# Η Πάπισσα Ιωάννα

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27760/index.md

Εις το βάθος του ιερού τούτου σπηλαίου, όπισθεν του ξυλίνου αγάλματος του Αγίου, είχε πλέξει το νέον ζεύγος την φωλεάν του δι' ευόσμων φύλλων κυτίσου, δερμάτων αλώπεκος και απαλών υφασμάτων, ανατεθέντων υπό των ευσεβών δεσποίνων της Σαξωνίας• υπεράνω δε της κοιτίδος αυτών εκρέμαντο, ως σταλακτίται, γλώσσαι καπνισταί, λιπαρά χοιρομήρια, ξηροί ιχθύες, ασκοί γενναίου οίνου της Μοσέλλης και άλλα εδώδιμα, εις τα οποία κατέφευγον οι νεανίσκοι, οσάκις απηύδων ψάλλοντες τροπάρια εις τιμήν του Αγίου Βίτου• καθότι η προς τον Άγιον τούτον ευλάβεια, ως και η της Αφροδίτης, ψυχραίνεται άνευ των δώρων της Δήμητρος και του Βάκχου. Εκεί ευρίσκοντο αποφράδα τινά νύκτα απολαύοντες πάντων των αγαθών, ενώ ο αδελφός αυτών Κορβίνος, μη δυνάμενος προ πολλού να εύρη ύπνον, εγκαταλείποντα ως οι παράσιτοι τους δυστυχούντας, επλανάτο εις τους αγρούς διηγούμενος τα βάσανά του εις την σελήνην. Αλλά και αυτή βαρυνθείσα, φαίνεται, τα μονότονα παράπονα του πτωχού ρασοφόρου εκρύβη όπισθεν μαύρων νεφελών και μετ' ολίγον πυκναί σταγόνες βροχής ηνάγκασαν τον θαυμαστήν του μεγάλου Βασιλείου να ζήτηση άσυλον εις το ιερόν του Αγίου Βίτου.

Η λεπτή άμμος, δι' ης ήτο εστρωμένον το έδαφος του Σπηλαίου, ίνα μη πληγώνωνται οι απαλοί πόδες των ποοσκυνητριών, αίτινες μόνον ανυπόδητοι ηδύναντο να εισέλθωσι εκεί, εκάλυψε των βημάτων του τον ήχον, ώστε προυχώρησεν απαρατήρητος μέχρι του κοιλώματος, όπου οι δύο ερασταί ανεπαύοντο εις τας αγκάλας αλλήλων και του Μορφέως. Ο κοιτών εφωτίζετο υπό λυχνίας καιούσης προ της εικόνος του χρίστιανισθέντος Πριάπου, η δε Ιωάννα ημίγυμνος ως θεά του Ολύμπου και ωραία ως εκείναι, παρίστα εικόνα τοσούτω θελκτικήν, ώστε προ αυτής ο Άγ. Αμούν ήθελε λησμονήσει τους όρκους του και ο Ωριγένης την συμφοράν του και αυτός, νομίζω, ο Θεμιστοκλής το τρόπαιον του Μιλτιάδου. Ο δε πάτερ Κορβίνος, λησμονήσας κακείνος τον εκεί παρακείμενον Φρουμέντιον, ώρμησε να υποβάλη εις την βάσανον της πείρας τα φυσιολογικά θεωρήματα του επισκόπου Καισαρείας. Αλλ' ο Άγιος Βίτος επροστάτευε τον ύπνον των υπό την σκέπην του αναπαυομένων εραστών, ουδ' ηδύνατο ν' ανεχθή να μιανθώσι τα μυστήρια του υπό χαμερπούς ευνούχου. Ότε δε είδεν αυτόν επιβάλλοντα αυθάδη χείρα επί της κοιμωμένης δούλης του, αι παρειαί αυτού ηρυθρίασαν εκ της οργής, ως αι της εν Λωρέτω Παναγίας, οσάκις ασπάζονται αυτήν ασεβή χείλη, η κεφαλή του εσείσθη απειλητικώς και το έλαιον της λυχνίας ανέβρασε μεθ' ορμής. Σταγών του ζέοντος τούτου ελαίου αφύπνισε τον Φρουμέντιον, επί της παρειάς του καταπεσούσα· ευθύς δε εγερθείς είδε την σύντροφόν του ημικοιμωμένην έτι και παλαίουσαν κατά του επικειμένου αύτη πατρός Κορβίνου, ως κατά κακού ονείρου. Ο Φρουμέντιος ήτο οξύθυμος ως γνήσιος απόγονος του Βιτικίνδου και ρωμαλέος ως Γερμανός καλόγηρος, ειθισμένος να μεταχειρίζεται τους γρόνθους ως επιχειρήματα κατά πάσαν συζήτησιν, έστω και θεολογικήν. Διό μη χρονοτριβήσας εις περιττάς εξηγήσεις εδράξατο του σχοινιού της ζώνης, το οποίον ήρχισε να υψούται και να καταπίπτη ραγδαίως επί των νώτων του αθλίου Κορβίνου. Εν τούτοις η Ιωάννα εγερθείσα έσπευδε να κρύψη υπό το ράσον της τα αίτια της έριδος, ενώ οι δύο καλόγηροι εξηκολούθουν γρονθοκοπούμενοι και το αίμα ήρχιζεν ήδη να τρέχη, αλλ' ευτυχώς μόνον εκ της μύτης. Μετά δε πεισματώδη πάλην κατώρθωσε τέλος ο Κορβίνος να διαφύγη κακώς έχων τας χείρας του παρωργισμένου αντιπάλου, αφινών αυτώ ως λάφυρον τεμάχιον της κουκούλας του, ως ο Ιωσήφ τον μανδύαν του εις την γυναίκα του Πετεφρή. Αλλ’ εις τούτο μόνον περιορίζεται, νομίζω, η μεταξύ αυτού και του υιού του Ιακώβ ομοιότης.

Οι δύο ερασταί, μείναντες μόνοι επί του πεδίου της μάχης, ητένιζον προς αλλήλους μετ’ αδημονίας, βέβαιοι όντες ότι ο ξυλοκοπηθείς εκείνος σάτυρος ήθελε σπεύσει να εκδικηθή προδίδων τα απόκρυφα του σπηλαίου των. Έπρεπε λοιπόν προς αποφυγήν της ειρκτής και της ξηροφαγίας ν' αποχαιρετήσωσιν ανεπιστρεπτεί την φιλόξενον εκείνην στέγην, όπου τοσαύτας διήγαγον ευφροσύνους ημέρας εν αγία αναπαύσει και αργία, απολαύοντες αλλήλων και πάντων των αγαθών. Τα έτη και η τρυφή είχον μετριάσει το φιλοκίνδυνον των δύο μοναχών, οίτινες μετά φρίκης ανελογίζοντο τους κόπους και τας στερήσεις του πλάνητος βίου, συμμεριζόμενοι την γνώμην του Αγίου Αντωνίου, καθ' ον τα μοναστήρια είναι διά τους καλογήρους ως η θάλασσα διά τους ιχθύας, και ως εκείνοι απόλλυνται εξερχόμενοι του ύδατος, ούτω μαραίνονται και οι μοναχοί αφίνοντες τα κοινόβια. Εις τοιαύτας παρεδίδοντο μελαγχολικάς σκέψεις, ότε ο κώδων του όρθρου ενεθύμισεν αυτοίς τον επικείμενον κίνδυνον. Η νυξ ήτο σκοτεινή και οι σταύλοι εγγύς, εν αυτοίς δ’ έζη ακόμη ο καλός εκείνος όνος, όστις προ επτά ετών είχε μετακομίσει εις Φούλδαν την Ιωάνναν. Ο πατριάρχης ούτος της καλογηρικής φάτνης, κατάλευκος ήδη υπό του γήρατος, ανεπαύετο περικυκλούμενος υπό των απογόνων του και δεμάτων τριφυλλιού. Τούτον λύσαντες οι δραπέται και περιτυλίξαντες προς αποφυγήν θορύβου τα πέταλά του διά στυπίου, ως οι πειραταί τας κώπας των ακατίων, εξήλθον των τειχών της μακάριας εκείνης Μονής, τρέμοντες μη ο σύντροφος αυτών εξυπνίση διά της φωνής του τους ζώντας, ως εξήγειρε προ επταετίας τους νεκρούς εκ των μνημείων.

Η ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ

ΜΕΡΟΣ Γ'.

But the fact is that I haνe nothing plan’d Unless it were to be a moment merry. (Byron, Don Juan, Canto IV).

Αγαπάς, αναγνώστα μου, τον καλόν οίνον; Αν τω όντι τον αγαπάς, μισείς βεβαίως τους ασυνείδητους εκείνους καπήλους, οίτινες εξ αισχροκερδείας νοθεύουσι το καλόν τούτο ποτόν, αναμιγνύοντας ύδωρ, βαφάς ή δηλητήρια και αντί θείου νέκταρος ανούσιον ή ναυτιώδες ποτόν προσφέροντες εις τα διψώντα σου χείλη. Τοιούτοι κάπηλοι υπήρξαν επ' αιώνων οι μετερχόμενοι την φρούρησιν και διανομήν του γ ε ν ν α ί ο υ ο ί ν ο υ τ η ς π ί σ τ ε ω ς, ως ωνόμαζε την θρησκείαν ο σοφός Αλβίνος, η δε μεταξύ καπήλων και ιερέων, χριστιανισμού και βαρελιού παρομοίωσις ανήκει εις Σύνοδόν τινα του ενάτου αιώνος• ώστε αι εκφράσεις μου, αν όχι ευγενείς, είναι τουλάχιστον κ α ν ο ν ι κ α ί. Έλεγον λοιπόν, ότι καθώς ο γνήσιος οινοπότης βδελύττεται τους νοθεύοντας τον οίνον, ούτω και ο καλός χριστιανός αποστρέφεται τους αναμιγνύοντας εις την θρησκείαν, ίνα καταστή επικερδεστέρα, τας παντοίας της εξυρισμένης ή πολυμάλλου κεφαλής των εφευρέσεις, τα θαύματα των εικόνων, τους θεούς της ειδωλολατρείας μετημφιεσμένους εις αγίους, τας προσκυνήσεις, τα εισιτήρια του Παραδείσου, τα άγια λείψανα, τα κομβολόγια και άλλα ιερατικά εμπορεύματα, δι' ων το επάγγελμα των Αποστόλων κατέστη και αυτής της ιατρικής και ονειροκρισίας αγυρτικώτερον. Παιδιόθεν ηγάπων την χημείαν· το δε βιβλίον μου τούτο είναι χημική τις μόνον ανάλυσις του θρησκευτικού οίνου, δι' ου οι λαοί της Δύσεως εποτίζοντο κατά τον μεσαιώνα υπό Ρασοφόρων καπήλων. Πάντα τα κακοποιά ζώα, οι όφεις, οι σφήκες, οι κώνωπες και οι σκορπιοί, γίνονται τοσούτω μάλλον φαρμακερά και κακοήθη, όσω ζώσι πλησιέστερον του ηλίου. Μόνοι οι ιερείς εξαιρούνται, οίτινες εις μεν τας ανήλιους χώρας της Δύσεως απέκτησαν οξείς όνυχας και ιοβόλους οδόντας, εν δε τη Ανατολή κατήντησαν βαθμηδόν αβλαβείς και χειροήθεις ως οι εγχέλεις της Κωπαΐδος• ώστε αφού ούτε τρώγονται, ως εκείναι, ούτε δάκνουσιν, ως οι Φράγκοι, αλλ' ησύχως και τιμίως μετέρχονται το επάγγελμά των, σταυροκοπούντες, θυμιάζοντες, βαπτίζοντες και εξομολογούντες, αμαρτία ήθελεν είναι να πειράξη τις τους ακάκους τούτους κληρονόμους της βασιλείας των Ουρανών. Ταύτα σοι είπον, αναγνώστα, ίνα σε πείσω περί της ορθοδοξίας μου· ήδη επανέρχομαι εις τους ήρωας μου.

Μετά τον θάνατον του Μεγάλου Καρόλου ούτε ταχυδρομικοί σταθμοί ούτε χωροφύλακες ή αστυνομία υπήρχε πλέον εν Γερμανία• οι δε σαξωνικοί ίπποι ήσαν ως και σήμερον τοσούτω παχείς και βραδυκίνητοι, ώστε ολίγον εφοβούντο οι ημέτεροι δραπέται την καταδίωξιν. Άλλως δε το υποζύγιον αυτών ήτο εκ των παρασημοφόρων εκείνων ζώων, των καταγομένων από του μακαρίου όνου, ον ανέβη ο Ιησούς, ότε εισήλθεν εις Ιεροσόλυμα, και επί της ράχεως του οποίου έμεινεν εγκεχαραγμένον κατά τον μεγάλον Αλβέρτον το σημείον του Σταυρού, όπως και η εικών του θείου προσώπου επί του πέπλου της Βερονίκης. Οι τοιούτοι όνοι, διακρινόμενοι διά μαύρης σειράς διατεμνομένης σταυροειδούς κατά το μέσον της ράχεως, εκαλούντο σ τ α υ ρ ο φ ό ρ ο ι και ηδύναντο, χρείας τυχούσης, και προς αυτούς τους ίππους και τους θηρευτικούς κύνας να διαγωνισθώσι περί ταχύτητος· εχρησίμευον δε κατά τον μεσαιώνα εις μόνους τους ηγουμένους και ιεράρχας. Η γενεά αύτη εξέλιπε βαθμηδόν εν Ευρώπη, αλλά διατηρείται ακόμη αμιγής και ακμαία εν Αιγύπτω και Παλαιστίνη, όπου βλέπει τις αυτούς φέροντας χρυσοκέντητα σάγματα και τρώγοντας βραστούς κυάμους εντός πορφυρών αγγείων.

Επί τοιούτου υποζυγίου έτρεχον ασφαλώς οι δραπέται, στρέφοντες εις τον νουν μυρία περί του μελλοντος βίου σχέδια. Ο ήλιος ανατείλας μετ' ολίγον θερμός και ανέφελος όπισθεν των κορυφών του Βιβραστείνου ωρίμασε τας εν τη κεφαλή αυτών φυομένας ιδέας. Απεφάσισαν λοιπόν να περιέλθωσιν επί του όνου των την οικουμένην, ζητούντες φιλοξενιών παρά τοις ισχυροίς, τείνοντες τας χείρας των εις τα χείλη των πιστών και αφίνοντες εις άλλους την φροντίδα να χριστιανίσωσι τους απίστους. Είρξαντο δε των περιπλανήσεων διευθυνόμενοι εις Μογουντίαν, ίνα παρευρεθώσιν εις την τελετήν της συμφιλιώσεως του αυτοκράτορας Λουδοβίκου μετά των υιών του. Αλλ' ότε μετά τριήμερον πορείαν έφθασαν εις την πόλιν ταύτην, πένθιμοι ψαλμωδία και κώδωνες οχληροί αντήχουν πανταχόθεν αντί ευθύμων ασμάτων· αντί δε της κνίσσης οπτών κρεάτων νεκρώσιμοι λιβάνου αναθυμιάσεις εμόλυνον την ατμοσφαίραν. Ο δυστυχής Λουδοβίκος ο Ε υ σ ε β ή ς ή Ε υ ή θ η ς (τα δύο ταύτα επίθετα απεδίδοντο αυτώ αδιαφόρως ως συνώνυμα {29} είχε παραδώσει την προτεραίαν εις τον Πλάστην την άψογον ψυχήν του, « Συγχωρώ, λέγων, τους υιούς μου, ως συγχωρεί και ο κατάδικος τους δημίους του»· το δε σώμα αυτού εσύρετο εις την τελευταίαν κατοικίαν υπό τεσσάρων μαύρων ίππων, οίτινες αφεθέντες νήστεις από τριημέρου εβάδιζον μελαγχολικώς, ως του Ιππολύτου, μεταξύ διπλής σειράς λαμπαδηφόρων ιερέων, ανυμνούντων τας αρετάς του μακαρίτου· καθότι ο Λουδοβίκος είχε κληροδοτήσει τη Εκκλησία, την Σαρδηνίαν, την Κύρνον και Σικελίαν. Αληθές είναι ότι αι νήσοι αυταί, κατεχόμεναι υπό των Σαρακηνών και Ελλήνων ανήκον αυτώ, όσω σήμερον η Κύπρος και τα Ιεροσόλυμα εις τον βασιλέα της Ιταλίας {30}. Αλλ’ οπωσδήποτε η καλή αυτού προαίρεση ήτο αξία επαίνων, θυμιάματος και λιτανειών. Οι ημέτεροι μοναχοί, καταβιβάσαντες το κουκούλιον επί του προσώπου, συνεβάδισαν μετά του μακαρίτου την οδόν εκείνην, ήτις κατά Βίωνα, είναι πασών η ομαλωτέρα, (διότι και διά κλειστών οφθαλμών ευρίσκομεν αυτήν), είτα δε απεμακρύνθησαν εν σιωπή από των τειχών της πενθηφορούσης Μογουντίας.

Εκλείψαντος του ευσεβούς Λουδοβίκου, ο αήρ της Γερμανίας δεν ήτο πλέον ως πρότερον υγιεινός διά τους πνεύμονας των καλογήρων, ων πολλοί ήρχισαν να μεταναστεύωσιν, ως καταλείπουν και οι ποδαλγοί Άγγλοι την Νίκαιαν μετά την προσάρτησιν αυτής εις την Γαλλίαν, λέγοντες ότι ιταλικόν και ουχί γαλατικόν αέρα διετάχθησαν ν' αναπνέωσιν υπό του ιατρού. Οι υιοί του Καρόλου διεφιλονείκουν διά των όπλων την πατρικήν κληρονομίαν, ο δε πρεσβύτερος αυτών Λοθάριος, θέλων να προσελκύση τους Σάξωνας, μετεχειρίσθη, ως οι παρ’ ημίν Υπουργοί, μ έ σ α δ ι α φ θ ο ρ ά ς, επιτρέπων εις αυτούς ν' ανεγείρωσι και πάλιν τα προγονικά είδωλα και να προσφέρωσιν ενίοτε, ως ελαστικήν θυσίαν προ των πατρώων βωμών, φανατικόν τινα ιεροκήρυκα ή παχύν Βενεδικτίνον. Κακόγλωσσοι δέ τινες χρονογράφοι προσθέτουσι μάλιστα, ότι ο αθεόφοβος Λοθάριος κατεσκεύαζεν εντός των ανακτόρων είδωλα του Ιρμινσούλ και Τουίτονος, ότινα έπεμπεν ως διαλλακτικά δώρα εις τους Σάξωνας και Θουριγγίους, ως στέλλουσι και σήμερον οι βιομήχανοι Άγγλοι εις τας αποικίας των αγάλματα ινδικών η αυστραλιακών ειδώλων, γλυφέντα εν τοις εργοστασίοις του Λονδίνου από ευσεβών Πουριτανών και Κουακέρων, φορτώνοντες όμως επί του αυτού πλοίου ως αντιφάρμακον και δέματά τινα ιερών Γραφών της Βιβλικής εταιρείας· ώστε τα τε είδωλα και τα Ευαγγέλια ευπλοούσιν εν ειρήνη υπό την σκέπην της αγγλικής σημαίας.

Αι διενέξεις των κληρονόμων του Λουδοβίκου κατέστησαν μετ’ ου πολύ τόπον δυσοίκητον την Γερμανίαν. Ο δυστυχής των εραστών όνος προσέκοπτεν ανά παν βήμα κατά πτωμάτων ή ωλίσθαινεν εις αιματώδη έλη· σπανίως δε ευρίσκων κριθήν, χλόην ή φύλλα κατήντησε ν’ αλέθη ακάνθας και βάτους υπό τους νηστικούς του οδόντας. Εν τούτοις ο χειμών επήρχετο, χειμών σαξονικός, τοσούτω απότομος και δριμύς, ώστε και αυτοί οι κόρακες απέθνησκον της πείνης, μη δυνάμενοι να σχίσωσι τας σάρκας των πτωμάτων, απολιθωθέντων υπό του ψύχους. Οι δυστυχείς δραπέται επλανώντο ως άστεγα στρουθία επί της χιόνος, καταρώμενοι τον ηκρωτηριασμένον εκείνον σάτυρον, όστις ηνάγκασεν αυτούς να εγκαταλείψωσι την θερμήν αυτών και εύοσμον φωλεάν. Ο φόβος των εχθρών και η δριμύτης του χειμώνος είχον ψυχράνει την φιλοξενίαν των Σαξώνων, ώστε μάτην ως επί το πολύ έκρουον οι δύο μοναχοί τας θύρας των καλυβών και κοινοβίων. Άλλοτε μεν ουδ' απάντησις εδίδετο αυτοίς, άλλοτε δε προέκυπταν εκ μικράς θυρίδας σαξονική τις κεφαλή ερυθρά υπό του ψύχους ή κάτωχρος υπό του τρόμου, παρακινούσα τους ικέτας εις εξακολούθησιν του δρόμου των· σπανίως δε χειρ τις ευσπλαγχνικωτέρα της κεφαλής έρριπτεν αυτοίς ως εφόδιον τεμάχιον μέλανος άρτου ή ξηρού ιχθύος. Ούτω επλανώντο επί δύο ολοκλήρους μήνας, παρακολουθούντες ως οι κόρακες τα ίχνη των στρατευμάτων, ίνα θερμανθώσιν εις την φλόγα ημισβέστου πυράς ή γλείψωσι τα κόκκαλα εγκαταλειφθείσης τραπέζης. Ήλθε δε ημέρα, καθ’ ην ατενίζοντες μετά φθόνου τους θώας σπαράσσοντας τα πτώματα στρατιωτών τινων του Λοθαρίου, ενώ η πείνα εσπάρασσε κακείνων τα σπλάγχνα, εδικαίωσαν σχεδόν την γνώμην του σοφού Χρυσίππου, διδάσκοντος μεταξύ των άλλων τους μαθητάς ότι εν ελλείψει άλλης τροφής είναι θεμιτή και η νεκροφαγία.

Η Ιωάννα υπετάσσετο αγογγύστως εις τας τοσαύτας ταλαιπωρίας, υπομένουσα την πείναν και το ψύχος, ως και η κάμηλος της ερήμου την θερμότητα και την δίψαν. Ούτε στεναγμός ούτε παράπονον εξήρχετό ποτε των ωχρών χειλέων της, δι' ων εσπόγγιζεν ενίοτε τα δάκρυα του συντρόφου, λαβόντος πολλάκις αφορμήν να ευλογήση την στιγμήν, καθ' ην ηλίευσεν εις το ρεύμα της ζωής του τον ξανθόν εκείνον μαργαρίτην. Ο χαρακτήρ των γυναικών προς μόνον τον χαλκόν εκείνον της Κορίνθου δύναται να παραβληθή, όστις συνέκειτο εκ μυρίων ετερογενών μετάλλων, εν οις όμως υπήρχε και άδολος χρυσός. Ούτω νηστεύοντες, δακρύοντες, παρηγορούμενοι, φυσώντες εις τα δάκτυλά των και διευθυνόμενοι πάντοτε προς νότον, ως αι χελιδόνες και αι φθισικαί Αγγλίδες, υπερέβησαν τας χιονοσκεπείς ερήμους των Βαυαρών, διέπλευσαν την λίμνην της Κωνσταντίας και εύρον τέλος φιλοξενίαν εις την Μονήν του Αγίου Γάλλου, ης οι καλοί μοναχοί προσέφεραν αυτούς άσυλον κατά των λύκων και των στρατιωτών του Λοθαρίου. Οι δύο ερασταί ητοιμάζοντο ήδη να στήσωσι τους εφεστίους των υπό την ιεράν εκείνην και απόρθητον στέγην, ότε περίεργος τις καλόγηρος, θεωρών μετά προσοχής την Ιωάνναν, παρετήρησεν ότι τα ώτα αυτής ήσαν υπότρητα, εκ δε της παρατηρήσεως ταύτης ταραχτείς συνέλαβεν αμέσως παραδόξους υπόνοιας και επιθυμίας. Ήρκει η άκρα ω τ ί ο υ γ υ ν α ι κ ό ς να ταράξη την ησυχίαν των τότε μοναχών, ως και σήμερον μόνη η οσμή γυναικείας επιστολής αρκεί να αναστατώση όλους τους κατοίκους του Αγίου Όρους {31}, η δε Ιωάννα φοβουμένη τας περαιτέρω ανακαλύψεις και απαιτήσεις του Οσίου Πατρός κατέπεισε τον Φρουμέντιον ν' αφήσωσιν αυθημερόν την μάνδραν των περιέργων εκείνων Ελβετών.

Από του Αγίου Γάλλου μετέβησαν εις Τίγυρον, την αρχαιοτάτην εν Ελβετία πόλιν, ονομαστήν διά την δύναμιν των κατοίκων και του ρακίου της, εκείθεν δε εις Λυκέρνην, όπου εισήλθον διά νυκτός, ίνα θαυμάσωσι το τεράστιον φανάριον, το οποίον κατά τους χρονογράφους τοσαύτην επέχεε λάμψιν, ώστε καθίστα αοράτους τους αστέρας και ορατούς τους λάκκους, εις ους έπιπτον πρότερον οι πλείστοι των Οδοιπόρων. Από Λυκέρνης διηυθύνθησαν εις Αυεντικόν, την πρωτεύουσαν των πάλαι Ελουητίων, ένθα είδον τα ίχνη των υποδημάτων του Αττίλα εγκεχαραγμένα επί σκληρού βράχου, ως τα του Ιησού εν τω όρει των Ελαιών, και εκείθεν εις Σέδουνον, όπου εύρον ακάτιον, δι'ου κατέπλευσαν τον Ροδανόν μέχρι Λουγδούνου.

Το πλοιάριον εκείνο ανήκεν εις Εβραίους εμπόρους μεταβαίνοντας εις Μασσαλίαν, ίνα πωλήσωσι χριστιανούς δούλους εις τους Σαρακηνούς της Ισπανίας. Κατά τους χρόνους εκείνους οι απόγονοι του Ισραήλ αντί να καταπιέζωνται ήσαν παντοδύναμοι κατά την μεσημβρινήν Γαλλίαν. Ο Αυτοκράτωρ δανειζόμενος καθ’ εκάστην παρά τούτων μεγάλα ποσά, επλήρωνε τους τόκους του χρέους του επιτρέπων αυτοίς να προσηλυτίζωσι τους υπηκόους του, ως ανεχόμεθα και ημείς τας αδελφάς του Ελέους, τας Γραφάς της Βιβλικής εταιρίας, τας Οπτασίας του Αγαθαγγέλου, των αγαθαγγελιστών τας χρυσάς προσδοκίας και άλλας των τριών Ε γ γ υ η τ ρ ι ώ ν μας εφευρέσεις. Οι δε Εβραίοι του Λουγδούνου μετεχειρίζοντο τα παρά του Αυτοκράτορος αγορασθέντα διατάγματα ως οδόντας, ίνα κατατρώγωσι δι' αυτών τους χριστιανούς, φονεύοντες τους χοίρους των, κλέπτοντες τα παιδία, αναγκάζοντες τους δούλους αυτών να αγιάζωσι το Σάββατον και να εργάζωνται την Κυριακήν, πωλούντες ως κτήνη τους απειθούντας ή βαπτίζοντας τα τέκνα των, και αυτάς ακόμη των αρχιερέων τας παλλακίδας επιχειρούντες ενίοτε να εβραΐσωσιν. Οι δυστυχείς Επίσκοποι έστελνον προς τον Αυτοκράτορα αναφοράς επί αναφοραίς, οι δε Εβραίοι σάκκους επί σάκκοις. Αλλ’ εις μεν τους πρώτους ουδ' απεκρίνετο ο μονάρχης, εις δε τους Ιουδαίους έπεμπε στρατιώτας ίνα φρουρώσι τους οίκους των και αναγκάζωσι τους χρεώστας εις απότιση της οφειλής, καθώς φυλακίζουσι και σήμερον χριστιανοί κλητήρες των Εβραίων τους οφειλέτας. Αδίκως λοιπόν κατηγορούμεν τον παρόντα αιώνα ως φιλοχρηματώτερον των παρελθόντων. Ο χρυσός υπήρξεν ανέκαθεν ο σεβαστότερος επί της γης θεός, προφήται δε αυτού οι Εβραίοι· κατ’ εκείνην δε μάλιστα την εποχήν και αυτό το Ευαγγέλιον εγράφετο διά χρυσών γραμμάτων, όπως εμπνέη σέβας εις τους πιστούς.

Μεταξύ των επιβατών του πλοιαρίου υπήρχε και γέρων τις Ραβίνος, ονόματι Ισαχάρ, όστις, ίνα διασκεδάση κατά τον διάπλουν, επεχείρησε να προσηλύτιση τους νέους εκείνους καλογήρους, ζητών να λάβη παρ’ αυτών ο ασυνείδητος τοκογλύφος την ψυχήν των αντί ναύλου. Ήρξατο λοιπόν διηγούμενος εις τους νεανίσκους τους ταλμουδικούς μύθους, καθ' ους ο Ιησούς ήτο επιτήδειος γόης, όστις δίδαχθείς την θαυματουργίαν υπό μάγου τινός, καλουμένου Ιωάννου Βαπτιστού, είχεν υποσχεθή εις την θυγατέρα του Αυτοκράτορας Τιβερίου να καταστήση αυτήν μητέρα άνευ ανδρικής μεσολαβήσεως, η δε νεάνις ακολουθήσασα τας συνταγάς αυτού έτεκε λίθον αντί παιδιού· διό θυμωθείς ο Αυτοκράτωρ παρήγγειλε τω Πιλάτω να σταυρώση τον θαυματοποιόν, του οποίου το σώμα ταφέν πλησίον του υδραγωγείου παρεσύρθη την νύκτα υπό του πλημμυρήσαντος ύδατος, και εκ τούτου προήλθεν η εις την ανάσταση πεποίθησις των Ναζωραίων. Αφού τοιαύτας και άλλας βλασφήμους φλυαρίας εξήμεσεν εκ του μιαρού αυτού στόματος ο βρωμολόγος εκείνος Εβραίος, ήρξατο έπειτα να πλέκη εις τον θεόν του Ισραήλ στέφανον ν ε φ ε λ ώ ν και α σ τ έ - ρ ω ν. Παρέστησεν αυτόν καθήμενον επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων πανθήρων ως το του Βάκχου• κρατούντα εις την δεξιάν χιλιόπηχυν σύριγγα, δι' ης ενεφύσα τας εντολάς του εις το ους των Προφητών· τίκτοντα εκ της κεφαλής οπλοφόρους δαίμονας, ως ο Ζευς την πάνοπλον Αθηνάν· φιλικώς συναναστρεφόμενον μετά των γραμμάτων του αλφαβήτου, άτινα ήσαν άγγελοι πτερωτοί, και αλέθοντα διά τεραστίας μυλοπέτρας το μάννα, δι' ου κατεσκευάζετο ο διαφανής άρτος των κατοίκων του παραδείσου. Οι δύο νεανίσκοι οτέ μεν εγέλων ακροώμενοι τας Ταβινικάς εκείνας τερατολογίας, οτέ δε φοβούμενοι, μη αι βλασφημίαι εκείναι βυθίσωσι το πλοίον εις τους μυχούς των κυμάτων, εψιθύριζον ως αντιφάρμακον τροπάριόν τι εις τον Άγιον Μεδάρδον, όστις ως ο Ποσειδών παρά τοις προγόνοις ημών και ο Άγιος Νικόλαος παρ' ημίν εξήγειρε τότε και κατηύναζε τα κύματα των υδάτων.

Χάρις εις το τροπάριον εκείνο και την νηνεμίαν, το πλοιάριον προσωρμίσθη ευτυχώς την επιούσαν εις Λούγδουνον, όπου ήδρευε τότε ο Άγιος Αγοβάρδος, ο μόνος των τότε αγίων, του οποίου καγώ ήθελον ασπασθή μετά σεβασμού το κράσπεδον της εσθήτος. Ούτος εδόξαζεν ότι, αφού ο Ιησούς είναι αιώνιος και πανταχού παρών, πάντες οι τα παραγγέλματα αυτού ακολουθήσαντες, είτε προ της ενανθρωπήσεως αυτού εγεννήθησαν είτε μετ' αυτήν, είτε εγνώρισαν αυτόν είτε όχι, ήσαν χριστιανοί και νόμιμοι κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών απεστρέφετο την εις τας αγίας εικόνας αποδιδομένην λατρείαν νομίζων ασέβειαν την υπό ανθρωπίνην μορφήν παράστασιν αΰλου θεότητος και διδάσκων, ότι οι πρώτοι χριστιανοί διετήρουν τας εικόνας του Ιησού, των Αποστόλων και των Μαρτύρων ως τα ομοιώματα ανθρώπων, τους οποίους εγνώρισαν και ηγάπων, όπως ημείς σήμερον τας φωτογραφίας των απόντων φίλων, και ουχί ως αντικείμενα δεισιδαίμονος λατρείας. Πλην δε τούτων γελοίον ενόμιζεν ο καλός Επίσκοπος το να πιστεύωμεν ότι ο Ύψιστος υπηγόρευσεν εις τους προφήτας κατά λέξιν τας Γραφάς, ως ο Άγγελος τα αποφθέγματα εις την όνον του Βαλαάμ· απέτρεπε τους πιστούς από των προσκυνήσεων, τα δε ελέη αυτών διέταττε να δίδωνται εις τους πτωχούς, και ουχί εις τας εκκλησίας, αμαρτίαν νομίζων, ενώ τοσούτοι πένητες στερούνται οβολού προς αγοράν άρτου, να δίδεται χρυσός εις τους ιερείς, ίνα ανάπτωσι κηρία εν πλήρει μεσημβρία ή κοσμώσι δι' αυτού τα είδωλα των ναών{32} και των παλλακίδων των τα στήθη. Τοιαύτας χριστιανικάς ή μάλλον αιωνίους αληθείας εδίδασκεν ο καλός εκείνος ιερεύς του Υψίστου, τας οποίας αν είχε κηρύξει βραδύτερον, ήθελε καή ως ο Ούσιος ή ριφθή άκλαυστος και άταφος επί βράχου ως ο Καΐρης. Αλλά κατά την εποχήν εκείνην οι ιερείς της Δύσεως, ασχολούμενοι αποκλειστικώς εις την κραιπάλην και αργυρολογίαν, δεν είχον ακόμη καταληφθή υπό της μανίας του να δικάζωσι και καίωσιν ανθρώπους. Αν δε εν μέσω της γενικής εκείνης αμαθείας και διαφθοράς επήρχετο είς τινα εξ αυτών η ιδιότροπος όρεξις να ζήση εναρέτως ή να ομιλήση λογικώς, έτρωγον εκείνοι την μερίδα του καλού τούτου ανθρώπου, γελώντες διά την ανοησίαν του και αφίνοντες μάλιστα εις αυτόν τον τίτλον του αγίου, όστις απενέμετο τότε αφειδώς εις τους ιερείς, ως σήμερον το ε ξ ο χ ώ τ α τ ο ς εις τους ιατρούς. Τοιούτος ήτο ο Αγοβάρδος, αδάμας εν μέσω χαλίκων, κύκνος εν μέσω κοράκων, στίλβων εν τω σκότει του ενάτου αιώνος ως μαργαρίτης εις την ρίνα χοίρου {33}. Απαντήσας αυτόν, ενώ μετά κόπου και αηδίας ανεκίνουν τον βόρβορον του ενάτου αιώνος, ηθέλησα ν' αναπαυθώ επί τινας στιγμάς πλησίον του, ως ο κεκμηκώς Άραψ παρά την πηγήν της ερήμου.

Ο Φρουμέντιος επορεύθη μετά της Ιωάννας ν' ασπασθή τας χείρας του καλού Επισκόπου. Οι τότε περιηγηταί, άμα έφθανον εις ξένην πόλιν, εζήτουν την κατοικίαν του Αρχιερέως, ως σήμερον το Προξενείον. Εκεί παρέδιδον τας συστατικάς επιστολάς των και εξητούντο Οδηγίας ή βοηθήματα προς εξακολούθησιν της οδοιπορίας, αντί των οποίων προσέφεραν συνήθως τω Επισκόπω ιερά τινα λείψανα Αγίων του τόπου των· καθότι ήκμαζε παρά τοις τότε χριστιανοίς η συνήθεια της συλλογής αγίων λειψάνων πάσης χώρας και εποχής, ως προ τίνων ετών εν Αθήναις η των γραμματοσήμων. Οι ημέτεροι οδοιπόροι, πολλά έχοντες να ζητήσωσι και ουδέν να προσφέρωσιν εις την αυτού Αγιότητα, επαρουσιάσθησαν προ αυτού, ερυθριώντες και συνεσταλμένοι, αλλ' ο Άγιος Αγοβάρδος, ειθισμένος ως οι πνευματικοί και ιατροί να ε τ ά ζ η ν ε φ ρ ο ύ ς και κ α ρ δ ί- α ς εγνώριζε και να διακρίνη την υπό τα ράκη κεκρυμμένην αξίαν. Προσκαλέσας εις την λιτήν του τράπεζαν το πολυπαθές εκείνο ζεύγος εθαύμασε των νέων συνδαιτυμόνων το κάλλος, την σοφίαν και την αδελφικήν στοργήν, παρέβαλεν αυτούς προς τον Κάστορα και Πολυδεύκην και, ότε ανεχώρησαν, έδωκεν αυτοίς καλάς συμβουλάς, νέα υποδήματα, την ευχήν του και χρήματα προς εξακολούθησιν της οδοιπορίας.

