ή εχθρούς εξηπάτησαν ή προς σωτηρίαν εις δυσκόλους περιστάσεις μετεχειρίσθησαν αυτό το μέσον, όπως λ.χ. ο Οδυσσεύς όστις μετεχειρίζετο το ψεύδος και προς ιδίαν σωτηρίαν και διά να διευκολύνη την επάνοδον των συστρατιωτών του. Αλλ' εννοώ εκείνους, φίλτατε, οι οποίοι χωρίς ανάγκην προτιμούν το ψεύδος από την αλήθειαν, και τέρπονται εις αυτό και το μεταχειρίζονται χωρίς καμμίαν ευλογοφανή πρόφασιν. Περί τούτων λοιπόν θέλω να μάθω διατί ψεύδονται.

ΦΙΛ. Ώστε εγνώρισες ανθρώπους τοιούτους, οι οποίοι έχουν έμφυτον την αγάπην προς το ψεύδος;

ΤΥΧ. Και είνε πάρα πολύ οι τοιούτοι.

ΦΙΛ. Εις τι άλλο παρά εις μωρίαν πρέπει ν' αποδοθή η κλίσις αυτών προς το ψεύδος, αφού προτιμούν το χειρότερον από το καλλίτερον;

ΤΥΧ. Δεν είνε αυτό, αφού εγώ δύναμαι να σου αναφέρω πολλούς, οι οποίοι είνε φρόνιμοι κατά τα άλλα και θαυμάζονται διά την κρίσιν των και όμως δεν γνωρίζω πώς έχουν κυριευθή από αυτό το κακόν και τόσον αγαπούν τα ψεύδη, ώστε λυπούμαι να βλέπω ότι άνθρωποι τόσον καλοί ευχαριστούνται να εξαπατώσι και τους εαυτούς των και τους άλλους. Και τους μεν παλαιούς θα γνωρίζης καλλίτερα και από εμέ, τον Ηρόδοτον π. χ. και τον Κτησίαν τον Κνίδιον, και προ πάντων τους ποιητάς και αυτόν τον Όμηρον, όλους περιφήμους ανθρώπους, οίτινες μετεχειρίσθησαν γραπτόν το ψεύδος, ώστε όχι μόνον τους συγχρόνους των εξηπάτησαν, αλλά και μέχρις ημών φθάνει το ψεύδος των, φυλασσόμενον διαδοχικώς εις ωραίους στίχους και μέτρα. Εις εμέ τουλάχιστον συμβαίνει πολλάκις να εντρέπωμαι διά λογαριασμόν των, όταν διηγούνται τον ευνουχισμόν του Ουρανού, του Προμηθέως την δέσμευσιν, των Γιγάντων την επανάστασιν και όλην την τραγωδίαν του Άδου, και ότι δι' έρωτα ο Ζευς έγεινε ταύρος ή κύκνος και γυναίκες μετεμορφώθησαν εις πτηνά ή αρκούδες• προσέτι δε διά τους Πηγάσους, τας Χιμαίρας, τας Γοργόνας και τους Κύκλωπας και όσα τοιαύτα, παράδοξα και απίθανα παραμύθια, διηγούνται, τα οποία είνε κατάλληλα μόνον διά παιδιά, τα οποία φοβούνται ακόμη την Μορμώ και την Λάμιαν. Και τα μεν ψεύδη των ποιητών ίσως δικαιολογούνται, αλλά δεν είνε γελοίον ότι και πόλεις και έθνη ολόκληρα από κοινού και φανερά ψεύδονται; Οι Κρήτες δεν εντρέπονται να δεικνύουν τάφον του Διός, οι δε Αθηναίοι λέγουν ότι ο Εριχθόνιος εξήλθεν εκ των σπλάγχνων της γης και οι πρώτοι άνθρωποι εφύτρωσαν εκ του εδάφους της Αττικής, όπως τα λάχανα. Αλλά τούτο είνε πάλιν σοβαρώτερον από τα διηγούμενα υπό των Θηβαίων περί της καταγωγής των^ κατ' αυτούς οι άνθρωποι εφύτρωσαν από οδόντας όφεως, οίτινες εσπάρθησαν. Και εν τοσούτω εκείνος ο οποίος θα ενόμιζεν ως μη αληθινούς τους γελοίους τούτους μύθους, αλλ' ορθώς σκεπτόμενος θα έκρινεν ότι είνε άξιον ηλιθίων, ως ο Κόροιβος ή ο Μάργιτος {45} να πιστεύουν ότι ο Τριπτόλεμος επέταξε με άρμα συρόμενον υπό δρακόντων πτερωτών ή ότι ο Παν μετέβη εξ Αρκαδίας διά να βοηθήση τους Μαραθωνομάχους ή ότι η Ωρείθυα ανηρπάγη υπό του Βορρά, θα εθεωρείτο ασεβής και ανόητος, δυσπιστών εις τόσον πρόδηλα και αληθή πράγματα• τόσον επικρατεί το ψεύδος.

ΦΙΛ. Αλλ' οι ποιηταί, ω Τυχιάδη, είνε συγγνωστοί αν διά της αναμίξεως μύθων καθιστούν επαγωγότερα διά τους ακροατάς τα ποιήματά των, αφού αυτός είνε ο σκοπός των^ επίσης δε οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και οίοι δήποτε άλλοι νομίζουν ότι κατ' αυτόν τρόπον αναδεικνύουν ενδοξοτέρας τας πατρίδας των. Άλλως τε αν αφαιρέση κανείς, αυτά τα μυθώδη από την Ελλάδα, εξάπαντος, θ' αποθάνουν της πείνης οι έχοντες ως έργον να οδηγούν τους ξένους διά να βλέπουν και ν' ακούουν τα περίεργα του τόπου• οι ξένοι ούτε δωρεάν θα θέλουν ν' ακούουν την αλήθειαν. Εκείνοι όμως οίτινες χωρίς καν τοιούτον όφελος αρέσκονται εις το ψεύδος, ευλόγως φαίνονται καταγέλαστοι.

ΤΥΧ. Βέβαια. Ήμουν προ ολίγου εις του Ευκράτους του εγκρίτου, όπου ήκουσα τόσα απίθανα και μυθώδη, ώστε, χωρίς να περιμένω το τέλος των λεγομένων, έφυγα, διότι δεν υπέφερα τας υπερβολάς τας οποίας ήκουα• ως Εριννύες με κατεδίωξαν τα πολλά τερατώδη και παράδοξα, τα οποία ελέγοντο υπό των εκεί ευρισκομένων.

ΦΙΛ. Αλλά, Τυχιάδη, ο Ευκράτης φαίνεται αξιόπιστος και κανείς δεν θα επίστευε ότι άνθρωπος με τοιαύτην σεβασμίαν γενειάδα, ο οποίος θα είνε εξηκοντούτης, προσέτι δε καταγίνεται πολύ και εις την φιλοσοφίαν, δύναται να υποφέρη ν' ακούη άλλον ψευδολογούντα ενώπιον του, πολύ δε μάλλον να τολμήση ο ίδιος να ψευδολογή.

ΤΥΧ. Και όμως δεν φαντάζεσαι, φίλε μου, τι έλεγε και πώς τα διεβεβαίωνε τα περισσότερα ορκιζόμενος εις την ζωήν των παιδιών του, ούτως ώστε, ενώ τον παρετήρουν, έκανα διαφόρους σκέψεις, και οτέ μεν εσκεπτόμην μήπως ετρελλάθη και τα έχασε, άλλοτε δε πώς δεν διέκρινα τόσον καιρόν ότι είνε ψεύστης και ότι έκρυπτε υπό την λεοντήν γελοίον πίθηκον? τόσον απίθανα πράγματα έλεγε.

ΦΙΛ. Δεν μου τα λες σε παρακαλώ, Τυχιάδη; Διότι θέλω να γνωρίζω την αγυρτείαν την οποίαν κρύπτει κάτω από τα τόσα του γένεια.

