# Η Πάπισσα Ιωάννα

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/27760/index.md

Μετά το τέλος της λιτανείας, ιππεύσαν και πάλιν το νέον ζεύγος διηύθυνε τα βήματα του υποζυγίου προς το Μοναστήριον της Φούλδας, όπου έμελλεν η Ιωάννα να καταταχθή εν τη ποίμνη του Αγ. Βενεδίκτου. Δώδεκα όλας ημέρας εδαπάνησαν οι δραπέται, ίνα διατρέξωσι τας μεταξύ Μοσβάχης και Φούλδας τριάκοντα λεύγας, αναπαυόμενοι όπου εύρισκον σκιάν, λουόμενοι εις πάντα ρύακα και το όνομα αυτών εγχαράσσοντες εις τα δένδρα άτινα εσκίαζον τας ηδονάς των. Η θερμότης του ηλίου, της νεότητος, του έρωτος και προ πάντων η εκ της ιππασίας, καθίστα αναγκαίους τους συνεχείς εκείνους σταθμούς. Άλλως ο Φρουμέντιος γνωρίζων ακριβώς την αγιογραφίαν των τόπων εκείνων, εύρισκε πάντοτε ευσεβή τινα πρόφασιν, οσάκις επεθύμει να πεζευσωσιν, οτέ μεν ίνα προσευχηθώσι προ του δένδρου, όπου η Αγία Θέκλα εθεράπευσε τον τυφλόν, ραντίσασα τους εσβεσμένους οφθαλμούς του διά τινων σταγόνων γάλακτος εκ των παρθενικών αυτής μαστών, οτέ δε ίνα φιλήσωσι το χώμα όπου έρρευσε το αίμα του Αγ. Βονιφατίου και εξ εκάστης σταγόνος εβλάστησεν, ως εκ του Αδώνιδος, μία ανεμώνη. Η Ιωάννα συγκατέβαινε μειδιώσα εις του εραστού τας αιτήσεις, οι δε ποιμένες και γεωργοί εθαύμαζον το κάλλος και την ευσέβειαν των δύο κουκουλοφόρων νεανίσκων, σπεύδοντες οσάκις απήντων αυτούς να αφαιρέσωσι τους τριγώνους πίλους και αμιλλώμενοι τίς πρώτος να ασπασθή τας χείρας των ή να προσφέρη αυτοίς άρτον, μυζήθραν, ζύθον και οπώρας. Άλλοτε πάλιν απήντων ημιγύμνους Σκλαβηνούς, οίτινες διητώντο ως οι κάλαμοι παρά τας όχθας των ρυάκων, απαιτούντες φόρον διαβάσεως παρά των οδοιπόρων και ρίπτοντες εις το ύδωρ τους δυστροπούντας. Αλλά τούτους απεμάκρυνεν ο Φρουμέντιος διά τροπαρίου τινός εις τον Αγ. Μιχαήλ, όπερ έτρεπεν αμέσως εις φυγήν τους αμφιβίους εκείνους ληστάς. Πρωίαν δε τινά ενώ υπό την σκιάν γηραιάς δρυός ανεπαύετο το χαριτωμένον ζεύγος επί των ερωτικών δαφνών του, ή μάλλον επί τριφυλλίων (διότι αι δάφναι εν Γερμανία δεν βλαστάνουσιν ειμή μόνον επί της κεφαλής των ηρώων) προσήλθον δύο γυναίκες, δεδεμένον έχουσαι τον πόδα δι' ελαφράς αλύσου, εψιμμυθιωμένας τας παρειάς και μόνον ένδυμα την λυτήν κόμην των. Αύται ήσαν αμαρτωλαί, κανονισθείσαι υπό του πνευματικού να υπάγωσι γυμναί και αλυσόδετοι εις προσκύνησιν του τάφου του Αγ. Μαρκελλίνου, ίνα εξαγοράσωσι τας αμαρτίας. Αι ευσεβείς αύται αποδημίαι εγίνοντο συνήθως περί τα τέλη του έαρος ή τας αρχάς του θέρους, ότε η θερμοκρασία επέτρεπε την παραδείσιον εκείνην στολήν. Αι πλείσται των μαγδαληνών τούτων, γνωρίζουσαι ότι η πρόσψαυσις των ιερών λειψάνων έμελλε μετ' ολίγον ν' αποπλύνη απ' αυτών πάσαν κηλίδα ουδόλως συνεστέλλοντο να πολλαπλασιάζωσι καθ' οδόν τας αμαρτίας, ζητούσαι φιλοξενίαν παρά των χωρικών και ελέη παρά των οδοιπόρων και αμφοτέρους ανταμείβουσαι διά του νομίσματος εκείνου, δι' ου επλήρωσε τον ναύλον της η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, η δε αδάμειος αυτών ενδυμασία καθίστα συνεχείς και προχείρους τας τοιαύτας συναλλαγάς. Αι δύο λοιπόν προσκυνήτριαι μη δυνάμεναι να μαντεύσωσι, τι υπό το ράσον της Ιωάννας υπεκρύπτεπτο, επλησίασαν απαιτούσαι ολίγα δηνάρια, αντί των οποίων υπέσχοντο ν’ ανοίξωσιν εις τους δύο νεανίσκους τας πύλας του ουρανού εις τον μέλλοντα και τας αγκάλας των εις τον παρόντα βίον. Ο Φρουμέντιος, έχων προ εαυτού την Ιωάνναν θώρακα ασφαλή κατά παντός πειρασμού, απώθησε διά του σχοινίου της ζώνης του τας αναιδείς προτάσεις των λυσιζώνων εκείνων σειρήνων, αφ' ων απεμακρύνθη σφίγγων την φίλην του εις τας αγκάλας ως οι ασκηταί τον Σταυρόν, οσάκις επειράζοντο υπό του δαίμονος της σαρκός. Αλλ' οι μεν άγιοι εκείνοι ερημίται, ενώ απέστρεφον μετά τρόμου τον ένα οφθαλμόν από του δαίμονος, προσήλουν τον άλλον εις αυτόν μετ' επιθυμίας άμα και φρίκης, ως νήστις Ιουδαίος εις χοιρομήριον, ενώ ο Φρουμέντιος, όστις ως γνήσιον τέκνον της Δύσεως μετεχειρίζετο την απόλαυση ως αντιφάρμακον κατά της επιθυμίας, απέστρεφεν άνευ κόπου αμφότερους τους οφθαλμούς. Οι ημέτεροι άγιοι, αγρυπνούντες, μαστιγούμενοι και νηστεύοντες μέχρις ου το στόμα των επληρούτο σκωλήκων, μόλις κατώρθουν να καταστείλωσι τους ωρυγμούς της σαρκός, παλαίοντες νυχθημερόν κατά διαβόλου ενδεδυμένων μορφήν γυναικείαν και αυτάς τας όρνιθας και τας αίγας απομακρύνοντες των ασκητηρίων, ως επικινδύνους εις την δυσβάστακτον σωφροσύνην των ενώ οι Φράγκοι, αφού διά μικρές τίνος θυσίας καθησύχαζον τον έξαρχον της ασελγείας, ηδύναντο έπειτα εν ησυχία και γαλήνη ψυχής να φροντίσωσι περί της σωτηρίας των, μη αναγκαζόμενοι να διακόπτωσι ανά πάσαν στιγμήν τας προσευχάς των, ίνα εκδιώξωσιν ως ο Άγιος Αντώνιος τον πειρασμόν διά ψυχρολουσίας. Κατά τον σοφόν Αρχιγένη η εγκράτεια είναι το σφροδρότερον των αφροδισίων φαρμάκων· καλώς λοιπόν έπραττον οι Φράγκοι εξορίζοντες τα τοιαύτα φάρμακα εκ των μοναστηρίων.

Ο ήλιος φωτίσας την μικροτέραν του έτους ημέραν είχε δύσει προ πολλού, ότε οι δύο οδοιπόροι, υπερβάντες τα περιφράσσοντα την Μονήν της Φούλδας εσβεσμένα ηφαίστεια, επάτησαν τέλος πάντων τας μοναστηριακάς γαίας. Η νυξ ήτο ασέληνος και γλυκεία, και μόνοι οι αστέρες εκατοπτρίζοντο εις το ρεύμα της Φούλδας• αλλ' εφ' όσον επλησίαζον οι νεανίσκοι προς την Μονήν, διέκρινον μεταξύ των δένδρων ερύθημα ωσεί μεγάλης τινός πυρκαϊάς. Αλώπεκες, έλαφοι και αγριόχοιροι γιγαντιαίοι έφευγον πέριξ αυτών μετά τρόμου, τα δε νυκτερινά πτηνά ανεζήτουν το σκότος της φωλεάς ατάκτως υπεράνω της κεφαλής των πτερυγίζοντα. Η Ιωάννα συνεσφίγγετο τρέμουσα εις τα στήθη του συντρόφου της, και αυτός δε ο όνος έτεινεν ανησύχως τα ώτα, προχωρών μετά περισκέψεως και δειλίας ως στρατιώτης του Πάπα εις το πυρ των μαχών. Στήλαι πυρός, νέφη καπνού, ήχος κωδώνων και ασμάτων, αναθυμιάσεις λιβάνου και μαγειρείου προσέβαλον μετ' ου πολύ τους οφθαλμούς, τα ώτα και την ρίνα της ημετέρας ηρωίδος, ης το θάμβος και ο τρόμος ηύξανον ανά παν βήμα, ουδ' ίσχυε να καθησυχάση αυτήν η ευθυμία του Φρουμεντίου, όστις εις τας συχνάς αυτής ερωτήσεις απεκρίνετο διά καγχασμών και φιλημάτων. Ημείς δε μη δυνάμενοι δυστυχώς να σοι δώσωμεν την αυτήν απάντησιν, καλή αναγνώστρια, θέλομεν σε πληροφορήσει ότι η ημέρα ή μάλλον η νυξ εκείνη ήτο η εικοστή τετάρτη Ιουνίου, καθ' ην προ οκτακοσίων ετών η κεφαλή του Αγίου Ιωάννη προσεφέρετο ως αμοιβή της ορχήσεως εις την θυγατέρα της Ηρωδιάδος, όπως σήμερον ανθοδέσμη εις την Έσλερ ή την Ταλιόνην. Τα οστά του Αγίου εκταφέντα υπό του αγίου Αθανασίου περιήλθον κατά την τότε συνήθειαν την οικουμένην άπασαν θαυματουργούντα, η δε κεφαλή είχε μετακομισθή υπό τινος Γάλλου καλογήρου εξ Αλεξανδρείας εις Γαλλίαν καθότι οι Φράγκοι του μεσαιώνος ήρπαζον από των εκκλησιών της Ανατολής τα λείψανα των αγίων, ως οι απόγονοι αυτών τα συντρίμματα της αρχαίας τέχνης. Δάκτυλος του Αγίου Σεργίου η κνήμη της Αγίας Φεβρωνίας επωλούντο τότε πολύ ακριβότερα ή σήμερον κεφαλή του Ερμού ή βραχίων της Αφροδίτης· του δε Αγίου Ιωάννου το κρανίον κατατεθέν εν τη Μονή του Αγίου Αγγελή εχρησίμευε, τοις κατοίκοις προς θεραπείαν του πυρετού αντί κινίνης. Η φήμη της θαυματουγού εκείνης κεφαλής εξηπλώθη βαθμηδόν καθ’ άπασαν την Δύσιν, κατ’ έτος δε ανήπτοντο πανταχού εις τιμήν του Αγίου πολυάριθμοι πυραί, περί τας οποίας ευωχούντο και εχόρευον οι πιστοί, ως οι πρόγονοι αυτών περί τους πυρσούς των Παληλίων. Η θεά Πάλης είχε λησμονηθή προ πολλού, αλλ' οι αρχαίοι αυτής λάτρεις εξηκολούθουν αγαπώντες τον οίνον, τον χορόν και τας ευθύμους αγρυπνίας, και εν ελλείψει θεών προσέφερον εις τους μακροπώγωνας και συνωφρυωμένους Αγίους του χριστιανικού παραδείσου την χαρμόσυνον λατρείαν των φαιδρών και αγενείων κατοίκων του Ολύμπου.

Η πανήγυρις ευρίσκετο εις την ακμήν, ότε εισήλθον οι δύο οδοιπόροι εις την αυλήν του μοναστηρίου. Οι μεν των μοναχών προσέθετον δέσμας αχύρων και κενωθέντα βαρέλια εις την πυράν, οι δε ανυψούντες τα κράσπεδα των ράσων επήδων υπεράνω της ιεράς φλογός, καταφεύγοντες εις λάκκον πλήρη ύδατος, οσάκις έδακνε το πυρ τας γυμνάς κνήμας των. Έτεροι ωρχούντο περί τας πυράς, ή κατακείμενοι επί της χλόης εβύθιζον τους δακτύλους εις τας χύτρας και τα ποτήρια εις τους πίθους· άλλοι πάλιν κρατούντες φλέγοντα δαυλόν έτρεχον περί τον κήπον αναζητούντες ιεράκιον προς φυγάδευσιν των δαιμόνων ή τετράφυλλον τριφύλλιον, το οποίον καθίστα τα καταχθόνια πνεύματα υποτελή τω ανευρίσκοντι τοιούτον φυτόν κατά την νύκτα εκείνην. Οι εύθυμοι μοναχοί υπεδέχθησαν μετά κραυγών χαράς τον επιστρέφοντα αδελφόν και την Ιωάνναν, ην παρουσίασεν αυτοίς ως ορφανόν συγγενή του υποτελή του Δουκός Ανσιγίζου, ευρίσκοντα βαρείαν την άλυσιν του δούλου και επιθυμούντα να ανταλλάξη αυτήν αντί καλογηρικού σχοινιού. «Dignus, dingus est intrare in nostro sancto corpori!» απεκρίθησαν ομοφώνως οι Βενεδικτίνοι, συμπαρασύροντες την νεοφώτιστον εις τας ταχείας περιδινήσεις του κυκλείου χορού, όστις περιεστρέφετο ως πολύκρικος όφις περί την υψηλοτέραν των πυρών. Η Ιωάννα άμα εισελθούσα εις το μοναστήριον εδιδάσκετο να χορεύη. Αλλά κατά τον καιρόν εκείνον ο χορός, ον απαγορεύουσι σήμερον οι πνευματικοί ως εφεύρεσιν του Σατανά, ουδέν είχε το ασεβές ή αντίθρησκον, αλλ' ήτο απλώς προσευχή γινομένη διά των ποδών ως οι ψαλμοί διά των χειλέων, αμφότεροι δε εφευρέθησαν υπό του προφητάνακτος Δαυίδ, ώστε συγγενεύουσιν ως γνήσια τέκνα του αυτού πατρός.

Οι αστέρες ωχρίων εις τον ουρανόν και αι πυραί εσβύνοντο επί της γης, ότε ο κώδων ηνάγκασε τους οινοβαρείς και νυστάζοντας συμπότας ν' αφήσωσι τον χορόν ή τον πίθον, ίνα δράμωσιν εις τον όρθρον. Την πρωίαν εκείνην, ως συνέβαινε πάντοτε την επιούσαν εορτής, βαρόηχοι ρογχαλισμοί αντήχησαν αντί ύμνων υπό τους θόλους της εκκλησίας, και εκ τούτου, λέγουσι, παρέμεινεν εις τους καλογήρους η συνήθεια να ψάλλωσι και, έξυπνοι όντες διά των ρωθώνων. Η συνήθεια αύτη, εξορισθείσα των εκκλησιών της Δύσεως μετά της εορτής του Όνου και των άλλων γοτθικών λειψάνων του μεσαιώνος, κατέφυγε παρ’ ημίν όπου διατηρείται ακέραιος και ακμαία, καθιστώσα καθ' ημέραν ερημοτέρους τους ναούς, ψυχροτέραν την ευλάβειαν και ελαφρότερα τα ελέη των ορθοδόξων. Αι θρησκείαι ομοιάζουσι τας γυναίκας. Αμφότεραι εν όσω είναι νέαι ούτε καλλωπισμών χρήζουσιν ούτε ψιμμυθίου, ίνα περικυκλώνται υπό λατρευτών προσκλινών, ετοίμων ως οι ερασταί και οι πρώτοι χριστιανοί και την ζωήν υπέρ αυτών να θυσιάσωσιν αλλ’ άμα γηράσωσιν, ανάγκη να καταφύγωσιν εις το φύκος και τα κοσμήματα, ίνα επ' ολίγον ακόμη διατηρήσωσι τους αραιουμένους θιασώτας. Η μεν Ρωμαϊκή Εκκλησία εννοήσασα τούτο, ευθύς άμα είδε ψυχραινόμενον τον ζήλον των πιστών, κατέφυγεν εις τους ζωγράφους και τους γλύπτας, ως η γραία Ήρα εις τον κεστόν της Αφροδίτης, ίνα καλύψη τας ρυτίδας και ενδύση την γυμνότητά της, η ανατολική όμως, καίτοι πρεσβυτέρα της αδελφής της, είτε εκ πενίας είτε εξ υπερηφανείας επέμεινε θέλουσα να ελκύη τους πιστούς δι’ ερρίνων ασμάτων και παραβλώπων παρθένων. Η ευλάβεια εξέλιπε προ πολλού εκ της οικουμένης, αλλ' αι εικόνες του Ραφαήλου και η φωνή των Λακορδαίρων ή των ευνούχων του Πάπα ελκύουσιν ακόμη προσκυνητάς υπό τους θόλους του Αγίου Πέτρου και του Πανθέου, ενώ ημείς άπαξ μόνον του έτους πορευόμεθα φράσσοντες τα ώτα εις την εκκλησίαν.

Άμα ετελείωσεν ο όρθρος, έσπευσεν ο Φρουμέντιος να ξεναγήση την Ιωάνναν εις το νέον αυτής κλωβίον. Η Μονή της Φούλδας ωμοίαζε μάλλον φρουρίω ή μάνδρα μοναχών. Υψηλά ηφαίστεια, των οποίων τους κρατήρας είχε σβύσει ο Άγιος Στούρμης διά σταγόνων τινών ηγιασμένου ύδατος, περιέφρασσον αυτήν πανταχόθεν, το δε ρεύμα του ομωνύμου ρύακος εχρησίμευεν ως τάφρος του μοναστικού τούτου φρουρίου, στεφομένου διά πύργων και επάλξεων οδοντωτών. Οι τότε οπαδοί του Αγίου Βενεδίκτου πλην του οίνου και του ύπνου ηγάπων ν’ αναμιγνύωνται και εις τας πολιτικάς πάλας του αιώνα. Οσάκις δε κατεδιώκοντο υπό τινος ισχυρού, ωχυρούντο όπισθεν των τειχών του κοινοβίου, ως οι εφημεριδογράφοι όπισθεν των άρθρων του συντάγματος. Ο μέγας Κάρολος είχεν εξημερώσει οπωσούν τα ήθη των αρειμανίων καλογήρων, αφαιρέσας αυτοίς πάντα τα όπλα πλην των πνευματικών, αλλ’ αι Μοναί διετήρουν ακόμη την φιλόμαχον αυτών στολήν. Η Ιωάννα επεσκέφθη κατά σειράν τα κελλία, το σπουδαστήριον των νεοφύτων, το εστιατόριον κοσμούμενον υπό τερατομόρφων αγαλμάτων των δώδεκα Αποστόλων, τας υπογείους ειρκτάς, ένθα οι κακοί καλόγηροι εθάπτοντο ζώντες, και τέλος την βιβλιοθήκην, όπου εξήκοντα γραφείς ειργάζοντο νυχθημερόν, οι μεν αποξέοντες αρχαία χειρόγραφα, οι δε καταγράφοντες επί του ούτως ετοιμασθέντος χάρτου τας αθλήσεις του Αγίου Βαβύλα και της Αγίας Πρίσκας αντί των άθλων του Ηρακλέους και του Αννίβα. Ο δε κήπος ήτο ημελημένος, διότι οι καλοί πατέρες ολίγον εφρόντιζον περί ανθέων και απεστρέφοντο τα λαχανικά, ως καταργούντα πολύτιμον τόπον εν τω στομάχω, προτιμώντες τα στήθη των χηνών και τους μηρούς των χοίρων, τους οποίους παρωμοίαζον προς τα ρητά της Γραφής, τα εν ολίγαις λέξεσι πολλήν περιέχοντα ουσίαν.

Περιγράψαντες την φωλεάν θέλομεν ήδη προσπαθήσει να σκιαγραφήσωμεν και την εικόνα των εν αυτή ενοικούντων. Τα μοναστικά τάγματα τοσούτον επολλαπλασιάθησαν και τόσον ποικίλα κατήντησαν τα ονόματα και τα σχήματα των καλογήρων, των Θεατίνων, Ρεκολλέτων, Καρμηλιτών, Ιωαννιτών, Φραγκισκάνων, Καππουκίνων, Καμαλδούλων, ανυποδήτων, σανδαλοφόρων, γενειητών, κεκαρμένων, λευχειμόνων, μαυροφόρων και άλλων, ώστε ο περιώνυμος ζωολόγος Βόρνος{25} επειράθη προς αποφυγήν συγχύσεως να κατατάξη αυτούς εκ των κυριωτέρων γνωρισμάτων κατά γένη και είδη, κατά το σύστημα του Λινναίου προς τα ζώα και τα φυτά. Ανοίγοντες λοιπόν την Λινναϊκήν ταύτην Μοναχολογίαν εις την λέξιν Βενεδικτίνος, ευρίσκομεν τον εξής επιστημονικόν ορισμόν του είδους τούτου των ρασοφόρων «« . . . πρόσωπον αγένειον, κρανίον κεκαρμένον, πόδες σανδαλοφόροι· φέρει ένδυμα μακρόν, μέλαν, ποδήρες και μανδύαν καταπίπτοντα μέχρι πτερνών . . . κρώζει τρις ή τετράκις της ημέρας και μεσούσης της νυκτός διά φωνής βραγχώδους, βραδείας . . . παμφαγεί· νηστεύει σπανίως.»»

Τοιαύτα ήσαν τα κυριώτερα χαρακτηριστικά· πλην δε τούτων οι Βενεδικτίνοι της Γερμανίας εφόρουν ερραμμένην εις το κουκούλιον μικράν εικόνα της Παναγίας, ίνα προφυλάττη τας κεφαλάς των από τους πονηρούς λογισμούς και τας φθείρας, τα δε πρόσωπα αυτών πολύ ωμοίαζον τα παλίμψηστα μοναστηριακά χειρόγραφα, εν οις, υπό τα ευσεβή τροπάρια του μεσαιώνος, διαφαίνονται εισέτι ερωτικοί στίχοι του Ανακρέοντος και της Σαπφούς. Τετράκις της ημέρας έτρωγον οι καλοί πατέρες• αντί βουτύρου μετεχειρίζοντο χοίρινον άλειμμα και τους δακτύλους των αντί περόνης, οι δε αμαρτήσαντες ετιμωρούντο στερούμενοι αλείμματος επί τινας εβδομάδας, ως παρ' ημίν της μεταλήψεως. Δις του μηνός εξυρίζοντο· την μεγάλην Παρασκευήν έπλυνον όλοι τους πόδας και τρις του έτους οι παχύτεροι αυτών εφλεβοτομούντο, ίνα καταστείλωσι τας ακαθάρτους ορέξεις, ή, κατ’ άλλους χρονογράφους, όπως προλάβωσι την αποπληξίαν. Οι πλείστοι ήσαν αγράμματοι, τινές όμως ενόουν το _Πάτερ ημών_ και άλλοι εγνώριζον να γράφωσιν· εις τούτους δε εχορηγείτο, ως εις τους ήρωας του Ομήρου, διπλασία μερίς εις την τράπεζαν και οίνος αντί ζύθου. Πάντες ηγίαζον την ημέραν του Σαββάτου, επειδή όμως δεν είναι ακριβώς γνωστόν κατά ποίαν ημέραν τελειώσας ο θεός τον κόσμον ανεπαύθη{26}, φοβούμενοι μη υποπέσωσιν εις τι λάθος, έμενον αργοί ολόκληρον την εβδομάδα. Η κράσις τέλος των καλογήρων εκείνων ήτο τοσούτω ρωμαλέα, ώστε οι πλειότεροι αυτών απέθνησκον όρθιοι, ως οι Ρώσσοι στρατιώται, τους οποίους πρέπει, λέγουσι, να ωθήση τις μετά θάνατον, ίνα καταπέσωσιν.

Ποιμήν της κουκουλοφόρου ταύτης αγέλης ήτο τότε ο κλεινός Άγιος Ραβάνος ο Μαύρος, του οποίου η μνήμη παρείχε πλείονα συρτάρια αφ' όσα εργαστήριον φαρμακοπώλου. Ο σοφός Ηγούμενος διαπλεύσας όλας τας θαλάσσας, εφ' όσων ήμεσέ ποτε ο περιηγητής, ήτο κάτοχος όλων των τότε ζωσών και κεκοιμημένων διαλέκτων, πλην δε τούτον εγνώριζε την Αστρολογίαν, την Μαγείαν, το Κανονικόν δίκαιον και την Μαιευτικήν, εφευρών μάλιστα μηχανήν τινα, δι' η ς εβαπτίζοντο εν τη κοιλία της μητρός οι κυοφορούμενοι χριστιανοί, ίνα διαφύγωσιν ούτω εν περατώσει αποβολής τα σκοτεινά βασίλεια, όπου πλανώνται οι αβάπτιστοι παίδες μετά των ατάφων ειδωλολατρών, παρά τας όχθας της Στυγός. 'Ότε δε εισήλθεν η Ιωάννα εις την Μονήν της Φούλδας, ο Άγιος Ραβάνος, γηράσας ήδη και πάσχων υπό δυσπεψίας, ενησχολήτο περί της σωτηρίας του τρώγων μόνον χόρτα, ως ο Ναβουχοδονόσορ κατά τα τελευταία έτη του βίου του, ότε δηλ. μετεμορφώθη εις ταύρον, και συνθέτων ωδάς εις τιμήν του τιμίου Σταυρού. Εκάστη των ωδών εκείνων συνέκειτο εκ τριάκοντα στίχων και έκαστος στίχος εξ ισαρίθμων γραμμάτων, διατεταγμένων εν σχήματι σταυρού, ως τα βακχικά άσματα των Γάλλων ποιητών εν σχήματι φιάλης ή βαρελίου, Η αντιγραφή των αριστουργημάτων τούτων απήτει έμπειρον καλλιγράφον, ουδείς δε ηδύνατο κατά τούτο να διαγωνισθή προς τον Φρουμεντίον και τον νέον αδελφόν _Ιωάννην_. Εις τούτους λοιπόν ενεπιστεύθη ο ρασοφόρος υμνωδός τους ποιητικούς σταυρούς του, ίνα πληρωθή η προφητεία του Φρουμεντίου ειπόντος, «Θέλομεν βυθίζει τον κάλαμον εις το αυτό μελανοδοχείον».

Οι ευδαίμονες ερασταί ομοιάζουσι τους ευτυχείς λαούς, οίτινες δεν έχουσιν ιστορίαν· των δε ημετέρων μοναχών ο βίος έρρεεν ακύμαντος και γαληνιαίος οπό την σκιάν του Μοναστηρίου, ως το ρεύμα της Φούλδας υπό τας σκιαζούσας γηραλέας αιγείρους. Εσκέφθης ποτέ, αναγνώστα μου, πόσω γλυκύ και αναπαυτικόν ήθελεν είναι ερωμένη φέρουσα ανδρικήν ενδυμασίαν και εις σε μόνον αποκαλύπτουσα τα θέλγητρα της; Ούτε την ζηλείαν ήθελες γνωρίζει ούτε τας μυρίας εκείνας ακάνθας, αίτινες κατά τον Άγιον Βασίλειον καθιστώσιν _εργαστήρια οδυνών_ τας γυναίκας. Η αρρενική αυτής στολή ήθελε φρουρεί αυτήν πολύ ασφαλέστερον ή τα κλείθρα των τουρκικών γυναικώνων και αι προφυλακτικαί εκείναι ζώναι, δι’ ων ασφαλίζουσιν οι Ιταλοί τας συζυγικάς κτήσεις των από πάσης επιδρομής. Πλην δε τούτου ούτε υπό ασέμνων βλεμμάτων ήθελε μολύνεσθαι το πρόσωπον της φιλτάτης σου ούτε τα ώτα αυτής υπό λόγων ακολάστων ή αι χείρες υπό προσψαύσεων. Αλλ' αύτη ήθελεν είναι αγνή και άσπιλος ως η πτέρυξ των αγγέλων και η ιδανική εκείνη παρθένος, την οποίαν ωνειρεύετο ο Άγιος Βασίλειος ισταμένην ως σεμνόν άγαλμα επί του υποβάθρου της παρθενίας της και _ακίνητον προς πάσαν φαντασίαν και επαφήν_. Οι ζηλότυποι στεναγμοί του Τιβούλλου και του Βύρωνος αι βλασφημίαι κατά των γυναικών ήθελον σοι είναι ακατάληπτοι, ως οι θρήνοι του Ιερεμίου εις τον ουδέποτε θρηνήσαντα. Τοιαύτη ήτο διά τον Φρουμέντιον η Ιωάννα, ρόδον άνευ ακάνθων, οψάριον άνευ οστών, γαλή άνευ ονύχων· νηπιόθεν συζήσασα μετ' ανδρών ούτε ιδιοτροπίας είχεν ούτε τα εράσμια εκείνα ελαττώματα, τα οποία καθιστώσι τας θυγατέρας της Εύας φοβερωτέρας και αυτών των Σειρήνων, αίτινες μόνον από της ζώνης και κάτω ήσαν όφεις.

Επτά έτη είχον παρέλθει από της εισόδου των νεανίσκων εις την Μονήν της Φούλδας και η Μοίρα εξηκολούθει κλώθουσα εις αυτούς χρυσοϋφάντους ημέρας, η δε σχέσις των έμενε μυστική και ανενόχλητος, ως μαργαρίτης εις τους μυχούς της θαλάσσης, ουδ’ ήτο κίνδυνος ν’ ανακαλυφθή ποτέ ο δόλος• καθότι ουδείς προ των Σταυροφόρων Φράγκος εφρόντισέ ποτε να ερευνήση, τι υπεκρύπτετο υπό τας πολύπλοκους πτυχάς της πλατωνικής φρασεολογίας. Μόνος ο κουρεύς της Μονής ηστειεύετο ενίοτε προς τον αδελφόν Ιωάννην, ότε ούτος προσέφερε μειδιών εις το ξυράφιον παρειάν αγένειον και λείαν ως λίμνην εν ώρα νηνεμίας.

Αλλά πλην της Ιωάννας υπήρχε, δυστυχώς, εις Φούλδαν και άλλος αγένειος μοναχός, ο πάτερ Κορβίνος, ον πάντες απέφευγον ως το επώνυμον αυτού δυσοίωνον πτηνόν {27}, ο δυστυχής ούτος Βενεδικτίνος ηράσθη νέος ων της ανεψιάς του Επισκόπου της Μουγουντίας, παρά τω οποίω υπηρέτει ως διάκονος, κρατών την ουράν της πορφύρας του κατά τας τελετάς και πίνων το ύδωρ, δι' ου η αυτού Αγιότης έπλυνε τας χείρας μετά την μετάληψιν. Η νεάνις ήνοιξε τα ώτα και μετ' ου πολύ τας αγκάλας εις τον έρωτα του νέου διακόνου, αλλ' ο μιτροφόρος αυτής κηδεμών συλλαβών νύκτα τινά τους νεανίσκους κόπτοντας απηγορευμένους καρπούς εις τον κήπον της Επισκοπής, της μεν ανεψιάς του έκοψε την κόμην, τον δε Κορβίνον, αφού κατέστησεν . . . ουδέτερον, έστειλεν έπειτα εις την Μονήν της Φούλδας, ίνα κλαύση την αμαρτίαν. Ο νέος μοναχός εθρήνει κατά τας πρώτας ημέρας την απώλειάν του, ως η θυγάτηρ του Ιεφθάε την παρθενίαν της, αλλ' ο καιρός έκλεισε τέλος του σώματος και της ψυχής του τας πληγάς, βαθμηδόν δε κατήντησε να περιφρονή τας γυναίκας, προσκαλών τους συντρόφους του ν' αποκτήσωσιν ασφαλώς δι' ομοίας θυσίας τον Παράδεισον, ως η ακρωτηριασθείσα αλώπηξ του μύθου συνεβούλευε τας άλλας να κόψωσι κακείναι την ουράν των. Τοιαύτην διήγε φίλοσοφικήν ζωήν ο καλός Κορβίνος, αναπληρών την στέρησιν του απηγορευμένου καρπού διά καλών κρεάτων και της προσδοκίας του Παραδείσου, ότε ημέραν τίνα λαβών διαταγήν να κυνηγήση τους πολιορκούντας την βιβλιοθήκην του ηγουμένου σκόρους, εύρεν εκεί μετάφρασιν του περί π α ρ θ ε ν ί α ς λόγου του Αγίου Βασιλείου. Ανοίξας το βιβλίον τούτο, εν’ ώ ήλπιζε να εύρη νέας αφορμάς, ίνα δοξάση τον Ύψιστον ότι απεκόπη αυτώ παν μέσον απωλείας, έπεσε κατά κακήν του τύχην εις το χωρίον εκείνο, όπου ο Άγιος Επίσκοπος Καισαρείας συμβουλεύει τας σεμνάς παρθένους « ά ρ- ρ ε ν α σ ώ μ α τ α κ ά ν ε υ ν ο ύ χ ω ν ή φ υ λ ά τ τ ε - σ θ α ι», διότι καθώς ο βους, του οποίου απεκόπησαν τα κέρατα, διαμένει ουχ ήττον εκ φύσεως κερατιστής και πλήττει όσους άπαντα διά του μέρους εκείνου της κεφαλής, όπου τα κέρατα υπήρχον πριν, ούτω και οι αποτετμημένοι, φλεγόμενοι υπό εκτόπου μανίας δύνανται ακόμη . . . . . . Αλλ' ενταύθα παραπέμπω τον αναγνώστην εις την πραγματείαν του Αγίου, ίνα εύρη το τέλος της φράσεως{28}. Κατά τους κριτικούς επί ασπίδος φαίνεται γραφείσα του Τάσσου η Ι ε - ρ ο υ σ α λ ή μ, του δε Αγίου Βασιλείου η παρθενική πραγματεία επί των γονάτων καλής τινος παρθένου φαίνεταί μοι γεγραμμένη.

Το ανάγνωσμα εκείνο κατεθορύβησε τον από τοσούτων ετών ησυχάσαντα καλόγηρον. Οι όφεις, οι δράκοντες, οι λύκοι, οι πάνθηρες και τ' άλλα ζώα, δι' ων εικονίζουσιν οι θεολόγοι τα πάθη, εξύπνησαν αθρόα και ήρξαντο να ωρύωνται και να δάκνωσι την ουράν των εις τους μυχούς της καρδίας του, ήτις κατέστη και πάλιν ακοίμητον θηριοτροφείον. Ο Αρχιμήδης βεβακχευμένος υπό της χαράς έκραζεν « Ε ύ ρ η κ α!» μετά του προβλήματος την λύσιν, ο δε μοναχός περιέτρεχε τας στοάς του Μοναστηρίου κράζων « Δ ύ ν α μ α ι!» μεγάλη τη φωνή. Από της ημέρας εκείνης κατελήφθη από παραδόξου μονομανίας, ην ούτε η μάστιξ ούτε η ξηροφαγία ούτε η ψυχρολουσία ούτε άλλη τις του καλογηρικού φαρμακείου συνταγή ηδυνήθη να θεραπεύση. Όλος ένθους υπό της θεοφορήτου ευγλωττίας του θείου Βασιλείου εκράτει νυχθημερόν την βίβλον εις τας αγκάλας, ως νέα μήτηρ το πρωτότοκον τέκνον, και οτέ μεν ησπάζετο, οτέ δε αντέγραφεν ή απεστήθιζε τας ιεράς εκείνας σελίδας· οσάκις δε έβλεπε γυναίκα, έτρεχεν προς αυτήν ως διψαλέα έλαφος προς την πηγήν της ερήμου, ίνα λάβη πείραν των λόγων του Αγίου. Αλλ' αι ξανθαί κόραι της Σαξωνίας απέφευγον αυτόν καίτοι αποτετμημένον, κατά τας φρονίμους συμβουλάς του επισκόπου Καισαρείας• νομίζω δε ότι άνευ των συμβουλών τούτων ολίγαι εξ αυτών, γνωρίζουσαι τας ελλείψεις του, ήθελον τον περιμένει.

Τοιούτος ήτον ο μέλλων να κόψη το χρυσούν νήμα, δι' ου η εύνους Μοίρα συνέρραπτε των δύο εραστών τας ημέρας, καθιστώσα τον βίον αυτών κομβολόγιον στιλπνών και άμωμων μαργαριτών. Κατά πάσαν νύκτα συνήρχοντο ο Φρουμέντιος και η Ιωάννα εις σπήλαιόν τι εγγύς του Μοναστηρίου, ιερόν το πάλαι τω Πριάπω. Ο θεός εκείνος ελατρεύετο ακόμη εν Γερμανία υπό το όνομα του Αγίου Βίτου• αι τελεταί όμως αυτού δεν είχον μεταβληθή μετά του ονόματος. Τα χείλη των χριστιανών γυναικών εξηκολούθουν ζητούντα παρ' αυτού ό,τι εζήτουν και αι άσεμνοι ειδωλολάτριδες, ηδονάς ή ευτεκνίαν· ο δε καλός Άγιος σπανίως εκώφευεν εις τας τοιαύτας δεήσεις. Πρέπει όμως να είπωμεν ότι τα αγάλματα αυτού ανιδρύοντο συνήθως υπό την σκιάν ανδρικού μοναστηρίου• και τούτο ως λέγουσι κακόγλωσσοι τίνες ιστορικοί, καθίστα βεβαίαν των προσκυνητριών την επιτυχίαν.

